Η Γιάννα βγήκε στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου και έκατσε στην καρέκλα. Ο ήχος του αναπτήρα που άναψε και η μυρωδιά του τσιγάρου της επιβεβαίωσαν ότι ο Αναστάσης ήταν δίπλα. Σηκώθηκε να μπει μέσα αλλά τον άκουσε που τη χαιρέτησε. Στεκόταν στην άκρη του κάγκελου και είχε στρέψει ελαφρώς το σώμα του στην πλευρά του δικού της μπαλκονιού. Περπάτησε προς το μέρος του και στάθηκε με την πλάτη στη κουπαστή.
“Αϋπνίες;”
“Πες το κι έτσι”, απάντησε κοφτά η Γιάννα. “Η Μυρτώ;”
“Κάνει μπάνιο”, απάντησε ο Αναστάσης υιοθετώντας το ύφος της
“Σωστά”, είπε, κατέβασε το βλέμμα και κοίταξε τα σταυρωμένα χέρια της.
Το μόνο που ακουγόταν ήταν ο ρυθμικός ήχος από το ποτιστικό στο γρασίδι από κάτω τους και οι ρουφηξιές στο τσιγάρο. Όταν το τελείωσε ο Αναστάσης, το έσβησε στο τασάκι που είχε φέρει δίπλα του και την κοίταξε, επίμονα. Εκείνη ένιωθε το βλέμμα του πάνω της να της καίει το δέρμα.
“Να σε ρωτήσω κάτι;”, έσπασε τη σιωπή
Η Γιάννα απάντησε με ένα καταφατικό “μχμ”, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της
“Γιατί είσαι θυμωμένη μαζί μου;”
Τα φρύδια της ανασηκώθηκαν και άργησε να απαντήσει.
“Δεν είμαι θυμωμένη μαζί σου”
“Μάλιστα”, απάντησε με έναν ειρωνικό τόνο ο Αναστάσης και κοίταξε ευθεία τη θέα.
Η Γιάννα σήκωσε το κεφάλι της. Το γεγονός ότι στεκόταν σχεδόν δίπλα της χωρίς μπλούζα το έκανε ήδη πολύ δύσκολο. Το βλέμμα της κατέβηκε στους κοιλιακούς του. Όταν κατάλαβε ότι την κοιτάει, με κόκκινα μάγουλα τον κοίταξε στα μάτια.
Μετά από κάποια δευτερόλεπτα απόλυτης σιωπής είπε:
“Ξέρεις κάτι; Είμαι θυμωμένη. Είμαι θυμωμένη γιατί δεν θέλω να είμαι κοντά σου. Με σκοτώνεις και ούτε καν που το ξέρεις!”
Τα φρύδια του Αναστάση έσμιξαν τόσο έντονα που δημιουργήθηκε μια γραμμή ανάμεσά τους.
“Δεν έπρεπε να δεχτώ όταν η Μυρτώ μου πρότεινε να έρθω. Αυτές τις μέρες όπου κι αν σταθώ, στο λόμπι; Στη πισίνα; Στο μπαλκόνι; Είσαι εκεί! Κι εσύ μπορείς να κινείσαι ανέμελα και να με πλησιάζεις, να μου μιλάς, να κάνεις αστεία, ενώ εγώ χρησιμοποιώ κάθε γ@μhμ3νη ρανίδα της αυτοσυγκράτησής μου να μην σε αγγίξω! Δεν μπορώ να σταματήσω να σε σκέφτομαι από την στιγμή που σε είδα, πριν δώδεκα μήνες, και έρχομαι σε αυτό το αναθεματισμένο πενθήμερο για να σε βλέπω να κάθεσαι δίπλα μου, χωρίς να κάνεις κάτι εκτός από το να υπάρχεις κι εγώ να μην μπορώ να αναπνεύσω γ@μwτ0!”
Σε κάθε της λέξη η Γιάννα γύριζε όλο και πιο πολύ το σώμα της προς το μέρος του Αναστάση, ενώ εκείνος την κοίταζε με στόμα στεγνό και μάτια που μαρτυρούσαν ένα συναίσθημα που δεν μπορούσε να προσδιοριστεί ακριβώς. Ακούμπησε τα χέρια του στο κάγκελο που χώριζε τα δύο μπαλκόνια και έσκυψε μπροστά. Με κάθε του εισπνοή, εισχωρούσε λαθραία η μυρωδιά της κανέλας που έβγαινε από το στόμα της, κατακλύζοντας το μυαλό του.
“Γιατί δεν φεύγεις;”, τη ρώτησε ψιθυριστά
“Αυτή είναι η μόνη μου ευκαιρία να είμαι κοντά σου”
Η καρδιά της χτύπαγε δυνατά και είχε περισσότερο την αίσθηση οτι αιωρείται στο μπαλκόνι παρά οτι πατάει σε αυτό.
Ο Αναστάσης για πρώτη φορά ένιωθε τρομοκρατημένος. Η Γιάννα ακουγόταν ειλικρινής. Τα μάτια της τον είχαν καρφώσει στη θέση του. Οι ανάσες τους είχαν αναμειχθεί με τις καλοκαιρινές μυρωδιές και με μια κίνηση θα μπορούσε να τον φιλήσει. Δεν το έκανε. Αντιθέτως, έκανε ένα βήμα πίσω και έκατσε πάλι με την πλάτη στην άκρη του κάγκελου, κατεβάζοντας το βλέμμα, σαν να μην έγινε ποτέ ό,τι προηγήθηκε. Το ίδιο λεπτό ακούστηκαν οι κουρτίνες κι έπειτα η μπαλκονόπορτα που άνοιξε.
“Μυρτώ”, είπε ο Αναστάσης και πίεσε ένα χαμόγελο. Εκείνη στάθηκε δίπλα του, “Τι κάνετε εσείς εδώ; Τα λέτε;”, ρώτησε χαμογελαστή
“Τώρα βγήκα κι εγώ… Πάω μέσα καλύτερα να σας αφήσω μόνους. Καληνύχτα”, είπε η Γιάννα και χωρίς να κοιτάξει κανέναν τους μπήκε στο δωμάτιο
“Τι της έκανες;”, ρώτησε τον Αναστάση βάζοντας τα χέρια στη μέση
“Μάλλον είναι πολύ κουρασμένη…”
“Θα μπορούσε να πει μια καληνύχτα, όμως. Τέλος πάντων, πάμε μέσα;”
“Θέλω να κάνω ακόμα ένα τσιγάρο αν δεν σε πειράζει”
“Οκ, εγώ πάω να ξαπλώσω”, είπε και του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα
“Να σε ρωτήσω κάτι;”, την ρώτησε πριν μπει μέσα. “Η Γιάννα δέχτηκε να έρθει σε αυτή την εκδρομή ή την πίεσες;”
“Πώς σου ήρθε τώρα αυτό;”, ρώτησε ανασηκώνοντας το ένα της φρύδι η Μυρτώ
“Είναι απόμακρη, το πρόσεξες κι εσύ… Αν δεν της αρέσει, γιατί ήρθε;”
“Όντως… Ωστόσο, εξ αρχής, ήταν ενθουσιασμένη με τη Θεσσαλονίκη. Δεν ξέρω τι άλλαξε στην πορεία. Ίσως όντως κουράστηκε σήμερα από το πολύ περπάτημα στην παλιά και τη νέα παραλία, τον Πύργο και την πόλη. Αύριο που θα πάμε βόλτα με το αυτοκίνητο προς Χαλκιδική, θα της περάσει”
“Ναι… Μήπως χώρισε πρόσφατα και νιώθει άβολα με εμάς;”
“Η Γιάννα έχει δύο χρόνια που είναι ελεύθερη. Και σε κάθε περίπτωση γι’ αυτό είπαμε και στον Μάρκο, για να έχει παρέα και νομίζω ότι ταιριάζουν κιόλας”
Ο Αναστάσης ένιωσε ένα τσίμπημα στο στέρνο.
“Κάνε το τσιγάρο σου και έλα να ξαπλώσουμε”, του είπε και μπήκε μέσα, πλαγιάζοντας την μπαλκονόπορτα.
Ο Αναστάσης άναψε το τσιγάρο και έφερε στο μυαλό του τη Γιάννα. Αντικειμενικά ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα. Ψηλή, μελαχρινή, με γκρι μάτια, μικρή μύτη, ροδαλά χείλη και καμπύλες που μπορούσαν να εξάψουν εύκολα την φαντασία. Όλα αυτά, βέβαια, ο Αναστάσης δεν τα είχε προσέξει, μέχρι τώρα!
Ήταν ενάμιση χρόνο με τη Μυρτώ και είχε μάτια μόνο για εκείνη. Απόψε, όμως, μετά από αυτά που του είπε η Γιάννα και το παραλίγο φιλί τους, το μυαλό του ήταν στο δίπλα δωμάτιο…
Κάπνισε πάνω από δύο τσιγάρα και καθ’ όλη τη διάρκεια σκεφτόταν αν έπρεπε να μιλήσει στη Μυρτώ ή αν πρέπει να κάνει ο ίδιος μια κουβέντα με την Γιάννα και να ξεκαθαριστεί το τοπίο…
Το επόμενο πρωί, η Γιάννα είχε στείλει μήνυμα στην ομαδική:
“Προέκυψε κάτι επείγον και έπρεπε να γυρίσω Αθήνα. Το δωμάτιο είναι πληρωμένο. Να περάσετε καλά”
Όσα τηλέφωνα κι αν τη πήρε η Μυρτώ, δεν το σήκωσε. Ο δε Αναστάσης κατέβαλε κάθε προσπάθεια να φαίνεται άνετος απέναντι σε όλους, αλλά το μυαλό του ήταν σε μια συγκεκριμένη μελαχρινή στην πρωτεύουσα…
Τρεις μέρες μετά επέστρεψαν στην Αθήνα. Η Μυρτώ κατάφερε να επικοινωνήσει μαζί της. Αφού η Γιάννα την διαβεβαίωσε ότι είναι καλά, επικαλέστηκε ως δικαιολογία ένα προσωπικό ζήτημα και την ενημέρωσε ότι θα τα ξαναπούν στο γραφείο (δηλαδή σε μια βδομάδα). Τόσο εξέλαβε και ως περιθώριο ο Αναστάσης για να την βρει και να κάνουν την κουβέντα που έπρεπε να έχει ήδη γίνει!
Την περίμενε, λοιπόν, την Πέμπτη το απόγευμα έξω από το σπίτι της. Είχαν ξαναπάει αρκετές φορές επίσκεψη με τη Μυρτώ αφενός και αφετέρου είχε εμπεδώσει ότι τις Πέμπτες έχει το σεμινάριο γιόγκα, αφού μιλούσε συχνά για αυτό.
Όταν άνοιξε η πόρτα και βγήκε έξω, ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. Λες και το είχε κάνει επίτηδες, φορούσε ένα λεμονί κολάν με σούρα που αναδείκνυε τους γλουτούς της και ένα μικροσκοπικό τοπ στο ίδιο χρώμα που αποκάλυπτε τους κοιλιακούς της. Είχε αφήσει τα μαλλιά να πέφτουν ίσια στους ώμους της και το μαύρο έκανε υπέροχη αντίθεση με αυτή την απόχρωση του κίτρινου. Το πρόσωπό της ήταν άβαφο και στο δεξί χέρι κρατούσε ένα στρώμα γυμναστικής. Μόλις έβαλε τα κλειδιά στη τσάντα και την πέρασε στους ώμους της, σήκωσε το κεφάλι και τα πόδια της μαγκώθηκαν στο έδαφος. Ο άντρας στον οποίον είχε κάνει ερωτική εξομολόγηση με τον πιο έντονο τρόπο, ο άντρας της φίλης της, στεκόταν με σταυρωμένα τα χέρια και ελαφρώς λυγισμένο το σώμα προς τα πίσω, πάνω σε μια μαύρη μηχανή υψηλού κυβισμού. Φορούσε μια γκρι φόρμα κι ένα μαύρο t shirt. Φαινόταν ανέμελος, όμως ένιωθε εκατοντάδες τσιμπήματα πάνω στο κορμί του. Δεν έπαιρναν τα μάτια τους ο ένας από τον άλλο. Πρώτη μίλησε η Γιάννα:
“Τι θέλεις εδώ;”, ρώτησε και περπάτησε προς το μέρος του. Ένα άρωμα από έγχυμα μπαχαρικών κατέκλυσε τις αισθήσεις του.
“Είπες ό,τι είχες να πεις κι έφυγες. Δεν νομίζεις ότι πρέπει να μιλήσουμε;”
“Δεν έχουμε να πούμε κάτι. Ό,τι είπα ήταν μια βλακεία. Ξέχνα το. Γύρνα στη Μυρτώ που δεν φταίει σε τίποτα και μην με πλησιάσεις ξανά”, απάντησε και έκανε ένα μεγάλο βήμα να φύγει. Ο Αναστάσης την άρπαξε από το μπράτσο και την έφερε απέναντί του.
“Αν μπορούσες να με φιλήσεις στη Θεσσαλονίκη… θα το έκανες;”
Η Γιάννα ένιωθε το οξυγόνο της να λιγοστεύει, τον χώρο γύρω της να μικραίνει και τους θορύβους να χάνονται στο βάθος. Και τελικά να μένουν οι δύο τους, μέσα σε μια νοητή σφαίρα που το μόνο που κυριαρχούσε ήταν μια ατμόσφαιρα τόσο ηλεκτρισμένη που θα μπορούσε εύκολα να σκάσει!
Κατάπιε έντονα.
“Ναι”, ψέλλισε
“Γιατί έκανες πίσω;”
“Γιατί έκανα λάθος. Γιατί αγαπάς τη Μυρτώ και το τι νιώθω εγώ δεν έχει καμία σημασία. Και να σε φιλούσα, δεν θα σήμαινε τίποτα απολύτως”
“Τίποτα;”, τη ρώτησε κι αυτό ήταν η μοναδική προειδοποίηση πριν σκύψει και την φιλήσει. Ζεστή λάβα ένιωσε να ρέει από το στέρνο, στο λαιμό και τελικά στο πρόσωπό της με τον τρόπο που το χέρι του γλίστρησε μέσα στα μαλλιά της και τα χείλη του πίεσαν τα δικά της ενώ η γλώσσα του την έκανε να ανοίξει το στόμα της απαλά και να τον αφήσει να το εξερευνήσει.
Ο Αναστάσης έκανε ένα βήμα πίσω ανασαίνοντας βαριά “Πες μου, αυτό σου μοιάζει για ασήμαντο φιλί;”
Η Γιάννα δεν του απάντησε. Τον άρπαξε από το μπλουζάκι και τον τράβηξε απότομα προς το μέρος της. Η καρδιά της πάλευε να μην πεταχτεί έξω από το στέρνο της. Πέρασε τα χέρια της γύρω από το λαιμό του κι εκείνος έπιασε μερικά από τα μαλλιά της σε χαλαρή γροθιά και την κατεύθυνε προς την εξώπορτα του σπιτιού της. Η πλάτη της βρήκε ελαφρά στον τοίχο και όταν το σώμα του πίεσε το δικό της, ξέχασε τα πάντα! Τα χέρια του περιπλανήθηκαν στις καμπύλες της με τέτοια επιμέλεια, σαν να προσπαθούσε να απομνημονεύσει κάθε σπιθαμή του κορμιού της με το άγγιγμά του.
Ο ήχος για να ανοίξει η εξώπορτα τους απομάκρυνε, τη στιγμή που ένας ντελιβεράς έμπαινε στην πολυκατοικία.
Η Γιάννα κάλυψε με τα χέρια το στόμα της και κοίταξε τον Αναστάση. Εκείνος στεκόταν μουδιασμένος απέναντί της και το βλέμμα του κινούνταν από τα μάτια της στο καλυμμένο στόμα της.
Ο ντελιβεράς βγήκε από το κτήριο και τους ‘ταρακούνησε’ για ακόμα μια φορά.
“Φύγε”, του είπε χαμηλόφωνα η Γιάννα. Ο Αναστάσης δεν κουνήθηκε.
“Μην με κάνεις να το ξαναπώ… Δεν έπρεπε να σου μιλήσω. Όμως… άνθρωπος είμαι και λύγισα. Ένιωσα το κορμί μου να ριγεί μόλις σε πρωτοείδα, το στομάχι μου γέμιζε εκείνα τα ενοχλητικά ζιζάνια κάθε φορά που σε έβλεπα και η καρδιά μου πόναγε τόσο πολύ κάθε φορά που φιλούσες ή αγκάλιαζες τη Μυρτώ… Δεν έπρεπε καν να δεχτώ να έρθω σε εκείνη την εκδρομή, αλλά με έπιασε απροετοίμαστη… Σε κάθε περίπτωση η Μυρτώ σε γνώρισε πρώτη, με εκείνη έχεις σχέση κι εγώ περισσεύω”
Οι ώμοι του Αναστάση ήταν σφιγμένοι όπως και οι γροθιές του που οι αρθρώσεις του ειχαν ασπρίσει.
“Επιστρέφοντας στη δουλειά θα της ανακοινώσω ότι θα δεχτώ και την πρόταση που μου έχει γίνει για διετή απόσπαση στην Κρήτη κι έτσι θα φύγω από τη μέση και όλα θα γίνουν όπως πριν. Μέχρι να επιστρέψω θα έχει ξεχαστεί όλο αυτό”, είπε με τρεμάμενη φωνή ενώ τα μάτια της έκαιγαν.
Ο Αναστάσης έκανε ένα βήμα προς το μέρος της και ακούμπησε το χέρι του δίπλα από το κεφάλι της, πάνω στον τοίχο. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε και την κοίταζε με τα καφέ του μάτια να πετάνε φωτιές.
“Δεν μου έχουν ξαναμιλήσει έτσι. Το να μου εκφράζεις ξεκάθαρα όσα νιώθεις και μετά να τα βαφτίζεις λάθος, είναι άδικο. Και για τους δύο. Ναι, με τη Μυρτώ είμαι ενάμιση χρόνο, αλλά δεν έχω νιώσει αγάπη. Δεν της έχω πει ποτέ αυτές τις δύο λέξεις… Ενθουσιασμό για τον παιχνιδιάρικο χαρακτήρα της που έρχεται σε αντίθεση με το αυστηρό προφίλ που υιοθετεί στη δουλειά και το πανέμορφο πρόσωπό της, ναι, αγάπη, όχι. Κι έρχεσαι εσύ ένα βράδυ από το πουθενά και μου ανοίγεις την καρδιά σου. Μου λες ευθέως τι νιώθεις για μένα και λίγες μέρες μετά δίνω το ωραιότερο φιλί. Και συνεχίζεις ακόμα και τώρα να μου μιλάς για τα συναισθήματά σου για μένα και φοβάμαι ότι σε δύο μόνο στιγμές σε έχω…”
Δύο ρυάκια έτρεχαν στα μάγουλά της χωρίς να παίρνει το βλέμμα της από τα μάτια του. Τα χείλη της έγιναν μια ευθεία γραμμή. Ρουφήξε τη μύτη της και του είπε “Μην το πεις. Δεν θα το αντέξω”
“…Ερωτευτεί”
Η Γιάννα ένιωσε την ανάσα της να κόβεται.
“Δεν μπορείς”, είπε με λυγμούς
“Μου γύρισε το μυαλό από την Παρασκευή το βράδυ που μου μίλησες… Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο πέρα από τα δυο σου γκρίζα μάτια και τώρα πια και την γεύση σου. Ήρθα για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα και το φιλί μας ήταν ό,τι πιο ξεκάθαρο”
“Δηλαδή, θέλεις να είσαι μαζί μου;”, ρώτησε δειλά η Γιάννα
“Θέλω να είμαι μόνο μαζί σου. Ας πάνε στο διάβολο όλα τα άλλα”
Η Γιάννα ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών και τον φίλησε ξανά. Το πρώτο τους φιλί ήταν αναγνωριστικό.
Αυτό;
Αυτό ήταν… σωστό! Γεμάτο πάθος κι έρωτα.
Αγγελική Ανδριοπούλου
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
