Λιά

«Ξέρεις τι πιδί έχου ιγώ; Έναν κούκλο, ένα Θιό! Καλός, χρυσός και ψηλός ίσαμε μ’ κεί παν’! Και πήγ’ κι παντρεύτ’κε αυτό του σαμιαμίδ’! Που μι τα χέρια ψηλά, να έτσ’!», αναφώνησε η μεγαλόσωμη κυρά Κασσιανή και τέντωσε τα χέρια της κατά τον ουρανό. «Δε τουν φτάν’ ούτε μέχρι την κοιλιά! Πρρρ», φρίμαξε και σωριάστηκε στην καρέκλα κάνοντάς τη να βογγήξει κάτω από το βάρος της.

«Καλά, κυρά Κασσιανή μ’. Μα δεν έχ’ νόημα να συγχίζεσαι πια. Παντρεύτηκαν. Πάει! Τέλειουσε!», είπε η κυρά Πανωραία ξεσούρνωντας τις παλάμες της σαν να τις καθαρίζει.

Ένας ακατάληπτος ήχος βγήκε από τα χείλη της κυρά Κασσιανής και το μάτι της έσταξε αίμα.

«Έτσι μου ‘ρχεται… Έτσι μου ‘ρχεται…», έκρωξε, «Να την καταραστώ τη μισοριξιά!», πρόσθεσε πιο σιγά. «Να μην κάν’ πιδιά!», σχεδόν ψιθύρισε.

«Σσσ!», την έκοψε η κυρά Φιλιώ. «Είσαι με τα καλά σου; Θα πεσ’ φουτιά να σ’ κάψ’!»

«Τι λες μες την εκκλησία κι μπουρεί να ‘ναι ανοικτοί οι ουρανοί κι να σ’ ακούσ’ ν!», εξανέστη η πάντα λιγομίλητη κυρά Μαρία και στράβωσε το στόμα της

«Και ποιος θα υποφέρ’, λες; Ισύ κι ου γιός σ’; Γιατί να ξέρ’ς, την αγαπά και δεν πρόκειται να τη χουρίσ’», συνέχισε η κυρά Πανωραία.

«Ξέρου. Δεν ξέρου; Τόσα έκανα κι δεν κατάφερα να τ’ αλλάξ’ γνώμη. Κι τώρα δε μ’ αφήν’ ούτε καν να παένω σπίτ’ τ’. Ακούς; Ακούω! Πφφφφ…», ξεφύσηξε σαν ατμομηχανή η κυρά Κασσιανή.

Δεν το χώραγε ο νους της. Τόσους μήνες είχε παντρεμένος ο γιός της και ακόμη δεν μπορούσε να το χωνέψει ότι χάσανε την Αργυρή και το καλό χωράφι στο ποτάμι, για το παλιοχώραφο της Λιάς και το δωματιάκι το μια σταλιά! Να κοιμάται ο κανακάρης της σε ‘κείνη την τρύπα.

«Πφφφφ!», ξεφύσηξε πάλι, σαν να ‘πρεπε να σβήσει όλα τα κεριά στο μανουάλι απέναντί της.

«Μάνα;» ακούστηκε μια διστακτική φωνή από την πόρτα που είχε μισανοίξει.

Η κυρά Κασσιανή κοίταξε κατά την πόρτα και το βλέμμα της έκοβε σαν λαιμητόμος.
«Τι θες;», έκρωξε εκνευρισμένη.

«Ο καιρός… Πάει για μπόρα. Αν είναι να φύγουμ’, πρέπει να φύγουμ’ τώρα». Η κυρά Πανωραία πλησίασε την πόρτα και την άνοιξε διάπλατα.

«Πω πω μαυρίλα! Μήπως να μη φύγουμ’ καλύτερα; Θα ρίξ’ καντάρια». Ένας κεραυνός τρύπησε τα σύννεφα πέρα μακριά.

«Είν’ επικίνδυνα στουν κάμπο με καταιγίδα…», είπε η κυρά Μαρία κι έκανε τον σταυρό της καθώς ακούστηκε η βροντή.

«Μάνα, καλύτερα να μείνουμ’…», είπε σιγανά η Λιά

«Σσσ! Τι μιλάς σαμιαμίδ’;» την έκοψε απότομα η κυρά Κασσιανή.

«Μα μάνα, είν’ επικίνδυνο. Και τ’ άλουγου μπουρεί ν’ αφηνιάσ’!»

«Πφφ! Κι άμα αφηνιάσ’, σιγά μην ήσανα άξια να του γουλαντρίσεις! Θα σι ξέσυρε μέχρι του χωριό, έτσ’ όπους είσ’ σαν κλαράκ’». Και η εικόνα σχηματίστηκε στο μυαλό της κάνοντάς τη να χαμογελάσει σαρδόνια κάτω από το παχύ μουστάκι της.

«Πάμι!», αναφώνησε ξαφνικά με σιγουριά και βγήκε από την εκκλησία.

«Πού πάτε, καλέ Κασσιανή; Τριλλάθ’κες;»

«Δε βλέπεις τι μαυρίλα έρχετ’; Πάμι να κάτσουμ’ μέσ…», φώναζαν οι δύο ηλικιωμένες.

Η κυρά Κασσιανή τις έκοψε με μια απότομη κίνηση του ψωμωμένου χεριού της και πήρε να ξελύνει τη τριχιά που είχανε δεμένο τ’ άλογο, που χρεμέτιζε ανήσυχο.

«Πάμι, είπα!», έσκουξε υστερικά βλέποντας τη μικροσκοπική Λιά να κάθεται αβέβαιη κοιτώντας τα βαριά μολυβένια σύννεφα που πλησίαζαν με ταχύτητα.
Η Λιά κοίταξε κατά τις γυναίκες παρακλητικά, μα εκείνες ανασήκωσαν απλώς τους ώμους τους.

«Μη με κάν’ ς να του ξαναπώ!», ούρλιαξε εκνευρισμένη η κυρά Κασσιανή καθώς προχωρούσε κρατώντας τ’ άλογο από το καπίστρι κάτω από το κεφάλι του και έβγαινε από το χαμηλό πορτόνι του ξωκλησιού. Η Λιά έτρεξε ξωπίσω της.

Οι ηλικιωμένες γυναίκες έμειναν να τις κοιτάνε καθώς απομακρύνονταν και κούνησαν το κεφάλι τους λυπημένες. Αυτό το γινάτι της Κασσιανής κανείς δεν το έκανε καλά! Κανείς, ίσως πέρα από τον κανακάρη της… Χώθηκαν μες στην εκκλησία και πήρανε να κρεμάνε τα φρεσκοπλυμένα κουρτινάκια στο ιερό, που ‘χε φέρει η Κασσιανή και να καθαρίζουν. Αύριο ήταν παραμονή της Αγίας Παρασκευής και όλο το χωριό θα ερχόταν στο μικρό ξωκλήσι.

«Άι μωρή, πάρτ’ τα πόδια σου!», είπε στυφά η κυρά Κασσιανή γυρνώντας κατά τη Λιά που έτρεχε προσπαθώντας να προλάβει τον βηματισμό της.

Στρίψανε στον κεντρικό χωματόδρομο για το χωριό. Αέρας είχε σηκωθεί και έκανε τα φύλλα της λεύκας να τραγουδούν αλαφιασμένα και τα ψηλά χορτάρια να προσκυνούν. Η μυρωδιά της βροχής τη χτύπησε στα τριχωτά ρουθούνια της που πετάρισαν ευχαριστημένα. Τα μάτια της κυρά Κασσιανής σάρωσαν προσεκτικά τον κάμπο. Μερικά πουλιά πετούσαν χαμηλά πάνω από τα χρυσαφιά χωράφια, μα άνθρωπος δε φαινόταν πουθενά. Το άλογο χλιμίντρισε φοβισμένο στον ήχο των κεραυνών, καθώς όλο και λιγόστευε η ώρα από την αστραπή ως τη βροντή.

«Πιάσε, μουρή, τα γκέμια! Θα μας φύγ’!», πρόσταξε κοιτώντας τη Λιά με την άκρη του ματιού της.

Η κοπέλα σήκωσε τη μακριά της φούστα κι έτρεξε κι έπιασε τα γκέμια από την άλλη μεριά. Τα χείλη της κυρά Κασσιανής κύρτωσαν από την μια μπάντα και το βλέμμα της πήρε ένα δαιμονικό ύφος. Η μικροκαμωμένη και λεπτή σαν βελόνα Λιά δυσκολευόταν πολύ να συγκρατήσει το άλογο και περπατούσε στις μύτες. Μια λάμψη χάραξε τον ουρανό και σχεδόν αμέσως ακολούθησε ο υπόκωφος δυνατός ήχος που έκανε όλη τη φύση να τρεμουλιάσει τρομοκρατημένη. Το άλογο έκανε να σηκωθεί στα πίσω πόδια, αλλά το δυνατό χέρι της Κασσιανής το συγκράτησε ρίχνοντας μια υποτιμητική ματιά στη Λιά, που τρομαγμένη άφησε το γκέμι και τραβήχτηκε στην άκρη. Η Κασσιανή της ούρλιαξε εκνευρισμένη.

«Πιάσε, μουρή, του γκέμι, είπα! Θα φύγ’!», ‘χωρίς εσένα’, πρόσθεσε άηχα, και χαμογέλασε σαρδόνια στην εικόνα που σχηματίστηκε στο μυαλό της με τ’ άλογο να σέρνει τη Λιά σε όλο τον κάμπο. «Δέσε το γκέμι στο χέρι σου!», την πρόσταξε την ώρα που η κοπέλα πλησίαζε κοιτώντας τρομοκρατημένη μια το άλογο, μια την κυρά Κασσιανή. Μια λάμψη την τύφλωσε και ένας αόρατος άγγελος τη χτύπησε κάνοντας τη να σωριαστεί στο έδαφος. Μπροστά της έπεσαν κεραυνοβολημένα τα άψυχα σώματα της κυρά Κασσιανής και του αλόγου.

«Τα ‘μάθες; Με τη μεγάλη πλημμύρα στον κάμπο χάθηκαν τα χωράφια των Μακράδων…»
«Ποια;»
«Πήρε το ποτάμι όλο το χώμα. Μόνο ο μεγάλος πλάτανος έμεινε στην άκρη. Κι έτσι απέμειναν η Αργυρή και η αδερφή της χωρίς προίκα…»

Αναστασία Χ.

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.