Η περιουσία θα περνούσε στα χέρια του Χρήστου με μια απλή συγγνώμη. Αυτό του είπε ο πατέρας του. Όλη του τη ζωή περίμενε για αυτή τη στιγμή. Ο πατέρας του ήταν παράξενος χαρακτήρας. Δύσκολος άνθρωπος, ξεροκέφαλος. Ήθελε να περνάει το δικό του, του άρεσε να τσακώνεται με όλους και αν έβαζε κάτι στο μυαλό του δεν του το έβγαζες με τίποτα. Πίστευε ότι ο μοναχογιός του δεν ήταν ικανός να αναλάβει την τεράστια κληρονομιά του. Τον βασάνιζε για χρόνια με πισωγυρίσματα. Και τώρα χρειαζόταν μόνο μία απλή συγγνώμη για να τα πάρει όλα στα χέρια του. Μόνο που ο Χρήστος δεν είχε κάνει κανένα λάθος. Έπρεπε να ζητήσει αυτός συγγνώμη για τα λάθη του πατέρα του. Και όλο το χωριό περίμενε αυτή τη στιγμή.
Ο Χρήστος ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι από την πόλη στο χωριό με το αυτοκίνητό του. Σε όλη τη διαδρομή ανακάτευε τις σκέψεις στο μυαλό του. Να το κάνει τελικά ή να γυρίσει πίσω….
Κοίταξε ξανά τις επιλογές του. Να ζητήσει συγγνώμη και να ταπεινωθεί μπροστά σε τόσο κόσμο για να πάρει επιτέλους αυτά που ήταν δικαιωματικά δικά του. Να περιμένει να φύγει από την ζωή ο πατέρας του για να λυθεί το θέμα μια και καλή. Να προσπαθήσει να του μιλήσει λογικά για άλλη μια φορά. Να του τα πει από την καλή και από την ανάποδη, να τα βγάλει επιτέλους από μέσα του και να σηκωθεί να φύγει με αξιοπρέπεια… Έπρεπε να αποφασίσει.
Μπήκε στο χωριό και είδε το πατρικό του. Είδε την μάνα του στην αυλή να τον παίρνει αγκαλιά την μέρα που χτύπησε με το ποδήλατο. Του σκούπισε το γόνατο με ένα πανί και τα δάκρυα με τα δάχτυλά της. Τι γλυκιά μάνα που ήταν! Γιατί να την χάσει τόσο νωρίς… Ήταν το στήριγμά του, η παρηγοριά του. Πώς άντεξε τόσα χρόνια τον πατέρα του; Της άξιζε μια καλύτερη ζωή. Της άξιζε ένα καλύτερο τέλος. Χωρίς αυτήν η ζωή έχασε την γλύκα της. Του απόμειναν μόνο οι πίκρες που του έδινε ο πατέρας του.
Ο πατέρας του βγήκε φουριόζος μόλις άκουσε το αυτοκίνητο. Δεν είχε αλλάξει καθόλου. Πάνω από δεκαπέντε χρόνια είχε να δει τον γιο του και απλώς του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει ως την πλατεία. Εκεί τους περίμενε το θυμωμένο πλήθος. Άνθρωποι αδικημένοι, εξαπατημένοι, θλιμμένοι. Άνθρωποι που ο πατέρας του είπε ψέματα, κορόιδεψε, χλεύασε. Άνθρωποι που ζητούσαν μόνο μία συγγνώμη για όσα τους είχε κάνει.
Ο Χρήστος στάθηκε στο κέντρο της πλατείας. Κοίταξε τα πρόσωπά τους. Κοίταξε τα μάτια τους. Έψαχναν δικαίωση. Αναζητούσαν μια και μοναδική απάντηση. Μια συγγνώμη.
«Ήρθα σήμερα εδώ γιατί ήθελα να ζητήσω συγγνώμη εκ μέρους του πατέρα μου. Σας ζητώ συγγνώμη για όλα όσα σας έχει κάνει. Συγχωρέστε τον αν μπορείτε. Θα έχετε την συνείδησή σας καθαρή. Εγώ ξέρω ότι σίγουρα θα την έχω».
«Συγχαρητήρια, γιε μου!», γέλασε ο πατέρας του διασκεδάζοντας που έβαλε σε αυτήν την θέση τον γιο του.
«Μην χαίρεσαι, πατέρα. Αποφάσισα ότι δεν θέλω τίποτα από εσένα. Η αξιοπρέπειά μου αξίζει περισσότερο. Άσε την περιουσία σου στο χωριό. Τους το χρωστάς!».
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
