ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΟΝ ΓΑΤΟ (Έχουμε πόλεμο)

Μπήκαν με βιασύνη στο τσιπουράδικο που μαζεύονταν κάθε Παρασκευή για να τα πιούν και ν’ ανταλλάξουν τα νέα της εβδομάδας και κατευθύνθηκαν προς το τραπέζι που τους κρατούσαν ρεζερβέ μια και ήταν το πιο ήσυχο κι απόμερο απ’ τ’ άλλα. Είδαν κάποιον να κάθεται ήδη εκεί και ξαφνιάστηκαν.
«Τι έγινε ρε παλικάρι; Πώς από δω τέτοια ώρα;», είπε ο Παύλος και τον χτύπησε φιλικά στον ώμο πριν πάρει θέση στο τραπέζι. Ο Παναγιώτης σερβιρίστηκε τσίπουρο και δεν ασχολήθηκε καν με το παράξενο του πράγματος.

Οι τρεις τους ήταν συμμαθητές από το σχολείο. Δεν μπορούσες να πεις ότι έμοιαζαν σαν χαρακτήρες, αλλά για κάποιον λόγο κατάφερναν να περνούν ευχάριστα κάποιες ώρες μαζί…

Ο Αλέκος, δημοσιογράφος στο επάγγελμα, καθυστερούσε πάντα να έρθει στο ραντεβού της Παρασκευής. Του τηλεφωνούσαν δύο και τρεις φορές για να του υπενθυμίσουν ότι τον περίμεναν και τελικά, ερχόταν τρέχοντας για να τους πει νέα που δεν είχαν δημοσιοποιηθεί ακόμα, ν’ ακούσει τα δικά τους και να πιούν όλοι μαζί μέχρι τελικής πτώσεως. Ήταν περίεργο που εκείνη την Παρασκευή τον βρήκαν να τους περιμένει.
«Απολύθηκα», είπε μονολεκτικά και ξαναγέμισε το ποτήρι που ήταν φανερό από το ροδοκόκκινο χρώμα του προσώπου του ότι είχε γεμίσει και αδειάσει κάμποσες φορές πριν φτάσουν οι υπόλοιποι.

Για λίγα δευτερόλεπτα δε μίλησε κανείς, ύστερα όμως ξεκίνησε καταιγισμός ερωτήσεων.

Με την αφήγηση το ξαναζούσε. Ανέβαζε τον τόνο της φωνής, ηρεμούσε για λίγο, ύστερα ξανά θυμός, χτυπούσε το χέρι στο τραπέζι, αλλά κάθε φορά που επιχειρούσε να βρίσει, πεταγόταν ο Παναγιώτης και τον έκοβε μ’ ένα «μην το πεις!». Απορίας άξιο ήταν το πώς ήταν δυνατόν να μην ολοκληρώνει τη βρισιά, κυριευμένος από τόση ένταση και ποτισμένος με τόσο αλκοόλ. Μόνο κάποια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του στον Παύλο και ρώτησε:
«Ακόμη τρέχει στις εκκλησίες τούτος εδώ;», και όταν ο Παύλος έγνεψε «ναι», ξαναρώτησε: «Μπορείς να μου υπενθυμίσεις γιατί τον κάνουμε παρέα;».

Ήταν περισσότερο από εβδομάδα που ο Αλέκος έψαχνε το σημειωματάριό του όπου κατέγραφε ό,τι θεωρούσε ενδιαφέρον και τις σκέψεις του πάνω σε αυτό. Είχε γυρίσει τον κόσμο ανάποδα, αλλά δεν το έβρισκε. Ευτυχώς, διέθετε πολύ καλό μνημονικό και τα περισσότερα τα θυμόταν, αλλά και πάλι η σκέψη ότι ίσως κάποιος άλλος το έβρισκε και δεν του το επέστρεφε γεννούσε μέσα του την απόγνωση.

Εκείνο το βράδυ στην εφημερίδα είχαν μείνει να εργαστούν μέχρι αργά, ο Αλέκος, ο αρχισυντάκτης κι ο άρτι προσληφθείς γιος του που μόλις είχε πάρει το πτυχίο του από γνωστή ιδιωτική σχολή δημοσιογραφίας και ο πατέρας του τον προωθούσε ως ανερχόμενο αστέρι στον δημοσιογραφικό χώρο.

Ο Αλέκος ολοκλήρωνε το άρθρο του, όταν ο μικρός σηκώθηκε από τη θέση του για να πάει στο γραφείο του πατέρα του και καθώς προχώρησε προς αυτή την κατεύθυνση, παρέσυρε κι έριξε στο πάτωμα μια στοίβα χαρτιών που είχαν τοποθετηθεί στην άκρη του γραφείου.
«Θα τα μαζέψω μετά», δήλωσε, κοιτάζοντας τον Αλέκο που ο θόρυβος των χαρτιών που έπεφταν κατάφεραν ν’ αποσπάσουν τα διοπτροφόρα μάτια του από την φωτεινή οθόνη.

Έτσι, ο μικρός εξαφανίστηκε στο γραφείο του αρχισυντάκτη κι ο Αλέκος σπρωγμένος από τον ψυχαναγκασμό του πήγε να μαζέψει τις σκόρπιες σελίδες που δεν μπορούσε να ησυχάσει όσο τις έβλεπε ξαπλωμένες άτακτα στο πάτωμα. Όπως τις μάζευε το βλέμμα του έπεσε στην μισάνοιχτη τσάντα του νεαρού απ’ την οποία ξεπρόβαλε η άκρη ενός σημειωματαρίου που του έμοιαζε γνώριμο.

Δεν έπεσε έξω στην εκτίμησή του. Διότι μόλις το πήρε στα χέρια, επιβεβαίωσε πως ήταν το δικό του, με τη διαφορά πως έλειπε η σελίδα με τα στοιχεία του που είχε συμπληρώσει σε περίπτωση απώλειας όπως τώρα. Ψηλά σε μια άκρη είχε γραμμένο με κεφαλαία γράμματα το ονοματεπώνυμο του μικρού και το νούμερο του κινητού του.

Ανακάλυψε επίσης πάνω στο γραφείο του νεαρού εκτυπωμένο ένα άρθρο βασισμένο στις σημειώσεις του. Τα περισσότερα μάλιστα τα είχε αντιγράψει αυτολεξεί. Το ίδιο άρθρο κάλυπτε την φωτεινή οθόνη του υπολογιστή του.

Έγινε μεγάλος σαματάς στο γραφείο. Ο νεαρός επέμενε πως το σημειωματάριο ήταν δικό του κι ό,τι το ενημέρωνε από τα φοιτητικά του χρόνια και οι συνάδελφοι που κλήθηκαν για να πάρουν θέση, να τον στηρίξουν και να επιβεβαιώσουν πως πρόκειται για τα γράμματά του και το γνωστό σε όλους σημειωματάριό του, κράτησαν ουδέτερη στάση, υποστηρίζοντας ότι δεν ξέρουν, δε θυμούνται και κάποιοι μάλιστα τάχτηκαν με το μέρος του νεαρού καλοπιάνοντας έτσι τον πατέρα του. Όσο κι αν έβρισε κι αν έσπασε πράγματα κι αν ούρλιαξε, το δίκιο του δεν το βρήκε. Μέσα σε λίγα λεπτά έχασε τις σημειώσεις του, τη δουλειά του και ανθρώπους που θεωρούσε φίλους μετά από τόσα χρόνια στον ίδιο χώρο εργασίας. Έπαθε σοκ που ούτε ένας, ούτε ένας δεν τον στήριξε έστω λίγο.

Ο Αλέκος, μόλις τελείωσε την αφήγηση των γεγονότων, κατέβασε μονορούφι ένα ποτήρι ξέχειλο από τσίπουρο και σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια του που προκλήθηκαν περισσότερο από την οργή για την αδικία που του έκαναν παρά από λύπη.

«Κάθε αδικία που σου γίνεται πρέπει να την αντιμετωπίζεις με ταπεινοφροσύνη. Μην αντιδράς, μην απαντάς, μη θυμώνεις. Η ψυχή που σε κάθε τέτοιο πόλεμο μένει ήσυχη, εκπέμπει φως και θα δικαιωθεί από τον Θεό», ακούστηκε να λέει ο Παναγιώτης, εξοργίζοντας περισσότερο τον Αλέκο.

«Πας καλά ρε μaλάka; Με έκλεψε αυτός ο αλήτης και οι φίλοι μου δεν πήραν θέση αλλά έκαναν τις πάπιες για να μη χάσουν τη θεσούλα τους και εγώ θα το παίζω η Μαρία της σιωπής;», ωρυόταν ο Αλέκος και, κατεβάζοντας μονορούφι άλλο ένα τσίπουρο, συμπλήρωσε: «Ποιος θα τους τιμωρήσει αν δεν το κάνω εγώ; Θέλω πίσω το σημειωματάριό μου. Αύριο, πρωί-πρωί έχω ραντεβού με τον δικηγόρο μου και θα τους…»

«Μην το πεις!», τον έκοψε ο Παναγιώτης.

«Τούτος εδώ έχει χειροτερέψει», είπε ο Αλέκος στον Παύλο που παρέμενε όλη αυτή την ώρα σιωπηλός.

«Ερωτεύτηκε έναν άγγελο και ακολουθεί τον δρόμο του Θεού, χωρίς καμιά παρέκκλιση», πληροφόρησε ο Παύλος τον Αλέκο, που δεν είχε ιδέα για τους έρωτες του φίλου του και ούτε ήθελε στην πραγματικότητα να μάθει.

«Η Γαβριέλλα είναι όντως ένας άγγελος και κοροϊδεύετε όσο θέλετε», είπε ο Παναγιώτης ενοχλημένος που μιλούσαν για τον άγγελό του, λες και ήταν η οποιαδήποτε κοπέλα.

Παραδέχτηκε ότι του άρεσε, αλλά δεν θα τολμούσε ποτέ να τη διεκδικήσει, γιατί έχει πάνω της κάτι το ιερό. Το κατάλαβε αμέσως μόλις την είδε να μπαίνει στον ναό που τελούσε χρέη επιτρόπου. Την έλουζε ο ήλιος και με το φως του πάνω της, έδινε την εντύπωση πως ήταν ύπαρξη απόκοσμη. Ερχόταν κάθε απόγευμα και βοηθούσε στην καθαριότητα και σε ό,τι άλλο χρειαζόταν και μιλούσαν για διάφορα θέματα. Του είπε πως είναι καιρός να γίνουν εκκαθαρίσεις στη γη όπως στην εποχή του Νώε ή στα Σόδομα και τα Γόμορα. Έστειλε ο Θεός του υπαλλήλους που έχει γι’ αυτές τις δουλειές, αλλά έστειλε και πολλούς αγγέλους να τους συγκρατούν, διότι οι αρμόδιοι γι’ αυτές τις τιμωρίες δεν έχουν μέτρο. Ήταν σίγουρος ότι η Γαβριέλλα ήταν ένας από αυτούς τους αγγέλους.

«Το ξέρατε ότι μια από τις μεγαλύτερες αμαρτίες που υπάρχουν είναι το να απελπίζεις τον συνάνθρωπό σου και να τον κάνεις να ζει με απόγνωση;», ρώτησε ο Παναγιώτης τους άλλους δύο που τον κοιτούσαν με μάτια θολά από το πολύ ποτό. «Είναι θέλημα Κυρίου να καταπολεμηθεί κάθε είδους διαφθορά και να τιμωρηθεί όποιος σπέρνει στην ψυχή του διπλανού του την απελπισία. Ο υπάλληλος του Θεού που είναι ήδη στη γη κι έχει αρχίσει να τιμωρεί τις διεφθαρμένες ψυχές που δεν έχουν ελπίδα ν’ αλλάξουν, αυτός θα τιμωρήσει κι αυτούς που σου έκαναν κακό. Μάλιστα η Γαβριέλλα μου είπε πως στο σπίτι που θα πέσει η τιμωρία κυκλοφορεί από νωρίς το πρωί ο Τιμωρός με τη μορφή γάτας. Το δόντι της βγαίνει έξω από το γατόχειλο και είναι μαύρη. Όταν την δεις καταλαβαίνεις ότι σε κείνο το σπίτι θα πέσει συμφορά», είπε ο Παναγιώτης και χάιδεψε την πρησμένη από το πολύ φαγητό και ποτό κοιλιά του.

«Η Γάτα θα τιμωρήσει τους διεφθαρμένους;», ρώτησε ειρωνικά ο Αλέκος.

«Αχά!» απάντησε ο Παναγιώτης

«Και είναι ο υπάλληλος του Θεού που τιμωρεί; Που κάνει να πούμε τις βρωμοδουλειές;», ξαναρώτησε.

«Αχά!» ξαναείπε ο Παναγιώτης.

«Εγώ ξέρεις τι λέω; Να πιάσεις αυτή την Γαβριέλλα, πώς την είπαμε και να την…»

«Μην το πεις!» πρόλαβε να τον σταματήσει ο Παναγιώτης.

«…να έρθετε και οι δύο στα σύγκαλά σας. Να έρθει ο εγκέφαλος στη θέση του», πρότεινε ο Αλέκος, αποφεύγοντας να πει τη λέξη που του απαγόρευσε ο φίλος του.

Το TAXI τον άφησε ακριβώς έξω από το σπίτι του κι ευτυχώς, γιατί δυσκολευόταν περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ακόμα και να περπατήσει. Πλήρωσε και προχώρησε προς τα σκαλιά της εισόδου, αλλά πριν ανέβει στο πρώτο γλίστρησε και βρέθηκε αρχικά στον αέρα κι ύστερα ξαπλωμένος φαρδιά πλατιά στα πλακάκια.

Από κει κάτω, νιώθοντας την υγρασία να διαπερνάει τα ρούχα του κι έναν πόνο στα παΐδια του, το μάτι του έπεσε στο μπαλκόνι της κυρα-Δέσποινας.
«Πόσες φορές της είπα να μην πετάει νερά», μουρμούρισε κι έκλεισε τα μάτια να σκεφτεί πώς θα συγκέντρωνε της δυνάμεις του να σηκωθεί πάλι.

Αυτή η γριά είναι σίγουρα η κακιά μάγισσα των παραμυθιών. Τον πρώτο καιρό που ήρθε στην πολυκατοικία, με τη γλυκιά της φωνούλα και το γέλιο της σαγήνευε όποιον την γνώριζε, αλλά σιγά-σιγά καταλάβαιναν όλοι πως επρόκειτο για σειρήνα κι ό,τι το γέλιο ήταν διαβολικό. Σε όποιο σπίτι έριχνε το βλέμμα της γινόταν καταστροφή εξαιτίας των συκοφαντιών που ξεστόμιζε στις κουτσομπόλες που ήταν πρόθυμες να μεταφέρουν ό,τι ακούν όσο πιο μακριά μπορούν. Είχε ακούσει μια φορά μια γειτόνισσα να ψιθυρίζει σε μια άλλη πως μια νεαρή κοπέλα έχασε τη δουλειά της εξαιτίας της γριάς μάγισσας και μια άλλη τον αρραβωνιαστικό της. Έρχονταν διαζύγια, καυγάδες, καταστρέφονταν οι κήποι, αρρώσταιναν οι άνθρωποι από στενοχώρια…
«Αλλά την κακή γυναίκα, δυο φορές τηνε χαιρέτα», του είπε η μπακάλισσα. Έτσι της έκαναν όλα τα χατίρια, από φόβο. Τις περισσότερες τις έστελνε να της κάνουν ψώνια κι ύστερα ξεχνούσε να τους δώσει χρήματα που κι εκείνες ντρέπονταν να τα ζητήσουν. Πίστευε όσα του έλεγαν. Δεν τον ενοχλούσε επειδή κόστιζε το ψωμί, αλλά επειδή αυτοί οι τύποι ανθρώπου, οι εκμεταλλευτές των άλλων, είχαν πολλαπλασιαστεί σ’ αυτόν τον κόσμο. Άρχισε να φεύγει νωρίτερα από το σπίτι του να μην τον πετυχαίνει για να του αναθέσει δουλειές κι αισθανόταν άσχημα που έπρεπε να παραφυλάει για να μπει στο και να βγει από το σπίτι του.
Όταν μάλιστα έμαθε πως κουτσομπολεύει μια κοπέλα που χήρεψε νέα από έναν σύζυγο που την κακοποιούσε κι άρχισε να διαδίδει συκοφαντίες ότι μπάζει άντρες στο σπίτι της, ενώ το κορίτσι φαινόταν πως είναι τρομαγμένο και καταθλιπτικό, την σιχάθηκε εντελώς. Ειδικά, όταν θυμήθηκε πως όταν εκείνη έχασε τον άντρα της την είδε να πετάει τη φωτογραφία του αποθανόντος στον τοίχο και να διαλύεται το κάδρο σε μικρά σπασμένα κομμάτια και γυαλιά, αφού όπως φώναζε δεν μπορούσε να τον βλέπει.

«Παλιόγρια», μουρμούρισε καθώς στεκόταν πάλι στα πόδια του. Το νερό που είχε φτάσει μέχρι το πετσί του, τον είχε κάπως συνεφέρει από το μεθύσι. «Μόλις ξεμπερδέψω με την ιστορία του σημειωματαρίου, θα αλλάξω σπίτι. Δεν την θέλω αυτή τη μάγισσα δίπλα μου», δήλωσε τη στιγμή που ετοιμαζόταν να ανέβει το πρώτο σκαλί της εισόδου της πολυκατοικίας.

«Παλιόγρια, παλιόγρια», άκουσε μια παράξενη φωνή να επαναλαμβάνει τα λόγια του κι ύστερα ένα βραχνό γέλιο. Έστρεψε το βλέμμα στο μπαλκόνι της γριάς κι είδε μια μαύρη γάτα να πηγαινοέρχεται καμαρωτή στο κάγκελό του.

Όταν την κοίταξε, εκείνη σταμάτησε κι άρχισε αμέριμνη να καθαρίζει το πόδι της με τη γλώσσα, αγνοώντας τον. Του φάνηκε πως το ένα της δόντι έβγαινε από το γατόχειλο και, ανατριχιάζοντας, θυμήθηκε τον Παναγιώτη. Άρχισε ν’ ανεβαίνει γρήγορα τις σκάλες, υποσχόμενος στον εαυτό του ότι πρώτον δε θα ξαναπιεί τόσο πολύ και δεύτερον ότι θα σκοτώσει τον Παναγιώτη κι εκείνη τη Γαβριέλλα, όταν πέσουν στα χέρια του.

Μπήκε στο σπίτι του και κλείδωσε. Ήξερε πως όλα αυτά ήταν απόρροια του μεθυσιού του και των βλακειών που είπε ο Παναγιώτης, αλλά ξαφνικά ένας φόβος είχε φωλιάσει μέσα του και δεν μπορούσε να ησυχάσει. Δεν ένιωθε μεθυσμένος πια κι έτσι σέρβιρε στον εαυτό του ένα ουίσκι σκέτο, καταπατώντας την προηγούμενη του υπόσχεση.

Σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του, έσβηναν και ξαναέρχονταν.
Μίλησε ο γάτος ή του φάνηκε; Είναι άραγε αυτός ο γάτος ο υπάλληλος του Θεού κι ήρθε να τον τιμωρήσει; Μήπως είναι διεφθαρμένος και δεν το είχε καταλάβει; Να δεις που έτσι είναι. Γι’ αυτό οι συνάδελφοι δεν είχαν πάρει το μέρος του απόψε. Ήξεραν κάτι που ο ίδιος δεν είχε καταλάβει από αλαζονεία…

Ήπιε το ουίσκι μονορούφι και σέρβιρε δεύτερο. Ήπιε μονορούφι και το δεύτερο, μήπως και ηρεμήσει και θυμήθηκε τα λόγια του Παναγιώτη ή μάλλον της Γαβριέλλας ότι ο Θεός όταν τον ρωτάς κάτι έρχεται πολλές φορές κοντά σου με όνειρο για να σου απαντήσει.
«Είμαι διεφθαρμένος. Θεέ μου; Για μένα ήρθε ο υπάλληλός σου;», τραύλισε την ερώτηση, πριν βυθιστεί στον οινοπνευματώδη ύπνο που προετοίμασε με τόση συνέπεια για τον εαυτό του.

Ήταν λέει στο γραφείο του και κάτι συζητούσε που δεν πρόλαβε να καταλάβει τι και ξαφνικά βρέθηκε μπροστά από το γραφείο μιας συναδέλφου που ήταν η Έφη, μια συμμαθήτριά του στο γυμνάσιο που από τότε είχε να τη δει.
«Μα να είναι τα πράγματα ήρεμα κι εσύ να έρχεσαι να κάνεις όλο φασαρίες; Μάλλον έχεις σοβαρά ψυχολογικά, καημενούλη μου» του είπε η Έφη με προσποιητή σοβαρότητα. Εκείνος ένιωσε ένα πάγωμα μέσα του. Μα τι του έλεγε τώρα, σκέφτηκε. Πάλι αυτός ήταν ο καβγατζής, επειδή διεκδίκησε το δίκιο του; Επειδή είπε ποιο είναι το σωστό; Πριν προλάβει όμως να της απαντήσει, ήρθε ένας άντρας ντυμένος σε στρατιωτικά και είπε κάτι στην Έφη με σοβαρότητα και αυστηρότητα. Κάτι που ο ίδιος δεν άκουσε. Ο άντρας με την στρατιωτική στολή εστίασε στην Έφη κι εκείνον τον αγνόησε, σαν να μην υπήρχε στον χώρο.

Δεν κατάλαβε πώς, αλλά ξαφνικά βρέθηκε στο διπλανό γραφείο που ήταν σκοτεινό, ενώ το γραφείο της Έφης είχε γεμίσει από κόσμο. Άντρες ντυμένοι με στρατιωτικές στολές και άλλοι απλοί πολίτες. Κάτι άσχημο γινόταν που δεν μπορούσε να καταλάβει. Φοβήθηκε κι έπεσε στο πάτωμα να κρυφτεί για να μην τον δουν από τη τζαμαρία που χώριζε τα γραφεία αντί για τοίχος, μα μόλις κάθισε στο πάτωμα είδε όρθιο μπροστά του τον άντρα με τη στολή που είχε δει πρώτο.

«Να έρθω κι εγώ μέσα;», ρώτησε ο Αλέκος.

«Όχι», ακούστηκε η φωνή του στρατιώτη, αλλά χωρίς εκείνος ν’ ανοίγει το στόμα του, σαν να ήταν εγγαστρίμυθος. Με το βλέμμα του έδειξε την πόρτα εξόδου.

«Να φύγω;», ρώτησε για να βεβαιωθεί ότι κατάλαβε καλά. Ο άλλος πήγε στην πόρτα και την άνοιξε, ενώ ο Αλέκος ήταν ξανά όρθιος και πλησίαζε κατά κει χωρίς να ξέρει γιατί ο στρατιώτης τον φυγάδευε, ενώ μέσα στον χώρο συγκέντρωναν τον υπόλοιπο κόσμο. Πριν φτάσει στην πόρτα όμως είδε από το άνοιγμα να μπαίνει ένας άλλος στρατιώτης που μόλις τον είδε σταμάτησε μπροστά του, κλείνοντάς του τον δρόμο προς την έξοδο. Ο πρώτος στρατιώτης του έκανε νόημα να τον αφήσει κι εκείνος προχώρησε και χάθηκε μέσα στο στριμωγμένο πλήθος. Πέρασε μπροστά από τον στρατιώτη – σωτήρα του που στεκόταν στην έξοδο για να φύγει. Ήθελε να τον ρωτήσει πολλά πράγματα και να τον ευχαριστήσει, αλλά δεν είπε τίποτα από αυτά που είχε στον νου του.

«Πόλεμο έχουμε;», ρώτησε μόνο προσποιούμενος τον ψύχραιμο ο Αλέκος.

«Ναι», είπε ο στρατιώτης χωρίς να κινήσει τα χείλη του.

«Τούρκοι είστε;», ρώτησε ξανά για να πάρει μία επιπλέον καταφατική απάντηση κι ύστερα βγήκε στον δρόμο που ήταν πολύ φωτεινός σε αντίθεση με το εσωτερικό του κτηρίου.
Άρχισε να τρέχει, να τρέχει με υπερβολική ταχύτητα. Είχε απίστευτη ενέργεια που δεν χωρούσε μέσα στο σώμα του και δεν ήξερε πού να την διοχετεύσει. Είδε παρκαρισμένο στην άκρη του δρόμου που διένυε τρέχοντας, ένα κόκκινο αυτοκίνητο, κι αποφάσισε να περάσει από πάνω του για να συνεχίσει τον δρόμο του, εκτονώνοντας ενέργεια, ενώ δεν του ήταν εμπόδιο. Έτσι έγινε μ’ ένα τίναγμα βρέθηκε στην οροφή του αυτοκινήτου και σαν να ήταν πούπουλο αντί να τρέξει πάνω στο μέταλλο και να κατέβει ξανά στον δρόμο, εκείνος τινάχτηκε στον αέρα και του φαινόταν πως πετούσε.

Ξύπνησε μέσα στην απόλυτη ηρεμία. Παραδόξως δεν πονούσε πολύ το κεφάλι του από το μεθύσι ούτε το σώμα του από την πτώση. Θυμήθηκε τον γάτο και το όνειρό του και όλα αυτά λουσμένα από το φως της ημέρα του φάνηκαν χαζομάρες. Τελικά, δε θα την γλίτωνε ο Παναγιώτης. Από κείνον θα πήγαινε.

Έκανε ένα γρήγορο ντους για να προλάβει το ραντεβού του με τον δικηγόρο. Δυσάρεστα ξεκινούσε η μέρα. Θα έμπαινε χωρίς αμφιβολία σε όλη αυτή τη φασαρία προκειμένου να πάρει το σημειωματάριό του πίσω, όμως δε θα έμπαινε με καλή διάθεση. Ήξερε πως η υπόθεση θα ήταν χαμένη. Το πιο πιθανό είναι να το είχαν εξαφανίσει και όλοι, ακόμα και οι συνάδελφοί του να προσποιούνταν πως το χθεσινό συμβάν δε συνέβη ποτέ. Άντε τώρα εσύ χωρίς μάρτυρες ν’ αποδείξεις τ’ αναπόδεικτα. Θα έλεγαν ότι ο απολυθείς λόγω εργασιακής ανεπάρκειας υπάλληλος προσπαθεί, ψευδόμενος, να συκοφαντήσει τα έντιμα αφεντικά του.

Δεν ήπιε καφέ, θα τον έπινε παρέα με τον δικηγόρο. Άλλωστε τώρα ήταν πιο ξεκάθαρο από ποτέ ότι δε θα του πρότεινε να το προχωρήσει.
«ΞΕ-ΧΝΑ-ΤΟ», θα συλλάβιζε με έμφαση όπως έκανε κάθε φορά που βρισκόταν μπροστά από μία υπόθεση που θεωρούσε την ενασχόλησή του μαζί της χάσιμο χρόνου.

Κατέβηκε τις σκάλες της εξόδου, προσεκτικά αυτή τη φορά, αν και δεν υπήρχε πουθενά σταγόνα νερού κι ετοιμαζόταν να προχωρήσει προς το σημείο που είχε παρκάρει το αυτοκίνητό του, όταν άκουσε μια βραχνή φωνή να λέει «Παλιόγρια».

Ο ουρανός σκοτείνιασε κι άρχισε να βρέχει. Έστρεψε το βλέμμα του προς το μπαλκόνι της κυρα-Δέσποινας και είδε τον γάτο στο ίδιο σημείο που νόμιζε πως τον είδε και το προηγούμενο βράδυ να καθαρίζει με τη γλώσσα τη γούνα του. Η κυρά-Δέσποινα κρεμόταν από το μπαλκόνι κατακρεουργημένη. Τα αίμαta της που έσταζαν στα πλακάκια τα ξέπλενε τώρα η βροχή σαν να έπρεπε να σβηστούν τα αποδεικτικά στοιχεία. Ήθελε να ουρλιάξει από φόβο και ένταση, αλλά τα χείλη του δεν κουνιόνταν, πράγμα που του θύμισε τον στρατιώτη από το όνειρο. Ο γάτος σταμάτησε να καθαρίζεται και τον κοίταξε μέσα στα μάτια.
«Έχουμε πόλεμο. Θάνατος στους διεφθαρμένους», του μίλησε μέσα στο μυαλό χωρίς να κουνιούνται τα γατόχειλά του και του έκανε νόημα με το πόδι να φύγει, δείχνοντας τον δρόμο που ήταν φωτεινός σε αντίθεση με το σκοτεινό σημείο όπου στεκόταν, το αγκαλιασμένο από μαύρα σύννεφα και βρεγμένο από τη βροχή που έπεφτε καταρρακτωδώς.

Ξύπνησε κάθιδρος, το κεφάλι του κόντευε να σπάσει από τον πονοκέφαλο και όλο του το σώμα πονούσε. Μπήκε στο μπάνιο κάτω από το κρύο νερό για να συνέλθει και πήρε την οριστική απόφαση ότι δε θα έκανε άλλες παρέες με τον Παναγιώτη όσο συναναστρεφόταν αυτήν την τρελή τη Γαβριέλλα. Στην πραγματικότητα όμως ήθελε πιο πολύ να ξεφύγει από το συναίσθημα της απογοήτευσης που τον κυρίευσε για τον εαυτό του που, μορφωμένος άνθρωπος, παρασύρθηκε από όλες αυτές τις δεισιδαιμονίες.

Βγαίνοντας από το μπάνιο, άκουσε το κινητό του τηλέφωνο να κουδουνίζει. Τον καλούσαν να πάει στο αστυνομικό τμήμα να καταθέσει. Ο αρχισυντάκτης και ο γιος του βρέθηκαν νεκροί. Είχαν ανοιχτά, έντρομα μάτια, όταν βρέθηκαν από την καθαρίστρια όπως του φανέρωσε η ίδια, όταν της τηλεφώνησε.
«Ήταν γουρλωμένοι σα να είχαν δει κάτι και να πέθαναν από το φόβο τους, ούτε αίμαta ούτε μελανιές, μόνο τρομάρα», είπε η κυρά-Ευτέρπη, κλαίγοντας. «Τρόμαξα κι εγώ από την έκφρασή τους. Και στο λαιμό είχαν και οι δύο κάτι σαν γρατζουνιά από γάτα».

Ντύθηκε γρήγορα και πήρε τηλέφωνο τον δικηγόρο του, ζητώντας να τον συνοδεύσει στο αστυνομικό τμήμα. Μόλις όμως βγήκε από το διαμέρισμά του, είδε την πόρτα του διαμερίσματος της κυρά-Δέσποινας ανοιχτή και πλησίασε. Είδε τον γιο της και την κυρά-Μαρία να έχουν σκύψει πάνω από κάτι κι αμέσως μετά την κυρά-Μαρία να ουρλιάζει και να τραβάει τα μαλλιά της. Μπήκε στο διαμέρισμα τρέχοντας. Η γειτόνισσά του ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της νεκρή με γουρλωμένα από τρόμο μάτια. Ο γιος της την κοίταζε αποσβολωμένος όπως και ο Αλέκος και μόνο κάποια στιγμή κατάφερε να ψελλίσει ένα «μάνα» που σχεδόν δεν ακούστηκε.

Όσο ο γιος καλούσε το ΕΚΑΒ ο Αλέκος παρατήρησε μια γρατζουνιά στον άψυχο λαιμό της. Κοίταξε έξω στο μπαλκόνι κι είδε πάνω στο κάγκελο τον γάτο να καθαρίζει αμέριμνος το πόδι του. Θυμήθηκε την κυρα-Δέσποινα που περηφανευόταν πως όσο ζούσε στο χωριό μάζευε σκυλιά και γατιά του δρόμου και τα πετούσε από την ταράτσα. Σαν να κατάλαβε ο γάτος τη σκέψη του σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε. Κατέβηκε νωχελικά από το κάγκελο και πήγε και στάθηκε δίπλα στην κυρά-Μαρία που τώρα έκλαιγε πιο ήρεμα. Δεν καταλάβαινες αν έκλαιγε για τον χαμό της, ας πούμε, φίλης της ή από φόβο. Ο γάτος σαν να κατάλαβε τη σκέψη του, πήγε και της τρίφτηκε στη γάμπα.

«Πού βρέθηκες εσύ εδώ βρωμόγατα;», φώναξε αγριεμένα η κυρά-Μαρία, κλωτσόντας την. «Δε μας φτάνει ο πόνος μας, έχουμε κι αυτές. Μα θα δεις εσύ πώς θα τις κανονίσω, κάτσε να τελειώσουμε από δω», είπε στον Αλέκο που την κοιτούσε ανέκφραστος.
Αυτές είναι οι χαμένες ψυχές. Δε μαλακώνει τις ψυχές τους ούτε ο φόβος ούτε ο πόνος.

Έστρεψε το βλέμμα του στον γάτο που, αν και τον είχε κλωτσήσει, εκείνος δεν έφευγε από δίπλα της.

Κοιτάχτηκαν στα μάτια για μερικά δευτερόλεπτα κι ύστερα ο Αλέκος τον άκουσε να λέει «παλιόγρια» χωρίς να κουνιέται το γατοχειλό του και μ’ ένα σάλτο να βγαίνει στο μπαλκόνι και να εξαφανίζεται.

«Έχουμε πόλεμο», μουρμούρισε ο Αλέκος και βγήκε από το διαμέρισμα της κυρά-Δέσποινας.

Μαίρη Βαβουράκη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading