Το χειροκρότημα στο σκοτάδι

Το παλιό θέατρο στεκόταν στην άκρη της πόλης σαν κουφάρι παραδομένο στον χρόνο. Η πρόσοψή του είχε ραγίσει από την υγρασία, τα μάρμαρα είχαν μαυρίσει και οι σπασμένες αφίσες που κρέμονταν ακόμη στις βιτρίνες έμοιαζαν με ξεφτισμένα δέρματα νεκρών παραστάσεων. Κανείς δεν περνούσε από εκεί μετά τη δύση του ήλιου. Τα βράδια, όταν ο αέρας έπεφτε και οι δρόμοι άδειαζαν, κάποιοι ορκίζονταν πως από μέσα ακούγονταν βήματα, λες και κάποιος χόρευε ακόμη.

Η Ελιάννα είχε ακούσει την ιστορία πρώτη φορά από τη γιαγιά της, όταν ήταν παιδί. Μια μπαλαρίνα, έλεγε, είχε πεθάνει εκεί πάνω στη σκηνή πριν από πολλές δεκαετίες. Δεν έδωσε ποτέ την τελευταία της υπόκλιση.

Η Ελιάννα είχε σταθεί πολλές φορές απέναντί του, κοιτάζοντας τα σκοτεινά του παράθυρα. Οι ιστορίες αυτές δεν την άγγιζαν. Ο χορός είχε γίνει η μόνη γλώσσα που καταλάβαινε αληθινά. Φανταζόταν τον εαυτό της να λικνίζεται πάνω στη σκηνή και το κοινό να σηκώνεται όρθιο για χάρη της. Όμως κάθε αποτυχημένη οντισιόν έσπρωχνε το όνειρο λίγο βαθύτερα μέσα της, ώσπου άρχισε να φοβάται πως ίσως να μην ξυπνούσε ποτέ. Ήθελε να σταθεί πάνω σε μια πραγματική σκηνή, έστω και για μία φορά.

Τον τελευταίο μήνα ξυπνούσε κάθε βράδυ ακούγοντας στο μυαλό της την ίδια μελωδία, ένα βαλς αργό, πένθιμο, που δεν ήξερε από πού ερχόταν.

Ένα βράδυ δεν άντεξε άλλο.

Στάθηκε μπροστά στη σκουριασμένη είσοδο, με την καρδιά της να χτυπάει γρήγορα και τα παπούτσια του χορού σφιγμένα στο στήθος σαν φυλαχτό. Είχε έρθει μόνη. Δε θα μπορούσε να εξηγήσει σε κανέναν τι ακριβώς γύρευε. Ήλπιζε πως μέσα σε εκείνο το ερείπιο είχε απομείνει κάτι από τη μαγεία της σκηνής˙ κάτι που δεν είχε σαπίσει μαζί με τις σανίδες, τα βελούδα και τα σκονισμένα θεωρεία.

Έσπρωξε την πόρτα και η μυρωδιά της μούχλας την τύλιξε αμέσως. Η μεγάλη αίθουσα απλωνόταν μπροστά της βυθισμένη σε μισοσκόταδο. Τα κόκκινα καθίσματα είχαν ξεθωριάσει σε μια βρόμικη καφέ απόχρωση. Οι πολυέλαιοι κρέμονταν ακίνητοι, ντυμένοι με ιστούς αράχνης. Η αυλαία, μισοσκισμένη, έμοιαζε με ανοιχτή πληγή.

Και τότε το άκουσε: ελαφριά, κοφτά βήματα πάνω στο ξύλο της σκηνής. Ανέβηκε αργά τα σκαλιά, κρατώντας την αναπνοή της. Η σκόνη χόρευε στον αέρα μοιάζοντας με λεπτή στάχτη. Κάθε βήμα της αντηχούσε αφύσικα δυνατά.
Και τότε την είδε. Η μπαλαρίνα χόρευε ακόμη.

Οι άλλοτε λευκές πουέντ της χάραζαν πορφυρές γραμμές πάνω στο σάπιο ξύλο, ενώ τα τσακισμένα της κόκαλα έτριζαν σε κάθε πιρουέτα, σαν ξερά κλαδιά που έσπαγαν μέσα στη νύχτα. Η φούστα της, κιτρινισμένη και σκισμένη, άνοιγε και έκλεινε γύρω από ένα σώμα τόσο λεπτό που έμοιαζε έτοιμο να θρυμματιστεί με το παραμικρό άγγιγμα. Το κεφάλι της έμενε ψηλά, περήφανο ακόμη και στον θάνατο, μα το πρόσωπό της είχε την ωχρότητα του κεριού που λιώνει. Τα μάτια της ήταν δύο βαθουλωμένες σκιές. Ολοκλήρωσε την πιρουέτα και ακινητοποιήθηκε στις μύτες των ποδιών. Για μια στιγμή ακούστηκε μόνο ο ξερός τριγμός των αρθρώσεών της.

Ύστερα γύρισε το κεφάλι. Ένα χλωμό χαμόγελο έσκισε το πρόσωπό της.

«Κουράστηκα» ψιθύρισε.

Η σκιά της απλώθηκε στο πάτωμα, ώσπου άγγιξε τα πόδια της Ελιάννας.

«Τώρα… σειρά σου να πάρεις τη θέση μου»

Η κοπέλα έκανε ένα βήμα πίσω.

«Όχι…» ψέλλισε. «Εγώ δεν ήρθα για…»

«Γιατί ήρθες, τότε;» τη διέκοψε η άλλη ήρεμα.

Η φωνή της έμοιαζε να ανεβαίνει από τις χαραμάδες της σκηνής, από τις σπασμένες θέσεις, από τα σκονισμένα θεωρεία.

Η Ελιάννα κατάπιε με δυσκολία. «Άκουγα μουσική».

Το χαμόγελο της μπαλαρίνας βάθυνε. «Κι εγώ την άκουγα. Πάντα. Από την πρώτη στιγμή».

Έκανε ένα μικρό βήμα μπροστά. Οι πουέντ της άφησαν δύο φρέσκες κόκκινες γραμμές πάνω στο ξύλο.

«Ήμουν δεκαεννέα όταν μου έδωσαν τον πρώτο ρόλο. Εκείνο το βράδυ όλο το θέατρο κοιτούσε εμένα». Το βλέμμα της χάθηκε για μια στιγμή στις άδειες θέσεις. «Νόμιζα πως αυτό ήταν η αθανασία». Άπλωσε το χέρι της. Τα δάχτυλά της ήταν λεπτά σαν αποξηραμένα κλαδιά. «Στην τελευταία στροφή, η καρδιά μου σταμάτησε». Έγειρε το κεφάλι. «Μα τα πόδια μου συνέχισαν. Ο ρυθμός δεν με άφησε ποτέ να φύγω»

Η Ελιάννα αισθάνθηκε το δέρμα της να ανατριχιάζει. «Τι θέλεις από μένα;»

«Τη συνέχεια». Η σκιά της μπαλαρίνας ανέβηκε αργά πάνω στα παπούτσια που κρατούσε η Ελιάννα και τύλιξε τις σατέν κορδέλες. «Δεν ακούνε όλοι τη μουσική» ψιθύρισε. «Μόνο εκείνες που θέλουν να χορέψουν περισσότερο απ’ όσο φοβούνται να χαθούν».

Η Ελιάννα έσφιξε τις πουέντ πιο δυνατά. Κάποτε είχε πιστέψει πως θα ζούσε για τη σκηνή. Είχε περάσει χρόνια μπροστά σε καθρέφτες, με αίμα στα δάχτυλα και πρησμένα γόνατα. Είχε μάθει να χαμογελά όταν πονούσε και να στέκεται ίσια όταν μέσα της έτρεμε. Κι όμως, ποτέ δεν ήταν αρκετή.

Κοίταξε τη νεκρή γυναίκα απέναντί της. «Αν αρνηθώ;» ρώτησε.

Η μπαλαρίνα έγειρε ελαφρά το κεφάλι. «Τότε θα φύγεις. Ίσως»

«Ίσως;»

«Κανείς δεν φεύγει αληθινά αλώβητος όταν ακούσει τη μουσική»

Η Ελιάννα έκανε πίσω, έτοιμη να φύγει. Μα τότε το βαλς αντήχησε καθαρά μέσα στο κεφάλι της, πιο δυνατό από ποτέ. Ήταν η ανάμνηση μιας ζωής που δεν είχε ζήσει: τα φώτα πάνω στη σκηνή, το χειροκρότημα, η ανάσα πριν από το άλμα, η αίσθηση πως για μια στιγμή ολόκληρος ο κόσμος κρεμόταν από την κίνηση του σώματός της.

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα χωρίς να το καταλάβει. «Θα πονέσει;» ρώτησε.

Η νεκρή μπαλαρίνα την κοίταξε με θλίψη. «Στην αρχή. Μετά θα μείνει μόνο ο ρυθμός»

Η Ελιάννα κοίταξε τα παπούτσια στα χέρια της. Για μια παράλογη στιγμή σκέφτηκε πως ήταν κρίμα να λερωθούν. Όμως αυτή η στιγμή κράτησε λίγο.
Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως είχε γονατίσει κι έδενε τις κορδέλες γύρω από τους αστραγάλους της. Τα δάχτυλά της έτρεμαν, μα δε σταματούσαν.

Η νεκρή μπαλαρίνα υποχώρησε δύο βήματα. «Στάσου στη θέση σου» είπε απαλά.

Εκείνη στάθηκε στο κέντρο της σκηνής.

«Άκου»

Η μουσική αντήχησε μέσα της.

«Και χόρεψε»

Στο τρίτο βήμα, κάτι παγωμένο τυλίχτηκε γύρω από τις γάμπες της και άρχισε να ανεβαίνει στα γόνατα, στους μηρούς, στη σπονδυλική της στήλη. Ο πόνος ήρθε απότομα, μα κράτησε λίγο. Το σώμα της υπάκουε με τέτοια ευκολία, που για πρώτη φορά στη ζωή της δε χρειαζόταν να προσπαθήσει: στροφή, άνοιγμα χεριών, άλμα.

Ένα γέλιο ξέφυγε από τα χείλη της κι αμέσως κατάλαβε πως δεν ήταν δικό της.
Η παλιά μπαλαρίνα την παρακολουθούσε. Οι άκρες του σώματός της είχαν αρχίσει να διαλύονται μέσα στο σκοτάδι. Για πρώτη φορά, το πρόσωπό της έμοιαζε ήρεμο.

«Επιτέλους» ψιθύρισε.

Η Ελιάννα θέλησε να φωνάξει, να σταματήσει, να της πει πως δεν ήταν έτοιμη, πως είχε κάνει λάθος. Όμως το σώμα της συνέχισε. Οι μύτες των ποδιών της πίεζαν το ξύλο κι όταν κοίταξε κάτω είδε τις πρώτες κόκκινες κηλίδες να ανθίζουν στις άκρες των πουέντ της.

Η νεκρή χόρευτρια χαμογέλασε για τελευταία φορά. Έπειτα διαλύθηκε αργά μέσα στο σκοτάδι.

Η Ελιάννα έμεινε μόνη στη σκηνή. Όμως το θέατρο άρχισε να ζωντανεύει γύρω της. Η αυλαία κυμάτισε χωρίς να φυσάει και, σιγά σιγά, ένα αόρατο χειροκρότημα γέμισε την αίθουσα.

Και τότε το είδε: δύο από τις θέσεις της πλατείας δεν ήταν πια άδειες. Στη μία καθόταν ένας άντρας με λευκά μαλλιά, χλωμό δέρμα και καταγάλανα μάτια. Παρά τα φωτεινά χαρακτηριστικά του, έμοιαζε να κουβαλάει όλο το σκοτάδι του θεάτρου μέσα του.

Δίπλα του, ένας μελαχρινός άντρας χαμογελούσε πλατιά. Μέσα στο σκοτάδι, μια ολόχρυση οδοντοστοιχία έλαμπε από άκρη μέσα στο στόμα του.

Η Ελιάννα ανοιγόκλεισε τα μάτια. Οι θέσεις ήταν πάλι άδειες. Δεν πρόλαβε να κοιτάξει ξανά. Τα πόδια της είχαν ήδη αρχίσει την επόμενη πιρουέτα.

Συνέχισε να χορεύει. Οι κόκκινοι λεκέδες έγιναν γραμμές. Οι γραμμές έγιναν μονοπάτια. Κάθε πιρουέτα άφηνε πίσω της κι άλλη μία ματωμένη τροχιά. Κάποια στιγμή προσπάθησε να σταματήσει, όμως τα πόδια της δεν την άκουσαν. Τα γόνατά της λύγισαν. Η ράχη της τεντώθηκε. Τα χέρια της άνοιξαν στην άψογη θέση, υπάκουα σ’ έναν δάσκαλο που δεν μπορούσε να δει.
Και τότε κατάλαβε γιατί η άλλη είχε χαμογελάσει. Κάποτε, το βαλς θα έφευγε από το δικό της κεφάλι και θα άρχιζε να παίζει μέσα στα όνειρα κάποιας άλλης. Τότε μόνο θα μπορούσε να σταματήσει.

Κι όταν το πρώτο φως της αυγής γλίστρησε από μια ραγισμένη τζαμαρία και ακούμπησε τη σκηνή, οι λευκές της πουέντ ήταν πια κόκκινες.

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading