Η πωλήτρια – Μέρος 9ο

Προηγούμενο

22 Οκτωβρίου. Η μεγάλη ημέρα της συνάντησης του Κάρλος με τον Βάργκας για τα διαμάντια. 14 μέρες που ο Άλεξ ήταν αιχμάλωτος.

Η Μελίνα έφτασε με το αυτοκίνητο του Κάρλος στο σημείο. Ένα απομονωμένο μέρος στο βουνό, πίσω από θεόρατα δέντρα και φοίνικες, σε μια από τις πολλές κρυψώνες του Βάργκας. Το σπίτι το φρουρούσαν οπλισμένοι άντρες από κάθε πλευρά.

«Είσαι έτοιμη;» ρώτησε ο Κάρλος πριν ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου.

Εκείνη έγνεψε θετικά. Ήταν πιο σίγουρη από ποτέ. Αυτός χαμογέλασε και της έκανε νόημα να βγει έξω.

Η Μελίνα περπάτησε αργά μέχρι την είσοδο όπου βρισκόταν ένα τραπέζι και εκεί πάνω έπρεπε να ακουμπήσει τις βαλίτσες με τα λεφτά. Τους κοιτούσε όλους στα μάτια με το πρόσωπο ανέκφραστο. Όταν βγήκε ο Βάργκας κατάλαβε αμέσως ότι ήταν αυτός. Ήταν ακριβώς όπως τον περίμενε. Ηλικιωμένος, γερασμένος από την δουλειά, καλοντυμένος, χρυσά δαχτυλίδια, αργό περπάτημα, προσεχτικό. Εξέτασε σε δευτερόλεπτα το πρόσωπό της, τον τρόπο που στεκόταν, ακόμα και πώς ανέπνεε. Σαν να πήγε να χαμογελάσει, σαν να την ενέκρινε. Χωρίς πολλές κουβέντες έγινε η ανταλλαγή. Με μια ελαφριά υπόκλιση την αποχαιρέτισε ο Βάργκας σκύβοντας το κεφάλι του σε ένδειξη σεβασμού. Η Μελίνα πήρε τα διαμάντια και ευχήθηκε από μέσα της να ήταν διαφορετικά τα πράγματα.

Η έφοδος ήταν σφοδρή. Σε λίγα λεπτά βρέθηκαν όλοι με χειροπέδες ή νεκροί. Η Μελίνα και ο Κάρλος μόνο πρόλαβαν να ξεφύγουν. Τρέχοντας μακριά από το σημείο άκουγαν το σπίτι να ανατινάζεται σε διάφορα σημεία. Ο Βάργκας είχε φροντίσει σε τέτοια περίπτωση να κάψει το σπίτι μαζί με τις αποδείξεις. Τον είχαν όμως για τα διαμάντια. Η αστυνομία τους ακολούθησε και τους περικύκλωσε. Ο Κάρλος πρότεινε να χωριστούν. Η Μελίνα έτρεξε μέσα στο δάσος χωρίς να ξέρει πού πάει. Κατάφερε να βγει στον δρόμο, να κλέψει ένα αυτοκίνητο και να γυρίσει στην πόλη. Κρατούσε τα διαμάντια σφιχτά στο στήθος της. Τώρα θα πήγαινε να σώσει τον Άλεξ.

Όταν η πόρτα της αποθήκης έσπασε, ο Άλεξ ήταν δεμένος και αναίσθητος. Η Μελίνα του έλυσε τα χέρια και τα πόδια και τον ξύπνησε. Όταν άνοιξε τα μάτια του είδε νεκρούς αυτούς που τον κρατούσαν. Νόμιζε ότι έβλεπε όνειρο, σαν αυτό που έβλεπε κάθε βράδυ, σαν αυτό που του έδινε δύναμη να ζήσει. Εκείνη τον κρατούσε στα χέρια της και τον φιλούσε στο πρόσωπο. Τον βοήθησε να σταθεί στα πόδια του και βγήκαν έξω, σε ένα αυτοκίνητο που ήταν σταματημένο λίγα μέτρα παρακάτω.

«Σε είδε κανείς;»

«Όχι. Πάρε τον! Χρειάζεται γιατρό. Είναι χάλια. Και Μάικ… Σε ευχαριστώ πολύ!» έσκυψε πάνω από το παράθυρο του αυτοκινήτου.

«Δεν θα τον άφηνα. Είμαστε χρόνια μαζί στην υπηρεσία. Εσύ όμως δεν μου είπες ούτε πώς βρήκες εμένα ούτε πώς βρήκες τον Άλεξ. Ούτε καν το όνομά σου δεν ξέρω».

«Είσαι καλός φίλος. Δεν έχουμε χρόνο για ερωτήσεις. Πρέπει να φύγετε! Να μου στέλνεις στο νούμερο που σου έδωσα ό,τι νεότερο».

«Μάλιστα, κυρία».

Η Μελίνα πήγε από την άλλη πλευρά και έσκυψε πάνω από τον Άλεξ.

«Θα σε ξαναδώ», του υποσχέθηκε.

Το αμάξι εξαφανίστηκε μέσα στην νύχτα. Η Μελίνα γύρισε στην αποθήκη και της έβαλε φωτιά. Χάθηκαν όλα. Μαζί και τα ψεύτικα διαμάντια που έδωσε για να μπορέσει να μπει στην αποθήκη. Τώρα έμενε ένα ακόμα πουγκί να δώσει στον Κάρλος. Ξεκίνησε για να τον συναντήσει. Τα αληθινά διαμάντια δεν θα τα έπαιρνε ποτέ.

CC

Συνεχίζεται…

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading