Από τις κερκίδες του κολυμβητηρίου παρακολουθούσε άλλη μια προπόνηση του γιού της, μόνη, όπως πάντα. Μόνη έτρεχε τον Τρυφωνάκο της, γενικά, στις δραστηριότητές του.
Κόντευαν τρία χρόνια που ήταν χωρισμένοι με τον άντρα της. Τον αγαπούσε ακόμα, αλλά καλύτερα χώρια και να ξέρει πως δεν είχε τίποτα να περιμένει από κείνον, παρά μαζί, σε ένα “μαζί” πιο μοναχικό και από το “μόνη” της.
Ποτέ δεν συμμετείχε πουθενά. Δούλευε πολλές ώρες, ως γυμναστής στο γυμναστήριο του κολλητού του και ως personal trainer σε σπίτια πλουσίων κυριών, που φρόντιζαν το σώμα τους, σπαταλώντας χρήματα σε personal training, σάουνες, μηχανήματα απώλειας πόντων, κυτταρίτιδας και ό,τι καινούργιο άκουγε η μία από την άλλη. Λάτρευε να είναι ανάμεσα στην καλή κοινωνία, του έδινε πόντους και γνωριμίες. Ήταν καλός στη δουλειά του και κούκλος, οπότε τον προτιμούσαν. Έβγαζε καλά χρήματα και τα διέθετε στο σπίτι του, δεν είχε παράπονο η Ειρήνη. Το ότι έλειπε όλη μέρα και δεν ήταν πουθενά παρών την πλήγωνε.
Τον Τρύφωνα δεν τον έβλεπε σχεδόν καθόλου. Από βρέφος ακόμα, έλειπε όλη μέρα. Δεν τον άλλαξε ποτέ, δεν τον έλουσε ποτέ, δεν τον έβγαλε μια βόλτα ποτέ. Μεγάλωνε με την απουσία του μπαμπά του να τον στεναχωρεί. Έβλεπε τα άλλα παιδιά να παίζουν μπάλα με τους μπαμπάδες τους, να έρχονται να τα πάρουν από το νηπιαγωγείο, αργότερα από το δημοτικό, άκουγε τους συμμαθητές του να λένε ιστορίες με τους μπαμπάδες τους από θάλασσες, γήπεδα, εκδρομές, παιχνίδια, βόλτες κι εκείνος κλεινόταν στο καβούκι του. Τίποτα δεν είχε να διηγηθεί, τίποτα να θυμηθεί. Παντού, πάντα, με την μαμά του, πουθενά ο μπαμπάς. Το πρωί μόνο, λίγο πριν φύγει για το σχολείο εκείνος και ο μπαμπάς του για το γυμναστήριο, του χάιδευε τα μαλλιά και έτρωγαν μαζί πρωινό. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να τρώει υγιεινά, να έχει καλή φυσική κατάσταση. “Να γίνεις σαν κι εμένα”, του έλεγε και του έδειχνε με περηφάνια τα μπράτσα και τους κοιλιακούς του. Όλη την υπόλοιπη μέρα, που η Ειρήνη διάβαζε μαζί του, έπαιζε μαζί του με αυτοκινητάκια, έκαναν παζλ, ζωγράφιζαν, που τον πήγαινε σε παιδικές χαρές, σε πάρκα να βρει παιδιά να παίξει και στο κολυμβητήριο, που τον καμάρωνε να εκτελεί το πρόγραμμα του προπονητή του, ήταν οι δυο τους. Όσες φορές κι αν παραπονέθηκε κι αν του είπε θλιμμένος “ο προπονητής μου λέει ότι είμαι πολύ καλός, πότε θα έρθεις να με δεις;”, η απάντηση ήταν ίδια: “Δουλεύω Τρύφωνα, δεν κάθομαι. Σε βλέπει η μαμά, το ίδιο είναι”.
Η Ειρήνη έβλεπε την θλίψη του γιου της. Πολλά βράδια, όταν γυρνούσε ο Σάκης στο σπίτι και το παιδί είχε ήδη κοιμηθεί, του έκανε παρατήρηση. Το ίδιο έκανε κι εκείνο το βράδυ.
– Ρε Σάκη, πόσες φορές πρέπει να σου πω ότι ο γιος μας στεναχωριέται με την απουσία σου; Πάλι σήμερα ο coach του είπε πολύ καλά λόγια κι εκείνος στο τέλος μου είπε “κρίμα που δεν ήταν εδώ ο μπαμπάς να ακούσει”.
– Ειρήνη εσύ φταις! Γιατί δεν του το ξεκόβεις; Δηλαδή κάθομαι ή πάω σε διασκεδάσεις; Για ποιον δουλεύω; Για σας, για το παιδί!
Η Ειρήνη τα είχε ακούσει αυτά άπειρες φορές, πολλά χρόνια. Είχε ξεπεράσει όμως πια τα όριά της. Δεν ήταν διατεθειμένη να ανεχτεί άλλο αυτή τη κατάσταση, ούτε να ακούει παραμύθια, ούτε να τον καλύπτει άλλο στον γιο τους.
– Α, φταίω κιόλας! Όχι Σάκη, όχι! Για σένα δουλεύεις και για να καλύπτεις το εγώ σου! Για τον ναρκισσισμό σου και για να νιώθεις σπουδαίος. Έχεις τα κοριτσόπουλα στο γυμναστήριο που σε χαλβαδιάζουν και τις μεγαλοκυρίες στα σπίτια τους που βλέποντάς σε, φαντασιώνονται πως τις γουστάρεις, ξεχνώντας κάπως τους γέρους, πλούσιους άντρες τους. Σου αρέσει που είσαι ο Θεός τους, που σου λένε πόσο γραμμωμένος και καλός είσαι στη δουλειά σου κι εσύ ζεις μέσα από αυτό. Μόνο που για να στέκεις αγέρωχος στην κορυφή σου, ξεχνάς τον γιο σου. Άσε με εμένα, εγώ συνήθισα να έρχομαι τρίτη, τέταρτη, τελευταία.
Ο Σάκης απέναντί της έτρεμε από τα νεύρα του. Δεν τον ένοιαζε αν είχε δίκιο σε όσα είπε ή άδικο. Τον ενόχλησε που ενώ όλοι τον ανέβαζαν στα ύψη με τη ματιά και τα λόγια τους, η ίδια του η γυναίκα δεν τον θαύμαζε, το αντίθετο, τον κατηγορούσε και τον έβλεπε σαν να ήταν ένας άχρηστος. Το βλέμμα της τον έκανε έξω φρενών. Και είχε έρθει η ώρα, να την πληγώσει βάζοντας την στη θέση της.
– Πάντα με ζήλευες! Πάντα αισθανόσουν λίγη απέναντί μου. Όλες περιμένουν ένα νεύμα μου κι εσύ που με έχεις, ταυτόχρονα έχεις και την χειρότερη γνώμη για μένα. Δεν φταίω εγώ αν επέλεξες να μετατραπείς σε ένα τίποτα, που η μόνη έννοια σου είναι ο γιος σου.
Είδε πως άλλαξε αμέσως το ύφος της και ένιωσε ικανοποίηση και υπεροχή. Αν νόμιζε πως θα την άφηνε να τον μειώνει έτσι ήταν πολύ γελασμένη.
– Ένα τίποτα! Μάλιστα. Ναι, προτιμώ να έχω γύρω μου τα χέρια του γιου μου, που με αγγίζουν με αληθινή αγάπη από το να περιφέρομαι σαν λάφυρο ανάμεσα σε ψεύτικα αγγίγματα, καλλίγραμων κορμιών του συναφιού σου. Αύριο θα πάω στον δικηγόρο. Νομίζω δεν έχουμε τίποτα άλλο να πούμε, τίποτα να μας κρατάει κάτω από την ίδια στέγη, ούτε καν το παιδί μας.
– Όταν θα σέρνεσαι να με παρακαλάς να γυρίσω, θα είμαι στα ψεύτικα αγγίγματα των γυναικών που φροντίζουν τους εαυτούς τους.
– Είσαι ήδη εκεί χρόνια τώρα.
Τον κοίταξε κατάματα με θάρρος κι εκείνος, έσφιξε το πρόσωπό του, μίκρυνε το βλέμμα του από την οργή του, μα δεν απάντησε. Μάζεψε τα ρούχα του όπως όπως σε δύο βαλίτσες κι έφυγε. Ούτε που πήγε στο κρεβάτι του γιου του να τον δει, να τον φιλήσει πριν κλείσει την πόρτα πίσω του.
Δεν του φάνηκε περίεργο του Τρύφωνα, όταν την επόμενη μέρα του εξήγησε η μαμά του ότι θα μένουν πια μόνοι οι δυο τους κι ότι θα βλέπει τον μπαμπά του όποτε θελήσει. “Έτσι κι αλλιώς μόνοι μας μένουμε, μαμά”, της είπε και την αγκάλιασε σφιχτά. Εκείνη την στιγμή ένιωσε πως με το οχτάχρονο είχε πολύ καλύτερη επικοινωνία.
Το διαζύγιο βγήκε κοινή συναινέσει. Το μόνο που άλλαξε, ήταν εκείνα τα πρωινά, που έστω έβλεπε το παιδί τον μπαμπά του. Χάθηκαν κι εκείνα. Ενώ είχαν οριστεί μέρες που θα ήταν μαζί, ο Σάκης δεν είχε τον χρόνο ούτε την διάθεση. Ανάμεσα στα βάρη, τα όργανα γυμναστικής και τα επαινετικά λόγια των αθλούμενων του, ένιωθε ο εαυτός του. Μιλούσε την ίδια γλώσσα με όλους εκείνους. Με τον γιο του, δεν ήξερε τι να πει, τι να κάνει. Έτσι, αρκούνταν σε κάποια τηλέφωνα να μαθαίνει νέα του. Κι ο Τρύφωνας, δέχτηκε ομαλά και τη νέα συνθήκη. Δεν ήταν κάτι τόσο ξένο γι’ αυτόν η αλλαγή αυτή, όσο κι αν ένιωθε πληγωμένος.
Σε κάθε βουτιά στην πισίνα του κολυμβητηρίου, γυρνούσε στις κερκίδες να πάρει την επιβεβαίωση της Ειρήνης. Εκείνη τον χαιρετούσε με ένα πλατύ χαμόγελο θαυμασμού και το παιδί χαιρόταν. Όταν όμως δεν κοιτούσε ο γιος της προς το μέρος της, η Ειρήνη την προηγούμενη φορά που παρακολούθησε την προπόνηση και τώρα, είχε ένα περίεργο ύφος. Σαν κάτι να μη της άρεσε. Σαν κάτι να την παραξένευε. Σαν κάτι να μη της κολλούσε. Την προηγούμενη φορά θεώρησε πως ήταν ιδέα της. Μα και τώρα;
Κατά την επιστροφή τους στο σπίτι, μέσα στο αυτοκίνητο, ξεκίνησε μια χαλαρή κουβέντα.
– Σήμερα ήσουν εξαιρετικός, αγάπη μου. Οι βουτιές, οι ασκήσεις, όλα τα εκτελούσες τέλεια.
– Αλήθεια μαμά;
– Ο κύριος Αλέξης φαινόταν πολύ περήφανος.
– Ναι, μου έλεγε συνέχεια “τέλεια, μπράβο”.
– Τέλεια! Τον είδα που σε έπιανε από την μέση, τους ώμους, τα μπούτια. Σου έδειχνε τον τρόπο, ε;
– Μου έδειχνε και μου έλεγε ότι έχω πολύ γυμνασμένο σώμα για την ηλικία μου.
– Μάλιστα, ωραία. καθόλου δεν το εννοούσε εκείνο το “ωραία”. Λοιπόν, στο σπίτι, να κάνω τοστάκια και μια μπανανούλα ή θέλεις κάτι άλλο;
Ο Τρύφωνας της απάντησε αλλά το μυαλό της ταξίδευε στον coach. Τρία χρόνια προπονήσεις, ποτέ της δεν έκανε τέτοιες σκέψεις, μα κάτι, την ενοχλούσε πια. Ίσως ήταν και οι εποχές, που ακούμε και βλέπουμε τόσα που πολλές φορές γινόμαστε καχύποπτοι χωρίς να υπάρχει λόγος. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν θα άφηνε από τα μάτια της τον Αλέξη.
Την επόμενη φορά, καθόλη την διάρκεια της προπόνησης ο Τρυφωνάκος ήταν χαμογελαστός και ευδιάθετος όπως πάντα και η Ειρήνη, ανακουφισμένη, δεν εντόπισε αυτά τα “πιασίματα” από τον προπονητή, όπως τις δύο προηγούμενες φορές. Όταν έφτασε στα αποδυτήρια από την διαδρομή που ακολουθούσαν οι γονείς, ο γιος της δεν την περίμενε όπως συνήθιζε, στα ντουζ, αφού έφταναν πρώτοι από τις πισίνες. Ανησύχησε και έψαξε στους χώρους που άλλαζαν. Τον βρήκε καθισμένο σε μια γωνιά, μόνο του. Δεν ήταν το ίδιο παιδί, με κείνο λίγα λεπτά πριν, στην πισίνα. Η χαρά είχε εξαφανιστεί, μόνο τρόμος υπήρχε. Η Ειρήνη κατάλαβε αμέσως την αλλαγή στον γιο της και τον ρώτησε με αγωνία “τι έγινε, μωρό μου;”. Ο Τρύφωνας δεν σήκωνε το βλέμμα να την κοιτάξει. Μόνο μουρμούριζε “ τίποτα”, “τίποτα”, “τίποτα”, πολλές φορές. Τον κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της και επέμενε να ρωτάει, ενώ έτρεμε μέσα στα χέρια της. Μέχρι που το παιδί, σήκωσε το κεφάλι του, την κοίταξε και της είπε με δάκρυα στα μάτια.
– Ο κύριος, άγγιξε την “απαγορευμένη περιοχή” και όταν του είπα, αυτό που μου έμαθες, ότι δηλαδή δεν επιτρέπεται, δεν έχει το δικαίωμα κανείς να αγγίζει αυτήν την περιοχή, γέλασε, το ξαναέκανε και είπε “μα εγώ είμαι προπονητής, μπορώ να αγγίζω όπου θέλω, αφού γυμνάζω το σώμα σας”.
Η Ειρήνη έγινε έξαλλη.
– Πάω να τον βρω τον αλήτη, περίμενε εδώ. Κι έκανε να σηκωθεί, μα τα χεράκια του την τράβηξαν πίσω.
– Σε παρακαλώ μαμά. Θέλω να πάω σπίτι. Αυτό θέλω μόνο. Σε παρακαλώ.
Ούτε ντουζ έκανε. Άλλαξε κι έφυγαν. Στο σπίτι, έκανε ένα ζεστό μπανάκι, έβαλε πυζάμες και χώθηκε στα σκεπάσματά του. Η Ειρήνη δεν έφυγε λεπτό από κοντά του. Ξάπλωσε δίπλα του, έχοντας τον στην αγκαλιά της.
– Δεν θέλω να ανησυχείς για τίποτα. Θα τον αναλάβω εγώ τον προπονητή.
– Μαμά, δεν θέλω να ξανά πάω κολυμβητήριο.
– Καταλαβαίνω πώς νιώθεις. Μπορούμε να το σταματήσουμε για ένα διάστημα. Αλλά στον δρόμο μας μπορεί να βρεθούν άνθρωποι που θα μας βάλουν εμπόδια με πολλούς τρόπους. Αυτός είναι εγκληματικός τρόπος, αλλά δεν αφήνουμε κανέναν να μας κόβει τον δρόμο. Αν σου αρέσει το κολυμβητήριο και το ξανασκεφτείς, θα γραφτούμε αλλού, ναι αγόρι μου; Είμαι δίπλα σου σε ό,τι αποφασίσεις.
– Μαμά, δεν μου άρεσε καθόλου το χέρι του επάνω μου και το ύφος που είχε. Είχες δίκιο τόσα χρόνια που μου έλεγες ότι αυτός είναι ο δικός μου χώρος. Αν δεν είχα και σένα…
– Πάντα είμαι εδώ για σένα, ακούς; Και πάντα θα είμαι.
– Θα τους φας τα λαρύγγια; Δεν το είπες! Το ξέχασες!, κάπως αναθάρρησε το παιδί και χαμογέλασε.
– Όποιος σε πειράξει, θα του φάω το λαρύγγι ναι, όπως σου λέω από μια σταλιά μωράκι.
Του χαμόγελασε, τον έσφιξε πάνω της κι έμεινε δίπλα του όλη τη νύχτα, κάνοντας την σκέψη “καλά κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το καθίκι τις τελευταίες φορές. Πώς δεν έδρασα νωρίτερα; Ίσως να μην είχε συμβεί αυτό στο μωρό μου”. Από τις τύψεις, δεν έκλεισε μάτι και από το να επιβλέπει τον ύπνο του μικρού.
Οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές. Η Ειρήνη την επόμενη μέρα, τον έκανε βούκινο στο κολυμβητήριο και φυσικά απευθύνθηκε στο αστυνομικό τμήμα. Προς μεγάλη της έκπληξη, μετά την δική της κίνηση, άρχισαν σιγά σιγά να καταγγέλουν κι άλλα παιδιά παρόμοιες ενέργειες. Τρεις μέρες μετά, έφτασαν στα αυτιά της και περιπτώσεις απόπειρας bι@sσμού αγοριών, μέσα στις εγκαταστάσεις του κολυμβητηρίου. Ο Τρύφωνας ξετύλιξε το κουβάρι, έγινε έμπνευση, δίνοντας σε τόσα παιδιά, που σιωπούσαν, την δύναμη να εκμυστηρευτούν τι προκάλεσε, ο κατά τα άλλα ευυπόληπτος πολίτης στις ψυχές τους, ασελγώντας στα σώματά τους. Απανωτά τα σοκ για γονείς και παιδιά που τον ζούσαν τόσα χρόνια σε καθημερινή βάση. Το τελειωτικό ήταν που δεν προφυλακίστηκε, του επιβλήθηκαν περιοριστικοί όροι, μέχρι την δίκη.
Την ίδια μέρα που έμαθε για τις απόπειρες, για την Ειρήνη, υπήρξε κι άλλη μια εξέλιξη, δέχτηκε μια επίσκεψη.
– Καλησπέρα! Πώς είσαι;
– Μπα! Πως ήταν αυτό το ξαφνικό;
– Θέλω να δω τον μικρό. Αληθεύουν όσα κυκλοφορούν στην πόλη;
– Εσύ τι λες; Ξυπνήσαμε προχθές και δεν είχαμε με τι άλλο να ασχοληθούμε;
– Με συγχωρείς… δεν το εννοούσα έτσι.
Ο Τρύφωνας που άκουσε την φωνή του, βγήκε από το δωμάτιό του.
– Μπαμπά;
– Αγόρι μου!
Ο Σάκης γονάτισε μπροστά του και τον έκλεισε στην αγκαλιά του. Τρανταζόταν το σώμα του, πράγμα που έκανε τον μικρό να απορήσει.
– Μπαμπά… κλαις;
– Όχι, όχι!, προσπαθούσε να μαζέψει τα δάκρυά του και να κρύψει την συγκίνησή του.
– Καλά, δεν είναι ντροπή να κλαίς, ξεκόλλα!
– Αμάν ρε Ειρήνη!
– Μαμά, μπαμπά, μη τσακωθείτε ακόμα δεν ήρθε.
– Αγόρι μου, θέλω να μου πεις τι σου έκανε αυτό το απόβρασμα που θέλει να λέγεται και άντρας.
– Μπαμπά….
Δεν μπορούσε να μιλήσει το παιδί, ένας κόμπος στο λαιμό τον εμπόδιζε.
– Δεν έχεις για τίποτα να ντρέπεσαι και τίποτα να φοβάσαι. Σου ζητώ συγνώμη που δεν ήμουν εκεί να σε προστατέψω.
Η αγκαλιά τους, τα είπε όλα. Έμεινε μία ώρα μαζί του και το παιδί, διηγήθηκε την δυσάρεστη εμπειρία του. Συνεχώς τον χάιδευε και τον φιλούσε, δίνοντάς του θάρρος αλλά και την πατρική φιγούρα που τόσο του είχε λείψει. Έφυγε με την υπόσχεση ότι θα τα πουν πολύ σύντομα.
Λίγη ώρα μετά, χτυπούσε το κουδούνι του coach. Πριν προλάβει να ρωτήσει ποιος ήταν, ήρθε στο πρόσωπό του η πρώτη γροθιά. Τον έσπρωξε μέσα στο σπίτι και τον έπιασε από τον λαιμό.
– Εσύ είσαι το κατακάθι που την βρίσκει με μικρά αγοράκια;
Ο προπονητής ήταν σοκαρισμένος και φανερά τρομοκρατημένος. Όταν τα δάχτυλα έσφιξαν περισσότερο στο λαιμό του, απάντησε με δυσκολία.
– Ποιος είσαι; Παράτα με, θα καλέσω την αστυνομία.
– Δεν είσαι σε θέση ούτε να με απειλείς, ούτε καν να έχεις επιλογή. Και για να σου απαντήσω, είμαι ο μπαμπάς του Τρύφωνα. Τον γιο μου, δεν θα τον ξαναπλησιάσεις ούτε στα 500 μέτρα, κατάλαβες; οι γροθιές που κοπανούσαν το κεφάλι, το πρόσωπο, τα πλευρά, την κοιλιά, τον έκαναν να βγάζει κραυγές και βογγητά πόνου και σβησμένες απειλές.
– Θα… θα σε… χώσω στη φυλακή… δεν θα το αφήσω… να περάσει έτσι αυτό.
– Θα χαρώ πολύ να είμαστε μαζί στην φυλακή. Θα περάσουμε ωραία!
Του έδωσε μια τελειωτική μπουνιά, τον ξάπλωσε στο πάτωμα κι έφυγε.
Στην μικρή τοπική κοινωνία έγινε σούσουρο αμέσως. Όταν το έμαθε η Ειρήνη, το ευχαριστήθηκε η ψυχή της. Θα ήθελε να το είχε κάνει κι εκείνη. Ο Τρύφωνας μέσα σε μια τόση δα στιγμή ένιωσε τόσο περήφανος για τον μπαμπά του. Αυτή τη φορά, τον επισκέφτηκαν εκείνοι. Όταν τους είδε μπροστά του, λύγισε για μια ακόμα φορά, μα δεν προσπάθησε να κρύψει τα δάκρυα του.
– Ξέρεις ότι είμαι κατά της βίας, αλλά… Να αγιάσουν τα χεράκια σου!
Αμέσως ελάφρυνε η ατμόσφαιρα από τα λόγια της Ειρήνης κι όλοι τους χαμογέλασαν.
– Μπαμπά, θα πας φυλακή για χάρη μου;
– Μα αν θα πήγαινα για κάποιον φυλακή αγοράκι μου, για σένα θα πήγαινα. Ξέρω πως δεν υπήρξα ο μπαμπάς που αξίζεις, πως ήμουν απών, αλλά αυτό το καθίκι δεν θα σε πλησιάσει ξανά.
– Σε αγαπώ μπαμπά.
– Εγώ πιο πολύ. Συγγνώμη που ήμουν μπαμπάς μόνο σαν λέξη. Ειρήνη κι από σένα ζητώ συγγνώμη που σε άφησα μόνη στο μεγάλωμά του. Όταν άκουσα τα τέρατα που έκανε ο άλλος, ένιωσα τόσο λίγος. Έχω κάνει πολλά λάθη. Δεν ξέρω αν αξίζω δεύτερη ευκαιρία, αλλά σας την ζητώ. Θα κόψω πολλά personal για να περνάμε χρόνο μαζί.
– Δεν ξέρω Σάκη. Το ότι ξυλοφόρτωσες τον άθλιο, το ευχαριστήθηκα όσο δεν φαντάζεσαι, αλλά δεν ξέρω αν σβήνει τόσα χρόνια μοναχικού αγώνα και τόσα λόγια καρφιά.
– Το ξέρω. Σου ζητώ να με αφήσεις να ξανακερδίσω όσα ρήμαξα.
– Μαμά, σε παρακαλώ!
Αγκαλιάστηκαν και οι τρεις μαζί. Για το παιδί, ο ηρωισμός του μπαμπά του ήταν τεράστιος στα μάτια του και από την ανάγκη της παρουσίας του, πιο εύκολα άφησε πίσω του την απουσία όλων των προηγούμενων ετών. Για την Ειρήνη όμως, ήταν πιο σύνθετο. Ήταν πολύ πιο διστακτική. Τον αγαπούσε ακόμα, αλλά θα χρειαζόταν πολλή προσπάθεια από τον Σάκη να ξανακερδίσει την εμπιστοσύνη, την σιγουριά που ένιωθε δίπλα του κάποτε, ώστε να πορευτούν ξανά στο “μαζί”.
Η αρχή όμως είχε γίνει. Όσο για τον προπονητή της κακιάς ώρας, δεν έκανε ποτέ μήνυση κατά του Σάκη και δικάστηκε σε φυλάκιση για όλα όσα έκανε. Αν και καμία φυλάκιση δεν είναι αρκετή τιμωρία για όλα εκείνα τα αντρίκελα που αsελgoyn σε παιδιά.
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
