Βρες τη χαρά

Πλησίαζαν οι πανελλαδικές εξετάσεις και οι δύο φίλες είχαν τεράστιο άγχος. Από το νηπιαγωγείο ήταν μαζί. Δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο, παντού μαζί. Όνειρό τους να περάσουν στη Θεσσαλονίκη και να συγκατοικήσουν. Η Θάλεια ήθελε να σπουδάσει φαρμακευτική και η Ελευθερία αγγλική φιλολογία.

Από την πρώτη λυκείου ξεκίνησαν την προσπάθεια με εντατικά φροντιστήρια και πολύωρο διάβασμα. Η μία στήριζε την άλλη και ήταν εκεί στις δύσκολες στιγμές. Αυτή που είχε τις περισσότερες, ήταν η Ελευθερία, αφού δεχόταν μεγάλη πίεση από τους γονείς της. Η μαμά της είχε φροντιστήριο ξένων γλωσσών και θεωρούσε δεδομένες τις σπουδές της κόρης της στην αγγλική φιλολογία. Οι γονείς της Θάλειας από την άλλη, όντας γιατροί και οι δύο, ποτέ δεν έδωσαν κατευθύνσεις στην κόρη τους για τον επαγγελματικό της προσανατολισμό.

****

Σε όλες τις κούκλες της, η Ελευθερία, έραβε ρούχα και τσάντες. Το ίδιο και στις κούκλες της Θάλειας, η οποία μετά, ενθουσιασμένη, τα έδειχνε στην μαμά της κι εκείνη σάστιζε με την φαντασία και το ταλέντο του μικρού κοριτσιού. Όσες φορές τύχαινε να μιλήσουν οι δύο μαμάδες, αναφερόταν πάντα με θαυμασμό στην δημιουργικότητα του παιδιού, ωστόσο εκείνη δεν έδειχνε να συμμερίζεται την θέρμη της συνομιλήτριάς της, ούτε να νιώθει περήφανη για την κόρη της.

Τελευταίες μέρες του δημοτικού, κάπου στα μισά του Ιουνίου ήταν, όταν μια ανεπτυγμένη σωματικά συμμαθήτριά τους, με σχηματισμένο ήδη μεγάλο στήθος, την μπουγέλωσαν επίτηδες δύο ταραξίες, για να διαγράψει το λευκό της μπλουζάκι. Έκλαιγε από ντροπή, βάζοντας τα χέρια μπροστά στο στήθος, προσπαθώντας να κρύψει την διάφανη πια, μουσκεμένη μπλούζα της. Η Ελευθερία αμέσως, της είπε να την ακολουθήσει. Έτρεξαν στην τάξη, έβγαλε από το σακίδιο το δικό της και της Θάλειας, που είχαν ίδια, τα κόκκινα φουλάρια που ήταν δεμένα με κόμπο σε ένα τύπου μπρελόκ, αξεσουάρ της σάκας, τα ένωσε μεταξύ τους με δύο μεγάλες παραμάνες, άλλο αξεσουάρ στις τσάντες και τα έκανε μπουστάκι για την Γιούλη, που έδενε πίσω στην πλάτη με κόμπο, βγάζοντάς την από την δύσκολη θέση. Η γυμνάστρια που ήταν υπεύθυνη στα διαλείμματα, που είδε τι έγινε, εκτός από την τιμωρία των δύο αγοριών, συνεχάρη την Ελευθερία για την γρήγορη αντίδραση και την άμεση αντιμετώπιση με την εφευρετικότητά της και το έκανε θέμα στο γραφείο των δασκάλων, οι οποίοι με τη σειρά τους χάρισαν ένα “μπράβο” στο κορίτσι.

Το βράδυ, περίμενε πώς και πώς να γυρίσει η μαμά της στο σπίτι από το φροντιστήριο, να της διηγηθεί την εμπειρία της. Είχε κατά νου την αντίδραση της μαμάς της Θάλειας, νωρίτερα, όταν εκείνη περήφανη εξιστόρησε το κατόρθωμα της φίλης της και περίμενε κάτι ανάλογο. Η απογοήτευση ήταν μεγάλη όταν όλα έγιναν αντίθετα από πριν. “Ε και; Σιγά το πράγμα”, αντί για το “μα πόσο έξυπνη ιδέα” και “μη παίρνουν τα μυαλά σου αέρα”, αντί για “μπράβο”.

Στο δωμάτιό της η Θάλεια, με την συγκατάθεση των γονιών της, κρυφά από τους γονείς της Ελευθερίας , είχε προσθέσει ένα έξτρα μικρό γραφείο, με συρόμενο συρτάρι από κάτω, όπου η αδελφική της φίλη, το είχε σαν πάγκο ραφτικής. Όλα της τα χαρτζιλίκια τα έκανε υφάσματα, κουμπιά, κόπτσες, φερμουάρ, πέρλες, κλωστές και βελόνες. Όπου δεν έφταναν τα χρήματα, κάλυπτε την διαφορά η Θάλεια με το δικό της χαρτζιλίκι. Φυσικά, εκτελούσε και χρέη μοντέλου. Πάνω της έραβε μπλούζες, φούστες, ζώνες, γιλέκα. Η κυρία Μερόπη από τη μια εντυπωσιαζόταν με το ταλέντο του κοριτσιού και την παρότρυνε κι από την άλλη ένα αγκάθι της έσφιγγε την καρδιά. Έκρυβε από μια άλλη μάνα την αλήθεια.

****
Η χρονιά έφτανε στο τέλος της. Ο τελικός γύρος προσπαθειών των δύο κοριτσιών ήταν ο πιο κουραστικός. Η Ελευθερία δεν έβρισκε καμία χαρά, πολύ καιρό πια. Ούτε καν στο “καταφύγιο της ψυχής της”, όπως αποκαλούσε το μικρό εκείνο γραφείο στο δωμάτιο της φίλης της, που όλα αυτά τα χρόνια συνέχιζε να περνά πολλές δημιουργικές ώρες. Όχι! Ούτε εκείνο πια την έκανε χαρούμενη, ενώ τόσα χρόνια της χρωμάτιζε την πιεστική καθημερινότητα του διαβάσματος και των ευθυνών που ακούμπησε η μαμά της επάνω στους ώμους και κυρίως στην ψυχή της. “Έχεις στρωμένη δουλειά, που εγώ έχτισα με κόπους και θυσίες, δεν είχα κανέναν να με στηρίξει. Εσύ είσαι τυχερή, όλα έτοιμα. Μόνο το διάβασμα έχεις, καμία άλλη έννοια. Νομίζεις πολλά παιδιά έχουν αυτή την ευλογία;”. Τα λόγια αυτά την συνόδευαν από μικρό παιδί. Για τα λόγια αυτά έπρεπε να θυσιάσει την αγάπη της για το σχέδιο.

****

Τελείωνε το γυμνάσιο, όταν στην αποχαιρετιστήρια θεατρική παράσταση της τάξης της, η διευθύντρια, που ήξερε το ζήλο και το πάθος της, της ζήτησε να ρωτήσει τους γονείς της αν της επέτρεπαν να βοηθήσει στη δημιουργία των κοστουμιών. Θα έπρεπε να μένει παραπάνω στο σχολείο μετά το σχόλασμα και ίσως να χρειαζόταν και κάποια απογεύματα, για κάποιες μέρες. Είχε τόση χαρά η Θάλεια. “Όχι βέβαια, πώς ζητούν από ένα παιδί με διαβάσματα, λίγο πριν τις εξετάσεις της τρίτης τάξης, να χάνει χρόνο με τέτοιες βλακείες!”. Η απάντηση της μαμάς της, μαχαίρι στο στήθος. Κόπηκε και η χαρά και τα πόδια της μαζί. Ήταν αποφασισμένη όμως, να μη πει όχι. Προτίμησε να πει ψέματα στη μαμά της. Με πρόφαση και δικαιολογία το διάβασμα που πολλές φορές έκαναν μαζί με την Θάλεια, μπόρεσε να παραβρίσκεται στο σχολείο και να ασχολείται με αυτό που την έκανε να μη φεύγει το χαμόγελο από τα χείλη της. Η υπεύθυνη καθηγήτρια δεν έκρυβε την έκπληξη και τον θαυμασμό για τα θαυματουργά χέρια της μικρής μαθήτριας. Η γιορτή είχε τεράστια επιτυχία και στο τέλος η διευθύντρια σήκωσε πάνω στη σκηνή την Ελευθερία, για να δεχτεί το πιο δυνατό χειροκρότημα από μαθητές, καθηγητές και γονείς.

Λαχταρούσε να της αποκαλύψει το μικρό της ψέμα. Τα επαναληπτικά διαβάσματα, το έβαλαν σε δεύτερη μοίρα. Όταν έδωσε το τελευταίο μάθημα, θεώρησε πως είχε έρθει πια η ώρα. Πίστευε πως θα την έκανε επιτέλους να καταλάβει την αγάπη της για το σχέδιο ρούχων και περήφανη, αφού πια, ήταν κοινώς αποδεκτή η επιτυχία των κουστουμιών της μαθητικής παράστασης. Έκανε τόσο λάθος! Η μαμά της όχι μόνο δεν κατάλαβε, όχι μόνο δεν την καμάρωσε, αντιθέτως έγινε έξαλλη και την είχε σε τιμωρία όλο το καλοκαίρι, γιατί ήταν βέβαιη ότι το δεκαεννέα που έγραψε στην έκθεση και τα μαθηματικά οφειλόταν σε αυτό και της στέρησε το είκοσι.

Στην αγκαλιά της Θάλειας έκλαιγε όλο το καλοκαίρι. Κάποιες φορές την παρέα τους συμπλήρωνε και η Μερόπη, που προσπαθούσε να της απαλύνει την θλίψη, σαν μεγαλύτερη, σαν μάνα.

– Γλυκιά μου, μήπως πρέπει να κάνεις μια κουβέντα με την μανούλα σου; Να της εξηγήσεις πόσο σου αρέσει να σχεδιάζεις;
– Δεν έχει τίποτα άλλο σημασία για την μαμά μου, παρά μόνο οι βαθμοί, να λέει σε όλους ότι έχει αριστούχα κόρη κι ότι με προετοιμάζει για το φροντιστήριο.
– Δεν μπορεί. Θα καταλάβει. Το καλό σου θέλει.
– Δεν είναι η μαμά μου σαν εσάς και τον κύριο Νίκο, κυρία Μερόπη. Γιατροί και οι δύο, αλλά ποτέ δεν την περιορίσατε, ποτέ δεν διαλέξατε εσείς, τι θα κάνει επαγγελματικά στη ζωή της. Γιατί να μην είναι και η μαμά μου έτσι;

Και τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι. Και η πίκρα της απογοήτευσης, έσβηνε την γλύκα των νιάτων της.

****
Αρίστευσε στις γενικές εξετάσεις του λυκείου και ήταν παραμονή του πρώτου μαθήματος των πανελλαδικών. Πάνω στο κρεβάτι της, με βιβλία, τετράδια και σημειώσεις, είχε περάσει η ώρα, άκουσε την μαμά της που γύρισε στο σπίτι, σηκώθηκε, την πλησίασε, την φίλησε και θέλησε να χαϊδευτεί, να ξεχαστεί στην αγκαλιά της, να ακουμπήσει το άγχος, την αγωνία της.

– Τι χαζά είναι τώρα αυτά; Ολόκληρη γυναίκα; Σε λίγους μήνες θα ζεις μόνη. Δεν θα είμαι εγώ να σε νταντεύω.
– Μαμά…
– Άντε, μη ψάχνεις αφορμές να τεμπελιάζεις. Αύριο ξεκινάς. Το φροντιστήριο σε περιμένει. Να θυμάσαι πόσο τυχερή είσαι που σου έχω έτοιμη τη ζωή σου, χωρίς να κοπιάσεις.

Έκατσε στο γραφείο της, αράδιασε την ψυχή της σε δέκα σειρές κι όταν οι γονείς της έπεσαν για ύπνο, έφυγε.

Στις 7 το πρωί, η μαμά της βρέθηκε μπροστά σε ένα άδειο δωμάτιο, με το κρεβάτι της κόρης της γεμάτο βιβλία, μα δίχως εκείνη επάνω. Έτρεξε στο μπάνιο, μήπως ήταν εκεί, τίποτα. Γύρισε όλο το σπίτι φωνάζοντας το όνομά της. Ο άντρας της που ήταν απογευματινός και απολάμβανε το πρωινό χουζούρι, αναστατώθηκε με τις φωνές της.

– Τι συμβαίνει; Δεν είναι σπίτι ή μικρή;
– Τάσο! Τάσο το παιδί, δεν είναι εδώ.

Με το βλέμμα της χτένιζε το δωμάτιο για να βρει κάτι που θα της δώσει απαντήσεις, ενώ ο άντρας της, καλούσε την κόρη του στο τηλέφωνο. Χτυπούσε… χτυπούσε… μία, δύο, πέντε κλήσεις… τίποτα.

– Τάσο…

Την είδε να χλωμιάζει, να τρέμει, να ιδρώνει.

– Τι; Βρήκες κάτι;
– Αυτό!

Στο χέρι της κρατούσε ένα χαρτί.

– Τι γράφει; Διάβασέ το!

“Μαμά, μπαμπά, δεν βρίσκω πια καμία χαρά στη ζωή. Βλέπω την Θάλεια που ανυπομονεί να δώσει εξετάσεις γιατί ξέρει ότι όπου κι αν περάσει, οι γονείς της θα την στηρίξουν. ΌΧΙ δεν θέλω να γίνω καθηγήτρια αγγλικών. Ξέρετε άραγε ποιο είναι το πάθος μου; Ξέρετε τίποτα για μένα; ΌΧΙ βέβαια. Δεν αντέχω άλλο. Αντίο”.

Έπεσε στην αγκαλιά του και έκλαιγε με λυγμούς.

– Έλα, έλα, να την βρούμε.
– Τάσο… αν.
– Σσσσσσ, όλα καλά θα πάνε. Πάρε τηλέφωνο την Θάλεια.

Το κορίτσι δεν ήξερε τίποτα. Ήξερε όμως πού θα την έβρισκε. Αυτό βέβαια δεν το είπε στους γονείς της φίλης της. Ήθελε πρώτα να βεβαιωθεί. Την πήρε τηλέφωνο πολλές φορές, αλλά δεν το σήκωσε.

– Μαμά, η Ελευθερία εξαφανίστηκε. Άφησε σημείωμα ότι δεν αντέχει άλλο. Τώρα μόλις με πήραν οι δικοί της. Δεν το σηκώνει το τηλέφωνο ούτε σε μένα.
– Θεέ και Κύριε. Παναγία μου καλή, φύλαγέ την.
– Μαμά…
– Τι παιδί μου; Μη με τρομάζεις!
– Ξέρω πού μπορεί να είναι, πρέπει να βιαστούμε, γιατί το μυαλό της είναι ταραγμένο. Φοβάμαι, αλλά η ώρα… οι πανελλαδικές…
– Ντύσου, φεύγουμε!
– Μαμά μου, σ’ αγαπώ.

Λίγα χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια τους, στον λόφο που από κάτω του απλωνόταν η πόλη, οι δύο φίλες είχαν ένα αγαπημένο, δικό τους, σημείο. Το είχαν ανακαλύψει όταν ήταν μικρές, σε μια σχολική εκδρομή κι από τότε, όταν έπαιρναν τα ποδήλατα, ο δρόμος τους έβγαζε πάντα εκεί. Ήταν το ησυχαστήριό τους, το μέρος που έκαναν όλα τους τα όνειρα. Πόσα μυστικά έχει πάρει ο αέρας μαζί του… Πριν λίγο καιρό, εκεί, της είχε εκμυστηρευτεί η φίλη της ότι της περνάει συχνά από το μυαλό, να πηδήξει στο κενό. Από ‘κείνον τον αγαπημένο της βράχο, που καθόταν πάντα και ακουμπούσε την πλάτη στον κορμό του δέντρου. Θα γινόταν το μέρος της αιωνιότητάς της. Πόσες ώρες, πόσο νοιάξιμο, πόση αγάπη πότιζε την διψασμένη της ψυχή η Θάλεια… Την αγκάλιαζε, οραματίζονταν το φοιτητικό τους σπίτι, την σχολή σχεδίου που θα έψαχναν και έδιωχνε τις κακές της σκέψεις. Έτσι νόμιζε.

Δεν την βρήκαν καθισμένη στον βράχο, ούτε να ατενίζει το άπειρο. Ήταν όρθια, με γυρτό το σώμα προς τα μπροστά, στο χείλος του γκρεμού. Ευτυχώς, ακόμα πάλευε με τον ίδιο της τον εαυτό να βρει το θάρρος.

– Φιλενάδα μου, σε παρακαλώ, μη μου το κάνεις αυτό!, χαμηλόφωνα, ήρεμα, με τρεμάμενη φωνή, μίλησε η Θάλεια.

Η Ελευθερία γύρισε ελαφρώς, σήκωσε το χέρι της και με την παλάμη της, έδειξε στη φίλη της να σταματήσει, να μην πλησιάσει.

– Θάλεια, τι δουλειά έχεις εδώ; Χάνεις το μάθημα.
– Ελευθερία, δεν με νοιάζει. Θα δώσουμε του χρόνου. Μαζί. Αν είμαι μόνη μου, τι να το κάνω να περάσω; Σε παρακαλώ, κάνε ένα βήμα πίσω.
– Η μαμά σου θα φρικάρει που θα χάσεις το μάθημα, φύγε. Άσε με εμένα. Δεν θα λείψω και σε κανέναν.
– Η μαμά μου με έφερε. Δεκάρα δεν έδωσε για το μάθημα. Προέχεις εσύ! Αλλά και οι γονείς σου τρελάθηκαν. Με πήραν πρωί πρωί που δεν σε βρήκαν. Όλοι νοιαζόμαστε, όλοι σε αγαπάμε. Απλά, η μαμά σου νόμιζε πως έτσι σου διασφαλίζει το μέλλον σου.
– Το μέλλον μου… το καλό μου… με το να είμαι δυστυχισμένη; Με το να εκτελώ τα δικά της όνειρα;

Είχε θυμό και οργή μέσα της, ανακατεμένα με θλίψη και ήταν ήδη στο χείλος, με αποτέλεσμα, από την ένταση της στιγμής να γλιστρήσει. Σύρθηκε στο χώμα και λίγο πριν την ρουφήξει το κενό, η Θάλεια με όλη της την δύναμη την συγκράτησε. Έτρεξε και η μαμά της που άφησε όλη αυτή την ώρα, χώρο και χρόνο στα κορίτσια χωρίς να φανερώσει την παρουσία της και αναστατώσει την Ελευθερία. Ένα κουβάρι τριών σωμάτων, στην άκρη του θανάτου, του γέλασαν πονηρά, αφού τον νίκησαν την παρούσα στιγμή. Δεν ήταν η ώρα ακόμα. Είχαν μπροστά τους μια ολόκληρη ζωή.

Σπούδασε σχέδιο η Ελευθερία. Η μαμά της έμαθε να την ακούει, να την βλέπει, να την ρωτάει, να την παροτρύνει να είναι ευτυχισμένη με τις δικές τις επιλογές, να κυνηγάει τα δικά της όνειρα. Και οι δύο θα ήταν για πάντα ευγνώμονες στις δύο γυναίκες που βρέθηκαν την κατάλληλη στιγμή, στο μέρος που θα γινόταν το κακό, χωρίς να υπολογίσουν τίποτα άλλο.

Σπούδασε φαρμακευτική η Θάλεια. Ήταν πολύ περήφανη για την μαμά της, που δεν σκέφτηκε με τον τρόπο, που ίσως κάποιοι άλλοι θα σκέφτονταν “δεν είναι δικό μου πρόβλημα, έχει μάνα να την φροντίσει, εσένα κρίνεται το μέλλον σου”. Η Μερόπη ήταν πολύ περήφανη για την κόρη της, που μπορεί να έχασε μια χρονιά σπουδών, αλλά κέρδισε τον θάνατο, σώζοντας την καρδιακή της φίλη.

Οι δύο κολλητές είχαν η μια την άλλη. Έμαθαν πια καλά, πως η ζωή δεν σταματά, δεν τελειώνει με την αποτυχία στις πανελλαδικές εξετάσεις, ούτε αξίζει κανείς να φλερτάρει με τον θάνατο από την μεγάλη πίεση. Η ζωή είναι η πρόκληση κι όχι η παραίτηση. Οι ισορροπίες πολλές φορές δύσκολα βρίσκονται. Θέλει προσπάθεια και ανοιχτά μυαλά από όλες τις πλευρές. Οι γονείς οφείλουμε να διοχετεύουμε τον αέρα στα πανιά της ζωής των παιδιών μας κι όχι να τον κόβουμε.

Καλή επιτυχία σε όλα τα παιδιά που δίνουν πανελλαδικές. Κι αν όχι, δεν πειράζει! Έχετε και δεύτερη ευκαιρία! Κι αν πάλι όχι, δεν πειράζει. Είστε τόσο νέοι, πάντα κάπου υπάρχει κι άλλο πλάνο κι άλλο μονοπάτι. Η ζωή σας ανήκει και είναι μπροστά σας!

Χρυσούλα Καμτσίκη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading