Η ώρα τρεις το πρωί. Η υγρασία και το κρύο έχουν γίνει ένα, όπως το αλεύρι με το νερό, όταν φτιάχνουν το ζυμάρι. Ο κόσμος όλος κοιμάται ή μήπως όχι;
Ο κυρ-Γιώργης, ένας μεσήλικας ψαρομάλλης άντρας, μόλις έχει σηκωθεί από το ζεστό του κρεβάτι. Το ξυπνητήρι ούτε που πρόλαβε να χτυπήσει, ήξερε από πριν τι ώρα ήταν ακριβώς. Τόσα χρόνια, σαράντα και βάλε, το πρωινό ξύπνημα του είχε γίνει ένα με το πετσί του.
Καφέ δεν έφτιαχνε, τον πρώτο της ημέρας ή μάλλον της νύχτας τον έπινε στον φούρνο. Αυτός ο χώρος ήταν το δεύτερό του σπίτι. Πολλές ήταν οι φορές που διανυκτέρευε κιόλας, λίγο η κούραση, λίγο η γκρίνια της κυράς του καμιά φορά, το ένιωθε σαν το καταφύγιό του.
Εκείνο το πρωινό αρχικά έμοιαζε σαν όλα τα άλλα. Έφτασε στον φούρνο, άνοιξε την σιδερένια πόρτα και την έκλεισε αμέσως. Φυσικά δεν περίμενε κανέναν τέτοια ώρα. Οι δύο βοηθοί του έρχονταν λίγο αργότερα. Κίνησε για την κουζίνα, έβαλε τον καφέ στο μπρίκι, ελληνικό, “ο μόνος καφές που ξυπνάει και πεθαμένους”, έλεγε. “Κι αν είναι και βαρύς γλυκός, ακόμα καλύτερα. Ο καφές είναι τέχνη, όχι μόνο να τον ψήσεις αλλά και να γεμίσεις την κούπα μέχρι πάνω με μαεστρία μην χαθεί το καϊμάκι”. Κάθισε αναπαυτικά στην ξύλινη καρέκλα, άναψε τσιγάρο, έκλεισε τα μάτια του και ρούφηξε με ηδονή την πρώτη γουλιά. Σιγά σιγά μην κάψει τα χείλια του. Απόλαυση! Η πρώτη της ημέρας και η τελευταία.
Μέχρι να τελειώσει η ιεροτελεστία του καφέ, ο κυρ-Γιώργης είχε οργανώσει το πλάνο της ημέρας στο μυαλό του. Χαρτί και μολύβι δεν πήρε ποτέ. Σήμερα και αύριο θα είχε κίνηση ο φούρνος, γιατί ξημέρωνε η μεγάλη γιορτή της Υπαπαντής, γιόρταζε η εκκλησία στο διπλανό χωριό, που άνοιγε τις πόρτες της μόνο στην γιορτή αυτή και το καλοκαίρι στην Χάρη Της. Φούρνος δεν υπήρχε εκεί, που σήμαινε οτι όλοι θα πέρναγαν από τον δικό του. Τόσα κιλά ψωμί χωριάτικο, τόσα με λευκό αλεύρι, τόσα με σουσάμι, τόσα λαδόψωμα. Τυρόπιτες στριφτές που ήταν και η σπεσιαλιτέ του μαγαζιού, μπουγάτσες, σπανακόπιτες, λουκουμάδες, όλα με χειροποίητο φύλλο. Οι δυο βιτρίνες έπρεπε να γεμίσουν με τα καλούδια, που θα τα τοποθετούσε στα ράφια, έτοιμα να ικανοποίησουν ακόμη και τον πιο απαιτητικό πελάτη.
Έπειτα σηκώθηκε και πήγε στο εργαστήρι, κοίταξε τα μεγάλα μηχανήματα, άνοιξε ένα καινούριο σακί αλεύρι και γέμισε τον κάδο. Πρόσθεσε και προζύμι που πάντα κρατούσε, νερό, αλάτι και λίγη ζάχαρη, ενώ στο τέλος πρόσθεσε το λάδι, από εκείνο το καλό. Έτοιμο το μείγμα και στο λεπτό ξεκίνησε ο γάντζος να δουλεύει πάνω κάτω, πέρα, δώθε, όπως χορεύουν οι δερβίσηδες τον χορό τους.
Μια χάζευε το μείγμα, μια το μηχάνημα, κάποτε όλη η δουλειά γινόταν με τα χέρια.
Πόσο αλεύρι και νερό έχουν πλάσει αυτά τα χέρια, τι δύναμη έβαζε για να βγουν τόσα καρβέλια ψωµί την ημέρα! Τι ιδρώτα έχυνε, όμως εκείνος δεν παραπονιόταν. Από τον πρώτο καιρό που μπήκε στον φούρνο να δουλέψει, εκεί κοντά στα δέκα του, παρακολουθούσε τον κυρ-Πέτρο, τον πρώην ιδιοκτήτη του μαγαζιού, το πώς έπαιρνε το ζυμάρι στα χέρια του και το μετέτρεπε σε μια μπάλα μαλακιά, έτοιμη να βρεθεί ξαπλωμένη πάνω στα ξύλα, αφού είχε ζυμωθεί εκατό φορές.
– Ναι, τόσες πρέπει να είναι, αλλιώς θα σου γίνει λάσπη και δεν θα τρώγεται το ψωμί μετά, του ‘λεγε ο κυρ-Πέτρος με ύφος δασκαλίστικο.
Περνώντας τα χρόνια, είχε μάθει την τέχνη καλά. Μόνος του πια, χωρίς βοήθεια, ήταν έτοιμος να κρατήσει ολάκερο φούρνο στην επίβλεψή του. Μπορούσε να σταθεί αρχηγός, μπροστάρης, χωρίς άλλο χέρι να τον σιγοντάρει.
Ο Γιώργης, κάθε φορά που γιόρταζε η χάρη Της, στο Γεννέθλιο, στα Εισόδια, στον Ευαγγελισμό, στην Κοίμησή Της, ζύμωνε το καλύτερο πρόσφορο με το πιο αφράτο αλεύρι, έβαζε την σφραγίδα με προσοχή μην του κολλήσει, το έψηνε μόνο του στον φούρνο, όχι μαζί με τα άλλα ψωμιά, και το πήγαινε την παραμονή στην εκκλησία με τα ονόματα γραμμένα σε ένα κιτρινισμένο χαρτί. Υπέρ υγείας, με πρώτο όνομα εκείνο της μάνας του, όσο εκείνη ζούσε και υπέρ αναπαύσεως με πρώτο το όνομα του κυρ – Πέτρου. Αυτός ο άνθρωπος τον είχε πάρει ψυχοπαίδι από τα μικρά του όταν έχασε τον πατέρα του. Τι να έκανε ο Γιώργης; Έπρεπε να βγει έξω να δουλέψει, να βοηθήσει την μάνα του. Ο κυρ-Πέτρος στην αρχή είχε αρνηθεί να τον αναλάβει: άσε το παιδί κυρά να πάει σχολείο, να μορφωθεί, να γίνει καλύτερος από μας.
Η μάνα όμως επέμενε: πάρτον καλέ μου άνθρωπε, έχω άλλες δύο κόρες πίσω, άντρας δεν υπάρχει, μην πεινάσουμε όλοι, ψυχικό θα κάνεις.
Ο φούρναρης δεν είχε καρδιά από ατσάλι, τον πήρε για βοηθό του και μετά του άφησε τον φούρνο κληρονομιά σαν άκληρος που ήταν.
Έμαθε πολλά ο Γιώργης κοντά του, το σπουδαιότερο ήταν ότι αγάπησε την δουλειά.
-Άμα δεν αγαπάς αυτό που κάνεις, αλίμονό σου, του λέγε ο κυρ Πέτρος. Το ψωμί θέλει ιδρώτα, μεράκι και αγάπη. Είναι τέχνη.
Όσο περνούσε ο καιρός, δίπλα στον φούρναρη ο νεαρός γινόταν μάρτυρας ενός περίεργου φαινομένου. Κάθε φορά που έπρεπε να ζυμωθούν τα πρόσφορα, παραμονή της γιορτής της Υπαπαντής, ο Πέτρος άκουγε περίεργους θορύβους, σαν να ερχόταν κάποιος απ’ έξω, μέσα στην νύχτα και του χτυπούσε την πόρτα εκείνη την ώρα. Τι κι αν την άνοιγε, κανείς δεν στέκονταν στο κατώφλι. Άλλοτε πάλι άκουγε και φωνές, τρομακτικές σαν να τις έφερνε δυνατά ο αέρας από την καρδιά του δάσους και τις χτυπούσε βίαια στο ξύλο της πόρτας. Συχνά το ζυμάρι γινόταν κόκκινο σαν να το είχε ραντίσει κάποιο χέρι με πορφυρό χρώμα. Ελάχιστες φορές το πρόσφορο ήταν έτοιμο για την εκκλησία.
Ο άντρας σκιαζόταν κάθε φορά, αλλά δεν τόλμαγε να πάει να βρει τον παπά, να του πει ολα τα κρυφά του. Αυτός θα είχε να τον συμβουλέψει, γιατί φοβόταν την συμβουλή, την απάντηση και φυσικά το επίτιμιο. Γιατί κατά βάθος ήξερε την αιτία.
Πριν χρόνια, μετά το τέλος του πολέμου, στον εμφύλιο, ειχε βρεθεί στην πόρτα του ένας ξένος, ένας εχθρός. Ήταν λαβωμένος, ματωμένος. Απο την ταλαιπωρία τα μάγουλά του είχαν μπει μέσα, τα μάτια του κίτρινα από τον πυρετό. Είχε γίνει ένα, η σάρκα με τα κόκαλα.
Σε λίγες μέρες ξημέρωνε η γιορτή της Υπαπαντής, όπως τώρα. Ο κυρ – Πέτρος ήταν μέσα στον φούρνο, η νύχτα προχωρούσε αργά ακόμη. Ήταν γύρω στις τρεις. Μόνος αυτός και το λιγοστό αλεύρι που του είχε μείνει. Λίγο πριν ξεκινήσει το ζύμωμα άκουσε έναν θόρυβο απ’ έξω. Σαν εκείνο που κάνει το πληγωμένο ζώο που πεινάει και γρατζουνάει την πόρτα απελπισμένο. Προχώρησε με φόβο, έβαλε το αυτί να αφουγκραστεί καλύτερα και άκουσε τα βογκητά του ξένου. Έκανε κρύο τρομερό, είχε πιάσει ο χιονιάς στα μέρη του από νωρίς εκείνον τον χειμώνα, τα ξύλα λιγοστά για να ζεσταθεί ο κόσμος. Άνοιξε την πόρτα και τον είδε πεσμένο στο κατώφλι του. Αναγνώρισε την στολή του, ήταν εχθρός, ένας αριστερός. Τέλος! Αρκετά είχαν υποφέρει από δαύτους. Τα παιδιά της αδελφής του τα είχαν αρπάξει κρυφά, με το στανιό, πριν λίγους μήνες. Άγνωστο αν θα τα ξαναέβλεπαν ποτέ. Πού τα πήγαν, σε ποια χώρα μακρινή, κανείς δεν έμαθε ποτέ. Και τώρα εκείνος βρέθηκε μπροστά σε ένα ηθικό δίλημμα. Να τον βάλει μέσα, να τον περιθάλψει ή να τον αφήσει να πεθάνει στο κρύο σαν το σκυλί;
Η μικρή φωνή που λέγεται συνείδηση, του έλεγε να του απλώσει το χέρι χωρίς ενδοιασμούς, από την άλλη, η φωνή του εγωισμού, της απονιάς, του φώναζε: Άστον τον άτιμο, να πεθάνει όπως του αξίζει, εσάς ποιός σας σκέφτηκε; Αυτή την μάνα των παιδιών που χάθηκαν ποιός θα την παρηγορήσει;
Δυστυχώς επικράτησε η δεύτερη φωνή, ο Πέτρος έγινε ένα με τους άλλους φονιάδες.
Από εκείνο το βράδυ όλα άλλαξαν. Οταν πλησίαζε η γιορτή στις αρχές του Φεβρουαρίου, ο φούρναρης ζούσε έναν εφιάλτη. Έβαζε μπρος να ζυμώσει, τι ψωμί, τι πρόσφορα, αδύνατο! Σαν να υπήρχε ένα χέρι που τον εμπόδιζε. Λίγες ήταν οι φορές που τα κατάφερνε. Ίδρωνε μέσα στο καταχείμωνο, έβγαζε τα ρούχα του να ξαλαφρώσει, τίποτα δεν γινόταν. Ο μικρός βοηθός του πρότεινε τότε να αναλάβει εκείνος όλη την δουλειά αυτές τις μέρες.
-Δεν πειράζει αφεντικό, άσε με τα πιάσω στα χέρια το ζυμάρι, εσύ μόνο να καθίσεις εκεί δίπλα μου να με καθοδηγείς.
Έτσι κι έγινε. Ο Γιώργης πριν ξεκινήσει όποια δουλειά, το είχε συνήθειο να κάνει τον σταυρό του πριν,μια φορά στο στήθος του και μια πάνω από το ζυμάρι. Έτσι είχε μάθει από την μάνα του. Δεν αλλάζουν αυτά. Ο φούρναρης τον κοιτούσε προσεκτικά. Μωρέ ένας τόσο μικρός άνθρωπος να κρύβει τόση σοφία; Μπράβο του.
Κανένα λάθος δεν έγινε, καμία φωνή δεν ακούστηκε, κανένα χέρι δεν τον εμπόδισε. Όλα πήγαν ρολόι. Και το ζυμάρι πέτυχε, και τα ψωμιά ψήθηκαν σωστά μα το σημαντικότερο ήταν τα πρόσφορα.
Άλλο πάλι και τούτο, σκέφτηκε ο κυρ-Πέτρος. Θα έτυχε, είναι δυνατόν ένας σταυρός να κάνει τέτοια θαύματα;
-Είδες αφεντικό τι εύκολο που ήταν; Νομίζω οτι ήρθε η ώρα να ξεκουραστείς κι εσύ. Άσε με στο πόδι σου, αν θες, εσύ θα κάθεσαι δίπλα μου να με καθοδηγείς και όλα θα πάνε κατ ευχήν. Με την βοήθεια του Θεού θα τα καταφέρουμε.
Δεν ήταν άθεος ο Πέτρος, αντιθέτως είχε σέβας στον Κύριο. Αλλά και το άδικο δεν το σήκωνε, αρκετά είχαν υποφέρει στα μέρη του, μια οι Ιταλοί, μετά οι Γερμανοί, και τώρα τα αδέλφια, άνθρωποι με το ίδιο αίμα στις φλέβες, να στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου. Δεν το σήκωνε η ψυχή του. Όμως οι τύψεις τον βασάνιζαν, λίγες φορές είχε κοιμηθεί καλά. Η εικόνα αυτού του άντρα ερχόταν στα μάτια του. Τον έβλεπε ξαπλωμένο, με τα ματωμένα του ρούχα να του χτυπάει την πόρτα. Όσο και να προσπαθούσε να την διώξει, μάταιος κόπος. Και από την άλλη έβλεπε την αδελφή του να μαραζώνει από τον καημό των παιδιών της. Μα ποιός είμαι εγώ να τα βάλω με την δικαιοσύνη; σκέφτηκε μετά από την ημέρα που ο Γιώργης στάθηκε στο πόδι του.
Δεν πέρασε λίγος καιρός και κίνησε για την εκκλησία. Στάθηκε κάτω από το πετραχίλι και τα είπε όλα. Τα δάκρυα ασταμάτητα, τα αναφυλητά βαθιά. Μπήκε σαν να είχε μια πέτρα στα πόδια και βγήκε πετώντας. Από εκείνη την ημέρα όλα άλλαξαν. Και αυτό το όφειλε στον νεαρό άντρα.
Τα χρόνια πέρασαν, ο κυρ – Πέτρος λίγο πριν πεθάνει εκμηστηρεύτηκε και στο Γιώργη το μυστικό του, με ανάλαφρη την καρδιά του πέταξε προς τα ουράνια λίγες μέρες μετά. Έμεινε ο φούρνος με τον Γιώργη αφεντικό.
Οι δουλειές πήγαιναν καλά, στην αρχή τον δούλευε μόνος, όσο περνούσε ο καιρός πήρε στην δούλεψή του και δύο βοηθούς. Δύο νεαρά παιδιά που του θύμιζαν τα νιάτα του.
Ο Γιώργης παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια, η ζωή του κυλούσε απλά. Κάθε χρόνο όταν πλησίαζε η γιορτή της Υπαπαντής έβαζε τα δυνατά του, τον καλύτερο του εαυτό. Εκείνο το πρωινό σαν να άκουσε έναν θόρυβο στην πόρτα, ένα χτύπημα, ένα φτερούγισμα. Κίνησε προς τα έξω και τότε βίωσε ένα άλλο θαύμα, σαν να βρισκόταν μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, σαν να είδε έναν άγγελο να του αφήνει ένα πρόσφορο με την ωραιότερη σφραγίδα που είχε δει ποτέ του. Δίπλα ένα χαρτί με δύο ονόματα γραμμένα. Εκείνο του Πέτρου και το άλλο του Μάρκου του νεαρού που είχε βρεθεί στο κατώφλι του λαβωμένος και ματωμένος. Σαν να έβαζε ο Θεός την σφραγίδα του, ότι και οι δύο ψυχές είχαν βρει την γαλήνη εκεί ψηλά.
Ο Γιώργης κατάλαβε και από τότε μνημονεύει και τους δύο αφού δεν είχαν δική τους οικογένεια. Ακόμα και σήμερα ο φούρνος ακολουθεί πιστά την παράδοση, καλοζυμωμένο και ψημένο ψωμί στα ξύλα, παραδοσιακές τυρόπιτες και φυσικά πρόσφορο για την Χαρη Της, για ευλογία και συγχώρεση.
Δήμητρα Καμπόλη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
