Η πεντάχρονη Παυλίνα κρύφτηκε στην αγκαλιά της μάνας της. Είχαν πάει στην παιδίατρο, την Μαρίνα Καμπουράκη, για την καθιερωμένη μηνιαία επίσκεψη. Η γιατρός είχε μεγάλη πείρα στα παιδιά. Δεν λειτουργούσε μόνο σαν γιατρός αλλά και σαν κοινωνική λειτουργός και το σπουδαιότερο σαν δεύτερη μητέρα. Κάθε φορά που άνοιγε η καφέ ξύλινη πόρτα και την έβλεπε με την άσπρη μπλούζα μπροστά της, η μικρή ένιωθε μεγάλο φόβο. Είχε σοβαρούς λόγους για κάτι τέτοιο. Γιατί απλά η Παυλίνα γεννήθηκε με μία ελαφριά αναπηρία στο δεξί της χέρι. Από την γέννησή της μέχρι τα πέντε της οι ίδιες εξετάσεις, η ίδια αγωνία, τα ίδια δάκρυα.
Η μάνα της, η Ευτέρπη, ήταν μία γυναίκα πολύ θαρραλέα. Πραγματικά έδειχνε θάρρος στην κάθε επίσκεψη. Το ένιωθε και το μετέφερε και στους γύρω της. Δεν το έβαζε κάτω. Ήξερε πολύ καλά ότι η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη, ότι το χέρι της μικρής θα παρέμενε παραμορφωμένο. Ευτυχώς η αναπηρία της ήταν μικρή. Τι σημασία είχε αν ήταν μικρή ή μεγάλη… Ήταν εκεί και αυτό δεν άλλαζε. Στην διάρκεια της εγκυμοσύνης της υπήρξαν επιπλοκές και ο γιατρός της συνέστησε να γίνει διακοπή της κύησης. Αλλά εκείνη αρνήθηκε. Μα πώς ήταν δυνατόν να το έκανε αυτό το έγκλημα; Δεν ήταν ποτέ της κοντά στην εκκλησία και από την φύση της ήταν πολύ ανοιχτόμυαλη. Όμως ένας άνθρωπος ζούσε μέσα της και άκουγε την καρδιά του να χτυπάει. Την ένιωθε. Δεν υπήρχε περίπτωση να το σκοτώσει αυτό το μωρό. Ήταν δικό της.
Όταν ήρθε η ώρα της γέννας, ο σύζυγός της ήταν δίπλα της, παρών την ώρα του τοκετού. Το αγαπούσε και αυτός το μωρό κι ας μην το ένιωθε. Ας μην το άκουγε. Λάτρευε την γυναίκα του, άρα αγαπούσε ακόμη και τον αέρα που ανέπνεε. Είχε ελπίδες μέχρι το τέλος ότι θα γινόταν κάποιο θαύμα, ότι όλα θα πήγαιναν καλά και το μωρό θα γεννιόταν υγιές. Διαψεύστηκαν οι ελπίδες αλλά δεν τον πείραξε καθόλου. Το κοριτσάκι του ήταν τόσο μικρό, τόσο ανυπεράσπιστο αλλά ταυτόχρονα τόσο όμορφο, τόσο γλυκό. Γεννήθηκε με πολλές ζάρες στο μέτωπο και στα μάγουλα, όπως όλα τα μωρά φυσικά. Το κλάμα του, οι κινήσεις του όλα έδειχναν ότι θα γινόταν μία μαχήτρια στο μεγάλωμά της.
Όταν την πήραν στο σπίτι φυσικά δυσκολεύτηκαν. Η Ευτέρπη ήταν τυχερή. Είχε έναν σύζυγο βράχο, ένα στήριγμα μοναδικό. Ο Φίλιππος δεν ήταν ένας τυχάρπαστος άντρας. Είχε αρχές και ήταν καλόψυχος. Για αυτόν η γυναίκα του ήταν πάνω από το κεφάλι του. Έτσι κύλησε ο πρώτος χρόνος μετά την γέννηση της μικρής, που ήταν και ο πιο δύσκολος. Τους πρώτους μήνες η παιδίατρος έμπαινε και έβγαινε στο σπίτι τους κάθε βδομάδα. Η περίπτωση της μικρής δεν ήταν εύκολη και οι γονείς της φοβόνταν να την εκθέσουν σε μικρόβια. Έτσι εκείνη είχε γίνει πια ένα άλλο μέλος της οικογένειας. Έβλεπε και ένιωθε τις αγωνίες τους και πολλές φορές δεν τους έπαιρνε χρήματα για να τους βοηθήσει. Η Ευτέρπη δεν δούλεψε ποτέ ξανά για να αφοσιωθεί στην κόρη της.
Το δωμάτιό της έβλεπε ευτυχώς στον κήπο. Τα δέντρα της αυλής έριχναν την σκιά τους στα ξύλινα παράθυρα. Η μικρή καθόταν με τις ώρες στην άκρη του κρεβατιού κοιτάζοντας τα πουλιά που έβρισκαν καταφύγιο στα φύλλα τους. Όταν έκανε ζέστη ή όταν έβρεχε τα έβλεπε που κάθονταν ανάμεσα στις φυλλωσιές περιμένοντας υπομονετικά να περάσει η βροχή ή να δροσίσει λίγο. Για αυτήν ήταν η παρέα της. Η Παυλίνα δεν είχε πολλές φίλες, στην πραγματικότητα δεν είχε καμία. Γιατί δεν έμοιαζε με τα άλλα παιδιά. Η αναπηρία της ήταν το εμπόδιο. Όταν έβγαινε να παίξει μαζί τους την κοίταζαν με περιέργεια. Άλλες φορές με οίκτο.
Μία μέρα άκουσε την Ελένη να λέει στα υπόλοιπα παιδιά: «Ήρθε πάλι η ανάπηρη. Τι θέλει και αυτή τώρα; Πώς θα παίξει μαζί μας έτσι που είναι;»
Αυτό άκουσε και δεν ξαναβγήκε για παιχνίδι η μικρή. Τα πουλιά ήταν καλύτερα, τουλάχιστον δεν της γύρναγαν την πλάτη.
Η Ευτέρπη ήταν προβληματισμένη. Δεν της άρεσε να βλέπει την κόρη της στην απομόνωση. Έψαχνε να βρει λύσεις, να μην νιώθει μόνο του το παιδί.
Σε μία από τις επισκέψεις της στην παιδίατρο, της μίλησε για τους προβληματισμούς της. Η Μαρίνα σαν γιατρός είχε δει πολλά. Τις περισσότερες φορές είχε να αντιμετωπίσει παιδιά με ιδιαιτερότητες σαν την μικρή Παυλίνα. Πολλά είχαν ακρωτηριασμένα άκρα, προσθετικά μέλη, ουλές. Και όλα είχαν τον φόβο και την απελπισία στα μάτια.
Η Ευτέρπη πήρε στην άκρη την γιατρό για να της μιλήσει πιο ιδιαίτερα. Δεν ήθελε να την ακούσει η μικρή. Η μία ερώτηση έφερε την άλλη.
«Μα πώς να την κάνω να βγει έξω να παίξει; Τι να την συμβουλέψω; Πώς να απαντάει στα άλλα παιδιά όταν την απομακρύνουν από το παιχνίδι; Πώς να την κάνω να μην ντρέπεται για το χεράκι της; »
«Ησύχασε, γλυκιά μου και όλα θα πάνε καλά. Καταρχήν μην πιστεύεις ότι η Παυλίνα δεν αντιλαμβάνεται την έννοια της αναπηρίας της. Αυτό που πρέπει να της δώσεις να καταλάβει είναι ότι η διαφορετικότητα είναι ένα κομμάτι της κοινωνίας που ζούμε. Αυτό θα την βοηθήσει στο μέλλον. Επίσης πρέπει να της δώσεις να καταλάβει ότι κανένα παιδί δεν είναι το ίδιο με το άλλο, όπως και οι γονείς του. Και τέλος να της εξηγήσεις ότι δεν υπάρχουν απαντήσεις στο γιατί γεννήθηκε με το πρόβλημα αυτό. Πολλές φορές δεν υπάρχουν εξηγήσεις. Υπάρχει όμως η παραδοχή. Όπως υπάρχουν άτομα που διαφέρουν από μας στο χρώμα, στην γλώσσα, σε αυτά που μπορούμε να κάνουμε, έτσι υπάρχουν και άνθρωποι που δεν είναι όμοιοι με μας. Τέλος να της πεις, με όση ειλικρίνεια διαθέτεις, ότι η αναπηρία δεν είναι ασθένεια και δεν είναι κάτι κολλητικό. Κάτσε και σκέψου τι σου λέω και είμαι σίγουρη ότι θα βρεις τον τρόπο να της τα εξηγήσεις. Η μάνα πάντα ξέρει και το ένστικτό σου θα σου δείξει τον τρόπο. Έλα πάμε τώρα κοντά της να μην αισθάνεται μόνη»
Οι δύο γυναίκες πλησίασαν την μικρή. Εκείνη καθόταν όπως πάντα δίπλα στο παράθυρο και χάζευε τα σύννεφα στον ουρανό.
«Μάλλον θα βρέξει απόψε. Και τι θα κάνουν οι μικροί μου φίλοι; Ξέρετε, κυρία γιατρέ μου, έχω μερικούς μικρούς φίλους που είναι διαφορετικοί από τα άλλα παιδιά. Δεν παίζουν στον δρόμο. Είναι τα μικρά πουλάκια που τιτιβίζουν και τραγουδούν από το πρωί. Αυτά είναι οι φίλοι μου. Και έρχονται κοντά μου και μου τραγουδούν. Σαν να καταλαβαίνουν την μοναξιά μου. Και τώρα άμα βρέξει τι θα κάνουν;»
«Πόσο γλυκιά είσαι μικρή μου, όλα τα σκέφτεσαι. Μην φοβάσαι κάπου θα βρουν να κρυφτούν»
Η γιατρός όσο κοίταζε την Παυλίνα τόσο σκεφτόταν τι άλλο να κάνει για της δώσει χαρά. Όταν έφυγαν από το ιατρείο της το μυαλό της δεν έφυγε από το κορίτσι. Την φανταζόταν να κάθεται μόνη στο δωμάτιο και την στεναχωρούσε πραγματικά. Η απομόνωση δεν είναι καλό πράγμα. Σε όλη της την καριέρα, που δεν ήταν και μικρή, είχε συναντήσει τόσα παιδιά με ιδιαιτερότητες. Και όλα ένιωθαν μόνα.
Ξαφνικά της ήρθε μία ιδέα από το πουθενά. Μα πώς το σκέφτηκε; Σαν να ήρθε ένα Πνεύμα και της την φύσηξε στο μυαλό της. Να κατασκευάσει παιχνίδια, και κυρίως κούκλες με ένα ελάττωμα ίδιο με του παιδιού. Στην περίπτωση της Παυλίνας θα είχε ένα μισό καρπό. Έτσι θα έδινε στην μικρή την δυνατότητα να έχει ένα παιχνίδι που να αντικατοπτρίζει την δική της εμφάνιση.
Ναι, αυτό θα έκανε. Ήταν η τελειότερη σκέψη που είχε κάνει ποτέ.
Το επόμενο πρωινό ξύπνησε από πολύ νωρίς. Η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Έψαξε στο διαδίκτυο για τα υλικά και σε λίγες μέρες βρίσκονταν στην πόρτα της. Δεν έβαλε ιατρείο εκείνη την ημέρα. Ασχολήθηκε αποκλειστικά με την κατασκευή της κούκλας. Όταν έφτασε στο σημείο του καρπού, έβγαλε έναν αναστεναγμό. Πόσο θα ήθελε να ήταν ολοκληρωμένο το χεράκι της. Πόσο ποθούσε να ήταν αρτιμελής η μικρή της φίλη.
Δούλεψε δύο ολόκληρα εικοσιτετράωρα για την ολοκλήρωσή της. Και τα κατάφερε. Η κούκλα ήταν πάνινη με ξανθά μακριά μαλλιά και μαύρα ολοστρόγγυλα μάτια. Φορούσε ένα κόκκινο καρό φόρεμα με δαντέλα στο τελείωμα, ίδιο σαν της μικρής. Όταν την τελείωσε, η χαρά της ήταν απερίγραπτη. Ήταν ολόιδια η Παυλίνα. Ίδια χαρακτηριστικά, ίδιο ημιτελές δεξί χέρι.
Της έγραψε και ένα γράμμα για να την συνοδέψει που έλεγε:
«Αγαπημένη μου Παυλίνα,
είσαι μαχήτρια. Μία αληθινή αμαζόνα. Σου έφτιαξα αυτήν την κούκλα με πολύ αγάπη.
Είναι εσύ. Με τα ξανθά σου μαλλιά, τα μαύρα σου μάτια και το χεράκι σου όπως ακριβώς είναι.
Να παίζεις μαζί της και να μην νιώθεις μόνη. Να θυμάσαι ότι μπορείς να κάνεις τα πάντα, να γράψεις, να ζωγραφίσεις, να παίξεις. Με τον δικό σου μοναδικό τρόπο.
Σε θαυμάζω πολύ,
Με αγάπη,
Μαρίνα»
Έπειτα πήρε το γράμμα, το δίπλωσε σε έναν ροζ φάκελο, έγραψε το όνομα της μικρής απ’ έξω και το έβαλε στο κουτί μαζί με την κούκλα. Το απόγευμα χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού της Ευτέρπης. Στο ένα χέρι κρατούσε το κουτί με την κούκλα και στο άλλο ένα κουτί με σοκολατάκια. Ήταν τα αγαπημένα της μικρής.
Όταν η Ευτέρπη άνοιξε την πόρτα, ξαφνιάστηκε. Σίγουρα δεν περίμενε τέτοια επίσκεψη. Αμέσως έτρεξε και η μικρή να δει ποιος ήταν. Κρύφτηκε πάλι πίσω από την ποδιά της μάνας της.
«Πάλι για μένα ήρθε η κυρία γιάτρισσα, σκέφτηκε. Αλλά γιατί; Δεν είναι η μέρα για εμβόλιο»
Η Μαρίνα μπήκε μέσα αμέσως. Δεν περίμενε να την καλέσει η Ευτέρπη. Στράφηκε προς την μικρή και της έδωσε πρώτα τα σοκολατάκια και μετά το άλλο πακέτο.
«Αυτά είναι για το σπίτι. Είναι τα αγαπημένα σου γλυκάκια. Μην τα φας όμως μαζεμένα. Εντάξει; Αλλιώς θα σε πιάσει η κοιλιά σου και θα μου έρθεις στο ιατρείο για επίσκεψη, και δεν το θέλω. Το άλλο όμως κουτί είναι για σένα μόνο. Άνοιξέ το, είμαι σίγουρη ότι θα σου αρέσει»
Οι δύο γυναίκες κοιτάχτηκαν τα μάτια. Μόνο αυτά μίλησαν. Η Ευτέρπη ένιωσε ότι δεν επρόκειτο για μία τυπική επίσκεψη. Κάθε άλλο.
Η Παυλίνα κάθισε στο χαλί και άνοιξε το κουτί της κούκλας. Όταν την αντίκρισε έβγαλε μία μικρή κραυγή δείχνοντας έτσι την έκπληξή της.
«Μα αυτή μου μοιάζει. Στα μαλλιά, στα μάτια. Μετά κοίταξε και το μισό χέρι. Σε όλα μου μοιάζει. Είναι τόσο όμορφη!»
«Ναι κορίτσι μου, είναι όμορφη και γλυκιά. Σαν εσένα»
Η Ευτέρπη άνοιξε τα χέρια της και αγκάλιασε την γιάτρινα. Ήταν θείο δώρο αυτό που κρατούσε.
«Σε ευχαριστώ», της ψιθύρισε στο αυτί .
Η Παυλίνα βρήκε το γράμμα και το έδωσε στην μαμά της να της το διαβάσει. Ακόμη δεν είχε πάει σχολείο.
Η Ευτέρπη το άνοιξε και με ευλάβεια άρχισε να διαβάζει μία μία τις λέξεις. Η φωνή της έτρεμε. Με κόπο συγκρατούσε τα δάκρυά της.
Όταν το τελείωσε για να μην δείξει μεγαλύτερη αδυναμία είπε δυνατά: «Δεν ανοίγουμε και το άλλο κουτί, να φάμε κανένα γλυκάκι; Έτσι για το καλό»
Αμέσως έβαλαν τα γέλια και τα χείλια της μικρής σε δευτερόλεπτο είχαν γίνει καφέ.
Από εκείνη την ημέρα η ζωή της Παυλίνας άλλαξε. Άρχισε να βλέπει την ζωή με περισσότερο θάρρος. Οι φόβοι της έφευγαν σιγά σιγά, για να ξαναέρθουν και πάλι αργότερα. Όμως ποτέ δεν ήταν το ίδιο. Όλο και γινόταν πιο δυνατή. Γιατί μπορούσε να κάνει πολλά. Ευτυχώς είχε και άλλο χέρι. Και δούλευε μια χαρά. Οι γονείς της έδιναν έμφαση στις ικανότητές της και όχι στην αναπηρία της. Έμαθε να παίζει και με τα άλλα παιδιά, με θάρρος τους εξήγησε ότι δεν υπήρχε λόγος να την φοβούνται. Κάποια, τα περισσότερα την δέχτηκαν στην παρέα τους, κάποια άλλα όχι.
Η γιατρός από εκείνη την ημέρα άρχισε να φτιάχνει πάνινες κούκλες. Και ήταν όλες στο χέρι. Η καθεμία σχεδιαζόταν με βάση τις φωτογραφίες του κάθε παιδιού που είχε το πρόβλημα, έδινε βάση στις πληροφορίες που έδιναν οι γονείς, ώστε να το αναπαριστά όσο δυνατόν πιο πιστά.
Οι κούκλες της διέθεταν προσθετικά μέλη, ουλές, σημάδια εκ γενετής.
Με το καιρό έφτιαξε πάνω από 400 κούκλες τις οποίες τις διέθετε στα παιδιά αυτά και στις οικογένειές τους χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση.
Η Παυλίνα μεγάλωσε και αυτή. Σπούδασε θεατρολογία και αφιερώθηκε στην ψυχική υγεία των παιδιών. Έπλαθε ιστορίες που οι μικροί της ήρωες έμοιαζαν με τα πουλιά στα δέντρα, είχαν ένα φτερό λιγότερο, κι όμως πετούσαν!
Και κάθε φορά που ένα παιδί κρυβόταν πίσω από την ποδιά της μάνας του, εκείνη του έδινε μία κούκλα που του έμοιαζε!
Δήμητρα Καμπόλη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
