Η Διαμαντούλα

Ο καλύτερος γαμπρός για την Διαμαντούλα ήταν ο Μηνάς, ο γιος του λαδέμπορα, επέμενε ο πατέρας της. Η μάνα της σιγόνταρε και αυτή μπας και πείσουν την κόρη τους να μπει στο αρχοντόσπιτο. Βασίλισσα θα την είχε και θα περνούσε ζωή και ζάχαρη μαζί του. Με τα πολλά ενέδωσε στις πιέσεις, κάτι παραπάνω θα ήξεραν άλλωστε οι γονείς της. Δέχτηκε να τους ακολουθεί στις κοινωνικές εκδηλώσεις για να γνωρίσει καλύτερα το μελλοντικό της άντρα.

Έτσι έγινε και η πρώτη συνάντηση κανονίστηκε στο τελευταίο γλέντι του χωριού που γινόταν πάντα κοντά στο τέλος του καλοκαιριού.

Κάθισαν μπροστά μπροστά στο τραπέζι του κυρ Λάμπρου με την εκλεκτή του οικογένεια. Μεγάλη τιμή ήταν να κάθεσαι σιμά τους, σήμαινε ότι ήσουν και εσύ «κάποιος» σαν αυτούς. Χαιρετήθηκαν οι άντρες και έδωσαν τα χέρια οι μανάδες, όλοι τους περήφανοι για το επικείμενο σμίξιμο των παιδιών τους.

Η Λάμπραινα φορούσε μια μακριά μεταξωτή φούστα και ένα λευκό δαντελωτό πουκάμισο με κεντήματα στα μανίκια και τον γιακά. Έλαμπαν τα χρυσαφικά στα χέρια της και φρόντιζε συχνά πυκνά να τα κουνά μήπως και κάποιος δεν τα ‘χε προσέξει. Η Γιάνναινα φορούσε ένα απλό σκουρόχρωμο φουστάνι που έφτανε ως το γόνατο και στον λαιμό τον βαφτιστικό σταυρό της. Ο πατέρας του Μηνά του ‘κάνε νόημα να πάρει το κορίτσι να πάνε να χορέψουν. Σηκώθηκε απρόθυμα ο νεαρός που ‘χε βολευτεί στην καρέκλα και ζήτηξε άδεια από τον πατέρα της να μπουν στον κύκλο. Χαμογέλασε ο κυρ Γιάννης και έκανε νόημα και αυτός στην κόρη του να σηκωθεί όρθια. Θαρρείς δεν μιλούσαν στα παιδιά τους με λόγια, μόνο τα διέταζαν με τα μάτια. Τσούγκρισαν τα ποτήρια με το γλυκό κρασί και καμάρωσαν τα παιδιά τους.

«Πολύ όμορφη η κόρη σου, Γιάνναινα, δεν χορεύει, πετά!»

«Και εσένα δεν πάει πίσω ο γιος σου, Λάμπραινα, όπως σέρνει τον χορό»

«Ταιριάζουνε μου φαίνεται όπως τους βλέπω. Εμένα ο γιος μου δεν κρατά το χέρι όποιας και όποιας. Θέλει μια σεμνή και παστρικιά γυναίκα πλάι του. Να μην μιλά πολύ και να κρατά τα μάτια χαμηλά στο χώμα. Εμείς την προίκα δεν την κοιτάμε, δεν έχουμε άλλωστε ανάγκη να προσθέσουμε κι άλλα χωράφια στα δικά μας. Πρέπει όμως να ‘χει μυαλό μες το κεφάλι της για να κρατήσει τέτοιο σπίτι σαν το δικό μας. Και από ό,τι έχω ακούσει είναι έξυπνη η Διαμαντούλα σας»

«Ό,τι έχεις ακούσει, Λάμπραινα, είναι αλήθεια. Και νοικοκυρά είναι η μονάκριβή μου και προκομμένη και γνωστική. Θα σέβεται το ψωμί που τρώει και το όνομα που παίρνει»

«Τότε θα έρθουμε την επόμενη Κυριακή στο σπιτικό σας. Να το έχετε ανοιχτό γιατί θα ‘ρθουμε για καλό σκοπό»

«Με το καλό να ορίσετε… συμπεθέρα!» τόλμησε να πει η Γιάνναινα για να δει την αντίδραση της γυναίκας.

«Η Διαμαντούλα θα ‘ναι ένα ακόμα κόσμημα στην συλλογή μου», απάντησε εκείνη χωρίς ενδοιασμό.

Έδωσαν ξανά τα χέρια οι γυναίκες και με ένα βλέμμα ανακοίνωσαν στους άντρες τους πως κανονίστηκε το προξενιό. Ήπιαν με την ησυχία τους το υπόλοιπο κρασί και διασκέδασαν βλέποντας τα παιδιά τους να χορεύουν.

Η Διαμαντούλα κοιτούσε κρυφά τον Μηνά και τον παρατηρούσε. Όμορφος νέος ήταν, ψηλός και ευθυτενής. Μύριζε ακριβό καπνό και άρωμα φερμένο από μακριά. Η μυρωδιά όμως της έπαρσης ήταν πιο έντονη από όλες τις άλλες πάνω του. Το χέρι δεν της άφηνε, μα η ματιά του γυρνούσε σε όλες τις κοπέλες. Τους υπόλοιπους τους κοιτούσε αφ’ υψηλού σαν να ήταν ανάξιοι της προσοχής του. Ήταν εκείνο το ελαφρύ μειδίαμα στην άκρη των χειλιών του σαν να καταλάβαινε ότι όλοι είχαν το βλέμμα τους επάνω του. Διασκέδαζε με αυτήν την αφέλεια του απλού κοσμάκη και το απολάμβανε γιατί ήταν άλλωστε ο γιος του λαδέμπορα.

Σαν να άκουσε τις σκέψεις της ο Θεός ήταν εκείνη τη στιγμή και διέταξε το αεράκι να φυσήξει, να της πάρει το μαντήλι από τους ώμους. Γύρισε ο Μηνάς και γέλασε που είδε την Διαμαντούλα να στεναχωριέται.

«Άστο να φύγει, μα αύριο θα στείλω να σου φέρουν από την πόλη ένα μεταξωτό, από εκείνα που φορούν οι κυρίες, να μάθεις τι θα πει αρχοντιά»

Εκείνη μονομιάς άφησε πίσω της τον χορό και έτρεξε ως το χωράφι να το πιάσει. Τα λόγια του ηχούσαν σαν κατάρα στα αυτιά της. Μόλις έσκυψε να μαζέψει το μαντήλι, την τσίμπησε ένα αγκάθι στο δάχτυλο. Νευρίασε με τον εαυτό της που δέχτηκε να πάει σε εκείνο το γλέντι, νευρίασε και με τον Θεό που της έγραψε αυτήν την μοίρα. Γιατί δεν ήξερε ακόμα πως ο Θεός της ετοίμαζε τον δρόμο και έμενε μόνο εκείνη να διαλέξει προς τα πού θα πάει.

«Είσαι καλά;» την ρώτησε ένας άντρας.

Η Διαμαντούλα σήκωσε τα μάτια της και είδε έναν άντρα νεαρό, μελαχρινό με μάτια βαθιά και καθαρά να την κοιτάζει με συμπόνια. Της εξήγησε ότι ήταν μουσικός και έκανε διάλλειμα όταν την είδε να τρέχει στα σκοτάδια. Πέταξε το τσιγάρο του και έπιασε το δάχτυλό της. Κατάφερε και έβγαλε το αγκάθι. Εκείνη χαμογέλασε ανακουφισμένη.

«Σε ευχαριστώ. Το μαντήλι μου έψαχνα. Μα άδικα έκανα, γιατί δεν είναι μεταξωτό και δεν αξίζει και τίποτα»

«Αυτό έχει τον κόπο σου και έχει περισσότερη αξία»

«Σε άκουσα πριν να παίζεις. Και είναι σαν να πονάς και εσύ»

«Έτσι λέω όσα δεν μπορώ να ξεστομίσω. Όσα μου λείπουν τα λέει η μουσική μου»

«Το όνομά σου πώς είναι;»

«Στράτος. Εσένα;»

«Διαμαντούλα!» ακούστηκε η τσιρίδα της μάνας της.

«Με ψάχνουν», έκανε να φύγει μα δεν κατάλαβε ότι ο άντρας κρατούσε την άκρη από το μαντήλι και άθελά της τον τράβηξε κοντά της.

«Διαμαντούλα!» ακούστηκε ξανά να κραυγάζει η μάνα της που τώρα ήταν απέναντί της και είχε δει την κόρη της κοντά με εκείνον τον ξένο.

«Μου ‘φύγε το μαντήλι, μάνα», προσπάθησε να δικαιολογεί όσο την έσερνε η μάνα της.

«Εγώ τόση ώρα λέω στην μάνα του Μηνά πόσο σεμνή κόρη είσαι και εσύ είσαι στα σκοτάδια μόνη με άλλον άντρα και σας χωρίζει μια ανάσα!»

«Όχι, βρε μαμά», ντράπηκε και χαμήλωσε τα μάτια της.

«Τράβα στο τραπέζι και θα ξηγηθούμε στο σπίτι να μην μας ακούει ο κόσμος. Κάνε τον σταυρό σου να μην σας είδε κανείς άλλος!»

Και τι δεν άκουσε η Διαμαντούλα όταν γύρισαν σπίτι εκείνο το βράδυ. Όση ώρα την κατσάδιαζε η μάνα της, εκείνη χάιδευε το χέρι της εκεί που την είχε αγγίξει ο Στράτος. Το ένιωθε λες και έκαιγε ακόμα από το χάδι του.

«Σου γυάλισε ο οργανοπαίχτης;»

Διάπλατα άνοιξε τα μάτια η Διαμαντούλα. Τόσο πολύ φαινόταν που το κατάλαβε αμέσως η μάνα της; Ντράπηκε και έκανε να το αρνηθεί. Μα δεν πείστηκε η Γιάνναινα και ήθελε να σιγουρέψει ότι η κόρη της δεν θα πετούσε την τύχη της.

«Τι του ζήλεψες; Την φτώχεια του; Ένας πλανόδιος είναι που δεν έχει ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι του. Θαμπώθηκες από τις πενιές και τα γλυκόλογά του; Θαρρείς πως είναι διαφορετικός; Όλοι τα ίδια είναι. Τουλάχιστον να ‘ναι γεμάτο το τραπέζι σου, παιδί μου. Γιατί οι ευγένειες δεν χορταίνουν»

«Εσένα, μάνα, δεν σου έλειψε η αγάπη;»

«Άκου, κόρη μου. Ένα πράγμα μου πρόσφερε ο πατέρας σου και δεν μπορώ να το αρνηθώ. Ασφάλεια. Μεγάλη περιούσια δεν κάναμε, μα ένα πιάτο φαΐ πάντα το ‘χε το τραπέζι. Γιατί να ζητήσω κάτι παραπάνω; Για να ‘χω έναν άντρα να μου χαϊδεύει το χέρι και να μου φιλά τα μαλλιά; Με αυτά θα κάνεις σπίτι; Με αυτά θα μεγαλώσεις παιδιά;»

«Μα θέλω να ερωτευτώ, μαμά. Να αγαπήσω με όλη μου την καρδιά»

«Αυτά είναι μόνο μέσα στα βιβλία που διαβάζεις. Η πραγματικότητα είναι σκληρή. Τα παιδιά θέλουν φαΐ. Ο Μηνάς δεν είναι δουλευταράς, αλλά τα έχει έτοιμα όλα και θα στα δώσει και με το παραπάνω. Αρχόντισσα θα σε ‘χει. Η φτώχεια διώχνει την αγάπη από το παραθύρι. Στον κόσμο που ζούμε, η γυναίκα δεν πρέπει να γυρεύει έρωτες. Πρέπει να βρει έναν άντρα να της γεμίζει το πιάτο όχι την καρδιά της»

«Εντάξει, μάνα. Θα κάνουμε όπως συμφωνήσαμε», είπε απογοητευμένη.

«Την Κυριακή, μετά την εκκλησία, θα έρθουν να σε ζητήξουν. Να βάλεις το καλό το φόρεμα. Να είσαι όμορφη, να κάνεις καλή εντύπωση. Να μετράς τα λόγια, να είσαι υπάκουη. Μες τη βδομάδα θα ετοιμάσουμε το σπίτι. Θα ασπρίσουμε, θα στρώσουμε τα καλά πλεκτά. Τα ζυμώματα το Σάββατο. Έχουμε και την Πέμπτη τον πρόγαμο της ξαδέρφης σου. Την Κυριακή στον γάμο της θα πας λογοδοσμένη»

Έτσι έγινε και στο σπίτι της Διαμαντούλας άρχισαν οι ετοιμασίες για να είναι όλα έτοιμα για την Κυριακή. Την Πέμπτη, πήγαν στο σπίτι της ξαδέρφης, στο στρώσιμο του κρεβατιού. Εκεί έριχναν νομίσματα πάνω στο στρωμένο νυφικό κρεβάτι και πετούσαν πάνω ένα μικρό παιδί, συνήθως αγόρι, για να πιάσει γρήγορα μωρό το ζευγάρι.

«Καλά στέφανα», ευχήθηκαν στην ξαδέρφη που είχε ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό της. Παντρευόταν από αγάπη και έλαμπε ολόκληρη από χαρά.

Η Διαμαντούλα ήθελε να πει στην μάνα της ότι υπάρχει η αγάπη, υπάρχει ο έρωτας και μπροστά τους ήταν η απόδειξη. Μα σιώπησε γιατί ήξερε πως θα έβρισκε πάλι μια απάντηση για να της αλλάξει γνώμη. Η καρδούλα της μόνο ήξερε πόσο πεθυμούσε να αγαπηθεί. Και κόντεψε να σταματήσει όταν ακούστηκε η πρώτη πενιά του λαγούτου.

«Στράτο…» είπε από μέσα της και έσφιξε την άκρη από το μαντήλι της.

Κάθε νότα που έπαιζε ακουγόταν σαν αναστεναγμός. Κοιτούσε την Διαμαντούλα και έτρεμαν τα δάχτυλά του πάνω στο λαγούτο. Μέσα στο γαλάζιο φόρεμά της έμοιαζε με νεράιδα που του ‘χε κλέψει την καρδιά και δεν του την έδινε πίσω. Εκεί, πάνω στη στιγμή, έβγαλε μια μαντινάδα, όλο νόημα, μέσα από την καρδιά του. Όλες οι γυναίκες σταμάτησαν και τον κοίταξαν γοητευμένες. Θεώρησαν όμως ότι ήταν μια μαντινάδα για τον γάμο. Μόνο η Διαμαντούλα ήξερε.

«Κατέβασε τα μάτια σου, μη σε δει κανείς», ψιθύρισε στο αυτί της ο Μηνάς.

«Δεν ήξερα ότι θα ‘ρθεις», πάγωσε το αίμα της που τον είδε έτσι ξαφνικά.

«Και είπες να γλυκοκοιτάς τον λαουτιέρη; Τι νταραβέρια έχεις μαζί του; Σε λίγες μέρες θα αρραβωνιαστούμε και μόλις σε λούσω στα χρυσά θα σβήσει η κάψα σου για τις πενιές του»

«Ό,τι και να μου τάξεις η καρδιά μου είναι δοσμένη. Και δεν φτάνουν όλοι οι παράδες του κόσμου για να την αγοράσεις»

«Μην την ακούς, είναι η συγκίνηση της ημέρας», τους διέκοψε γελώντας η Λάμπραινα που τόση ώρα κρυφάκουγε και έκανε νόημα στον γιο της να πάει παραπέρα.

Την ήθελε για νύφη την Διαμαντούλα γιατί δεν λογάριαζε το χρήμα και δεν θα σπαταλούσε την περιουσία τους. Θα έκανε κουμάντο τον αχαΐρευτο τον γιο της που όλη μέρα ήταν με το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Κάποια με μυαλό και τσαγανό έπρεπε να σταθεί κοντά του. Όσες κοπέλες της είχε φέρει σπίτι ο Μηνάς ήταν η μία χειρότερη από την άλλη. Όλες στα λούσα είχαν το μυαλό και θα γινόταν η περιουσία τους φτερό στον άνεμο. Τον συμβούλεψε, λοιπόν, η μάνα του να πάρει την κόρη του κυρ Γιάννη που ήταν σεμνή και ταπεινή και έξυπνη κοπέλα να του κρατά το σπίτι. Και ας έκανε πίσω από την πλάτη της ό,τι ήθελε με τις άλλες. Έτσι τον έπεισε τον γιο της να κάνει γυναίκα του την Διαμαντούλα. Και τώρα έπρεπε να την πάρει με το καλό την νύφη να της αλλάξει γνώμη. Της ζήτησε λίγο χρόνο, μέχρι την Κυριακή, για να μιλήσει στον γιο της και να της δείξει πόσο πολύ θα είχε αλλάξει. Έφυγε με την ελπίδα ότι τα κατάφερε να την μεταπείσει χωρίς να περιμένει την απάντησή της.

Έφτασε η Κυριακή, έφτασε και το σημάδι. Μέσα σε ένα καλάθι ανάμεσα σε διάφορα καλούδια ήταν το χρυσαφικό της. Βαρύ και ασήκωτο ήταν το κόσμημα σαν την ατμόσφαιρα στο σπίτι.

«Πού είναι η κοπέλα;» ρώτησαν οι γονείς του Μηνά μα απάντηση δεν πήραν.

Η Διαμαντούλα είχε βρει καταφύγιο στο σπίτι της ξαδέρφης της και βοηθούσε στις ετοιμασίες από νωρίς. Πήγε εκεί κατευθείαν μετά την εκκλησία και δεν πέρασε καθόλου από το σπίτι της. Το καλό της φόρεμα φορούσε από το πρωί και με αυτό θα πήγαινε στον γάμο. Το υποψιάστηκε η μάνα της μα δεν ήθελε να το πιστέψει πως για τον έρωτα η κόρη της απαρνήθηκε τα πλούτη.

Στην τελετή του γάμου δεν την πλησίασαν μην διακόψουν το μυστήριο. Μετά στο γλέντι θα την έπιαναν να της μιλήσουν. Την έψαξαν με το βλέμμα τους, δεν την είδαν πουθενά.

«Εκεί που χτυπά το λαγούτο, εκεί θα είναι». Ήξερε η μάνα της.

Την είδαν στο κέντρο του χορού. Μπροστά στον Στράτο χόρευε και ανέμιζε το μαντήλι της. Πατούσε γερά στα πόδια της σαν να ήξερε κάθε βήμα του δρόμου που είχε διαλέξει. Ο λαουτιέρης έπαιζε διαφορετικά απόψε με έναν ήχο δυνατό, νικηφόρο. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω της και η μουσική του την καθοδηγούσε.

«Τελείωσε. Έχει διαλέξει», είπε ο πατέρας της και με το βλέμμα του έδιωξε την Λάμπραινα, τον άντρα και τον γιο τους.

«Γιατί τους άφησες να φύγουν;» ρώτησε τον άντρα της η Γιάνναινα.

«Δες την!» έδειξε την κόρη τους. «Μακάρι να ‘χαμε αγαπηθεί και εμείς έτσι», κατέβασε το κεφάλι και έφυγε και αυτός.

Η Διαμαντούλα που τους είδε κατέβηκε και πήγε κοντά στην μάνα της.

«Κέρδισε το μαντήλι σου, κόρη»

«Κέρδισε την καρδιά μου, μάνα»

«Και δεν σε νοιάζει που δεν θα ζεις αρχοντικά και δεν θα τρως πλουσιοπάροχα;»

«Θα έχω αγάπη. Θα χορτάσω αγάπη»

«Το πιο βαρύ χρυσάφι. Πήγαινε τώρα. Αν σε θέλω ξέρω πού θα σε βρω»

«Εκεί που χτυπά το λαγούτο»

«Σωστά. Εκεί χτυπά και η καρδιά σου. Πήγαινε, κόρη μου. Με την ευχή μου»

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτή👇👇👇

 

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading