Ο επίδοξος γαμπρός

Μετά την κατοχή, ένας άντρας ξεκίνησε από ένα μεγαλοχώρι του Ηρακλείου που ζούσε, με προορισμό ένα απομονωμένο μαρτυρικό χωριό όπου οι Γερμανοί είχαν εκτελέσει σχεδόν όλον τον αντρικό πληθυσμό.

Το παλιό λεωφορείο αγκομαχούσε σε όλη την διαδρομή, αφήνοντας πίσω του ένα σύννεφο σκόνης. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη εκείνη τη μέρα. Μύριζε ιδρώτα, καπνό και πετρέλαιο. Οι περισσότεροι επιβάτες γύρω του ήταν γυναίκες. Μαυροντυμένες όλες με το πέπλο του πένθους καλυμμένες. Είχαν το κεφάλι σκυφτό, καρφωμένο στο πάτωμα. Τα μάτια τους ακόμα δεν είχαν στεγνώσει. Η καρδιά τους ακόμα πονούσε από όσα είδαν και έζησαν κατά τον πόλεμο.

Πίσω πίσω καθόταν ο Νικόλας και είχε τα πόδια του απλωμένα ως το μπροστινό κάθισμα. Μετρούσε τις ώρες μέχρι να φτάσουν στο χωριό έτσι αναπαυτικά αραγμένος.

Ήταν κοντά στα πενήντα, αδύνατος και φρεσκοξυρισμένος για να κάνει καλή εντύπωση. Μόνο μία λεπτή γραμμή από το μουστάκι του είχε αφήσει πάνω από το ειρωνικό του χαμόγελο. Το πουκάμισό του το είχε μοσχοπλύνει και στα χέρια έπαιζε το κομπολόι του.

Στα μέρη του όλοι ήξεραν ποιος ήταν. Συμπάθεια δεν του είχαν, μα λίγο τον ένοιαζε. Η δουλειά να γίνεται. Η τιμή και η εκτίμηση θεωρούσε πως ήταν για τους οικογενειάρχες, αυτός μονάχος του ήταν. Δεν τον ένοιαζε καθόλου τι έλεγαν πίσω από την πλάτη του. Κοίταξε από το παράθυρο τις απόκρημνες πλαγιές και τα ξερά βουνά. Λίγες ώρες ακόμα και θα έφτανε στο χωριό.

Είχε ακούσει πως στο χωριό που πήγαινε είχαν εκτελεστεί 114 άντρες. Οι γυναίκες μείναν μόνες να επαιτούν για ένα κομμάτι ψωμί να ταΐσουν τα μωρά τους και να ελπίζουν στην καλοσύνη του κόσμου για να επιβιώσουν. Να προσπαθούν να χτίσουν ξανά το σπιτικό τους πάνω στα χαλάσματα και να ψάχνουν τα όνειρά τους που ήταν θαμμένα κάτω από τις στάχτες. Ό,τι αμπέλια και μποστάνια είχαν, τα βούτηξαν οι Γερμανοί με αντάλλαγμα ένα πιάτο φαγητό. Άφαντο για άλλη μια φορά το ελληνικό κράτος, τις άφησε στο έλεος του Θεού.

Ήταν η ιδανική στιγμή να εκμεταλλευτεί αυτόν τον πόνο. Όσα λεφτά είχε καταφέρει να μαζέψει κατά την κατοχή, θα έπιαναν τόπο τώρα. Η φτώχεια που μαστίγωνε εκείνες τις γυναίκες και η ανέχεια που τις βασάνιζε, ήταν η ευκαιρία που έψαχνε. Θα έδιναν τα πάντα για να ταΐσουν τα παιδιά τους, ακόμα και το κορμί τους. Έτσι νόμιζε.

Έσφιξε το πουγκί στην παλάμη του και το ανακάτεψε να ακουστεί ο ήχος των νομισμάτων. Περίμενε να δει ποια από τις χήρες θα γυρίσει το κεφάλι της.

Μία γυναίκα σκυθρωπή, μαυροφορεμένη και ταλαίπωρη γύρισε λίγο το κεφάλι γιατί της έκανε εντύπωση ο θόρυβος. Ο Νικολής χαμογέλασε πονηρά γιατί θεώρησε μες το μικρό του το μυαλό ότι του το έδωσε την έγκριση να την πλησιάσει. Ίσιωσε το ιδρωμένο του πουκάμισο και σηκώθηκε ορθός. Πλησίασε αργά και έκατσε στην αδειανή θέση δίπλα της για να της πιάσει την κουβέντα.

Ο Νικολής την χαιρέτισε, αλλά η γυναίκα ούτε απάντησε ούτε σήκωσε το βλέμμα της πάνω του, μόνο το κάρφωσε στο παραθύρι. Εκείνος άρχισε να χτυπά εκνευρισμένος τις χάντρες στο κομπολόι.

«Κρίμα για τους άντρες σας…», μουρμούρισε ξανά για να την καταφέρει να του μιλήσει. «Χάσατε και εσείς κάποιον δικό σας;», ρώτησε παρόλο που ήταν εμφανές από τα μαύρα ρούχα της ότι πενθούσε.

«Έγκυος ήμουν και έθαψα με τα χέρια μου τον άντρα μου, τον πατέρα μου και τον αδερφό μου. Και ύστερα έχασα και το μωρό μου»

«Κρίμα… πολύ κρίμα…», απάντησε χωρίς ίχνος συμπόνιας. «Και τώρα τι θα κάνετε μια γυναίκα τόσο νέα και μόνη;»

«Θα ζήσω και θα τους τιμήσω με την βοήθεια του Θεού που μου δίνει την δύναμη να συνεχίσω. Η μνήμη τους θα είναι για πάντα ζωντανή. Όλες οι γυναίκες αυτό θα κάνουμε. Θα σηκώσουμε τον σταυρό αυτού του μαρτυρίου, θα σταθούμε ξανά στα πόδια μας και θα φτιάξουμε από την αρχή το μέλλον των παιδιών μας»

Ο Νικολής ξεφύσηξε. Η γυναίκα τόση ώρα δεν του είχε ρίξει ούτε μια ματιά. Μόνο έλεγε για την τιμή των νεκρών και την αξιοπρέπεια των γυναικών. Σκέφτηκε πως ίσως αυτή να ήταν έτσι, να ήταν η πάστα της αυτή. Δεν μπορεί να ήταν όλες έτσι! Τόσες γυναίκες στο χωριό, σίγουρα θα έβρισκε κάποιες να πουλήσουν την περηφάνια τους και να δώσουν το κρεβάτι τους για να χορτάσει την όρεξή του.

Τώρα το ταξίδι του φαινόταν πιο μακρινό από ό,τι στην αρχή. Κουράστηκε να την ακούει αυτήν την γυναίκα και με το βλέμμα του έψαξε να βρει κάποια άλλη. Ο χρόνος ήταν χρήμα και αυτός είχε μπόλικο. Είδε μίαν άλλη όμορφη χήρα με βρώμικα ρούχα αλλά όμορφο παρουσιαστικό μερικές θέσεις μπροστά. Ζήτησε συγγνώμη δήθεν από ευγένεια και σηκώθηκε αργά από την θέση του να μην κινήσει την προσοχή.

«Γειά σας. Και εσείς από το χωριό είστε; Είναι η επόμενη στάση;»

«Μάλιστα, κύριε»

«Και εσείς μόνη; Θέλετε παρέα;»

«Πώς είπατε;»

«Λέω φαντάζομαι πως θα έχετε μοναξιές»

«Όχι, κύριε. Δεν έχω μοναξιές. Έχω πένθος!»

«Τι συμβαίνει εδώ;»

«Όλα καλά, κύριε εισπράκτορα», απάντησε νευρικά ο Νικολής.

«Πού πάτε, κύριε;»

«Στο χωριό», σηκώθηκε όρθιος και καμάρωσε χωρίς ενδοιασμό. «Στο χωριό που έχει χήρες, να περάσω καλά»

Για κακή του τύχη, τον άκουσε ένας ηλικιωμένος άντρας που ήταν από το χωριό, ένας άνθρωπος με ήθος και αξιοπρέπεια που δεν θα επέτρεπε να εξευτελίσει κανείς τις ηρωίδες του χωριού του.

«Τι είπες, ρε αλήτη!», πετάχτηκε ο άντρας και τον έπιασε από τον γιακά. «Εγώ επέζησα γιατί κρύφτηκα κάτω από μια σκάφη. Στα 300 μέτρα από το σπίτι μου, πάνω στις πέτρες είναι ακόμη τα αίματα από το εκτελεστικό απόσπασμα. Το αίμα των μαρτύρων, των ηρώων μας»

«Εγώ, δεν…», τραύλισε ο επίδοξος γαμπρός.

«Οδηγέ! Σταμάτα αμέσως το λεωφορείο!»

Ο ηλικιωμένος άντρας τον πέταξε με τις κλωτσιές έξω στον δρόμο, στη μέση του πουθενά.

«Άντε τώρα να περάσεις καλά επιστρέφοντας στο Ηράκλειο με τα πόδια!»

Οι γυναίκες ευχαρίστησαν τον ηλικιωμένο που υπερασπίστηκε την τιμή τους και γύρισαν πίσω στο χωριό τους με το κεφάλι ψηλά και έτσι συνέχισαν να ζουν. Οι περισσότερες γυναίκες δεν παντρεύτηκαν ποτέ για να τιμήσουν την μνήμη των πεσόντων, μεγάλωσαν μόνες τα παιδιά τους και αφιέρωσαν την ζωή τους στον αγώνα για την δικαιοσύνη.

*Εμπνευσμένο από αληθινό περιστατικό μέσω προφορικής μαρτυρίας.
*Τιμή και δόξα στις ηρωίδες της Κρήτης και σε όλες τις μητέρες και κόρες της Ελλάδας που δίνουν τον δικό τους αγώνα για την δικαιοσύνη και την ελευθερία.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading