Αρχοντία – Μέρος 1ο

Νύχτα γέννησε, δεκαέξι χρόνων κορίτσι μέσα στον στάβλο ενός αρχοντόσπιτου. Ώρες ολόκληρες περπατούσε μέσα στο μαύρο σκοτάδι και βαστούσε την κοιλιά της. Το είχε καταλάβει ότι είχε φτάσει η ώρα να γεννήσει από τα νερά που έτρεξαν ανάμεσα στα πόδια της.

Ορφανή δεν ήταν η Αρχοντία, το είχε σκάσει από το σπίτι της μη την σκοτώσουν οι δικοί της.

Τις φωνές της άκουσαν και βγήκαν τρέχοντας η κυρία του σπιτιού με τον γιο της, τον Μάρκο. Την βρήκαν να γεννά ανάμεσα στα ζώα τους. Στάθηκαν δίπλα της όλο το βράδυ. Φέρανε καθαρά πανιά και καυτό νερό. Στην ηλικία της ήταν ο νεαρός που έπιασε πρώτος το παιδί στην αγκαλιά του. Ταράχτηκε από την όψη του μωρού μα του ‘πε η μάνα του ότι έτσι είναι τα νεογέννητα. Πήραν το κορίτσι με το μωρό μέσα στο σπίτι εκείνο το βράδυ. Από εκεί δεν έφυγε ποτέ ξανά.

Δεν περίμενε να την έχουν στα πούπουλα. Μια ξένη ήταν, μια άγνωστη. Δεν περίμενε κανείς να την βοηθήσει από την καλή του την καρδιά. Θα δούλευε σκληρά. Θα τους το ξεπλήρωνε. Να μην χρωστά σε κανέναν. Και δούλευε η Αρχοντία πρωί και βράδυ και έτρεχε ταυτόχρονα να βυζάξει το μωρό και δεν σταματούσε καθόλου ούτε όταν δεν την βαστούσαν άλλο τα πόδια της. Η κυρία του σπιτιού ήταν αυστηρή, τα ήθελε όλα στην εντέλεια. Να λάμπουν τα κρύσταλλα και τα ασημικά. Να μην βλέπει ούτε μια δαχτυλιά στα ποτήρια. Να μην έχουν ζάρες τα σεντόνια, να είναι καλά τεντωμένα. Να είναι πάντα σκουπισμένη η αυλή, να μην υπάρχει φύλλο χάμω. Να αστράφτει το πάτωμα, να το περνά δύο φορές με το πανί. Ευτυχώς που υπήρχε και ο Μάρκος και κρατούσε το μωρό όταν έκλαιγε. Ακόμα και όταν η κυρία έπινε και παραμιλούσε, πάλι έψαχνε να βρει μήπως είχε ξεφύγει κάτι της Αρχοντίας. Και αυτό συνέβαινε όλο και πιο συχνά πια.

Πέντε χρόνια είχαν περάσει όταν χτύπησε η πόρτα και ήταν η μάνα της. Έφτασε ως εκεί γιατί έμαθε ότι από εκεί είχε περάσει η κόρη της και ήθελε να πάρει τον βαφτιστικό σταυρό που φορούσε στον λαιμό το βράδυ που έφυγε από το σπίτι.

«Μαζί με τον σταυρό την θάψαμε», είπε η κυρία και της έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.

Για πεθαμένη την είχαν τόσο καιρό. Ούτως ή άλλως για σκότωμα την είχε η μάνα της. Φρόντισε η κυρία του σπιτιού να βγάλει την φήμη. Δεν ήθελε να χάσει την παραδουλεύτρα. Πού θα έβρισκε άλλη να της δουλεύει τζάμπα.

Η μάνα της παραξενεύτηκε γιατί ήξερε ότι τους νεκρούς δεν τους θάβεις με τα χρυσαφικά τους. Αλλά τι ανάγκη είχε αυτή η πλούσια να κλέψει τον σταυρό; Έφυγε γιατί δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο μεγάλο σπίτι τα έβαλε με την μοίρα της. Άλλοι ζούσαν σε παλάτια και άλλοι σε καλύβια. Αν δεν το είχε σκάσει η Αρχοντία από το σπίτι, θα την είχαν παντρέψει με τον γέρο που έβαλαν να την γκαστρώσει. Λεφτά με ουρά είχε αυτός και θα έκαναν όλοι την τύχη τους. Μα από μικρή ξεροκέφαλη ήταν. Ήθελε να έχει γνώμη κορίτσι πράμα. Ούτε την οικογένειά της σκέφτηκε, ούτε κανέναν. Και τι κατάλαβε, το έφαγε το κεφάλι της. Αυτά σκεφτόταν η μάνα της, έφτυσε το χώμα και εξαφανίστηκε.

CC

Συνεχίζεται…

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading