Η Ομπρέλα – Μέρος 5ο

Προηγούμενο

Το χέρι της ήταν πάνω στο χερούλι της πόρτας. Τα μάτια της βυθισμένα στα δικά του. Λίγα δευτερόλεπτα σιωπής κι άηχης μάχης με τα βλέμματα. Ο Στέλιος έπιασε το χερούλι της πόρτας, κρατώντας το δικό της χέρι μέσα στη χούφτα του και το κατέβασε. Εκείνη δεν έφερε αντίσταση. Η πόρτα άνοιξε και χωρίς να πούνε λέξη, ο Στέλιος βγήκε απ’ το σπίτι κι εκείνη τον ακολούθησε με το κεφάλι κατεβασμένο.

– Έχεις κανέναν στην Αθήνα; τη ρώτησε αρκετή ώρα αφότου είχαν ξεκινήσει

– Όχι. η φωνή της ακούστηκε σαν ψίθυρος

– Ένας δικός μου έχει ξενοδοχείο. Μπορείς να μείνεις μερικές μέρες, θα το φροντίσω. Αλλά θα πρέπει να βρεις δουλειά. τα μάτια του παρέμεναν ευθεία στον σκοτεινό δρόμο

– Δεν ξέρω από Αθήνα! Πού θα…

– Αυτό είναι δικό σου πρόβλημα, μικρή. Το δικό μου σταματάει απ’ τη στιγμή που θα σ’ αφήσω εκεί.

– Είμαι πρόβλημα; γύρισε το κορμί της προς το μέρος του, καρφώνοντάς τον με το βλέμμα

– Είσαι. δεν γύρισε καν να την κοιτάξει

Για αρκετά χιλιόμετρα παρέμειναν σιωπηλοί, μέχρι που τον είδε να βγάζει δεξί φλας και να κόβει ταχύτητα. Στην άκρη του δρόμου είδε ν’ αναβοσβήνει μια ταμπέλα νέον, με ξεθωριασμένα γράμματα. Έγραφε Tostaki, με το t να τρεμοπαίζει. Πάρκαρε στο πίσω μέρος του μαγαζιού.

– Θα πάρω καφέ και κάτι να φάμε. της είπε βγαίνοντας απ’ το αυτοκίνητο

Η Βίκη βγήκε απ’ το αμάξι και τον ακολούθησε. Γύρισε και την κοίταξε. “Τουαλέτα”, του είπε και μπήκαν μαζί στο μαγαζί.

Λίγα λεπτά αργότερα, τον βρήκε να την περιμένει στη θέση του οδηγού, μέσα στο αυτοκίνητο. Όταν έκλεισε την πόρτα της, ο Στέλιος γύρισε το κλειδί για να βάλει μπροστά.

– Στέλιο… του ψιθύρισε

Γύρισε και την κοίταξε και πριν το καταλάβει, κόλλησε τα χείλη της στα δικά του. Τραβήχτηκε προς τα πίσω σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.

– Μικρή… η φωνή του ήταν αυστηρή. Θα μπορούσα να είμαι πατέρας σου! ακούστηκε αταίριαστη η φράση για το χαρακτήρα του. Μην με κάνεις να μετανιώσω για όλο αυτό! έβαλε μπροστά και ξεκίνησε το αυτοκίνητο

Σ’ όλη την υπόλοιπη διαδρομή, δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Μόλις μπήκαν στην Αθήνα, έμεινε να κοιτάζει μαγεμένη τα φώτα και τα μεγάλα κτίρια στους άδειους κι υγρούς δρόμους.

Ο Στέλιος σταμάτησε το αυτοκίνητο και της είπε να τον ακολουθήσει. Μπήκε σ’ ένα ξενοδοχείο και άρχισε να μιλάει με έναν άντρα στη ρεσεψιόν. Η Βίκη έμεινε πιο πίσω να κοιτάει τους γκρι τοίχους και τις φθαρμένες κόκκινες κουρτίνες στη τζαμαρία.

– Έλα. της είπε και της έδειξε το κλειδί που κρατούσε

Ανέβηκαν στον τρίτο όροφο με τα πόδια κι ο Στέλιος ξεκλείδωσε το δωμάτιο με τον αριθμό 37. Μόλις μπήκε, άναψε τα φώτα και κοίταξε γύρω του.

– Δεν είναι ό,τι καλύτερο, αλλά για λίγες μέρες θα είσαι μια χαρά. της ακούμπησε το κλειδί στην παλάμη

Η Βίκη κοίταξε γύρω της. Το δωμάτιο ήταν παλιό κι αφρόντιστο. Σίγουρα λειτουργούσε σαν ξενοδοχείο ημιδιαμονής, αν έκρινε απ’ τη λιτή, ανύπαρκτη σχεδόν διακόσμηση και τις σκούρες χοντρές κουρτίνες.

Ο Στέλιος έβγαλε απ’ το μπουφάν του μερικά χαρτονομίσματα και τα ακούμπησε στο κομοδίνο.

– Δεν είναι πολλά, για λίγες μέρες θα σου φτάσουν. Το δωμάτιο είναι πληρωμένο για μία εβδομάδα. Μετά είσαι μόνη σου, μικρή…

Έβγαλε απ’ την άλλη του τσέπη ένα κινητό. Φαινόταν παλιό και φθαρμένο σε σημεία.

– Καρτοκινητό είναι.  

– Έχεις αποθηκεύσει το νούμερό σου; τον πλησίασε

– Δεν σου χρειάζεται το νούμερό μου. Χρειάζεσαι όμως το κινητό για να μπορείς να επικοινωνήσεις και να βρεις δουλειά. της είπε κοφτά. Ξεκουράσου τώρα κι από αύριο… της έριξε ένα βιαστικό βλέμμα και προχώρησε προς την πόρτα

– Δεν θα μπορούσες να είσαι ο πατέρας μου… η φωνή της ακούστηκε δυνατά μέσα στο δωμάτιο

Ο Στέλιος σταμάτησε να περπατάει, αλλά δεν γύρισε προς το μέρος της.

– Εκείνος μ’ εγκατέλειψε. Εσύ… δάγκωσε τα χείλη της

Τον πλησίασε.

– Εσύ με βρήκες στη βροχή κι έγινες ομπρέλα μου. ακούμπησε τις παλάμες και το μέτωπό της στην πλάτη του

– Οι άνθρωποι, μικρή, εκτιμούν τις ομπρέλες όσο βρέχει. Όταν η βροχή σταματήσει, τις αφήνουν στην άκρη. γύρισε και την κοίταξε

– Φοβάσαι μην σ’ αφήσω στην άκρη; το βλέμμα της παιχνίδιζε προκλητικά μέσα στο δικό του

Δευτερόλεπτα σιωπής πριν η Βίκη σηκωθεί στις μύτες των ποδιών της, κολλώντας τα χείλη της στα δικά του σ’ ένα βαθύ φιλί. Την σήκωσε στα χέρια του και την ακούμπησε στο κρεβάτι, όπου άρχισαν λαίμαργα να εξερευνούν ο ένας το σώμα του άλλου. Τα ρούχα τους ένα κουβάρι στο πάτωμα κι οι ανάσες τους καυτές, όσο ενώνονταν έντονα ξανά και ξανά. Τα μάτια της στα δικά του, τα δικά του κλειστά όσο βίαια σχεδόν την έκανε δική του.

***

– Πρέπει να φύγω… είπε βραχνά, σβήνοντας το τσιγάρο του στο τασάκι που είχε πάνω στο κομοδίνο

Η Βίκη σηκώθηκε γυμνή απ’ το κρεβάτι και πήρε απ’ το πάτωμα τα ρούχα του, ακουμπώντας τα στο κάτω μέρος του κρεβατιού. Χωρίς να πει λέξη, μπήκε στο μπάνιο.

Όσο εκείνος ντυνόταν, άκουγε το νερό να τρέχει στο ντουζ. Είχε βάλει και το μπουφάν του και στεκόταν μπροστά στην πόρτα, με το χέρι στο χερούλι, προσπαθώντας ν’ αποφασίσει αν έπρεπε να την περιμένει ή απλά να φύγει. Σήκωσε το βλέμμα του στο ταβάνι για λίγο και μετά άνοιξε αποφασιστικά την πόρτα.

Ο ήχος της πόρτας που έκλεινε. Το νερό που σταμάτησε να τρέχει.

Ο Στέλιος στο αυτοκίνητο να οδηγεί στον άδειο υγρό δρόμο. Στο δεξί του χέρι να καίγεται ένα τσιγάρο και το βλέμμα του συννεφιασμένο, καρφωμένο ευθεία μπροστά.

Η Βίκη τυλιγμένη με μια λευκή φθαρμένη πετσέτα και το δέρμα της ακόμη να στάζει, να στέκεται στην πόρτα του μπάνιου και να κοιτάζει το άδειο κρεβάτι.

Κι ο ήλιος να ξεπροβάλει δειλά σ’ έναν μουντό ουρανό…

Κική Γιοβανοπούλου

Συνεχίζεται…

One response to “Η Ομπρέλα – Μέρος 5ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading