Lethargica

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Ο Ράιαν ξύπνησε καταϊδρωμένος στο κρεβάτι του. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Κοίταξε από το παράθυρο το πυκνό σκοτάδι. Πάντα κοιμόταν με τα στόρια ανοιχτά. Ήθελε να ξυπνά με το πρώτο φως της ημέρας γιατί κάθε δευτερόλεπτο που έχανε ήταν πολύτιμο γι’ αυτόν.  Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί, αλλά δεν τα κατάφερε. Σκούπισε το μέτωπο με το μανίκι τις πιτζάμας αποφεύγοντας να κοιτάξει το ρολόι του κι έτριψε τα μάτια του. Έμεινε για λίγη ώρα ακίνητος πασχίζοντας να θυμηθεί το όνειρο που έβλεπε, αλλά μάταια. Ήξερε ότι ήταν κάτι τρομακτικό κι έντονο αλλά οι εικόνες είχαν διαγραφεί από το μυαλό του μόλις είχε ξυπνήσει. Και μόνο όμως στην απόπειρά του να τις ανακαλέσει, η καρδιά του άρχισε να σφυροκοπάει μέσα στο στήθος του. Δεν ήξερε πόση ώρα είχε μείνει ξαπλωμένος με τις σκέψεις να βασανίζουν το ήδη ταλαιπωρημένο του μυαλό, όταν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου άρχισαν να μπαίνουν στο δωμάτιο και το σκοτάδι να διαλύεται. Όλα έμοιαζαν αλλιώς την ημέρα. Πιο εύκολα όχι, για τον Ράιαν τουλάχιστον, αλλά σίγουρα διαφορετικά. Τον έκαναν να νιώθει μια αισιοδοξία πως κάθε φορά θα ήταν η τελευταία, πως κάποια στιγμή θα ξέφευγε από αυτό τον φαύλο κύκλο μέσα στον οποίο είχε εγκλωβιστεί. Μέχρι στιγμής όμως, κανένας από τους ευσεβείς πόθους του δεν είχε πραγματοποιηθεί.

Όταν ξημέρωσε πλέον για τα καλά, ανακάθισε κι έριξε μια ματιά στο ρολόι που φορούσε στον καρπό του. Τη νύχτα δεν τολμούσε να το κοιτάξει, γιατί φοβόταν πως οι εφιάλτες του θα ζωντάνευαν ακόμα μια φορά. Την ημέρα όμως, είχε συνηθίσει να τους αντιμετωπίζει. Με την πρώτη ματιά, έμοιαζε με ένα απλό, ψηφιακό ρολόι. Αν το παρατηρούσε όμως κάποιος προσεκτικά, θα διαπίστωνε πως ήταν κάτι παραπάνω από αυτό. Η οθόνη του ήταν μαύρη και τετράγωνη. Στο κέντρο της, η ώρα, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα φωσφόριζαν με πράσινο χρώμα. Στο πάνω και το κάτω μέρος όμως υπήρχαν δύο κύκλοι που έγραφαν ο καθένας: «VITAL FUNCTIONS» και «MISSIONS». Δίπλα στο «MISSIONS» υπήρχε ο αριθμός 100. Εστίασε το βλέμμα του στον αριθμό κι ένιωσε ένα τσίμπημα στο μέρος της καρδιάς. Ήξερε ότι σύντομα θα γινόταν 101, 102, 103, και ίσως ο αριθμός αυτός να μη σταματούσε ποτέ να αυξάνεται.

Πήρε μια βαθιά ανάσα και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο και κοίταξε το στενό, έρημο δρομάκι που βρισκόταν έξω από το σπίτι του. Ξαφνικά, αισθάνθηκε το βλέμμα κάποιου καρφωμένο πάνω του. Σήκωσε το κεφάλι του προς την απέναντι πέτρινη πολυκατοικία, αλλά δεν υπήρχε κανείς. Όλα τα παράθυρα είχαν κλειστές κουρτίνες. Τώρα μάλιστα που τα παρατηρούσε καλύτερα… έμοιαζαν τόσο ίδια, λες και ήταν μια εικόνα που επαναλαμβανόταν συνέχεια. Στένεψε το βλέμμα. Από τότε που θυμάται τον εαυτό του, δηλαδή από εκείνο το βράδυ πριν ένα χρόνο που ξύπνησε στο δωμάτιο του νοσοκομείου με πλήρη αμνησία εξαιτίας ενός ατυχήματος που είχε όπως τον πληροφόρησαν οι γιατροί, έμενε σε αυτό το σπίτι γιατί αυτό ήταν δηλωμένο στα χαρτιά του ως διεύθυνση κατοικίας: Το όνομά του ήταν Ράιαν Ντέμπορ, ήταν 35 χρονών δεν είχε κανέναν εν ζωή συγγενή, δεν τον είχε αναζητήσει κανείς κι έμενε σε μια μικρή γειτονιά της Νέας Υόρκης. Ποτέ ως τώρα όμως δεν είχε παρατηρήσει αυτή τη συμμετρία στα παράθυρα και τις κουρτίνες.

«Σύνελθε Ράιαν…», μουρμούρησε. «Είναι απλώς κουρτίνες και παράθυρα που απλά έτυχε να φαίνονται ίδια. «Ε και; Έτυχε. Έτυχε; Έτυχε». Μάλωσε τον εαυτό του κι έφυγε από το παράθυρο.

Πήγε στο μπάνιο και κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Μια ουλή ξεκινούσε από το φρύδι κι έφτανε μέχρι το πηγούνι του. «Δώρο» του ατυχήματος όπως του είχαν αποκαλύψει οι γιατροί. Μπορεί να ήταν μόλις 35 χρονών, αλλά τα σημάδια του άγχους και του διαρκή φόβου για τη ζωή του είχαν αρχίσει ήδη να κάνουν την εμφάνισή τους. Ανάμεσα από τα ξανθά μαλλιά του είχαν φυτρώσει άσπρες τρίχες, και το πρόσωπό του είχε ρυτίδες σε διάφορα σημεία. Τα γαλάζια μάτια του, που σε άλλη περίπτωση ήταν σίγουρος ότι αποτελούσαν το δυνατό του σημείο, τώρα επισκιάζονταν από σακούλες και μαύρους κύκλους. Έριξε λίγο νερό για να ξυπνήσει καλά κι απομακρύνθηκε γρήγορα. Δεν άντεχε να αντικρύζει αυτή την εικόνα κάθε φορά.

Εκείνη τη στιγμή, το ρολόι στο χέρι του δονήθηκε. Ο Ράιαν πάγωσε στη θέση του. Ήξερε τι σήμαινε αυτό. Έφερε τα χέρια στο κεφάλι, κάλυψε τα μάτια του, κάθισε στο πάτωμα και στήριξε την πλάτη του στον τοίχο. Προσπάθησε να προσδιορίσει πότε ξεκίνησαν όλα.  Εκείνο το πρωινό, πριν φύγει από το νοσοκομείο, ξύπνησε φορώντας ένα ρολόι στο χέρι﮲ ένα ρολόι που δεν μετρούσε μόνο την ώρα, αλλά και το χρόνο που του απέμενε μέχρι το θάνατο ή τη σωτηρία του. Το ρολόι συνοδευόταν από ένα σημείωμα δίπλα στο κρεβάτι του. Αν ήθελε να παραμείνει ζωντανός, δεν έπρεπε να το αφαιρέσει ποτέ κι ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί τις οδηγίες του κατά γράμμα. Εκείνος φυσικά δεν το πίστεψε. Το έβγαλε, αλλά το μετάνιωσε αμέσως. Μόλις απομακρύνθηκε από το χέρι του, εκείνο άρχισε να χτυπάει σαν ωρολογιακή βόμβα κι εμφανίστηκε στην οθόνη του μια αντίστροφη μέτρηση 20 δευτερολέπτων. Μόλις το ξαναφόρεσε, σταμάτησε να χτυπάει και η κανονική ώρα έκανε και πάλι την εμφάνισή της. Κάθε φορά, το ρολόι του ανέθετε μια καινούρια αποστολή που έπρεπε να φέρει εις πέρας, πριν τελειώσει ο χρόνος που του έδινε. Αν δεν προλάβαινε ή αν αποτύχαινε, το ρολόι θα μετατρεπόταν σε ωρολογιακή βόμβα και θα τον σκότωνε ακαριαία. Κάθε φορά λοιπόν, έπρεπε να τρέξει γιατί ο χρόνος θα τελείωνε και μαζί με αυτόν και η ζωή του. Μέσα σε ένα χρόνο, είχε εκτελέσει 100 αποστολές. Λίγο πριν του ανατεθεί η επόμενη, το ρολόι δονούταν. Είχε έρθει πάλι η ώρα λοιπόν.

«Σε παρακαλώ…», ψιθύρισε. «Σε παρακαλώ… ας μην ξεκινήσει ακόμα. Σε παρα…»

«YOU HAVE A NEW MISSION», ακούστηκε.

Έφερε το ρολόι μπροστά στα μάτια του με χέρι που έτρεμε. Ο κύκλος που έγραφε «MISSIONS», είχε πάρει ένα έντονο, κόκκινο χρώμα κι αναβόσβηνε. Τον άγγιξε με το δάχτυλό του. Μια εικόνα ξεπήδησε μέσα από την οθόνη και ζωντάνεψε μπροστά του. Διάβασε προσεκτικά τις οδηγίες. Σε 25 λεπτά, θα συναντούσε έναν άντρα στο συγκεκριμένο καφέ που του υποδείκνυαν. Θα του έδινε ένα πακέτο το οποίο έπρεπε να παραδώσει σε δύο άτομα (δεν του διευκρίνιζε ποια, θα έπρεπε να το καταλάβει μόνος του) στην Bow Bridge στο Σέντραλ Παρκ. Είχε δυο ώρες στη διάθεσή του. Φαινόταν απλό. Ήταν όμως;

Σχεδόν όλες οι αποστολές του είχαν να κάνουν με παραλαβές και παραδόσεις δεμάτων. Δεν έπρεπε να ανοίξει το δέμα, αλλά δεν τον ενδιέφερε κιόλας. Δεν μπήκε ποτέ στον πειρασμό να το κάνει. Εκείνο που τον ένοιαζε, ήταν να τελειώνει γρήγορα με την κάθε αποστολή ώστε να εξασφαλίσει το σεβαστό χρηματικό ποσό που του έδιναν κάθε φορά, αλλά και την ηρεμία του, μέχρι να έρθει η ώρα για την επόμενη. Ντύθηκε γρήγορα, έριξε ένα σακίδιο στην πλάτη του και βγήκε από το σπίτι. Ο ζεστός, καλοκαιρινός ήλιος τον χτύπησε αμέσως στο πρόσωπο κι ένιωσε ότι έφαγε μια ζεστή σφαλιάρα. Έτριψε το μάγουλό του, κι αφού έριξε μια τελευταία ματιά στα πανομοιότυπα παράθυρα της απέναντι πολυκατοικίας με τις πανομοιότυπες κουρτίνες, διέσχισε το στενό δρομάκι, έστριψε αριστερά στη γωνία της λεωφόρου και προχώρησε ευθεία. Πρώτο, δεύτερο, τρίτο τετράγωνο και το καφέ «Quicky» βρισκόταν μπροστά του. Μόλις έσπρωξε τη γυάλινη πόρτα, ακούστηκε ένα κουδουνάκι. Κάπου είχε ξανακούσει αυτό τον ήχο, κάπου…

«Καλώς ορίσατε στο καφέ ΄Quicky΄ όπου σας φέρνουμε τον καφέ σας μέχρι να πείτε ΄Quicky΄!», έκανε ο άντρας που ήταν πίσω από τον πάγκο και του έκλεισε το μάτι.

Ο Ράιαν τον παρατήρησε. Ήταν μελαχρινός και φορούσε ένα λευκό πουκάμισο, με ένα πορτοκαλί παπιγιόν και μαύρο παντελόνι.

«Καλημέρα», απάντησε. «Θα ήθελα έναν φρέντο εσπρέσο», πρόσθεσε και περιεργάστηκε το μαγαζί.

Το πάτωμα ήταν λευκό και είχε ζωγραφισμένους πάνω του λευκούς πιγκουίνους με πράσινο, ροζ, πορτοκαλί και μπλε περίγραμμα. Τα τραπεζάκια ήταν τετράγωνα και η επιφάνειά τους ήταν χωρισμένη σε τέσσερα ίσα τετράγωνα: ένα πορτοκαλί, ένα πράσινο, ένα μπλε κι ένα κίτρινο. Δεν υπήρχε κανένας άλλος πελάτης. Προχώρησε πιο μέσα και κάθισε σε ένα τραπέζι στο βάθος του μαγαζιού. Άφησε το σακίδιο δίπλα στα πόδια του και κοίταξε το ρολόι του. Κάτω από την ένδειξη της ώρας, είχε εμφανιστεί μια άλλη ένδειξη με κόκκινα γράμματα που έδειχνε την αντίστροφη μέτρηση. Τα 25 λεπτά είχαν περάσει, αλλά αυτός που θα του έδινε το πακέτο δεν είχε φανεί ακόμα. Μετά από άλλα 25 λεπτά βασανιστικής αναμονής, η πόρτα του καφέ άνοιξε κι ένας αδύνατος, κοντός άντρας μπήκε μέσα. Κοίταξε τον σερβιτόρο που σκούπιζε ένα ποτήρι σιγοσφυρίζοντας και χωρίς να του μιλήσει κατευθύνθηκε προς τον Ράιαν. Εκείνος σηκώθηκε λες και καθόταν πάνω σε ελατήριο και του έδωσε το χέρι. Ο άντρας ανταποκρίθηκε. Το δικό του ήταν παγωμένο. Τη στιγμή που κάθισαν, ο σερβιτόρος έφερε τους καφέδες. Ο άντρας δεν έδειχνε να βιάζεται ιδιαίτερα. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά και κοίταξε έξω από το παράθυρο.

«Είμαι ο Τζέισον Γουόλντμπεργκ», είπε τελικά χωρίς να τον κοιτάξει.

«Εγώ ο Ράιαν Ντέμπορ. Νομίζω πως έχετε κάτι για μένα έτσι δεν είναι;», ρώτησε ανυπόμονα κοιτώντας το ρολόι του.

«Μη βιάζεσαι νεαρέ», έκανε εκείνος. «Όλα στην ώρα τους. Ξέρεις», συνέχισε κοιτώντας έξω από το παράθυρο, «μου αρέσει πολύ να βλέπω αυτή την πολυσύχναστη ζωή. Τα αυτοκίνητα που τρέχουν, τους περαστικούς που διασχίζουν τους δρόμους, τους ποδηλάτες, να ακούω τα κορναρίσματα… Εκείνο που δεν μου αρέσει να βλέπω είναι τα ατυχήματα», έκανε κοφτά και κοίταξε τον Ράιαν.

«Ναι, ούτε εμένα», απάντησε εκείνος αφού κατάλαβε πως αυτό περίμενε να του πει. «Σχετικά με το πακ…»

«Τα ατυχήματα είναι πολύ άσχημα», συνέχισε ο Τζέισον. «Χάνονται ζωές, ή ακόμα χειρότερα, καταστρέφονται ζωές…», αναστέναξε.

Ο Ράιαν δεν μίλησε. Ο χρόνος περνούσε. Του είχαν μείνει μόνο 55 λεπτά.

«Δεν είμαστε όμως εδώ για να πούμε για τα ατυχήματα έτσι δεν είναι; Θέλεις κάτι από μένα…», πρόσθεσε ο Τζέισον κι έβγαλε ένα μικρό τετράγωνο κουτί από την τσέπη του. «Ορίστε λοιπόν», του είπε και το άφησε πάνω στο τραπέζι.

Ο Ράιαν το έχωσε μέσα στο σακίδιο.

«Ο χρόνος περνάει», του είπε κοφτά ο Τζέισον. «Ο καφές είναι κερασμένος από μένα. Έχεις μόνο 50 λεπτά. Θα σε συμβούλευα να αρχίσεις να τρέχεις».

Ο Ράιαν άρπαξε το σακίδιο, όρμησε έξω από το μαγαζί και κοίταξε γύρω του. Σέντραλ Παρκ. Έπρεπε να πάει στο Σέντραλ Παρκ. Ήταν αρκετά μακριά από το σημείο που βρισκόταν αυτή τη στιγμή. «Μετρό», σκέφτηκε. «Εδώ κάπου έχει σταθμό μετρό». Προσπάθησε να προσανατολιστεί. Έπρεπε να περάσει απέναντι. Διέσχισε το δρόμο χωρίς να περιμένει να ανάψει το φανάρι. Ακούστηκε ένα απότομο φρενάρισμα καθώς ένα αυτοκίνητο σταμάτησε για να μην τον χτυπήσει κι αμέσως μετά ένας δυνατός γδούπος. Ένα άλλο είχε πέσει πάνω του. Δεν γύρισε να κοιτάξει. Κατέβηκε στον υπόγειο σταθμό, έβγαλε στα γρήγορα ένα εισιτήριο, αλλά τη στιγμή που το ακύρωσε στα μηχανήματα το δρομολόγιο που έπρεπε να πάρει είχε μόλις ξεκινήσει να φεύγει.

«Έλα τώρα!», φώναξε κι άρχισε να τρέχει ξοπίσω του χτυπώντας την πόρτα.

Εκείνο όμως ανέπτυξε ταχύτητα κι απομακρύνθηκε. Κοίταξε τη φωτεινή ένδειξη. Το επόμενο θα ερχόταν σε δέκα λεπτά. Ζύγιασε τις επιλογές του. Με τα πόδια ήταν πολύ μακριά, κι αν έπαιρνε ταξί με την κίνηση που υπήρχε αυτή τη στιγμή στους δρόμους θα αργούσε πολύ. Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να περιμένει. Άρχισε να πηγαίνει πέρα-δώθε κοιτώντας συνέχεια το ρολόι του. 37 λεπτά του είχαν μείνει.  Κοίταξε γύρω του. Κανείς δεν φαινόταν να του δίνει σημασία. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος του βαγονιού που έφτανε. Μόλις άνοιξαν οι πόρτες όρμησε μέσα, αγνοώντας τις διαμαρτυρίες όσων κατέβαιναν. Έπιασε μια θέση κι έσφιξε το σακίδιο στην αγκαλιά του. Μετά από μερικά βασανιστικά λεπτά αναμονής, ξεκίνησαν. Ήξερε ότι χρειάζονταν άλλα δέκα λεπτά μέχρι να κατέβει στη σωστή στάση. Η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Ο ιδρώτας έτρεχε στο μέτωπό του και τα χέρια του πονούσαν από τη δύναμη με την οποία κρατούσε το σακίδιο. Τη στιγμή που άνοιξαν οι πόρτες, το φόρεσε στην πλάτη κι άρχισε να τρέχει σαν τρελός ενώ κοιτούσε το ρολόι του. Του είχαν μείνει 22 λεπτά. Η παραμικρή καθυστέρηση μπορεί να αποδεικνυόταν μοιραία και να του κόστιζε την ίδια του τη ζωή. Τα δευτερόλεπτα μετρούσαν αντίστροφα για τον επικείμενο θάνατό του.

Διέσχισε το δρόμο αγνοώντας τα δυνατά κορναρίσματα των νευριασμένων οδηγών που αναγκάζονταν να κάνουν ελιγμούς για να τον αποφύγουν. Λίγο πριν φτάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, άκουσε τον ήχο απότομου φρεναρίσματος, λαμαρίνας που συγκρούεται και ουρλιαχτά﮲ πολλά ουρλιαχτά. Ήξερε πως εκείνος έφταιγε για το ατύχημα. Σε μια άλλη ζωή, ίσως είχε τρέξει να βοηθήσει, ίσως πάλι και όχι. Ένιωσε περίεργα. Όλο αυτό του φάνηκε υπερβολικά οικείο, σαν να το είχε ξαναζήσει. Ξαφνικά, ένα δυνατό τικ- τακ ήχησε πιο πολύ μέσα στο μυαλό του, παρά στα αυτιά του και τον επανάφερε στην πραγματικότητα. Κάθε φορά που ο χρόνος του έπεφτε κάτω από 20 λεπτά, το ρολόι τον προειδοποιούσε πως η ώρα που είχε στη διάθεσή του τελείωνε. Του είχαν μείνει μόνο 19 λεπτά.

«Πολλοί θα προσπαθήσουν να σε αποσπάσουν…», του είχαν πει. «Εσύ όμως, πρέπει να είσαι προσηλωμένος στο στόχο σου και να μην αφήσεις κανένα να το κάνει».

Συνέχισε να τρέχει, διέσχισε ακόμα ένα πολυσύχναστο δρόμο, αγνόησε τον ελιγμό που έκανε ένας μοτοσικλετιστής για να τον αποφύγει με αποτέλεσμα η μηχανή του να γλιστρήσει και να συρθεί μέχρι τις ρόδες ενός διερχόμενου αυτοκινήτου, και βρέθηκε στην είσοδο του πάρκου. Ήξερε πως έπρεπε να φτάσει στην Bow Bridge. Κοίταξε γύρω του πανικόβλητος προσπαθώντας να σκεφτεί ποια ήταν η πιο σύντομη διαδρομή. Μια γιαγιά με ροζ φόρεμα, που κρατούσε ένα κοριτσάκι από το χέρι, του χαμογέλασε.

«Πρόσεξε τα σημάδια…», μουρμούρισε εκείνος τη στιγμή που την κοιτούσε. «Πρέπει να μπορείς να ξεχωρίσεις ποιοι είναι αυτοί που θα σε βοηθήσουν και ποιοι είναι αυτοί που θα προσπαθήσουν να σε εμποδίσουν για να τελειώσει ο χρόνος σου πριν από τον δικό τους».

Πήρε το βλέμμα του από τη γιαγιά και γύρισε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ένας ξυλοπόδαρος με κόκκινη μύτη κλόουν, ριγωτή φόρμα και κίτρινες φωσφοριζέ τιράντες στεκόταν ακίνητος και κοιτούσε γύρω του. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν για ένα δευτερόλεπτο. Στη συνέχεια στράφηκε αδιάφορος προς την άλλη πλευρά. Ο Ράιαν κοίταζε μια τη γιαγιά που συνέχιζε να του χαμογελάει και μια τον ξυλοπόδαρο που δεν του έδινε καμία σημασία. Του είχαν μείνει 15 λεπτά.

«Σκέψου Ράιαν…», μουρμούρησε. «Πολλές φορές ο κίνδυνος φοράει αθώα ρούχα για να σε παγιδεύσει, ενώ η σωτηρία μπορεί να περάσει από δίπλα σου κι εσύ να μην της δώσεις καμία σημασία γιατί δεν σε κοίταξε καν».

Εστίασε το βλέμμα του στο χέρι της γιαγιάς που κρατούσε το κοριτσάκι. Οι αρθρώσεις των δακτύλων της είχαν ασπρίσει. Το έσφιγγε υπερβολικά πολύ. Καμία γιαγιά δεν θέλει να πονάει το παιδί της. Κατευθύνθηκε προς τον ξυλοπόδαρο. Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε ένας δυνατός ήχος, σαν πυροβολισμός. Δεν γύρισε να κοιτάξει, αλλά ήταν σίγουρος πως στο σημείο που στεκόταν πριν λίγο η γιαγιά, θα υπήρχαν τώρα μόνο κομμάτια από το ροζ φόρεμά της. Κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί. Η αποστολή της ήταν να τον εμποδίσει. Δεν τα κατάφερε κι έτσι το ρολόι που φορούσε μετατράπηκε σε ωρολογιακή βόμβα που τη σκότωσε ακαριαία. Κούνησε το κεφάλι. Αυτή τη στιγμή, είχε γίνει μάρτυρας μιας ψυχρής δολοφονίας, δεν ένιωθε όμως ούτε ταραχή, ούτε στενοχώρια. Δεν τους έβλεπε σαν ανθρώπους, αλλά σαν απλά εμπόδια που έπρεπε να προσπεράσει. Και αυτή τη φορά τουλάχιστον, το είχε καταφέρει.

Έφτασε μπροστά στον άντρα με τα ξυλοπόδαρα. Εκείνος τον κοίταξε από ψηλά χωρίς να του μιλήσει. Ο Ράιαν ένευσε και τον προσπέρασε. Δεν θα έβαζε το χέρι του στη φωτιά, αλλά νόμισε ότι είδε ένα βλέμμα ανακούφισης στα μάτια του. Την επόμενη στιγμή, που κοίταξε πίσω του, εκείνος είχε εξαφανιστεί και τη θέση του είχε πάρει ένας κοντόχοντρος άντρας που βάδιζε προς την έξοδο του πάρκου με ταχύ βήμα. Χαμογέλασε. Ο ξυλοπόδαρος είχε εκπληρώσει την αποστολή του, του είχε δείξει το σωστό δρόμο κι έτσι το ρολόι του τον άφησε να ζήσει. Το τικ-τακ τον επανάφερε στην πραγματικότητα. Ξεκίνησε να τρέχει.

«Γιατί τόση βιασύνη;», τον σταμάτησε απότομα ένας υπαίθριος ζωγράφος.

Το πρόσωπό του ήταν αυλακωμένο από τις ρυτίδες, τα μαύρα μάτια του ήταν βυθισμένα στις κόγχες τους και τα γκρίζα μακριά μαλλιά του, έβγαιναν ατημέλητα κάτω από το καπέλο του.

Ο Ράιαν τον έσπρωξε νευριασμένος.

«Άσε με να κάνω το πορτραίτο σου…», του είπε σχεδόν παρακαλετά.

«Άσε με να φύγω!», φώναξε θυμωμένος σπρώχνοντάς τον με δύναμη.

Τη στιγμή που ο άντρας έπεφτε στο έδαφος, ακούστηκε πάλι ένας ήχος σαν πυροβολισμός. Δεν γύρισε να κοιτάξει και συνέχισε να τρέχει πιο γρήγορα αυτή τη φορά. Βρέθηκε μπροστά στη γέφυρα που βρισκόταν πάνω από τη λίμνη. Οι οδηγίες ήταν σαφείς:

«Θα περιμένεις να έρθουν και μετά θα τους το δώσεις».

Στεκόταν νευρικά, πότε πότε μετατόπιζε το βάρος από το ένα πόδι στο άλλο κι ενίοτε κοιτούσε το ρολόι του με ανυπομονησία. Του είχαν μείνει μόνο πέντε λεπτά. Αν αργούσαν κι άλλο… Εκείνη τη στιγμή, μια νεαρή, ξανθιά νοσοκόμα που έσπρωχνε ένα αναπηρικό καροτσάκι με έναν άντρα καθισμένο πάνω του, κατευθύνθηκε προς το γεφυράκι και κοντοστάθηκε σα να περίμενε κάτι. Μόλις τους είδε να σταματούν, ο Ράιαν κατάλαβε κι έτρεξε προς το μέρος τους. Εκείνοι τον κοίταξαν με προσμονή. Έβγαλε το σακίδιο από την πλάτη, το άνοιξε και πήρε το μικρό κουτί. Ο άντρας έτεινε τα τρεμάμενα χέρια του προς το μέρος του κι εκείνος του το έδωσε. Η νοσοκόμα έκανε ένα ανεπαίσθητο νεύμα με το κεφάλι, του έδωσε τον φάκελο με τα χρήματα και ξεκίνησε να σπρώχνει το καρότσι προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Ο Ράιαν κοίταξε αμέσως το ρολόι του.

«MISSION ACCOMPLISHED», έγραφε.

Η αντίστροφη μέτρηση εξαφανίστηκε από την οθόνη και στη θέση της εμφανίστηκε η φράση: «GET SOME REST BEFORE YOUR NEXT MISSSION». Μόλις έσβησε κι αυτή, το νούμερο δίπλα από τον κύκλο που έγραφε «MISSIONS», έγινε 101.

Ο Ράιαν στηρίχθηκε στα κάγκελα που είχε το γεφυράκι και κοίταξε το πρόσωπό του που καθρεφτιζόταν στο νερό της λίμνης. Τα είχε καταφέρει κι αυτή τη φορά. Η ανακούφισή του όμως, εξαφανίστηκε γρήγορα κι έδωσε τη θέση της στην ανησυχία και τον τρόμο. Για πόσο καιρό ακόμα θα έπρεπε να συνεχίζει να το κάνει; Δεν ήξερε πότε θα του ανέθεταν την επόμενη αποστολή. Μπορεί να ήταν την επόμενη βδομάδα, αλλά μπορεί να ήταν και την επόμενη μέρα, ακόμα και την επόμενη ώρα. Αναστέναξε.

Η μέρα ήταν ακόμα μπροστά του, αλλά δεν είχε καμία διάθεση να περπατήσει. Ήθελε να ξαπλώσει, να κοιτάει το ταβάνι και να μη σκέφτεται τίποτα για λίγη ώρα. Ένιωθε εξουθενωμένος. Πήρε το δρόμο της επιστροφής. Λίγο πριν φτάσει στο σπίτι του, σταμάτησε στο «Quicky» για να πάρει έναν καφέ πριν γυρίσει.

«Καλώς ορίσατε στο καφέ ΄Quicky΄ όπου σας φέρνουμε τον καφέ σας μέχρι να πείτε ΄Quicky΄!», έκανε ο άντρας που ήταν πίσω από τον πάγκο και του έκλεισε το μάτι.

«Καλησπέρα», έκανε ο Ράιαν. «Ήμουν και το πρωί εδώ», σχολίασε για να τον κάνει να καταλάβει πως δεν χρειαζόταν να επαναλαμβάνει αυτή την ατάκα κάθε φορά που τον έβλεπε.

Εκείνος δεν απάντησε.

«Θα ήθελα ένα φρέντο εσπρέσο», αναστέναξε.

Τη στιγμή που ετοιμαζόταν να βγει από το μαγαζί ένας άλλος πελάτης μπήκε μέσα. Πλησίασε τον πάγκο και ο σερβιτόρος χωρίς να τον χαιρετίσει με τον τρόπο που χαιρέτισε τον Ράιαν, άρχισε να του ετοιμάζει καφέ. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. Λίγο πριν μπει στην πολυκατοικία του κοίταξε πάλι τα παράθυρα απέναντι. Οι κουρτίνες ήταν ακριβώς όπως τις θυμόταν.

Λίγη ώρα αργότερα κι ενώ ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ένιωσε τα βλέφαρά του να βαραίνουν. Μπορεί να μην ήθελε να κοιμάται κατά τη διάρκεια της ημέρας γιατί θεωρούσε αυτό το χρόνο πολύτιμο, αλλά υπέθετε ότι τώρα θα μπορούσε να κάνει μια εξαίρεση. Ρύθμισε το ρολόι να χτυπήσει σε μία ώρα κι έκλεισε τα μάτια.

Όταν τελικά ξύπνησε, ένιωθε ζαλάδα. Κοίταξε το ρολόι. Η αφύπνιση δεν είχε χτυπήσει, και ήταν 8 το πρωί της επόμενης ημέρας. Ανασηκώθηκε απότομα. Είχε κοιμηθεί κάτι λιγότερο από 24 ώρες. Μα πώς ήταν δυνατόν; Έτριψε το κεφάλι του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε ότι ο χρόνος κυλούσε πιο γρήγορα. Ώρες-ώρες είχε την αίσθηση ότι ο χρόνος έτρεχε κι εκείνος δεν προλάβαινε ούτε να κοιμηθεί, ούτε να ξεκουραστεί, ούτε να κάνει όλα όσα ήθελε. Πολλές φορές, η επόμενη αποστολή μπορεί να απείχε μια βδομάδα από την προηγούμενη, αλλά εκείνος ένιωθε ότι είχαν περάσει μόλις δυο μέρες.

***

Η Γκέιλ απομακρύνθηκε από το γραφείο της και έστρεψε την αναπηρική πολυθρόνα προς το παράθυρο του τελευταίου ορόφου του ψηλότερου ουρανοξύστη της πόλης. Η φασαρία των πολυσύχναστων δρόμων δεν διαπερνούσε το χοντρό τζάμι. Ένιωθε προστατευμένη στο φρούριό της από τον έξω κόσμο﮲ ένα φρούριο μέσα στο οποίο δεν μπορούσε κανείς να την αγγίξει. Κοίταξε το βαθύ γαλάζιο του ουρανού. Οι χειρότερες στιγμές της ζωής της πέρασαν σαν ταινία μπροστά από τα μάτια της: ένα απότομο φρενάρισμα, ένας δυνατός ήχος, ουρλιαχτά και πόνος… ανυπόφορος πόνος που δεν σταματούσε. Το χτύπημα της πόρτας του γραφείου, την επανάφερε στην πραγματικότητα.

«Περάστε», είπε απότομα με την πλάτη της γυρισμένη.

«Η δοκιμασία τελείωσε», άκουσε τη φωνή του Τίμον.

Γύρισε και τον κοίταξε.

«Και;», ρώτησε με προσμονή.

«Δεν σταμάτησε ούτε αυτή τη φορά», της είπε.

«Και δεν πρόκειται να σταματήσει ποτέ», σχολίασε.

«Πώς…;»

«Το ξέρω», του είπε κοφτά. «Δεν σταμάτησε όταν έπρεπε και δεν θα σταματήσει ούτε τώρα. Συνεχίζουμε», κατέληξε.

Όταν ο κοντόχοντρος άντρας, που έμοιαζε πολύ με τον ξυλοπόδαρο που είχε συναντήσει ο Ράιαν, αλλά και με τον Τζέισον Γουόλντμπεργκ, έκλεισε την πόρτα πίσω του, τσούλησε και πάλι την πολυθρόνα της προς το παράθυρο. Το θυμόταν σαν να ήταν χθες: ένα αυτοκίνητο να περνάει με ιλιγγιώδη ταχύτητα μόλις το φανάρι είχε γίνει κόκκινο κι εκείνη είχε ξεκινήσει να διασχίζει το δρόμο, κι ένα απότομο φρενάρισμα τη στιγμή που την είχε χτυπήσει με δύναμη και την είχε πετάξει πολλά μέτρα μακριά. Θυμόταν να βλέπει το κεφάλι ενός άντρα να βγαίνει από το παράθυρο, να την κοιτάζει, και στη συνέχεια να απομακρύνεται με ιλιγγιώδη και πάλι ταχύτητα.

«Μόνιμη βλάβη στη σπονδυλική στήλη», είχαν αποφανθεί οι γιατροί. «Δεν θα μπορέσει ποτέ να ξαναπερπατήσει. Πρέπει όμως να νιώθει τυχερή που είναι ζωντανή».

«Τυχερή!», κάγχασε μέσα στο άδειο γραφείο. «Αν αυτό είναι τύχη, θα προτιμούσα να είμαι άτυχη και να είχα πεθάνει πάνω στην άσφαλτο».

***

Ο Ράιαν καθόταν στο πάτωμα δίπλα στο παράθυρο και με χέρια που έτρεμαν, κρατούσε το κεφάλι του που πονούσε φριχτά. Είχε φέρει εις πέρας άλλες δέκα αποστολές το τελευταίο διάστημα και το άγχος, το στρες και το καρδιοχτύπι που του δημιουργούσαν δεν είχαν καταλαγιάσει ακόμα. Ένιωθε να τρελαίνεται. Νόμιζε ότι το ρολόι του δονούταν συνεχώς, αλλά όταν το κοιτούσε διαπίστωνε ότι έδειχνε απλά την ώρα και καμία καινούρια αποστολή δεν είχε ξεκινήσει. Η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που ένιωθε ότι από στιγμή θα πεταγόταν έξω από το στήθος του.

«Δεν αντέχω άλλο…», μουρμούρισε. «Δεν… πρέπει να σταματήσει όλο αυτό… Δεν μπορώ να το κάνω άλλο… Με ακούτε;!», φώναξε δυνατά. «Εσείς που μου δίνετε τις αποστολές! Με ακούτε! Σταματήστε το! Σταματήστε να μου το κάνετε αυτό! Θα κάνω ότι θέλετε!», ούρλιαξε. «Θα κάνω ότι θέλετε… ότι θέλετε…», πρόσθεσε ψιθυρίζοντας. «Θα…»

Εκείνη τη στιγμή σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε έξω. Στην απέναντι πολυκατοικία τα παράθυρα συνέχιζαν να είναι ολόιδια και να έχουν τις κουρτίνες κλειστές με τον ίδιο τρόπο. Σηκώθηκε και τα παρατήρησε καλύτερα.

«Πώς γίνεται να είναι τόσο ίδια;», μονολόγησε. «Πώς; Μοιάζουν σαν να είναι η ίδια εικόνα που επαναλαμβάνεται. Δεν μπορεί…»

Εκείνη τη στιγμή, ένα καμπανάκι χτύπησε στο μυαλό του. Βγήκε έξω τρέχοντας και διέσχισε το στενό δρομάκι. Πρώτο, δεύτερο, τρίτο τετράγωνο, βρέθηκε μπροστά στο «Quicky».

«Καλώς ορίσατε στο καφέ ΄Quicky΄ όπου σας φέρνουμε τον καφέ σας μέχρι να πείτε ΄Quicky΄!», έκανε ο άντρας που ήταν πίσω από τον πάγκο και του έκλεισε το μάτι.

«Ένα φρέντο εσπρέσο», είπε αμέσως.

Τη στιγμή που του γύρισε την πλάτη για να τον φτιάξει, ο Ράιαν βγήκε έξω και περίμενε. Μόλις τον είδε να τον αφήνει πάνω στον πάγκο, άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα.

«Καλώς ορίσατε στο καφέ ΄Quicky΄ όπου σας φέρνουμε τον καφέ σας μέχρι να πείτε ΄Quicky΄!», έκανε και του έκλεισε το μάτι.

Ο Ράιαν όρμησε πάνω στον πάγκο και τον έπιασε από τον γιακά σφίγγοντάς του τον λαιμό.

«Ποιος είσαι;», ρώτησε με σφιγμένα δόντια. «Ποιοι είστε;»

«Σας παρακαλώ κύριε…», μουρμούριζε εκείνος. «Σας παρακαλώ…»

Με το ένα του χέρι προσπαθούσε να χαλαρώσει τη λαβή του Ράιαν, και με το άλλο ψαχούλευε κάτι κάτω από τον πάγκο. Μόλις το συνειδητοποίησε ο Ράιαν, τον άφησε. Εκείνος έτριψε τον λαιμό του. Ο Ράιαν παρατήρησε ότι ο γιακάς και το παπιγιόν δεν είχαν τσαλακωθεί καθόλου. Άνοιξε το στόμα του για να μιλήσει, αλλά εκείνη τη στιγμή, άκουσε την πόρτα πίσω του να ανοίγει. Έκανε να γυρίσει, αλλά ξαφνικά τον τύλιξε πυκνό σκοτάδι.

***

«Περάστε», έκανε κοφτά η Γκέιλ όταν χτύπησε η πόρτα του γραφείου της.

Ο Τίμον μπήκε μέσα.

«Τι συμβαίνει;», τον ρώτησε απότομα.

«Άρχισε να υποψιάζεται».

«Προχώρα στο σχέδιο Β», του είπε αμέσως εκείνη.

Ο Τίμον ένευσε και βγήκε από το γραφείο. Η Γκέιλ άνοιξε την κάμερα του υπολογιστή της. Ξεκίνησε να βιντεοσκοπεί.

***

Ο Ράιαν ξύπνησε απότομα από τους ήχους της βροχής που έπεφτε με δύναμη πάνω στο τζάμι. Ανακάθισε και κοίταξε γύρω του. Του πήρε λίγη ώρα μέχρι να συνηθίσει το σκοτάδι. Βρισκόταν στο δωμάτιό του. Ξάπλωσε και πάλι με ανοιχτά μάτια και προσπάθησε να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί. Οι εικόνες ήταν μπερδεμένες και συγκεχυμένες μέσα στο κεφάλι του. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν είχαν συμβεί στην πραγματικότητα ή αν τις είχε ονειρευτεί. Προσπάθησε να θυμηθεί. Ήταν στο «Quicky» και ο σερβιτόρος του είπε κάτι που τον είχε κάνει έξαλλο. Δεν θυμόταν όμως τι. Μετά τον είχε πιάσει από το λαιμό και μετά… σκοτάδι. Ξύπνησε στο κρεβάτι του. Είχαν όμως συμβεί στην πραγματικότητα όλα αυτά ή τα είχε ονειρευτεί και γ’ αυτό ήταν μπερδεμένα μέσα στο μυαλό του; Σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να βηματίζει πέρα-δώθε. Κάποια στιγμή, πήγε προς το παράθυρο και τράβηξε την κουρτίνα. Το στενό δρομάκι φωτιζόταν ελάχιστα από τους φανοστάτες. Έκανε να φύγει, όταν το βλέμμα του έπεσε πάνω στην απέναντι πολυκατοικία. Και τότε ξαφνικά, τα θυμήθηκε όλα. Τα παράθυρα ήταν πανομοιότυπα, και είχαν ακόμα κλειστές τις κουρτίνες με τον ίδιο τρόπο. Όλα είχαν συμβεί στην πραγματικότητα. Και τότε πώς είχε βρεθεί στο κρεβάτι του να κοιμάται; Μόνο ένας τρόπος υπήρχε να το μάθει. Κοίταξε το ρολόι του. Ήταν τρεις τα ξημερώματα. Θυμόταν ότι το «Quicky» ήταν ανοιχτό 24 ώρες το 24ωρο. Ντύθηκε πρόχειρα και βγήκε στο δρόμο. Κανείς δεν κυκλοφορούσε εκείνη την ώρα. Όταν όμως έφτασε έξω από το μαγαζί, τον περίμενε μια έκπληξη. Στη θέση της μέχρι πρότινος καφετέριας υπήρχε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο που φαινόταν από καιρό παρατημένο. Πλησίασε κοντά και φώτισε το εσωτερικό με το κινητό του. Ο χώρος ήταν γεμάτος σπασμένα έπιπλα, οι πολύχρωμοι πιγκουΐνοι διακρίνονταν με μεγάλη δυσκολία στο σκονισμένο πάτωμα και όλα έδειχναν ότι είχε πολύ καιρό να χρησιμοποιηθεί. Ο Ράιαν κούνησε το κεφάλι πέρα-δώθε κι έσβησε το φακό. Έκανε να φύγει, αλλά εκείνη τη στιγμή είδε μια κοπέλα να περνάει από μπροστά του.

«Δεσποινίς!», της είπε.

Εκείνη σταμάτησε και τον κοίταξε ερωτηματικά. Το πρόσωπό της, του φάνηκε αλλόκοτα γνώριμο. Ξεπέρασε το μικρό σοκ.

«Ξέρετε τι ήταν εδώ πριν;», ρώτησε κι έδειξε το μαγαζί.

«Μια καφετέρια», του είπε εκείνη.

«Έχει καιρό που έκλεισε;», τη ρώτησε αμέσως.

«Χρόνια», του είπε κοφτά και κίνησε να φύγει.

«Χρόνια…», μονολόγησε εκείνος. «Πώς είναι δυν…»

Ο ήχος του κινητού που χτυπούσε διέκοψε τις σκέψεις του. Κοίταξε την οθόνη. Απόρρητος αριθμός. Απάντησε επιφυλακτικά.

«Ράιαν Ντέμπορ», άκουσε μια αντρική φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής.

Κάτι του θύμιζε αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι.

«Ποιος είναι;», ρώτησε αμέσως.

«Κάποιος που θα σε λυτρώσει από αυτό που ζεις τόσο καιρό», του είπε ήρεμα.

«Τι εννο…»

«Δεν είσαι σε θέση να κάνεις ερωτήσεις», του είπε απότομα ο άλλος. «Βλέπω ότι έχεις αρχίσει να υποψιάζεσαι ότι κάτι δεν πάει καλά. Κι έχεις δίκιο. Κάτι δεν πάει καλά. Γι’ αυτό απόψε θα σου αναθέσουμε την τελευταία σου αποστολή. Αν την φέρεις εις πέρας, θα λάβεις ένα σημαντικό, χρηματικό ποσό με το οποίο θα μπορείς να ζήσεις άνετα την υπόλοιπη ζωή σου και δεν θα σε ξαναενοχλήσουμε ποτέ».

«Ποιοι είστε; Τι συμβαίνει; Τι είναι όλο αυτό;», ρώτησε αμέσως.

«Σου είπα να μην κάνεις ερωτήσεις», έκανε κοφτά ο άλλος. «Λοιπόν», συνέχισε όταν σώπασε ο Ράιαν, «Η αποστολή σου είναι πολύ απλή. Άσε την κοπέλα να πεθάνει, και δεν θα σε ξαναενοχλήσουμε ποτέ. Αν δεν το κάνεις, δεν θα ζήσεις για να δεις την επόμενη μέρα».

«Την κοπέλα; Ποια κοπέλα; Τι…», ρώτησε εκείνος αλλά η γραμμή είχε κλείσει.

Εκείνη τη στιγμή, άκουσε τον ήχο απότομου φρεναρίσματος, κι ένα δυνατό χτύπο. Κοίταξε προς τα εκεί, και είδε την κοπέλα με την οποία είχε μιλήσει πριν, να είναι πεσμένη στο δρόμο κι ένα αυτοκίνητο σταματημένο κοντά της. Ένα κεφάλι ξεπρόβαλε από το παράθυρο και την κοίταξε. Του φάνηκε αλλόκοτα γνωστό.

«Ει!», φώναξε ο Ράιαν κι έτρεξε προς τα εκεί.

Το αυτοκίνητο άναψε την μηχανή κι απομακρύνθηκε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Εκείνος έσκυψε πάνω από την κοπέλα. Όλη αυτή η σκηνή του φαινόταν γνωστή, λες και την είχε ξαναζήσει. Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε αυτή την αίσθηση. Κοίταξε την κοπέλα. Τα μάτια της ήταν κλειστά κι έτρεχε αίμα από το κεφάλι της. Θυμήθηκε τα λόγια που του είπαν στο τηλέφωνο.

«Άσε την κοπέλα να πεθάνει, και δεν θα σε ξαναενοχλήσουμε ποτέ. Αν δεν το κάνεις, δεν θα ζήσεις για να δεις την επόμενη μέρα».

Κι αν ήταν αλήθεια; Αν τον άφηναν όντως ήσυχο; Κι αν του είχαν πει ψέματα; Μπορούσε να το ρισκάρει; Τι ήταν αυτό που είχε πιο μεγάλη σημασία; Η ζωή του ή…; Την κοίταξε ξανά. Κειτόταν λιπόθυμη μπροστά του. Δεν έφταιγε αυτός για το ατύχημά της. Δεν θα τον κατηγορούσε κανείς. Άλλωστε ήταν ή η ζωή του, ή η δική της. Γιατί του φαινόταν τόσο οικείο το πρόσωπό της; Γιατί ένιωθε σαν να έχει ξαναζήσει τη σκηνή;

«Άσε την κοπέλα να πεθάνει, και δεν θα σε ξαναενοχλήσουμε ποτέ. Αν δεν το κάνεις, δεν θα ζήσεις για να δεις την επόμενη μέρα».

Σχημάτισε ένα νούμερο και πλησίασε το κινητό στο αυτί του.

«Παρακαλώ, έχει γίνει ένα ατύχημα. Μια κοπέλα χτύπησε άσχημα. Στείλτε ένα ασθενοφόρο σας παρακαλώ!».

Παύση για λίγο.

«Ναι», απάντησε στην ερώτησή τους. «Θα μείνω μαζί της μέχρι να έρθετε».

Εκείνη τη στιγμή, το ρολόι στο χέρι του δονήθηκε.

«MISSION FAILED», εμφανίστηκε στην οθόνη.

***

Η Γκέιλ άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα του γραφείου της.

«Περάστε», έκανε.

Ο Τίμον εμφανίστηκε στο άνοιγμα. Εκείνη τον κοίταξε ερωτηματικά.

«Γκέιλ», έκανε σιγανά. «Ξέρεις… τη βοήθησε».

Εκείνη έμεινε αμίλητη για λίγο.

«Ξυπνήστε τον», είπε τελικά.

«Είσαι σίγουρη; Μήπως θέλεις να ξαναδοκιμάσουμε να…»

«Ξυπνήστε τον!», είπε κοφτά και του γύρισε την πλάτη.

Μόλις άκουσε την πόρτα πίσω της να κλείνει, στράφηκε προς το γραφείο κι έβγαλε δύο φακέλους από το συρτάρι. «Για τον Ράιαν Ντέμπορ», έγραφε απέξω ο ένας. «Τίμον για σένα», έγραφε ο άλλος. Τους άφησε πάνω στο γραφείο. Στη συνέχεια περίστρεψε τον πολυθρόνα της, πάτησε ένα κουμπί στο μπράτσο και το παράθυρο μπροστά της άνοιξε. Όλη η φασαρία των δρόμων εισχώρησε μέσα στο δωμάτιο. Ένιωσε το φρούριό της να γκρεμίζεται. Αισθανόταν τόσο ευάλωτη κι αδύναμη. Πάτησε ένα δεύτερο κουμπί και το κάθισμα σηκώθηκε ψηλά, μέχρι που έφτασε στο ίδιο ύψος με το παράθυρο. Στηρίχθηκε στα χέρια της κι έσυρε το σώμα της πάνω στο περβάζι. Κάθισε έτσι για λίγη ώρα και κοίταξε τα αυτοκίνητα που πηγαινοέρχονταν στους δρόμους. Έμοιαζαν με παιδικά παιχνίδια, τόσο ακίνδυνα, κι όμως τόσο θανατηφόρα όταν έτρεχαν χωρίς να υπολογίζουν ποιος θα βρισκόταν κάτω από τις ρόδες τους. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Έστρεψε το σώμα της προς τα μέσα και γύρισε την πλάτη της προς τον ουρανό. Πάντα αναρωτιόταν πώς ένιωθαν όλοι όσοι έκαναν ελεύθερη πτώση. Είχε έρθει η ώρα να το διαπιστώσει. Μόνο που δεν θα υπήρχε ούτε αλεξίπτωτο, ούτε σκοινί για να την κρατήσει. Άνοιξε τα χέρια. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε η πόρτα του γραφείου.

«Γκέιλ;», άκουσε τη φωνή του Τίμον.

Δεν του απάντησε. Έγειρε το σώμα της προς τα πίσω.

«Γκέιλ;», άκουσε πάλι τη φωνή του. «Ακούω φασαρία. Έχεις ανοίξει το παράθυρο; Εσύ δεν το ανοίγεις ποτέ!»

Έγειρε ακόμα πιο πολύ. Τη στιγμή που ο Τίμον άνοιγε την πόρτα, η γυναίκα βουτούσε με την πλάτη της στο κενό.

«Όχι!», ούρλιαξε κι έτρεξε προς το μέρος της.

Το μόνο που πρόλαβε να δει, ήταν η ήρεμη έκφραση του προσώπου της, τη στιγμή που απομακρυνόταν από αυτόν και γινόταν μια κουκίδα που θα έσκαγε σε λίγο στο έδαφος με κρότο. Η αναπηρική καρέκλα της, είχε μείνει άδεια.

***

Μόλις έφτασε το ασθενοφόρο, ο Ράιαν κρύφτηκε σε μια σκοτεινή γωνιά και κάθισε στο δρόμο στηρίζοντας την πλάτη του στον τοίχο. Ήξερε ότι σε λίγο θα συνέβαινε. Από στιγμή σε στιγμή, το ρολόι του θα μετατρεπόταν σε ωρολογιακή βόμβα που θα τον σκότωνε ακαριαία. Θυμήθηκε το πρόσωπο της κοπέλας που ήταν λιπόθυμη.

«Ίσως είναι καλύτερα έτσι», σκέφτηκε. «Δεν θα μπορούσα να ζήσω έχοντας τον θάνατο κάποιου πάνω μου. Εξάλλου, ακόμα κι ο θάνατος, φαντάζει λύτρωση μπροστά σε αυτό που ζω τώρα…»

Εκείνη τη στιγμή, ένα δυνατό τικ-τακ ακούστηκε μέσα στο μυαλό του. Κοίταξε το ρολόι. Στην οθόνη είχε εμφανιστεί μια αντίστροφη μέτρηση 30 δευτερολέπτων. Ήξερε πως δεν είχε νόημα να το βγάλει. Είτε θα φρόντιζαν ώστε η έκρηξη να είναι τόσο δυνατή ώστε να τον προλάβει όσο κι αν είχε απομακρυνθεί ή θα τον έβρισκαν και θα τον σκότωναν με άλλο τρόπο. Καλύτερα τώρα λοιπόν. Έκλεισε τα μάτια, έγειρε το κεφάλι στον τοίχο κι άρχισε να μετράει νοερά.

«25… 24… …20… …15… …8… …5… 4… 3… 2… 1…»

Λευκό φως τον τύλιξε. Την επόμενη στιγμή, ξύπνησε απότομα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Έκανε να ανασηκωθεί, αλλά δυο χέρια τον έσπρωξαν με δύναμη προς τα πίσω.

«Πού βρίσκομαι;!», φώναξε ενώ πάλευε να ελευθερωθεί από τη λαβή της. «Τι συμβαίνει;»

«Ηρεμήστε κύριε Ντέμπορ!», του είπε η νοσοκόμα. «Παρακαλώ κάποιος να με βοηθήσει!», συνέχισε προσπαθώντας να τον συγκρατήσει.

Εκείνη τη στιγμή ένας άντρας όρμησε στο δωμάτιο. Του έχωσε μια σύριγγα στο λαιμό. Τη στιγμή που έχανε τις αισθήσεις του, κοίταξε το πρόσωπό του και του φάνηκε πολύ γνωστό.

Όταν συνήλθε διαπίστωσε ότι βρισκόταν ακόμα στο ίδιο κρεβάτι. Έκανε να σηκωθεί, αλλά τα χέρια και τα πόδια του ήταν δεμένα. Τα τράβηξε απότομα χωρίς ωστόσο να καταφέρει κάτι.

«Ήρεμα κύριε Ντέμπορ…», άκουσε μια φωνή απέναντί του.

«Εσύ!», είπε μόλις είδε τον Τίμον να κάθεται σε μια καρέκλα και να τον κοιτάζει. «Κάπου σε έχω ξαναδεί. Πού σε ξέρω; Ποιος…»

«Μη βιάζεστε», έκανε ήρεμα εκείνος και προχώρησε προς το μέρος του. «Θα τα μάθετε όλα σιγά σιγά. Αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει πρώτα να σας λύσω. Μου υπόσχεστε ότι θα μείνετε ήρεμος;»

Ο Ράιαν ένευσε. Ο Τίμον πάτησε ένα κουμπί στο πλάι του κρεβατιού και τα δεσμά υποχώρησαν. Ανακάθισε κι έτριψε τους καρπούς του.

«Τι συμβαίνει;», ρώτησε. «Πού βρίσκομαι; Τι είναι εδώ;»

«Μπορείτε να σηκωθείτε;»

«Νομίζω ναι», είπε και δοκίμασε.

Ένιωσε μια μικρή ζαλάδα και ξανακάθισε αμέσως. Δοκίμασε ξανά με πιο αργές κινήσεις αυτή τη φορά κι ένιωσε καλύτερα.

«Ωραία, ακολουθήστε με», έκανε ο Τίμον που τον παρατηρούσε.

Άνοιξε μια εσωτερική πόρτα που υπήρχε στο δωμάτιο και βρέθηκαν σε μια μικρή αίθουσα, μέσα στην οποία υπήρχε μόνο ένα γραφείο κι ένας υπολογιστής.

«Καθίστε», είπε ο Τίμον και άνοιξε τον υπολογιστή.

Ο Ράιαν υπάκουσε.

«Σε λίγο θα αρχίσει να παίζει ένα βίντεο. Δείτε το προσεκτικά και θα λυθούν όλες σας οι απορίες. Βγήκε από την αίθουσα και κλείδωσε πίσω του την πόρτα.

«Ει!», φώναξε ο Ράιαν κι έτρεξε προς την πόρτα. «Άνοιξέ μου!»

«Γεια σου Ράιαν», ακούστηκε μια φωνή από τον υπολογιστή.

Εκείνος σταμάτησε να φωνάζει και κάθισε και πάλι στο γραφείο. Στην οθόνη μπροστά του, βρισκόταν το πρόσωπο μιας κοπέλας που μιλούσε. Η καρδιά του έχασε ένα χτύπο εκείνη τη στιγμή. Ήταν η κοπέλα που είχε συναντήσει το προηγούμενο βράδυ. Εκείνη που του είχαν ζητήσει να αφήσει να πεθάνει. Ήταν σίγουρος όμως, ότι την είχε ξαναδεί και κάπου αλλού. Ξεπέρασε το πρώτο σοκ κι άρχισε να ακούει προσεκτικά:

«Είμαι η Γκέιλ Γκόλντγουϊν. Για να βλέπεις αυτό το βίντεο, σημαίνει πως τα κατάφερες, έκανες αυτό που έπρεπε κι εγώ αναγκάστηκα να τηρήσω την υπόσχεσή μου. Δεν το περίμενα για να είμαι ειλικρινής. Δεν περίμενα ότι θα σταματούσες ποτέ. Άρχισα να το υποψιάζομαι όμως, όταν μου είπαν πως είχες αρχίσει να παρατηρείς, πως είχες αρχίσει να καταλαβαίνεις ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Θα αναρωτιέσαι φυσικά τι συμβαίνει», συνέχισε η Γκέιλ. «Πρόκειται για μια μεγάλη ιστορία που θα προσπαθήσω να σου την εξηγήσω όσο πιο συνοπτικά γίνεται. Επειδή όμως όπως λένε μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις… θα σου δείξω πρώτα κάτι».

Εκείνη τη στιγμή, το πρόσωπό της εξαφανίστηκε από την οθόνη κι έδωσε τη θέση του στην εικόνα μιας νυχτερινής πόλης. Κάπου τα είχε ξαναδεί όλα αυτά. Κάπου τα είχε ξαναζήσει. Μια κοπέλα διέσχιζε τον έρημο δρόμο. Ξαφνικά, ακούστηκε ο ήχος ενός αυτοκινήτου που ερχόταν κατά πάνω της με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Εκείνη δεν πρόλαβε να παραμερίσει. Το αυτοκίνητο φρέναρε απότομα, αλλά την είχε ήδη χτυπήσει και κειτόταν αιμόφυρτη στην άσφαλτο. Το κεφάλι ενός άντρα βγήκε από το παράθυρο του αυτοκινήτου και την κοίταξε. Ο Ράιαν πλησίασε το πρόσωπό του πιο κοντά στην οθόνη για να δει καλύτερα. Δεν ήταν δυνατόν. Δεν μπορούσε να συμβαίνει αυτό. Εκείνη τη στιγμή το αυτοκίνητο άναψε τη μηχανή κι απομακρύνθηκε με ιλιγγιώδη και πάλι ταχύτητα.

Έγειρε με δύναμη στην πλάτη της πολυθρόνας και σκούπισε το ιδρωμένο του μέτωπο. Ο άντρας που είδε να κοιτάζει από το παράθυρο, έμοιαζε πολύ με…

«Σου θυμίζουν κάτι όλα αυτά Ράιαν;», τον ρώτησε η Γκέιλ που είχε εμφανιστεί και πάλι στην οθόνη. «Άσε με να σου φρεσκάρω τη μνήμη γιατί έπρεπε να σου τη διαγράψουμε προκειμένου να πετύχουμε αυτό που θέλαμε. Θα επανέλθει όμως σιγά σιγά, μην ανησυχείς», βιάστηκε να τον καθησυχάσει.

«Πριν από 10 χρόνια, διέσχιζα τον δρόμο. Ένα αυτοκίνητο ήρθε καταπάνω μου και με παράτησε αιμόφυρτη στην κρύα άσφαλτο. Το μόνο που θυμάμαι είναι ένα απότομο φρενάρισμα, ένας δυνατός ήχος, και πόνος… αφόρητος πόνος που δεν σταματούσε. Α! και το πρόσωπο ενός άντρα να με κοιτάει μέσα από το παράθυρο του αυτοκινήτου του, λίγο πριν με εγκαταλείψει στη μοίρα μου﮲ το δικό σου πρόσωπο Ράιαν!»

Εκείνος έσφιγγε τα μπράτσα της καρέκλας του, ενώ η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή.

«Έμεινα παράλυτη από τη μέση και κάτω», συνέχισε η Γκέιλ. «Ήμουν μόλις 16 ετών όταν συνέβη το ατύχημα και μέχρι τότε, με θεωρούσαν παιδί – θαύμα για την ηλικία μου. Ήταν δύσκολα. Πέρασα πολλές περίεργες φάσεις, πολλές απόπειρες αυτοκτονίας, αλλά κατάλαβα γρήγορα πως μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να λυτρωθώ από το μαρτύριο που ζούσα: η εκδίκηση! Μόνο αυτή μου έδινε κουράγιο να συνεχίσω. Αυτή ήταν το κίνητρό μου.  Αξιοποίησα τις ικανότητές μου, κι έτσι μερικά χρόνια μετά, κατάφερα να δημιουργήσω μια εταιρεία που κατέχει τα πρωτεία στη μελέτη των ονείρων, του υποσυνείδητου, κατασκευάζει εικονικές πραγματικότητες ενώ παράλληλα ασχολείται με τη μελέτη των αντιδράσεων των ανθρώπων που πέφτουν σε κώμα κι ερευνά πρωτοποριακούς τρόπους αφύπνισής τους. Τη ‘LETHARGICA’. Όταν τα κατάφερα, όταν έγινα μια από τις πλουσιότερες και πιο ισχυρές γυναίκες του πλανήτη, ήξερα πως όλα τα υπόλοιπα είχαν βρει το δρόμο τους.

Έβαλα τους ανθρώπους μου να βρουν τον οδηγό του αυτοκινήτου που με είχε χτυπήσει. Δυσκολεύτηκαν αρκετά. Κανείς δεν είχε δει και δεν είχε ακούσει τίποτα. Στο τέλος όμως τα κατάφεραν. Όταν σε βρήκαν, σε απήγαγαν, και σκηνοθέτησαν ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, ώστε να πείσουν τους δικούς σου ότι είχες πέσει σε κώμα και θα δοκίμαζαν μια πρωτοποριακή μέθοδο θεραπείας για να σε ξυπνήσουν. Στη συνέχεια, σε ρίξαμε σε ένα τεχνητό κώμα και φυτέψαμε στο μυαλό του την ιδέα, ότι φορούσες στο χέρι σου ένα ρολόι, το οποίο μετρούσε αντίστροφα κάθε φορά που θα σου ανέθεταν μια αποστολή. Αν δεν κατάφερνες να την φέρεις εις πέρας, τότε το ρολόι θα μετατρεπόταν σε ωρολογιακή βόμβα που θα σε σκότωνε ακαριαία. Έπρεπε λοιπόν να προλάβεις πριν ο χρόνος σου τελείωσει. Σε πείσαμε μάλιστα πως υπήρχαν κι άλλοι πολλοί σαν εσένα, κάποιοι από τους οποίους θα προσπαθούσαν να σε βοηθήσουν και κάποιοι να σε σταματήσουν. Κι αν δεν τα κατάφερναν, το ρολόι τους θα τους σκότωνε. Φυσικά τίποτε από αυτά δεν θα συνέβαινε. Αν δεν κατάφερνες να ολοκληρώσεις κάποια αποστολή απλά θα σου δίναμε ακόμα μια ευκαιρία λόγω της εξαιρετικής απόδοσής σου μέχρι εκείνη τη στιγμή, και θα άρχιζαν και πάλι όλα από την αρχή. Κοίτα προσεκτικά το πρόσωπό μου», είπε και σταμάτησε να μιλάει για λίγο. «Τώρα κοίτα και αυτές τις φωτογραφίες». Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στην οθόνη το πρόσωπο της νοσοκόμας από την αποστολή 101, καθώς και πρόσωπα που είχε συναντήσει σε άλλες αποστολές. «Βλέπεις την ομοιότητα;», τον ρώτησε. «Μπορεί το πρόσωπο της νοσοκόμας να είναι στρογγυλό κι όχι οβάλ και τα μαλλιά της ξανθά κι μαύρα σαν τα δικά μου, αλλά είμαι εγώ. Χρησιμοποιούσα ολογράμματα από ανθρώπους που ήξερα. Είμαι σίγουρη ότι θα παρατήρησες και την ομοιότητα ανάμεσα στον Τίμον, τον άντρα που σε έφερε εδώ, τον Τζέισον Γουόλμπεργκ που σου έδωσε το πακέτο, τον άντρα στον οποίο μεταμορφώθηκε ο ξυλοπόδαρος και σε πολλούς άλλους σε άλλες αποστολές. Κανείς από όσους ήρθες σε επαφή δεν ήταν αληθινός. Ούτε καν εσύ ο ίδιος.

Δεν σου είπα όμως τον λόγο που τα έκανα όλα αυτά. Δεν ξέρω αν το είχες παρατηρήσει, αλλά κάθε φορά που σου αναθέταμε μια αποστολή, όποτε διέσχιζες τον δρόμο τρέχοντας για να προλάβεις την αντίστροφη μέτρηση, προκαλούσες ατύχημα﮲ ένα ατύχημα για το οποίο ευθυνόσουν εσύ, αλλά δεν σταματούσες ποτέ να βοηθήσεις. Όπως δεν σταμάτησες τότε που με χτύπησες. Δεν θα είχε κάποια διαφορά για τη σωματική μου κατάσταση φυσικά. Θα ήμουν παράλυτη, αλλά τουλάχιστον εσύ θα είχες προσπαθήσει να επανορθώσεις κι αυτό θα βοηθούσε πολύ την ψυχολογία μου. Θα ήξερα πως δεν με είχαν παρατήσει αιμόφυρτη στη μέση του δρόμου λες και ήμουν ένα σκουπίδι, ένα εμπόδιο που έπρεπε να προσπεράσουν και να συνεχίσουν τη ζωή τους σαν να μην άλλαξε τίποτα. Ω! ήταν τόσο απλό Ράιαν. Αν είχες σταματήσει να βοηθήσεις σε κάποια από τις αποστολές σου, θα σε ξυπνούσαμε την ίδια στιγμή! Εσύ όμως έβαζες τη ζωή σου πάνω από τους άλλους, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως κάποιοι έπρεπε να πεθάνουν εξαιτίας σου. Ξέρεις, μπορούσα να το συνεχίσω αυτό για πάντα. Ήθελα να το συνεχίσω αυτό για πάντα. Ήθελα να σε τιμωρώ αιώνια, για το κακό που μου προκάλεσες. Να μην ξαναδείς ποτέ τα αγαπημένα σου πρόσωπα﮲ να μην σε ξαναδούν ποτέ εκείνοι﮲ να καίγεσαι για πάντα στην κόλαση του φόβου για τη ζωή σου όπως καιγόμουν εγώ μέσα στο μαρτύριο που εσύ μου προκάλεσες. Μέχρι που… μέχρι που μου είπε ο Τίμον ότι άρχισες να υποψιάζεσαι. Τότε αποφάσισα να τα παίξω όλα για όλα. Σου αναθέσαμε την τελευταία αποστολή. Να αφήσεις μια κοπέλα να πεθάνει﮲ μια κοπέλα που είχε ένα ατύχημα για το οποίο ΔΕΝ ευθυνόσουν εσύ. Αν άκουγες τις οδηγίες που σου δώσαμε, αν την άφηνες να πεθάνει, θα σε βύθιζα για πάντα σε έναν κόσμο όπου θα ζωντάνευα τους πιο φριχτούς εφιάλτες σου. Εσύ όμως επέλεξες να τη σώσεις και να θυσιάσεις τη ζωή σου. Ομολογώ ότι δεν το περίμενα. Ίσως να απογοητεύτηκα κιόλας. Βλέπεις όπως σου είπα και πριν, ήθελα να σε τιμωρώ για πάντα. Έπρεπε όμως να κρατήσω τον λόγο μου και να σε ξυπνήσω». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θα πρέπει να μείνεις εδώ, μέχρι να επανέλθει η μνήμη σου. Μετά είσαι ελεύθερος να φύγεις και να επιστρέψεις στη ζωή σου».

Η οθόνη έσβησε. Ο Ράιαν έμεινε ακίνητος στην πολυθρόνα του, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει όσα είχε μάθει. Οι πληροφορίες που είχε πάρει, ήταν τόσες πολλές και το μυαλό του ήταν πολύ κουρασμένο για να μπορέσει τις επεξεργαστεί. Όλο αυτό, όλο αυτό που ζούσε ήταν μια εικονική πραγματικότητα. Δεν κινδύνευσε ποτέ να πεθάνει στα αλήθεια. Έφερε τα χέρια στο πρόσωπό του. Είχε καταστρέψει ανεπανόρθωτα τη ζωή μιας νεαρής κοπέλας. Έπρεπε να της μιλήσει. Έπρεπε να της εξηγήσει. Έπρεπε να της ζητήσει συγγνώμη. Έπρεπε… Εκείνη τη στιγμή η πόρτα του γραφείου άνοιξε.

«Κύριε Ντέμπορ, εικάζω πως το βίντεο έχει σταματήσει. Μπορείτε να με ακολουθήσετε στο δωμάτιό σας», είπε ο Τίμον.

«Θέλω να δω την Γκέιλ!», έκανε εκείνος και πετάχτηκε όρθιος. «Θέλω να της μιλήσω! Να της εξηγήσω!»

«Λυπάμαι αλλά αυτό δεν είναι εφικτό».

«Σας παρακαλώ, αν της μιλήσετε, αν την πείσετε θα…»

«Δεν μπορώ να της μιλήσω κύριε Ντέμπορ﮲ Ούτε εγώ, ούτε εσείς, ούτε κανένας άλλος», τον έκοψε αναστενάζοντας. «Η Γκέιλ Γκόλντγουϊν είναι νεκρή».

«Νεκρή…», ψέλλισε ο Ράιαν. «Πώς…»

«Αυτοκτόνησε μόλις μου έδωσε την εντολή να σας ξυπνήσω. Όπως θα καταλάβατε από το βίντεο, το μόνο που την κρατούσε ζωντανή όλο αυτό το διάστημα ήταν η εκδίκηση, ήταν το ότι μπορούσε να σας τιμωρεί για πάντα για το κακό που της κάνατε. Από τη στιγμή όμως που αποδείξατε ότι αλλάξατε, ότι θα θυσιάζατε και τη ζωή σας ακόμα για να σώσετε κάποιον άλλον, έπρεπε να κρατήσει τον λόγο της και να σας ξυπνήσει, χάνοντας έτσι τον μοναδικό σκοπό που έδινε νόημα στη ζωή της», έκανε απλά.

Ο Ράιαν δεν μίλησε. Τον ακολούθησε στο δωμάτιό του, δέχθηκε την ηρεμιστική ένεση χωρίς να διαμαρτυρηθεί και βυθίστηκε σε έναν ύπνο χωρίς όνειρα.

1 εβδομάδα μετά…

Η μνήμη του είχε επανέλθει πλήρως κι ετοιμαζόταν να φύγει από τη Lethargica. Υπήρχε μόνο ένα πράγμα που ήθελε να κάνει.

«Ζητήσαμε να με δείτε», είπε ο Τίμον και τον υποδέχτηκε στο γραφείο της Γκέιλ.

Η κοπέλα είχε αφήσει εντολή να αναλάβει εκείνος τη θέση της μετά το θάνατό της.

Ο Ράιαν κάθισε απέναντί του.

«Ήθελα να σας μιλήσω», άρχισε. «Ξέρω… ξέρω ότι εγώ φταίω για όλα αυτά που έγιναν. Εγώ που αρχικά την χτύπησα και μετά δεν σταμάτησα να τη βοηθήσω. Εγώ που καταδίκασα μια νεαρή κοπέλα να περάσει όλο αυτό το σωματικό και ψυχολογικό μαρτύριο. Γι’ αυτό, θα ήθελα να σας κάνω κάτι για εκείνη».

«Και τι ακριβώς θα μπορούσατε να κάνετε;»

«Είμαι… θέλω να πω ήμουν προγραμματιστής πριν… πριν γίνουν όλα αυτά. Ξέρω πολλά πράγματα σε αυτό τον τομέα, κι όσο θυμάμαι όσα έζησα μέσα στην εικονική πραγματικότητα που βρισκόμουν, βλέπω πολλά σφάλματα. Πάρτε για παράδειγμα τα πανομοιότυπα παράθυρα με τις κουρτίνες στην πολυκατοικία απέναντι από τον σπίτι μου﮲ Τον σερβιτόρο στο ΄Quicky΄ που καλωσόριζε πάντα εμένα με τον ίδιο τρόπο όποτε με έβλεπε και δεν μιλούσε σε κανέναν άλλον. Πρόσεξα μάλιστα ότι τα ρούχα του έμοιαζαν πολύ με την εμφάνιση πιγκουΐνου από τα Linux, όπως επίσης και το πάτωμα, ενώ τα τραπέζια έμοιαζαν στο σήμα στα windows. Αργά ή γρήγορα λοιπόν ήταν αυτονόητο ότι θα καταλάβαινα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Ότι κάτι δεν ήταν αληθινό. Νομίζω ότι έχοντας ζήσει από μέσα τον ψηφιακό σας κόσμο και με τις γνώσεις που διαθέτω πάνω στον τομέα, μπορώ να σας βοηθήσω να τα διορθώσετε. Φυσικά δεν θέλω χρήματα. Θα το κάνω για την Γκέιλ. Αυτή η εταιρεία είναι το μόνο που έχει απομείνει από αυτήν. Είναι το ελάχιστο που μπορώ να κάνω», κατέληξε και χαμήλωσε το βλέμμα.

Ο Τίμον σηκώθηκε από το γραφείο του.

«Λυπάμαι πολύ κύριε Ντέμπορ, αλλά αυτό δεν μπορώ να το δεχτώ».

Ο Ράιαν ετοιμάστηκε να πει ότι το καταλαβαίνει, αλλά ο Τίμον πρόσθεσε:

«Κανείς δεν πρέπει να προσφέρει τόσο σημαντική δουλειά αφιλοκερδώς. Θα σας παρακαλούσα λοιπόν, να περάσετε αύριο από το γραφείο μου για να υπογράψετε το συμβόλαιο πρόσληψής σας».

Ο Ράιαν χαμογέλασε. Οι δυο άντρες, έδωσαν τα χέρια.

Μοιράσου το!

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on pinterest

Δείτε Επίσης

Βρείτε μας στο Facebook