Η Ειρήνη μπήκε στο νεκροταφείο με μια αγκαλιά λουλούδια. Βάδιζε όσο γρήγορα της επέτρεπε το σώμα της. Της φάνηκε ότι άκουσε κλάμα παιδιού. Περνούσε ανάμεσα από τα μνήματα μέχρι να φτάσει στο δικό της. Γιατί εκεί θα έμπαινε και αυτή όταν ερχόταν η ώρα, για να είναι μαζί με τον άντρα της. Μαζί με τον αγαπημένο της.
Στα εξήντα της, ένιωθε εκατό χρονών. Είχε παχύνει, είχε βαρύνει και είχε κουραστεί. Είχε κουραστεί να είναι χωρίς εκείνον, μόνη και μοναχή. Ζούσε κάθε μέρα σαν να ήταν η προηγούμενη. Κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια σαν ένα τελετουργικό που δεν είχε τελειωμό. Το τέλος θα ήταν όταν θα πήγαινε εκεί που ήταν ο άντρας της. Είχε παραιτηθεί από την ζωή.
Το κλάμα ακούστηκε ξανά. Στάθηκε μπροστά στον τάφο του άντρα της. Δεν είχε πολλά νέα να του πει πια. Αναμασούσε τα ίδια λόγια και αναπολούσε τις ίδιες αναμνήσεις. Ξανά και ξανά. Έβαλε τα λουλούδια στο βάζο και λάδι στο καντήλι. Ίσως αν περνούσε εκείνο το απόγευμα ο παπάς να του ζητούσε να κάνει ένα τρισάγιο στον τάφο. Ή να σταθεί δύο λεπτά για να του μιλήσει. Έπρεπε πρώτα να καθαρίσει. Τα πεντακάθαρα μάρμαρα. Αυτά που πλάκωναν την καρδιά της.
Γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε το απέραντο νεκροταφείο. Δεν έβλεπε τίποτα μα άκουγε καλά. Κάποιο παιδί εκεί μέσα έκλαιγε. Και δεν το σταματούσε κανένας γονιός. Δεν το αγκάλιαζε κανείς να το παρηγορήσει. Θρηνούσε και το έκανε φανερά. Ο λυγμός του είχε σκεπάσει κάθε τάφο σαν να ταξίδευε να παρηγορήσει κάθε πεθαμένο. Έκανε μερικά βήματα μπροστά. Σαν να την τραβούσε το σχοινί της δυστυχίας του. Για να φτάσει κοντά του. Για να το δει.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε το παιδί.
Εκείνο δεν απάντησε. Είχε αγκαλιάσει την μάνα του. Την φωτογραφία της. Γιατί μόνο αυτό είχε πια από εκείνη. Είχε πολλά να της πει. Είχε όλη τη ζωή μπροστά του να της μιλάει. Μια ζωή που θα ζούσε χωρίς εκείνη. Στα δέκα του χρόνια, στην πιο τρυφερή του ηλικία, έπρεπε να ζήσει χωρίς το πιο αγαπημένο του πρόσωπο.
«Είσαι μόνος σου εδώ;» ρώτησε η Ειρήνη, μα πάλι δεν πήρε απάντηση.
Είδε από μακριά να φτάνει απότομα ένα αυτοκίνητο και έναν άντρα να βγαίνει αφήνοντας τις πόρτες ανοιχτές.
«Σε βρήκε, μικρέ!», υπέθεσε σωστά.
«Γιάννη! Μα τω Θεώ! Πάλι τα ίδια! Πάλι εδώ!» άρχισε να παραληρεί ο πατέρας του και τον τράβηξε από το μανίκι και τον έχωσε στην αγκαλιά του.
Αυτός ο άντρας έπρεπε να στέκει όρθιος ενώ ήθελε να πέσει και να γονατίσει. Έπρεπε να μην κλαίει ενώ ούρλιαζε μέσα του. Να καθησυχάζει ενώ είναι τρομοκρατημένος. Να αγκαλιάζει και να αγαπά με μια μισή καρδιά.
«Να της ανάψουμε το καντήλι;» ρώτησε ο Γιάννης τον μπαμπά του.
Εκείνος έγνεψε καταφατικά. Κοίταξε την γυναίκα. Της χαμογέλασε διστακτικά. Και εκείνη το ίδιο. Τι να σκεφτόταν άραγε; Τι να είχε υποθέσει αυτή η γυναίκα; Πόση ώρα να ήταν εκεί μαζί του; Τι να είχε πει στον γιο του; Για να ήταν εκεί, μάλλον ήξερε τον πόνο τους. Αυτή ήταν η ανακούφισή του.
«Δεν έχουμε άλλο λάδι. Πάω να αγοράσω», είπε ο μπαμπάς του.
«Έχω εγώ. Αν θέλετε», προσφέρθηκε η Ειρήνη.
«Όχι. Δεν ξέρω. Είναι σωστό;»
«Γιατί όχι;»
«Είναι για το δικό σας καντήλι».
«Δεν είναι μόνο το λάδι που κάνει το καντήλι. Ίσως έτσι έχει περισσότερη αξία»
«Εντάξει. Σας ευχαριστώ. Είμαι ο Μάνος. Ο μπαμπάς του Γιάννη».
«Ειρήνη», είπε και έκανε μεταστροφή να πάει να φέρει το λάδι.
Μα τι ήθελε τώρα να πιάσει κουβέντα μαζί τους; Δεν ήθελε να μιλάει σε άνθρωπο. Τώρα έπρεπε να πάει ξανά εκεί. Μάλωνε τον εαυτό της. Πήρε το λάδι και επέστρεψε. Κοίταξε την φωτογραφία στο μνήμα.
«Ήταν πολύ νέα», της ξέφυγε.
Γιατί το είπε αυτό; Δεν ήθελε να ανοίξει πάλι κουβέντα. Ήθελε να δώσει μόνο το λάδι και να φύγει. Να γυρίσει στον άντρα της. Η Ειρήνη είδε τα πρόσωπά τους που συννέφιασαν πάλι. Φυσικά και το ήξεραν ότι ήταν νέα. Αυτό τους είχε πονέσει περισσότερο. Τι ήθελε να το πει; Με μια κουβέντα τους θύμισε πόσα χρόνια έχασαν μαζί της. Πόσες στιγμές με χαρές και γέλια και πίκρες που η μαμά θα τις έκανε να φαίνονται γλυκές σαν πετιμέζι. Γιατί αυτό κάνουν οι μαμάδες.
Ο μικρός Γιάννης συνέχισε να το σκάει από το σπίτι του και να πηγαίνει κρυφά στον τάφο της μαμάς του. Και κάθε φορά έφτανε εκεί αλαφιασμένος ο πατέρας του. Και έβρισκε τον γιο του να κάθεται πλάι στο μνήμα. Και την Ειρήνη να στέκει όρθια από πάνω του και να τον ορμηνεύει. Κατάλαβε ότι ήταν μάταιο. Δεν μπορούσε να εμποδίσει την καρδιά του παιδιού που θέλει να είναι κοντά στην μαμά του.
«Μένω κοντά σας. Θα τον παίρνω εγώ και θα ερχόμαστε μαζί», πρότεινε η Ειρήνη μόλις άκουσε πού μένουν.
Αμέσως μετάνιωσε με τους μπελάδες που έβαλε πάνω στο κεφάλι της. Θα άλλαζε όλη η καθημερινότητά της. Αυτή η ίδια, σταθερή πορεία που είχε χαράξει στην ζωή της και είχε επιβάλει στον εαυτό της να ζει. Θα έπρεπε να ανοίξει το χέρι της και να κρατά ένα άγνωστο παιδί, ένα ορφανό από μάνα αγόρι, που είχε τον ίδιο πόνο με εκείνη. Δύο ραγισμένες καρδιές θα ήταν που θα περνούσαν χέρι χέρι τον δρόμο.
«Γιατί πέθανε;»
Αυτό την ρωτούσε κάθε φορά ο μικρός. Γιατί; Αυτό το γιατί που βασανίζει τόσους ανθρώπους. Αυτό το γιατί που πάντα έχει απάντηση, αλλά πάντα είναι δύσκολο να την ξέρουμε. Επειδή η απάντηση στο γιατί, ξεσκίζει τα σωθικά. Η απάντηση στο γιατί, έρχεται μόνο και εάν είσαι έτοιμος. Κάποιες φορές σαν κομμάτια ενός παζλ που σιγά σιγά τα βάζεις στη θέση τους. Και αποκαλύπτεται μπροστά σου η αλήθεια. Και άλλες φορές η απάντηση έρχεται από εκεί που δεν το περιμένεις. Και όταν την δεις ξαφνικά, καταλαβαίνεις πολλά περισσότερα από όσα περίμενες.
Εκείνο το απόγευμα, η Ειρήνη και ο μικρός Γιάννης έφτασαν νωρίτερα από ό,τι συνήθως. Σαν να έπρεπε να είναι εκεί και να δουν την κηδεία. Χτύπησε η καμπάνα πένθιμα στο μικρό εκκλησάκι. Ξαφνικά σήκωσαν το κεφάλι και κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Έφτασε και ο μπαμπάς του, νωρίτερα και εκείνος από ό,τι υπολόγιζε. Σαν να έπρεπε να είναι εκεί μαζί τους εκείνη τη στιγμή.
Μόλις τελείωσε η ακολουθία, είδαν έναν άντρα να στέκεται πίσω πίσω όσο γινόταν η ταφή. Δεν τολμούσε να πλησιάσει. Δεν άντεχε να δει. Κρατούσε αγκαλιά τον γιο του. Ένα αγοράκι πέντε ετών. Δύο γυναίκες τους πλησίασαν. Η μία πήρε τον μικρό από την αγκαλιά του και μπήκε ξανά μέσα στην εκκλησία. Η άλλη έμεινε πλάι του και τον στήριζε από το μπράτσο. Η πρώτη ήταν η μάνα του και η δεύτερη η πεθερά του. Άνθρωποι σακατεμένοι από τον πόνο. Άνθρωποι στην χειρότερη μέρα της ζωής τους.
Ο Γιάννης κοίταξε κλεφτά το μικρό αγόρι. Είχε τα μισά του χρόνια. Είχε ζήσει τα μισά από ό,τι εκείνος με την δική του μαμά. Έψαξε και έπιασε το χέρι του πατέρα του. Το κράτησε σφιχτά. Ένιωσε την καρδιά του να πονάει. Από τον πόνο της συμφιλίωσης με το τραύμα της ψυχής.
«Θα την ξαναδώ;»
Η Ειρήνη ξαφνιάστηκε με αυτήν την ερώτηση. Ήταν μια ερώτηση για τον μπαμπά του, όχι για εκείνη. Και όμως την διάλεξε για να του απαντήσει στην πιο δύσκολη ερώτηση. Σε μια ερώτηση που μοιάζει με το πιο καλά κρυμμένο μυστικό της ζωής.
«Φυσικά και θα την ξαναδείς».
Η απάντησή της τον έβαλε σε σκέψεις. Ήταν αυτό που ήθελε να ακούσει. Αλλά έπρεπε να ξέρει αν πραγματικά το εννοούσε. Ένιωθε έτοιμος να μάθει την αλήθεια.
«Πού το ξέρεις;» την ρώτησε με την παιδική του φωνή, μα με την λογική των μεγάλων. Εκείνη την λογική που θέλει αποδείξεις για να πειστεί. Που θέλει κάτι παραπάνω για να ανακουφιστεί.
«Το ξέρω επειδή έκλαιγες πάνω στο καντήλι της»
«Θα την ξαναδώ», είπε ο μικρός χωρίς ερωτηματικό αυτή τη φορά.
«Ναι. Γιατί το δάκρυ στο καντήλι είναι προσευχή. Μια προσευχή που γίνεται γέφυρα και ενώνει την γη με τον ουρανό. Δυνατή σαν αίμα. Δυνατή σαν θυσία. Το δάκρυ στο καντήλι είναι υπόσχεση. Ταξιδεύει στον αιώνα. Μέχρι να συναντηθούμε ξανά μαζί τους»
CC
