Η ψηλόλιγνη κοπέλα έπαιζε με την Αθηνά και την Άρτεμις κάπου εκεί στον κάτω κάμπο. Το φόρεμά της είχε το χρώμα της ώχρας, οι πτυχές του διέγραφαν το καλοσχηματισμένο ζουμερό κορμί της, ενώ από τα ανέμελα, κυματιστά μαλλιά της έπεφτε μία αραχνούφαντη λευκή μαντίλα που κάλυπτε τους ώμους της.
Ήταν όλες τους τόσο όμορφες, εκθαμβωτικές θα τολμούσα να πω, αλλά το κυριότερο ήταν χαρούμενες.
Ο ήλιος είχε ανέβει στο ψηλότερό του σκαλί και παιχνίδιζε με τον ουρανό, σαν να ήθελε κι αυτός να συμμετάσχει στις χαρές των κοριτσιών. Η φύση λαμπερή και φωτεινή, ντυμένη με λουλούδια, σχημάτιζαν ένα φυσικό πολύχρωμο χαλί.
Η κοπέλα, που άκουγε στο όνομα Περσεφόνη, ήταν η κόρη της Δήμητρας, της θεάς της γεωργίας. Με άλλα λόγια δεν ήταν μία τυχαία κοπέλα.
Η μέρα ξεκίνησε με τους καλύτερους οιωνούς, αλλά μετά σαν να παρενέβη ένα θεϊκό χέρι που άλλαξε την μοίρα όλων. Εκεί που οι κοπέλες έτρεχαν να πιάσουν ένα ελάφι για να παίξουν μαζί του, εμφανίστηκε από το πουθενά ένας άντρας. Αυτό που τον χαρακτήριζε ήταν το παρουσιαστικό του. Γοητευτικός, αρρενωπός, στιβαρός, αυστηρός, αγέρωχος. Με λίγα λόγια είχε τα πάντα για να είναι ερωτεύσιμος. Είχε όμως ένα ελάττωμά, μόνο ένα. Τι πειράζει ένα τόσο δα μειονέκτημα; Δεν φτάνουν τα τόσα άλλα του πλεονεκτήματα; Αφήστε με να σας το εξομολογηθώ…
Ο άντρας αυτός άκουγε στο όνομα Άδης. Θα σας φρεσκάρω την μνήμη σας αμέσως τώρα. Ήταν ο Θεός του κάτω κόσμου. Ναι, ήταν λιγουλάκι τρομακτικός, αλλά αν τον γνώριζες καλύτερα, ίσως και να γινόταν και ο καλύτερος σου φίλος. Μα είναι δυνατόν; θα αναρωτηθείτε με το δίκιο σας. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει φίλο τον Άδη; Εδώ και οι ίδιοι Θεοί του Ολύμπου δεν τον συμπαθούσαν και πολύ. Αυτή ήταν η αιτία που ο κύριος αυτός είχε διαλέξει τον κάτω κόσμο σαν τόπο μόνιμης διαμονής, είχε επιλέξει την μοναξιά που για αυτόν ήταν η καλύτερη παρέα, γιατί όπως λέει και το τραγούδι που γράφτηκε αιώνες μετά… πιο καλή μοναξιάααα!
Τι είναι πιο σοφό, να είσαι με κάποιον που σε απεχθάνεται γιατί είσαι τρομακτικός ή να είσαι ο κύριος του εαυτού σου; Α, θα μείνω μόνος παρέα με τον Κερβεράκο μου, έλεγε από μέσα του, και αυτό του καλλιεργούσε όλο και πιο πολύ το αίσθημα της ελευθερίας μέσα του. Θα ζήσω ελεύθερο πουλί, και τι πουλί! Αετός! Όταν θα βαριέμαι τα σκοτάδια θα ανεβαίνω για λίγο με το άρμα μου, να πάρω λίγη βιταμίνη D και μετά θα ξανακατεβαίνω προς τα κάτω.
Ο Άδης λοιπόν, εκείνο το ηλιόλουστο πρωινό ανέβηκε στην γη για να ευθυμήσει λίγο η ψυχούλα του. Είχε πέσει πολύ δουλειά τον τελευταίο καιρό, δεν προλάβαινε να στέλνει τον κύριο Θάνατο, το δεξί του χέρι σε όλη την επικράτεια για να κάνει την δουλειά του όπως έπρεπε. Όχι, δεν ήταν ο Άδης αυτός που έπαιρνε τις ψυχές των ανθρώπων!
“Σιγά μην γίνω και βαρκάρης!”, σκεφτόταν, “τι ξεπεσμός! Εξάλλου απεχθάνομαι και τις βάρκες και τα ποτάμια και τα δάκρυα των ανθρώπων που μένουν πίσω στην ζωή. Γιατί κλαις κυρά μου, αφού όσο ζούσε ο μακαρίτης του είχες ψήσει το ψάρι στα χείλη; Να πω ότι σκοτώθηκε στην μάχη, να του βγάλω και το καπέλο, αλλά αυτός ο άμοιρος έσκασε. Μεταξύ μας από το πολύ φαΐ και το πιοτό έσκασε, τι κι αν το νέρωνε το κρασί, πάλι τον βάρεσε στο κεφάλι, να πιει για να ξεχαστεί και να γυρίσει σπίτι να κοιμηθεί ξερός για να μην ακούει την γκρίνια σου κυρία Αγάρη μου. Οϊμέ τι τον βρήκε τον δόλιο, από την πολύ την ζάλη σκόνταψε σε μία πέτρα και να σου πέφτει κάτω ξερός! Αιωνία η μνήμη αυτού. Και έρχεσαι εσύ κυρά μου να θρηνήσεις! Ντροπή!”.
Ανέβηκε λοιπόν στο άρμα του, γιατί πώς να το κάνουμε, ολόκληρος Θεός ήταν αυτός, ένα άρμα να μην σου πω και δύο του ήταν απαραίτητα για τις βόλτες του, να έχει να αλλάζει και να κάνει και το κομμάτι του. Μην τον περάσουν για κανένα φτωχό συγγενή οι άλλοι από πάνω και κυρίως αυτός ο Δίας, που νομίζει ότι επειδή είναι ο αρχηγός όλων και αλλάζει μορφές, μπορεί να καυχιέται για τα κατορθώματά του. Ποια ήταν αυτά; Μα όλος ο κόσμος τον έχει πάρει χαμπάρι. Δεν έχει αφήσει θηλυκιά γάτα απείρακτη. Έχει γεμίσει όλη την χώρα με γατάκια… εεε συγνώμη, με νόθα παιδιά ήθελα να πω.
Με το που ανέβηκε επάνω το φως του ήλιου, τον χτύπησε στα μάτια, αχ αυτό το φως, να μην μπορώ να το συνηθίσω, σήκωσε το χέρι μπροστά του για να εμποδίσει τις ακτίνες να τον πειράξουν στα μάτια μέχρι να μπορέσει να κυκλοφορήσει άνετα. Παίρνει το ύφος που του αρμόζει, όχι εκείνο το κακόμοιρο, ούτε και το πολύ αγέρωχο, να μην στοχοποιηθεί κιόλας, και άρχισε τις βόλτες με τα πόδια όμως, να περπατήσει λίγο να ξεμουδιάσει. Το όχημα το πάρκαρε πίσω από κάτι ελιές να μην φαίνεται.
Αχ τι ομορφιά είναι αυτή, έσκυψε να μυρίσει ένα λουλουδάκι, μαργαρίτα θα ήταν θαρρώ. Με το που τον είδε το λουλουδικό να σκύβει από πάνω του, τρόμαξε, ωχ πάει, ήρθε ο χάρος να με πάρει. Και ακόμη δεν έχω μεγαλώσει αρκετά να έρθουν οι μέλισσες να ρουφήξουν λίγο χυμάκο, πώς θα γίνει το μέλι μου λες κύριε Άδη μου αν με μυρίσεις; Κι αν σου αρέσω τόσο πολύ και με κόψεις; Αλίμονό μου.
Ο Άδης, σαν θεός που ήταν είχε πολλές ικανότητες, μπορούσε να ακούει και να αφουγκράζεται τα πάντα. Έβαλε ένα γελάκι και απάντησε στην μαργαρίτα..
-Μην σκιάζεσαι καλό μου λουλούδι, δεν έχω έρθει με κακές προθέσεις. Λίγο να σε θαυμάσω από κοντά ήθελα, έλα χαλάρωσε και άπλωσε τα πέταλά σου να ρουφήξουν λίγο ήλιο για να έχεις πιο γευστικούς χυμούς .
Η μαργαρίτα τον ευχαρίστησε και με το ένα της πέταλο του χάιδεψε το χέρι. Το σήμα έπεσε και στα άλλα λουλούδια και σε λίγη ώρα όλες οι πρασινάδες ήταν έτοιμες να καλοδεχτούν αυτόν τον άντρα κατά τα άλλα τρομακτικό.
Ο Άδης ευχαριστημένος από το καλωσόρισμα, ξάπλωσε ανάμεσά τους για να ξαποστάσει, να χαλαρώσει και να απολαύσει τι άλλο; Τον ήλιο. Μα τι αστέρι κι αυτός ο ήλιος, μία γεμάτη ζεστή καρδιά είχε για όλους! Ε, τι άλλο να έχει; Ζεστή θα ήταν, τι; κρύα; Ας του ρίξω λίγες παραπάνω ακτίνες του καημένου του Άδη , είπε από μέσα του το μεγάλο λαμπερό αστέρι, που έχει χλομιάσει, μα πρίγκηπα λεμόνι θα έπρεπε να τον φωνάζουν έτσι που είναι.
Τι μεγαλοσύνη αυτός ο ήλιος πια. Φτάνει να μην τον τσαντίσεις και γίνει πιο καυτερός και τα κάψει όλα τα σπαρτά!
Είχε κλείσει τα μάτια του και ονειρευόταν ότι έτρεχε ανέμελος στα χωράφια παρέα με τα ζώα του δάσους, που ούτε και αυτά τον φοβόντουσαν. Εκείνη την στιγμή αισθάνθηκε ότι κάποιος ήταν από πάνω του και τον χάζευε. Τα άνοιξε διστακτικά, πρώτα το δεξί και μετά το αριστερό, και διέκρινε μία γυναικεία φιγούρα να τον περιεργάζεται από πάνω μέχρι κάτω. Ήταν μία πολύ όμορφη κοπέλα στα αλήθεια, αλλά εκείνος ήθελε να ποτίσει τα κύτταρά του με ήλιο, και ήρθε τώρα αυτή να τον διακόψει. Άμα ήταν ένας άντρας σαν τους άλλους θα χαιρόταν αν έβρισκε μία όμορφη γυναίκα να τον χαζεύει έτσι όπως έκανε εκείνη για αυτόν.
Μεμιάς σηκώθηκε και κίνησε να φύγει. Εκείνη τον ρώτησε το όνομά του, δεν τον είχε ξαναδεί στα μέρη της. Ο Άδης δεν απάντησε, γιατί αν της αποκάλυπτε την ταυτότητά του θα την τρόμαζε. Και δεν το ήθελε, δεν ήταν και τόσο κακός!
Ο μεγαλόσωμος άντρας μεγάλωσε τις δρασκελιές του και έφτασε στην άλλη άκρη του κάμπου σε χρόνο ρεκόρ. Θα μπορούσε να πάρει μέρος και σε αγώνες ταχύτητας αν το ήθελε ή στους επόμενους Ολυμπιακούς αγώνες.
Η Περσεφόνη απογοητευμένη κίνησε προς τις φιλενάδες της. Την είχε γοητέψει το παρουσιαστικό του, τα μαύρα του μαλλιά και φυσικά οι μπούκλες του, που έπεφταν ανέμελα στο μέτωπό του. Ήταν και ψηλός, πού το πας; Δεν της άρεσαν οι κοντοί άντρες, τους ήθελε λεβέντες σαν τα κυπαρίσσια. Σαν να τον είχε ερωτευτεί με την πρώτη ματιά αυτόν τον ξένο, που ούτε το όνομά του δεν είχε καταφέρει αν μάθει. Να βγει στην γύρα να τον ψάξει; Να φωνάξει δυνατά μήπως και κάποιος που τον γνώριζε την βοηθούσε στο να τον εντοπίσει;
Με την αγωνία στο πρόσωπό της, πλησίασε τις άλλες δύο κοπέλες. Εκείνες αντιλήφθηκαν ότι κάτι σοβαρό θα πρέπει να είχε συμβεί. Δεν την είχαν ξαναδεί πότε έτσι αλαφιασμένη.
-Μα τι συμβαίνει Περσεφόνη μου; Τι έγινε εκεί κάτω; Ποιος ήταν αυτός ο άντρας;
-Αυτό ήθελα να σας ρωτήσω κι εγώ. Γιατί από τα μέρη μας δεν ήταν σίγουρα. Έχετε καμιά ιδέα μήπως;
-Εμένα σαν γνωστός μου φάνηκε, απάντησε η σοφή Αθηνά. Έχω την εντύπωση ότι τον έχω δει κλεφτά στο παλάτι επάνω στον Όλυμπο να συνομιλεί με τον πατέρα μου. Κάτσε να ρωτήσω τον Ερμάκο.
Αυτομάτως έστειλε ένα περιστέρι, αφού του είχε κάνει την ερώτηση στο αυτί του. Να πάει με την σειρά του στον Ερμή, να του την μεταφέρει και με μαεστρία να του αποσπάσει οποιαδήποτε χρήσιμη πληροφορία. Αυτός ο Θεός, μεγάλη λέρα ήταν τελικά. Όλα τα ξέρει και κάνει τον ανήξερο, όλο και ανακατεύεται εκεί που δεν το σπέρνουν και μετά βγαίνει λάδι. Πώς το καταφέρνει αυτό κανείς δεν έμαθε ποτέ…
Ο Ερμής καθόταν ξαπλωμένος σε μία αιώρα με βαριεστημένο ύφος. Ήταν από την φύση του χαρούμενος και έπεμπε μία μποέμικη αύρα. Σαν να μην τον ένοιαζε τίποτα. Δεν είχε γίνει και κάτι περίεργο, έτσι, για να ανάψουν τα αίματα. Δεν κάθισε για πολύ ακόμη έτσι ανέμελος. Με το που τον πλησίασε το περιστέρι, κατάλαβε αμέσως ότι η Αθηνά ήθελε να του ζητήσει χάρη. Δεν πρόλαβε να τελειώσει το περιστέρι την ερώτηση και καπάκι έστειλε την απάντηση. Ο άντρας αυτός είναι ο Άδης, ο Θεός του κάτω κόσμου. Τελεσίδικη ανταπόκριση, λίγα λόγια και καλά, όχι παραπάνω και τον τσιγκλήσει. Γιατί ένα από τα καθήκοντά του ήταν να οδηγεί τις ψυχές των ανθρώπων στο κατώφλι του. Παραμέσα όμως δεν τόλμαγε να μπει. Με λίγα λόγια ήταν ένας επιτυχημένος αγγελιοφόρος και ψυχοπομπός! Αλλά μέχρι εκεί!
Το περιστέρι μετέφερε την είδηση στην Περσεφόνη, η οποία καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Πέρα δώθε είχε σκάψει όλο το χώμα κάτω από τα πόδια της με τόση αγωνία.
-Τι; Ποιος; Αυτός; φώναξαν ομόφωνα η Αθηνά και η Άρτεμις. Αυτόν βρήκες να ερωτευτείς; Καλέ αυτόν καμιά μας δεν τον θέλει, είναι ένας αγροίκος και μισός. Άσε που όλο μέσα στα σκοτάδια ζει. Εσύ είσαι μαθημένη αλλιώς, τι δουλειά έχεις μαζί του, μας λες;
-Εγώ τον θέλω, μόλις τον είδα είπα.. καλέ ποιος είναι αυτός; ποιο είναι το παιδί; με το που τον είδα έχω τρελαθεί! Μα όταν τον έπλασε ο Θεός θα είχε πολύ μεράκι! Τον θέλω, τον θέλω!
-Αχουυ, πάει τρελάθηκε η δικιά μας. Μην κάνεις έτσι γιατί θα μας αρρωστήσεις. Να σε πάω μια βόλτα με το ελάφι μου; Να σε φυσήξει το αεράκι μπας και συνέλθεις; την ρώτησε η Άρτεμις .
-Αν δεν τον βρω αμέσως εδώ και τώρα, θα κυλιέμαι σαν ζάρι όλη μέρα. Μόνη κι αν μένω πάντα θα τον περιμένω να τον ξαναδώ έστω και για λίγο, θα πεθάνω από μαράζι αν είναι αλλού, μακριά από μένα.
Η Περσεφόνη απογοητευμένη, χαρακωμένη, άφησε τις φίλες της και ξεκίνησε την περιπλάνησή της μήπως και τον βρει μπροστά της. Τα μάτια καρφωμένα στο χώμα, υγρά από τα δάκρυα, ο ιδρώτας έλουζε το πρόσωπό της. Μετά από αρκετή ώρα τον συνάντησε ξανά. Καθόταν κάτω από μία αμυγδαλιά, ανέμελος για λίγο, τουλάχιστον έτσι πίστευε. Μα πόσο τρελές είναι αυτές οι γυναίκες, στην αρχή όλα μέλι γάλα και μετά όταν παραγνωριστούμε αρχίζουν τα παρατράγουδα. Κι εγώ δεν έχω καμιά όρεξη να πέσω στα δίχτυα του έρωτα καμιά γυναίκας. Βέβαια αυτή η τρελή που την είδε μπροστά του φάντη μπαστούνι του είχε κινήσει το ενδιαφέρον, αλλά μέχρι εκεί. Τι πιο ωραίο να απολαμβάνει τις λίγες ώρες στην γη επάνω ακούγοντας το κελάϊδισμα των πουλιών! Εκεί που είχε κλείσει τα ματάκια του και ονειρευόταν θαλασίτσα και ψαράκια να σου μία φωνή από του πουθενά.
-Επιτέλους σε βρήκα: Θεϊκό χέρι έχει επέμβει εδώ! Ευχαριστώ καλέ μου Δία!, είπε κοιτάζοντας τον ουρανό.
Ο Άδης ταραγμένος σηκώθηκε απότομα και άρχισε να τρέχει φουριόζος ανάμεσα στα χόρτα. Ποδοπάτησε ένα σωρό μαργαρίτες και χαμομήλια, αλλά τώρα έπρεπε να σωθεί.
Η Περσεφόνη, σαν δοτική ψυχή που ήταν, πρόλαβε να κόψει μερικά μύγδαλα από το δέντρο, τα έβαλε στην χούφτα της και άρχισε το κυνήγι. Σίγουρα θα ξεπερνούσε και την Άρτεμις στο τρέξιμο.
-Στάσου ξένε, μύγδαλα! Πάρε μερικά να φας από τα χεράκια μου, ήθελα να σου φέρω νερό στις χούφτες μου να ξεδιψάσεις… αλλά βολέψου με τα αμυγδαλάκια μου!
Ο Άδης για κακή του τύχη σκόνταψε σε μία πέτρα και έπεσε κάτω. Το χτύπημα στο κεφάλι ήταν μοιραίο, έχασε τις αισθήσεις του και έτσι η Περσεφόνη με την βοήθεια του Διόνυσου σήκωσε τον βαρύ σώμα του άντρα που της είχε κλέψει την καρδιά και το μυαλό και το μετέφερε στα δωμάτιά της. Με λίγα λόγια τον είχε απαγάγει. Έστειλε μήνυμα στην καλύτερη μάντισσα του κόσμου τι να κάνει για να τον κρατήσει κοντά της και να τον αγγίζει για όλη της ζωή, να τον έχει δίπλα της, στην καλοκαιριά και στην κακοκαιριά. Κόντρα σε όλους τους ανέμους και στον άστατο ουρανό.
Ο κυρίαρχος του κάτω κόσμου, αυτός ο δυνατός και ατρόμητος άντρας, είχε βρεθεί αιχμάλωτος από μία γυναίκα. Μάταια προσπαθούσε να της εξηγήσει ότι δεν μπορεί να μείνει μακριά από το βασίλειό του για πολύ καιρό, γιατί θα χάλαγαν οι ισορροπίες του κόσμου. Μάταια είχε μαζευτεί όλο το δωδεκάθεο έξω από την πόρτα της, ό,τι κι αν της έλεγαν ο Δίας και η μάνα της η Δήμητρα, εκείνη ανένδοτη.
Ο Άδης είχε αρχίσει να ανησυχεί για τον θρόνο του. Μόνο εκείνος έδινε τις εντολές στον Θάνατο για το ποια ψυχή έπρεπε να πάρει. Και τώρα τι θα γινόταν;
Οι άνθρωποι ήταν έτοιμοι να πεθάνουν και δεν πέθαιναν. Είχε γεμίσει ο τόπος με ετοιμοθάνατες ψυχές που δεν άντεχαν τον μάταιο τούτο κόσμο, ψυχές κουρασμένες και ταλαιπωρημένες. Οι πλατείες, τα σπίτια, οι δρόμοι γεμάτα με αρρώστους που ψυχορραγούσαν. Οι γυναίκες έτοιμες να αρχίσουν τα μοιρολόγια, να κλάψουν, να χτυπηθούν, να ρίξουν στάχτη στα μαλλιά, να φορέσουν τα μαύρα ρούχα. Τίποτα από αυτά δεν γινόταν.
Πέρασαν λίγοι μήνες και η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο, έπρεπε να βρεθεί μία λύση. Ο Δίας, σαν μάστορας που ήταν στα θέματα αγάπης, δεν του είχε ξεφύγει καμία γυναίκα, όποια έβαζε στο μάτι την είχε στο κρεβάτι του, σκέφτηκε κάτι έξυπνο. Έστειλε τον κολλητό του, τον Έρωτα, κρυφά, σιωπηλά, αθόρυβα να τρυπήσει με το βέλος του την καρδιά του Άδη, μπας και την ερωτευτεί κι αυτός, να δει την γλύκα, τι σημαίνει να ματώνει η ψυχή από πόθο και αγάπη. Ένα δίκιο του έριχνε, γιατί κάποιος έπρεπε από τους Θεούς να πάρει αυτόν τον άχαρο ρόλο. Και ο κλήρος είχε πέσει στον Άδη. Κόντρα ρόλος για αυτόν τελικά, γιατί και ωραίος ήταν και μέσα του έκρυβε μία περίεργη καλοσύνη.
Και κρύφτηκε ο φτερωτός θεός και σημάδεψε την καρδιά του ένα πρωινό που τα αηδόνια είχαν στήσει χορό έξω από το παράθυρό του. Και το βέλος βρήκε επιτέλους τον στόχο του. Ένα τσίμπημα ήταν αρκετό για να τον κάνει να αλλάξει, να γλυκάνει, να αναζητήσει μία γυναικεία αγκαλιά κι αυτός. Η Περσεφόνη ήταν ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να του συμβεί σε όλη του την ζωή.
Με το που άλλαξε η διάθεσή του, βγήκε από το δωμάτιο που τον είχε φυλακισμένο τόσο καιρό και την αναζήτησε. Εκείνη καθόταν σε ένα ανάκλιντρο και αναστέναζε βαριά. Μα ολόκληρη θεά και να μην την θέλει ένας άντρας; Ναι, ήταν ιδιαίτερος, αλλά από πότε αυτή συμβιβαζόταν με τα συνηθισμένα; Με ό,τι είναι αρεστά στις πολλές;
Πέρασα κι εγώ βράδια αξημέρωτα κλαίγοντας για έναν μεγάλο έρωτα… Θεέ μου, πρώτη μου φορά που αγαπάω τόσο! Αχ, και να μπορούσα να σου δείξω πόσο!, σιγοτραγουδούσε η Περσεφόνη και τα μάτια της είχαν γίνει λίμνη. Την είδε και ο Άδης και σκίρτησε η καρδιά του, φώναξε το όνομά της. Αγάπη μου, εγώ μονάχα σ’ αγαπώ… πολύτιμη σαν φυλακτό…
Η Περσεφόνη γύρισε προς την φωνή την στεντόρεια και δε πίστευε στα αυτιά της. Σηκώθηκε αμέσως και άνοιξε τα χέρια της να τον καλοδεχτεί στην αγκαλιά της.
-Μα πώς έγινε αυτό το θαύμα; Ευχαριστώ Δία μου!, είπε από μέσα της κοιτάζοντας τον ουρανό. Σαν να της φάνηκε ότι είδε ένα σημάδι ικανοποίησης από τον Ολύμπιο Θεό που της έκλεινε το μάτι πονηρά.
-Έλα πάμε τώρα, δεν μπορώ να καθίσω άλλο, έχω αφήσει τον Θάνατο και τον Κέρβερο μόνους τόσους μήνες, το βασίλειό μου είναι ακυβέρνητο.
-Δεν ζω χωρίς εσένα ούτε λεπτό… ήταν γραπτό να είμαστε μαζί… θέλω κοντά σου να μείνω… τα βλέφαρά μου να κλείνω, να με φιλάς και να σβήνω! Θέλω κοντά σου να μείνω παντοτινά! Ή μήπως όχι;, αναρωτήθηκε η Περσεφόνη. Γιατί αν μείνω για πάντα στον κάτω κόσμο, η μάνα μου θα γίνει έξαλλη. Ποιος ξέρει τι είναι ικανή να κάνει. Ας στείλω καλύτερα το περιστέρι μου στο μαντείο των Δελφών να μας δώσει μια γρήγορη απάντηση. Πήρε στα χέρια της το πτηνό, που είχε κουραστεί από τα πέρα δώθε: Όλυμπο, Γη, Δίας, Περσεφόνη, το είχαν ζαλίσει το καημένο. Ο χρόνος μέτραγε εις βάρος του Άδη γιατί οι υπήκοοί του ήταν έτοιμοι να επαναστατήσουν.
-Άκου γυναίκα, εγώ θα κατέβω κάτω να ρυθμίσω τις υποθέσεις μου και όταν όλα τακτοποιηθούν, θα ανέβω να σε πάρω μαζί μου. Αυτά ήταν τα λόγια του, σταράτα και ξεκάθαρα όπως ταίριαζε σε έναν Θεό καθώς πρέπει. Κίνησε να φύγει, αλλά πριν την κόλλησε πάνω του και της έδωσε ένα φλογερό φιλί για αντίο τόσο δυνατό που της κόπηκε η ανάσα. Η γυναίκα, σαν ερωτευμένη που ήταν, αμέσως κατάλαβε ότι αυτός ήταν ο μοιραίος άντρας της ζωής της. Εκείνη και αυτός!
Ο καιρός πέρασε, η απάντηση από την Πυθία έφτασε λίγο πριν περάσει ο μήνας και ανεβεί στον ουρανό το επόμενο ολόγιομο φεγγάρι. Η μάντισσα έδωσε την πιο σοφή απάντηση. Για να μην πέσει η θεά Δήμητρα σε βαθύ πένθος και σταματήσει η φυσική ροή των εποχών, η σοφή γριά έστειλε μήνυμα, τους έξι μήνες η όμορφη κόρη να τους περνάει στην γη με την μητέρα της ώστε η φύση να ανανεώνεται και να δίνει τους καρπούς της, ενώ τους άλλους έξι να μένει με τον άντρα της στον κάτω κόσμο. Έτσι όλοι θα είναι χαρούμενοι, ευτυχισμένοι και ικανοποιημένοι.
Από τότε η Περσεφόνη και ο Άδης είναι μαζί, χαίρονται τον έρωτά τους και την αγάπη τους. Για πάντα μαζί, για πάντα μαζί, σε αυτό περιβόλι που λέμε ζωή… ή ακόμη καλύτερα και στον κάτω κόσμο. Ε, δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα τέλεια. Ακόμη και οι θεοί, οι πιο τρομακτικοί, έχουν δικαίωμα στον έρωτα, σωστά;
Δήμητρα Καμπόλη
