Πηνελόπη μου

Άχρηστη ήταν το όνομα της αφού μόνο έτσι την φώναζαν μέσα σε αυτό το σπίτι. Η Πηνελόπη ήταν παντρεμένη με έναν καλόκαρδο μα αφελή άντρα που η οικογένειά του τον εκμεταλλευόταν. Εκείνος ποτέ δεν σήκωσε ανάστημα. Όταν έκαναν τα ίδια και στην γυναίκα του, ποτέ δεν την υπερασπίστηκε.

Το μικρότερο παιδί ήταν ο Θανάσης και μπορεί η καρδιά του να ήταν χρυσή, μα δεν άκουγε πώς έκλαιγε η ψυχή της γυναίκας του. Τα υπόλοιπα αδέρφια του, τρία μεγαλύτερα αγόρια, ήταν όλοι τεμπέληδες που ζούσαν από τον κόπο της μάνας και του μικρού τους αδερφού. Έτσι τα ήθελε τα αγόρια της αυτή η μάνα. Να μην κουνάνε ούτε το μικρό τους δαχτυλάκι. Ο Θανάσης στα χωράφια, στα ζώα, σε όλες τις δουλειές. Σαν να είχε ξεχάσει η μάνα του ότι και αυτόν τον γέννησε. Λες και της χρωστούσε καμία χάρη.

Ετοιμόγεννη ήταν όταν την παράτησε ο άντρας της και ποτέ δεν παραδέχτηκε πόσο την επηρέασε αυτό. Μόνη της με τέσσερα αγόρια να είναι ο πατέρας του σπιτιού γιατί μάνα ξέχασε πώς να είναι.

Όταν ο Θανάσης έφερε σπίτι την Πηνελόπη, οι αδερφοί του έμειναν άφωνοι από την ομορφιά της. Μόνο η Ξανθή κοιτούσε ανέκφραστη το κορίτσι. Δεν μίλησε ώσπου άκουσε πως ήταν ορφανή. Εκεί γέλασε τόσο που είχε χρόνια να γελάσει. Τι να την κάνουν την ορφανή, χωρίς προίκα, να έχουν ακόμα ένα στόμα να ταΐσουν; Στα χέρια της η κοπέλα κρατούσε μια πίτα, σπιτική, με χόρτα που είχε μαζέψει από το χωριό της. Κάτω από την πετσέτα που είχε μουλιάσει από την ζεστασιά κρύβονταν όλα τα αρώματα της νοστιμιάς της. Όταν ξεσκέπασε την πίτα και απλώθηκε η μυρωδιά της, όρμισαν σαν νηστικοί οι γιοι της Ξανθής. Τόσο ντράπηκε που αναγκάστηκε να τους κάνει παρατήρηση μπροστά στην ξένη να τρώνε πιο αργά να μην πνιγούν. Και αυτό δεν θα το ξεχνούσε ποτέ γιατί θα της το θύμιζε ο εγωισμός της.

Η πίτα αυτή ήταν η αιτία και δέχθηκαν για νύφη τους την Πηνελόπη. Αυτήν την πίτα υποχρεώθηκε να την φτιάχνει μέρα παρά μέρα και όταν δεν είχε αρκετά χόρτα στο βουνό, έπρεπε να πάει όσο μακριά γινόταν για να βρει. Και να ήταν αυτό το μόνο της βάσανο…

Τόσα πολλά ήταν τα μαρτύριά της μέσα σε εκείνο το σπίτι, που κόντεψε να ξεχάσει και το όνομά της. Άχρηστη την λέγανε πια, έτσι την φώναζαν. Και ο Θανάσης το μόνο που έκανε ήταν να σκύβει το κεφάλι γιατί έτσι του είχαν μάθει να κάνει. Να υπακούει, να ταπεινώνεται, να μην αντιμιλά. Γιατί από μικρό παιδί του είπαν ότι σαν άνθρωπος δεν είχε καμία αξία. Και εκείνος το πίστεψε τόσο βαθιά που έγινε κομμάτι του εαυτού του και δεν μπορούσε να το ξεριζώσει από μέσα του.

Πού να σηκώσει τα μάτια και να κοιτάξει μια κοπέλα σαν την Πηνελόπη; Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε και αγάπησε την γαλήνη που είδε στα μάτια του. Δεν ήξερε ότι μέσα στην καρδιά του ζούσε μια κόλαση που τον έτρωγε σιγά σιγά. Δεν ήξερε την οικογένεια που βρισκόταν πίσω του. Αν θα τον διάλεγε και πάλι μόνο εκείνη το ξέρει. Ίσως και να το έκανε γιατί μόνο εκείνη μπορούσε να τον λυτρώσει.

Χέρι πάνω της δεν άπλωσε ποτέ κανείς. Παραδόξως, δεν τους άφηνε η Ξανθή. Δεν ήθελε να μολυνθούν οι γιοι της. Για σκλάβα όμως την είχαν και δεν την άφηναν να πάρει ανάσα. Χρόνια ολόκληρα εκείνη κρατούσε το σπίτι με τον Θανάση. Γιατί κάποια στιγμή η μάνα του δεν μπορούσε πια να εργάζεται και αναγκάστηκε να πέσει στο κρεβάτι. Και τόσο το μισούσε να είναι καθηλωμένη και να μην δουλεύει, που έγινε ακόμα χειρότερη από πριν. Ώσπου κάποια στιγμή, δεν άντεξε άλλο η Πηνελόπη αυτήν την αρρωστημένη κατάσταση. Όσο κι αν προσπάθησαν να την τρελάνουν και αυτήν, δεν κατάφεραν να σκοτώσουν την ψυχή της. Επωφελήθηκε από το γεγονός ότι η πεθερά της ήταν ανήμπορη πια. Και σήκωσε το κεφάλι και γκρέμισε ό,τι υπήρχε γύρω της για να το χτίσει ξανά όπως εκείνη ήθελε.

Σταμάτησε να καθαρίζει το σπίτι, να κάνει πίτες, ψωμιά, φαγητά μεσημέρι και βράδυ. Σταμάτησε μέχρι και να φροντίζει την πεθερά της. Ο Θανάσης πήγαινε στα χωράφια και στα ζώα μόνος του. Του είχε μιλήσει η Πηνελόπη και τον είχε πείσει. Δεν ήταν και δύσκολο να πείσεις έναν άνθρωπο σαν αυτόν. Μόνο που τώρα θα το έκανε για το καλό του. Λίγες μέρες άντεξαν οι γιοι της Ξανθής και έπεσαν στα πόδια της Πηνελόπης να τους βοηθήσει. Δίπλα της ο Θανάσης στεκότανε με το κεφάλι ψηλά για πρώτη φορά στην ζωή του.

Έτσι, οι τρεις τεμπέληδες σηκώθηκαν και δούλεψαν και πρόσφεραν στο σπίτι και στην μάνα τους που τους έμαθε η Πηνελόπη πώς να την φροντίζουν. Και όλοι μαζί πια σήκωναν το σπίτι στις πλάτες τους. Και τον Θανάση δεν τον έλεγαν πια χαζό και την Πηνελόπη άχρηστη. Κυρία την φώναζαν, έτσι το ήθελε η ίδια και στον αδερφό τους μιλούσαν με σεβασμό γιατί ήταν πια αυτός ο αρχηγός τους σπιτιού. Εκείνος ήξερε τις βαριές δουλειές και εκείνοι τον ακολουθούσαν ως βοηθοί του.

Δεν είχαν παντρευτεί ως τότε γιατί καμιά δεν ήθελε να τους πάρει. Κι ας έλεγε η μάνα τους ότι εκείνη δεν τους έδινε γιατί καμιά δεν ήταν άξια. Πώς να παραδεχτεί ότι μεγάλωσε καλύτερα τα ζώα από τους γιους της; Τα κατάφερε όμως η Πηνελόπη και τους έβαλε σε σειρά, με αγάπη και υπομονή το κατάφερε. Κάποιες φορές τους χτυπούσε στο φιλότιμο. Άλλες φορές αγανακτούσε. Και κάποιες άλλες τους κρατούσε το χέρι σαν να ήταν τα παιδιά της και αυτή η μάνα τους. Και τα κατάφερε και τους έκανε σωστούς άντρες και τους πάντρεψε και τους τρεις.

Η Ξανθή όλα τα έβλεπε, όλα τα άκουγε, όλα τα μάθαινε και ας ήταν ετοιμοθάνατη σε ένα κρεβάτι.

«Πηνελόπη μου… Είσαι όσα εγώ δεν κατάφερα ποτέ να γίνω». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια της Ξανθής.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading