Το νυφικό κρεμόταν στην κάσα της ντουλάπας, λευκό, μακρύ, βαρύ, ντυμένο με δαντέλα και ταφτά. Η πλάτη έκλεινε με πολλά μικρά ντυμένα κουμπάκια που έφταναν ως τη μέση. Το τούλινο πέπλο θα το στερέωνε στα μαλλιά της με μια μικρή στέκα από σατέν λουλούδια. Οι γόβες της είχαν χαμηλό τακούνι και ένα φιόγκο μπροστά στη μύτη.
Η Ξένια ανυπομονούσε να παντρευτεί. Δεν είχαν όλες την τύχη να ερωτευτούν. Κάποιες δεν είχαν δει καν τον γαμπρό πριν την τελετή. Εκείνη τον είχε διαλέξει μόνη της, τον είχε αγαπήσει και σε λίγες ώρες θα γινόταν ο άντρας της. Σαν όνειρο της φαινόταν. Είχε λίγο άγχος αλλά με τόση φασαρία στο σπίτι δεν προλάβαινε ούτε να σκεφτεί. Θείες, ξαδέρφες, γειτόνισσες, οι παππούδες της και η νονά της ήταν εκεί για να της ευχηθούν. Τα μαλλιά της έστεκαν ακούνητα από την πολλή λακ σε ένα χαμηλό, περιποιημένο σινιόν. Η μαμά της την βοήθησε να φορέσει τα μακριά γάντια που έφταναν ως τον αγκώνα.
Η αναστάτωση στο σπίτι συνεχιζόταν. Η αυλή είχε γεμίσει από κόσμο. Έπιναν, έτρωγαν, φώναζαν, γελούσαν. Πόση χαρά! Μα ήταν πολύ αγαπητή η Ξένια. Τόσο γλυκό και ευγενικό κορίτσι. Έξυπνη, προκομμένη και πάντα βοηθούσε όποιον είχε ανάγκη.
Και ο Λάμπρος ήταν αντάξιός της. Εργατικός, φιλότιμος, τίμιος, δούλευε από μικρός να στηρίξει την οικογένειά του. Σεβόταν τους μεγαλύτερους και δεν έλεγε μεγάλα λόγια. Προστατευτικός πάντα με την Ξένια και ντροπαλός ταυτόχρονα μαζί της. Έτοιμος να ξεκινήσει οικογένεια και να στηρίξει ένα σπιτικό. Την περίμενε στα σκαλιά της εκκλησίας και η καρδιά του κόντευε να σπάσει από την αγωνία.
Μόλις την είδε να φτάνει στα σκαλιά της εκκλησίας, έσφιξε ασυναίσθητα την ανθοδέσμη στα χέρια του. Πόσο όμορφη ήταν! Η πιο ωραία γυναίκα που είχε δει ποτέ του! Βεβαιώθηκε ότι το κοστούμι του ήταν ίσιο, όπως έπρεπε. Την παρακολούθησε να φτάνει προς το μέρος του με τον πατέρα της στο πλευρό της. Τότε ο χρόνος σταμάτησε. Θυμήθηκε την πρώτη τους γνωριμία. Μια Κυριακή μετά την εκκλησία που ειδώθηκαν στον προαύλιο. Την πρώτη φορά που τα μάτια τους συναντήθηκαν. Από τότε ήξερε ότι εκείνη ήταν η γυναίκα της ζωής του. Όταν άκουσε πρώτη φορά την φωνή της. Όταν άγγιξε το χέρι της. Το γέλιο της. Το χαμόγελό της. Η μυρωδιά της. Το φιλί της. Το ‘ναι’ του πατέρα της. Τα δάκρυα χαράς της μαμάς της. Την περηφάνια του πατέρα του. Την σιγουριά της μάνας του. Ήταν βέβαιο. Εκείνη ήταν η μοναδική.
Η Ξένια έλαμπε μέσα στο κατάλευκο νυφικό της που ερχόταν σε αντίθεση με το κατακόκκινο από την ανυπομονησία πρόσωπό της. Και πάλι όμορφη ήταν. Η ευτυχία ήταν το χρώμα στα μάτια της. Λαχταρούσε να βρεθεί στο πλάι του.
Ο πατέρας της την παρέδωσε και αφού ο Λάμπρος πήρε την ευχή του και φίλησε το χέρι της πεθεράς του, έπιασε το χέρι της Ξένιας και προχώρησαν μαζί με τον ιερέα για να αρχίσει ο αρραβώνας. Μέσα στην κατάμεστη εκκλησία μύριζε το λιβάνι και τα κεριά που έλιωναν. Οι συγγενείς προσεύχονταν κατά τη διάρκεια του μυστηρίου όπως όφειλαν για το ζευγάρι. Στον χορό του Ησαΐα όμως έπεσε βροχή το ρύζι, τόσο που το ζευγάρι κάλυψε το κεφάλι του. Μαζί με το ρύζι για να ριζώσουν, πετούσαν και κουφέτα για να είναι γλυκιά η ζωή τους. Τα μικρά παιδιά έσκυβαν και μάζευαν όσο πιο πολλά μπορούσαν.
Όταν το μυστήριο ολοκληρώθηκε έλαβαν από όλους τις πιο θερμές ευχές. Μια νέα ζωή ξεκινούσε. Μια κοινή πορεία γεμάτη αγάπη, συμπόνια, φροντίδα. Όχι ότι δεν πέρασαν και δύσκολα. Αλλά πάντα μα πάντα θυμούνταν γιατί ερωτεύτηκε ο ένας τον άλλον και έτσι αυτή η αγάπη κράτησε για πάντα. Όταν βγήκαν από την εκκλησία ήταν πια ένα. Ένα σώμα, ένας νους, μια καρδιά, μια ψυχή. Τους περίμενε ένα αυτοκίνητο, δανεικό μα όμορφα στολισμένο με λεπτές λευκές κορδέλες. Μπήκαν μέσα και ξεκίνησε η πομπή ως το σπίτι της νύφης όπου θα γινόταν μεγάλο γλέντι. Πολύς κόσμος ακολούθησε με τα πόδια. Τα γέλια τους γέμισαν τους δρόμους και οι ευχές τους αντηχούσαν σε όλες τις γειτονιές.
«Και μετά;»
«Και μετά… Καλύτερα να πούμε αύριο τα υπόλοιπα. Είναι ώρα να ξεκουραστείς. Και αύριο μέρα είναι, αγάπη μου»
«Θα με θυμάσαι και αύριο;»
«Εγώ ναι, Ξένια μου. Εσύ;»
«Και εγώ, γλυκέ μου. Θα σε θυμάμαι και αύριο»
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
