Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 4.I

Προηγούμενο

Κάστρο του Μπραν, Τρανσυλβανία

26 Φεβρουαρίου 1897 μ.Χ.

Όταν γύρισαν ο Νικολάι, ο Βασίλι και η Έλενα, έχοντας τους δύο αναίσθητους άντρες της ομάδας των Τσομπάνου, τον Ιονάταν Φερέσκου και τον Βαντίμ Πιτσούρκα, βρήκαν τον Αρσένιε και τον Νάντρου Μολντοβάνου να στέκονται στην τραπεζαρία, με το κενό τους βλέμμα να αποκτά ζωντάνια στη θέα των θηραμάτων. Οι κατώτεροι βρικόλακες πλησίασαν τάχιστα, απορροφημένοι από την οσμή του αίματος, αλλά ο Νικολάι μπήκε μπροστά και τους γράπωσε από το λαιμό, σταματώντας τους. Του γρύλισαν, όχι με θυμό, μα σαν καλόβουλα, πεινασμένα, αδέσποτα σκυλιά. Άπλωσαν τα χέρια τους προς τον Βασίλι, που κρατούσε στις γροθιές του τον Ιονάταν και τον Βαντίμ, όμως ο αδερφός της Έλενα είπε με τσαντισμένο ύφος «Όχι ακόμα».

  Πέρασαν μερικές στιγμές, κατά τις οποίες οι Μολντοβάνου δεν οπισθοχώρησαν, αλλά ο Νικολάι τελικά τους άφησε, όταν ένιωσε πως τα παράτησαν. Τους είδε να περπατούν ως την άλλη άκρη του μακρόστενου, βρόμικου τραπεζιού και να κάθονται σε δύο καρέκλες, ενώ η Έλενα, οι πληγές της οποίας είχαν ήδη κλείσει χάρη στο αίμα του Βασίλι, τους ακολούθησε.

  Τότε μια άλλη πόρτα άνοιξε στο σκοτεινό δωμάτιο και μπήκε η Μαγκνταλένα. Το πρόσωπό της δεν είχε την γνωστή παιχνιδιάρικη σπιρτάδα που εκνεύριζε τον Βασίλι, γιατί ήταν πολύ δυσαρεστημένη με κάτι. Ίσως και φοβισμένη, σκεφτόταν ο Νικολάι, λαμβάνοντας υπ’ όψιν του ότι εκείνη απέφυγε να τους κοιτάξει κατάματα, αλλά και να ενδιαφερθεί για τα θηράματα.

  Υπήρχε λόγος για τη στάση της Μπενγκέσκου. Η Ρεβέκκα. Πριν φύγουν οι τρεις βρικόλακες, η Ρεβέκκα είχε αποσυρθεί στην κλίνη της Κόμισσας. Για τους τρεις ομοίους της, ήταν γνωστή κατάσταση, αλλά η Μαγκνταλένα δεν ήξερε κάτι γι’ αυτό και φοβόταν μην πάθει κάτι η ερωμένη της.

  «Είναι σχεδόν μία ώρα εκεί μέσα» είπε. «Δεν μ’ αφήνει να μπω. Ούτε την Ροζάλια αφήνει». Δεν μίλησε για την μάνα της, την Μαριάννα, που στεκόταν έξω από το δωμάτιο της Κόμισσας μαζί με την Ροζάλια, γιατί η Μαριάννα ήταν σαν τους άντρες Μολντοβάνου: κατώτερη. «Είναι περίεργο, δεν είναι;»

  Ο Νικολάι απάντησε «Όχι. Έχει ξανασυμβεί. Άλλες δύο φορές. Είναι ένας τρόπος συνομιλίας μεταξύ της Ρεβέκκα και της Κόμισσας, χωρίς να είναι κοντά. Αν ψάξεις εντός σου, θα το δεις και η ίδια».

  Η Μαγκνταλένα απέστρεψε το βλέμμα της από εκείνον. Ναι, το ήξερε ότι μπορούσε να μάθει. Απ’ όταν έγινε μία από αυτούς, είχε πρόσβαση σε όλες τις γνώσεις και τις εμπειρίες της Ρεβέκκα –αλλά μόνο αυτής, καθότι οι άλλοι δεν την είχαν αγγίξει. Είχε δει τι ζούσε η ερωμένη της στο Σιμπίου, σχεδόν ενάμιση αιώνα πριν. Είχε νιώσει την έλλειψη ενδιαφέροντός της για οτιδήποτε την ανάγκαζαν να κάνει χωρίς τη θέλησή της, την απέχθειά της για κάθε άντρα και, το βασικότερο, είχε δει με τα μάτια της Ρεβέκκα την σχεδόν θεϊκή μορφή της Κόμισσας, που πετούσε πάνω από όλη την νοητή πεδιάδα με τις αναμνήσεις και ό,τι καθόριζε την Ρεβέκκα σαν ύπαρξη.

  Αλλά κάποια σημεία δεν τα είχε εξερευνήσει. Τα είδε στο γενικό πλάνο, σαν ζωγράφος που στέκεται στο παράθυρο του ξενοδοχείου που μένει και ατενίζει την πλάση, όμως, παραδόξως για ένα βρικόλακα, τρόμαξε από τη σκοτεινιά που τα περιέβαλε. Δεν υπήρχαν λεπτομέρειες σε αυτά. Όχι από μακριά. Έπρεπε να κατεβείς από την καρέκλα σου, να απαρνηθείς την άνεση και την ασφάλεια του σπιτιού σου, να αγνοήσεις το υπόλοιπο πανέμορφο τοπίο και να βουλιάξεις σε μια αχαρτογράφητη λιμνοθάλασσα που καταλάμβανε και διέφθειρε ένα κομμάτι της νεο-ανακαλυφθείσας Γης, σαν μύκητας που απομυζά ένα δέντρο ή σαν πωρωμένος, πολεμοχαρής πολιτικάντης που «κλέβει» μια μερίδα του λαού για να προετοιμάσει το στρατό του.

  Για την Μαγκνταλένα, ήταν ένα ταξίδι που δεν ήξερε ότι θα της προσφερόταν, μα που ήθελε να το αποφύγει, κι ας μην ήταν σίγουρη τι θα ανακάλυπτε. Διότι είχε ξαναπέσει σε σκοτεινά βάθη και δεν της άρεσε καθόλου. Συνέβη όταν πέθανε ο πατέρας της, ο Μιχαήλ. Ακόμα θυμόταν το σπίτι που ήταν σαν άδειο, σπασμένο καζάνι και την μητέρα της και την ίδια που ήταν σαν βαλσαμωμένα ζώα. Λες και η ζωή ήταν κάποια διάσημη ηθοποιός και ξαφνικά, ενώ πρωταγωνιστούσε στην παράσταση, έχασε τη σπουδαιότητά της σαν χαρακτήρας από τον ανταγωνιστή της, τον θάνατο. Οι δύο εναπομείνασες Μπενγκέσκου απλά συνέχιζαν να υπάρχουν. Έκαναν τις δουλειές τους, φρόντιζαν τα ζώα και το σπιτικό τους. Μιλούσαν κάπου-κάπου με τους συγχωριανούς τους. Όλα όσα είχαν ονειρευτεί και ελπίσει ξεθώριασαν μέσα σε λίγες ώρες, σαν λέξεις σε ερωτικό γράμμα που χάνονται από τις μουντζούρες ενός νεαρού ποιητή που εκνευρίζεται επειδή δεν μπορεί να κάνει ωραίες ομοιοκαταληξίες.

  Όλα είχαν χαθεί για εκείνες. Ακόμα και ο έρωτας της Μαγκνταλένα για τον Σάντου Βλαντιμιρέσκου. Η κόρη του Μιχαήλ αγαπούσε τον αδερφό της Στεφανία, αν και δεν ήξερε πώς να το εκφράσει. Τον έβλεπε και του χαμογελούσε και εκείνος της ανταπέδιδε, εξίσου επιφυλακτικά. Τις νύχτες πριν πεθάνει ο πατέρας της, η Μαγκνταλένα φανταζόταν τον εαυτό της και τον Σάντου, ζευγάρι ενωμένο με τα δεσμά του γάμου, να έχουν το δικό τους σπίτι και να κάνουν τα δικά τους παιδιά. Εκείνος να της μαθαίνει πώς να ιππεύει ένα άτι και εκείνη να του δείχνει πώς να ετοιμάζει ένα γεύμα, την ώρα που τα μωρά τους…

  Η Μαγκνταλένα άφησε μια κραυγή και έσφιξε τα δόντια της, καθώς ένιωσε ένα κάψιμο στο στήθος της. Οι άλλοι την κοίταξαν, αλλά δεν κατάλαβαν τι έγινε. Μόλις είχαν επισκεφτεί την συνείδησή της δύο μάτια στο χρώμα του μελιού, σαν στρατιώτες που ήρθαν να τη συλλάβουν. Ήταν η Ρεβέκκα που ζούσε μέσα στο μυαλό της, ένας συνδυασμός δύο προσώπων: εκείνη που είχε γνωρίσει στην πραγματική ζωή και εκείνη που αγιοποίησε και αγαπούσε. Αυτή η Μία Ρεβέκκα είχε έρθει τώρα για να της υπενθυμίσει ποια ήταν η νέα Μαγκνταλένα: ένα ανώτερο ον, απαλλαγμένο από οποιαδήποτε εκτίμηση για τους άντρες και την πρότερη ζωή της. Δεν έπρεπε να θυμάται ή να σκέφτεται γενικά όσα είχε -ή είχε επιδιώξει να έχει- παλιά. Την αποσπούσαν από πιο σημαντικά ζητήματα.

  Κι επίσης, είπε η Μία Ρεβέκκα με συριστική φωνή σαν του φιδιού, πώς μπορείς να σκέφτεσαι έναν άθλιο χωριάτη, ενώ εγώ ψυχορραγώ;

  «Το ξέρω. Λυπάμαι» ψέλλισε η Μαγκνταλένα. «Λυπάμαι».

  Ο Βασίλι, που άφηνε τον Ιονάταν και τον Βαντίμ σε μια άκρη, γύρισε και κοίταξε μια τον Νικολάι και μια την Μαγκνταλένα. «Τι είπες;» ρώτησε.

  Η κόρη της Μαριάννα Μπενγκέσκου επανήλθε μερικώς στην παρούσα κατάσταση. Κάρφωσε με το βλέμμα της τον Βασίλι. Μετά, έδειξε τους δύο αναίσθητους άντρες. «Αυτούς θα τους κρατήσουμε για την Ρεβέκκα. Δεν θα τους αγγίξει κανείς μας».

  «Τι; Πεινάμε».

  «Έχει δίκιο ο Βασίλι» συμφώνησε ο Νικολάι. «Άλλωστε, ο ένας αρκεί για την Ρεβέκκα. Και, εκτός αυτού, την τελευταία φορά που ξύπνησε από… από αυτή την ένωση με την Κόμισσα, επισκεφτήκαμε το Μπραν, για να κάνουμε μια νέα αρχή».

  Μια νέα αρχή! Αυτά είναι δικά μου λόγια. Πώς τολμάει να τα λέει αυτός;

  Η Μαγκνταλένα ένιωσε την αδικία της ερωμένης της και κινήθηκε προς τους δύο βρικόλακες. «Είπα, τα δύο θηράματα θα μείνουν για την Ρεβέκκα. Εσείς να καθίσετε και να κάνετε ό,τι σας λέω».

  Ο Βασίλι και ο Νικολάι, καθώς και η Έλενα με τον Νάντρου και τον Αρσένιε, αντιλήφθηκαν την αλλαγή στην Μαγκνταλένα. Είχαν δει σημάδια αυτές τις βραδιές, αλλά ήταν ανεπαίσθητα. Όσο κοιμούνταν μαζί η Ρεβέκκα και η Μαγκνταλένα, τόσο η τελευταία επηρεαζόταν από την άλλη. Σαν να μην αντάλλασαν μόνο φιλιά και χάδια, αλλά και κάτι άλλο, που οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν να το προσδιορίσουν. Σίγουρα, όμως, ήταν κάτι που δεν τους άρεσε. Δεν ήθελαν άλλη μια ξεροκέφαλη Ρεβέκκα. Ή, ακόμα χειρότερα, άλλες δύο, αν συνυπολόγιζαν και την Ροζάλια.

  Ωστόσο, ο Βασίλι, σκεπτόμενος και την αδερφή του, είπε «Δεν κάνεις εσύ κουμάντο. Κατάλαβες; Πρέπει να τραφούμε. Πώς θα έχουμε δυνάμεις, για να επισκεπτόμαστε το Μπραν; Επιπλέον, αν δεν τραφούμε, θα αναγκαστούμε να επιτεθούμε ο ένας στον άλλο».

  «Κάτι που θα σε χαροποιούσε πολύ, έτσι δεν είναι, Βασίλι;» Η Μαγκνταλένα τον είχε πλησιάσει τόσο πολύ, που εκείνος μπορούσε να νιώσει ότι τον περικύκλωναν δύο παρουσίες κι όχι μία. Ένιωσε άβολα και στραβοκοίταξε τον Νικολάι, ελπίζοντας πως θα έσπευδε στο πλάι του.

  Αλλά το μοναδικό άλλο πλάσμα που στάθηκε κοντά του ήταν η Ροζάλια, που, στο μεταξύ, είχε μπει από το παράθυρο, σαν να είχε καταλάβει ότι η σύντροφός της ήταν αναστατωμένη, και ήρθε κρυφά πίσω του και τον άδραξε από τους ώμους. «Όπως είπε και η Μαγκνταλένα, Βασίλι, οι δύο άντρες θα φυλαχτούν για την Ρεβέκκα».

  Η Έλενα, ο Αρσένιε και ο Νάντρου ύψωσαν τα κορμιά τους και περπάτησαν ως τον παγιδευμένο Βασίλι, αφού εκείνος τους κάλεσε νοητά. Οι τρεις κατώτεροι βρικόλακες, αν και δεν είχαν τις δυνάμεις των ανώτερων, ωστόσο παρέμεναν νεκροζώντανα άγρια ζώα -και μάλιστα, πεινασμένα άγρια ζώα.

  Αν δεν τραφούμε, θα αναγκαστούμε να επιτεθούμε ο ένας στον άλλο, θυμήθηκε ο Νικολάι. Ναι, αν συνεχίσουμε έτσι, δεν νομίζω ότι θα χρειαστεί να πεινάσουμε τόσο πολύ, για να αλληλοσκοτωθούμε. Αναρωτήθηκε για μια στιγμή αν η Κόμισσα είχε σκεφτεί διεξοδικά ποιους θα συγκέντρωνε κοντά της. Γιατί, απ’ ό,τι φαινόταν, υπήρχαν σημαντικές διαφορές ανάμεσα στους υπηκόους της. Διαφορές που θα μπορούσαν να φανούν καταστρεπτικές για τον σκοπό της αρχόντισσάς τους.

  «Αρκετά» είπε. «Βασίλι, μάζεψε τους άλλους. Μαγκνταλένα, Ροζάλια, θα γίνει όπως θέλετε. Θα κρατήσουμε αυτά τα θηράματα για την Ρεβέκκα».

  «Τι; Όχι!»

  «Ναι, Βασίλι. Μην ανησυχείς, θα βρούμε άλλα. Το Μπραν έχει ακόμα αρκετό απόθεμα».

  «Ναι, Βασίλι» είπε η Μαγκνταλένα, χαμογελώντας του με το δικό της, ειρωνικό τρόπο. «Άκου τον φίλο σου, ξέρει τι λέει». Για το καλό σου, καταραμένε, συμπλήρωσε η Μία Ρεβέκκα.

  Ο Βασίλι δεν μίλησε. Ήταν εναντίον του. Όλοι τους. Όλοι όσοι μπορούσαν ακόμα να αποφασίζουν μοναχοί τους, δηλαδή. Ξανά. Αυτός αποξενωμένος, σαν χοντρός γελωτοποιός που κανείς δεν τον παίρνει στα σοβαρά και όλοι τον θέλουνε μόνο για την καλοπέρασή τους. Θυμόταν πώς είναι να σε κρατούν απέξω, λες και είχες καμιά ανίατη, μεταδοτική ασθένεια. Ο ίδιος και η Έλενα είχαν μεγαλώσει σε μια οικογένεια της πόλης Σφίντου Γκεόργκε, που δεν ήταν η δική τους. Τους είχαν υιοθετήσει άτυπα μετά τον θάνατο των γονιών τους όταν ο Βασίλι ήταν πέντε ετών και η Έλενα τριών, αλλά τους συμπεριφέρονταν σαν να ήταν δούλοι –στην καλύτερη περίπτωση. Έκαναν βαριές δουλειές και έτρωγαν αποφάγια και δεν τους επιτρεπόταν το παιχνίδι, ούτε καν να κάνουν παρέα μεταξύ τους, παρότι ήταν αδέρφια. Όταν οι θετοί γονείς και τα παιδιά τους είχαν κάποια μάζωξη, ο Βασίλι και η Έλενα χάνονταν στην αποθήκη που κοιμόντουσαν –οι μόνες ώρες που ήταν μαζί και μπορούσαν να μιλήσουν με μια κάποια ελευθερία.

  Ήταν μια μίζερη ζωή για τους δυο τους. Κι εκεί που θαρρείς ότι όλα τα παιδιά θα έπρεπε να θυμούνται με νοσταλγία τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, ο Βασίλι και η Έλενα θα τα ξόρκιζαν με την ίδια απέχθεια που ένιωθαν για εκείνους τα μέλη της οικογένειας που τους είχε αναλάβει.

  Έως ότου, ένα βράδυ, την ώρα που οι θετοί τους γονείς συνευρίσκονταν -θα νόμιζε κανείς ότι οι ήχοι από το χαλασμένο κρεβάτι που έτριζε και τις κραυγές του μεθυσμένου πατριού έφταναν ως την πέρα άκρη της πόλης- και τα αδέρφια τους κοιμόντουσαν, η πόρτα της αποθήκης άνοιξε προς τα έξω, έφυγε από τους μεντεσέδες της και πετάχτηκε σαν καιόμενο ρούχο. Δριμύ ψύχος εισέβαλλε και τα δυο παιδιά αγκάλιασαν το ένα το άλλο, γιατί τρόμαξαν. Μια γυναίκα στεκόταν στο σεληνόφωτο κατώφλι. Ο Βασίλι και η Έλενα νόμισαν ότι είχε έρθει για να τους αφανίσει, αλλά έκαναν λάθος. Αυτή η γυναίκα με το μακρύ φόρεμα ήταν η ελπίδα τους προσωποποιημένη σε μια φιγούρα βγαλμένη από παραμύθι. Η Κόμισσα. Η οποία τους προσέφερε, εκτός από την αιώνια ζωή, και την ευκαιρία να δουν τους ενοίκους του σπιτιού που είχαν περάσει δεκαπέντε χρόνια να πληρώνουν για όλα όσα είχαν πράξει εναντίον του Βασίλι και της Έλενα.

  Η Κόμισσα. Ο κρίκος που συνέδεε τα δύο αδέρφια με τους υπόλοιπους βρικόλακες αυτού του κάστρου. Τους είχε αφήσει μια εντολή, την οποία εκείνοι έπρεπε να φέρουν εις πέρας. Κι αυτό ήταν πάνω απ’ όλα. Γιατί της χρωστούσαν. Όλοι τους. Της χρωστούσαν την ύπαρξή τους και τις δυνάμεις τους. Ό,τι διαφορές και να είχαν αναμεταξύ τους, η Κόμισσα ήταν η θεότητα που τους κατηύθυνε και τους προσέφερε τον κόσμο ολάκερο.

  Όλοι τους όφειλαν σε εκείνη.

  Γι’ αυτό και ο Βασίλι κατάπιε την πίκρα του και ένευσε και η ένταση πέθανε σαν ξεφούσκωτο αερόστατο, όπως περίπου είχαν πεθάνει και εκείνοι οι σατράπηδες που αυτοαποκαλούνταν γονείς.

  Η Μαγκνταλένα και η Ροζάλια, παίρνοντας μαζί τους τον Ιονάταν και τον Βαντίμ, επέστρεψαν έξω από την κλίνη της Κόμισσας. Οι άλλοι δεν τις ακολούθησαν, παρά αποσύρθηκαν για να κοιμηθούν. Ο Νικολάι και ο Βασίλι δεν ανησυχούσαν μήπως έχαναν κάτι, αφού, βάσει εμπειρίας, πίστευαν πως η Ρεβέκκα θα έκανε μια με δυο βραδιές για να επανέλθει στην πραγματικότητα.

  Το ερώτημα ήταν με τι εντολές θα επανερχόταν.

Μπραν

Η Στεφανία ξύπνησε όταν άκουσε τους γονείς της να συνομιλούν και να περπατούν στους χώρους του σπιτιού, σαν να ήταν διαρρήκτες και έψαχναν για οτιδήποτε πολύτιμο. Ευχαρίστησε τον Θεό που ήταν ακόμα μαζί της, κι ας είχαν διακόψει την ηρεμία της. Τον ευχαρίστησε που δεν τους είχε χάσει. Έτσι, ήξερε ότι και οι υπόλοιποι, ο αδερφός της και το ζεύγος Οσμοκέσκου, ήταν κι αυτοί καλά, κι εκείνη απλά είχε δει ένα κακό όνειρο, που την αναστάτωσε βαθιά, μα που πλέον μπορούσε να το αφήσει να χαθεί σαν κέρμα που πέφτει σε μια σχισμή του πατώματος.

  Τα τακούνια από τα παπούτσια των γονιών της έβγαζαν δύο διαφορετικούς ήχους: ένα αδιάφορο τουπ-τουπ όταν προχωρούσαν πάνω στις προβιές και ένα σαφώς πιο δυνατό τακ-τακ όταν «έβρισκαν» στο πέτρινο δάπεδο. Γύρισε το κεφάλι της και τους είδε από την ανοιχτή πόρτα του μισοσκότεινου δωματίου της: μπροστά η μαμά, ήδη έτοιμη για το ταξίδι στο Μπρασώφ, με τον μπαμπά να ακολουθεί με τους ώμους γυρτούς, έχοντας ήδη χάσει την όποια μάχη έδινε με την σύζυγό του. Αμφότεροι κρατούσαν είτε κάποιο ρούχο, είτε κάνοντας χειρονομίες απροσδιόριστης φύσεως. Οι κουβέντες τους διαποτίζονταν από εκείνη την ένταση που είχαν οι κάτοικοι στο χωριό πριν από κάποιο γάμο ή βάφτιση. Μιλούσαν με βιασύνη και επιμονή, λες και η γιορτή θα γινόταν σε πέντε λεπτά κι εκείνοι δεν είχαν προφτάσει να καθαρίσουν μήτε ένα πουκάμισο.

  Αλλά δεν θα διεξαγόταν καμιά χαρούμενη εκδήλωση στο Μπραν. Ούτε τώρα, ούτε στο εγγύς μέλλον. Πιο πιθανό, να γίνει κάποια κηδεία. Ή χειρότερα, να μην γίνει τίποτα. Το ήξερε η Στεφανία, γι’ αυτό και αναστέναξε από λύπη. Δεν ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Ήταν ζεστά εκεί. Ένιωθε ασφαλής κάτω από τα σκεπάσματα. Σαν ο εφιάλτης που είχε δει πριν την ξυπνήσουν οι γονείς της να μην είχε υπάρξει καν.

  Η καρδιά της ηρεμούσε κάπως τώρα, αλλά νωρίτερα, όταν περπατούσε στον άγνωστο τόπο που είχε βρεθεί ένιωθε πως τα πόδια της δεν την βαστούσαν. Ήταν μαζί με τον πατέρα της και τον πατέρα Στεφάν και την Ντανιέλα. Κάπου πήγαιναν, αλλά δεν ήξερε πού. Περπατούσαν στο χιόνι και κρύωναν πολύ. Ο Λούκα είχε το όπλο του στα χέρια του, αλλά δεν έδειχνε καθόλου έτοιμος για να αναμετρηθεί με τον οποιονδήποτε. Έτρεμε, όπως όλοι της παρέας. Η Στεφανία αναζητούσε κάποια ένδειξη για το πού βρίσκονταν, αλλά υπήρχε πυκνή ομίχλη και τα κτίρια που εμφανίζονταν και εξαφανίζονταν ήταν καμένα, μαυρισμένα, χωρίς πόρτες και παντζούρια στα παράθυρα. Δίχως δέντρα ή άλλα φυτά να ομορφαίνουν τους κήπους τους, μιας και αυτά είχαν καεί.

  Δεν ήξερε αν ήταν στο χωριό. Το χιονισμένο τοπίο θύμιζε απέραντη θάλασσα, πλασμένη από αμέτρητα, ενωμένα σύννεφα. Αυτή η σκέψη έκανε την Στεφανία να αναρωτηθεί αν είχαν πεθάνει και είχαν πάει στον ουρανό, στον Παράδεισο. Η μητέρα της έλεγε καμιά φορά ότι ο Θεός κατοικεί στον ουρανό και βλέπει τους ανθρώπους από κει ψηλά και χαίρεται ή λυπάται για αυτά που κάνουν, που λένε και που σκέφτονται. Η μικρή Στεφανία κοιτούσε το γαλάζιο πέλαγος και τα άσπρα σύννεφα που έπλεαν σε αυτό και προσπαθούσε να φανταστεί τα πρόσωπα στις εικόνες που είχαν στο σπίτι να είναι εκεί πάνω και να βλέπουν το χωριό, και την ίδια που σήκωνε το χέρι της και τους χαιρετούσε με χαμόγελο, προσπαθώντας παράλληλα να συνηθίσει το περπάτημα με τη μακριά, πλεχτή φούστα που είχε φτιάξει η μαμά.

  Μέσα στο όνειρο, που δεν ήξερε ακόμα ότι έβλεπε, η Στεφανία σήκωσε το κεφάλι και αποτόλμησε μια ματιά, μόνο και μόνο για να απογοητευτεί με την λευκή ανυπαρξία που επικρατούσε εκεί ψηλά.

  Πού είναι ο Θεός; Γιατί δεν απαντάει στις παρακλήσεις μας; Δεν ήξερε γιατί σκέφτηκε αυτές τις ερωτήσεις, αλλά την αναστάτωσαν και την έκαναν να βήξει. Έμοιαζαν να είχαν μπει στο μυαλό της σαν σκόνη από ξεχασμένο ρούχο που το τινάζεις μετά από χρόνια και έρχεται όλη η βρομιά μες στα ρουθούνια σου. Δεν της άρεσαν καθόλου, γιατί συνέβαλαν κι αυτές στη σύγχυση που είχε.

  Η Στεφανία γύρισε και είδε τον πατέρα Στεφάν να απλώνει το δεξί του χέρι και να αγκαλιάζει την Ντανιέλα, ενώ επιβράδυναν και τα βήματά τους, μένοντας πίσω από την ίδια και τον Λούκα. Η νεαρή άγγιξε τον πατέρα της στον ώμο, λέγοντάς του ότι οι Οσμοκέσκου δυσκολεύονταν πολύ. Ο Λούκα στράφηκε, με την κάννη του όπλου του να κοιτάζει πλάγια και προς τα κάτω. Πλησίασε τον Στεφάν και τον έπιασε από το αριστερό του μπράτσο, τη στιγμή που η Στεφανία έπιασε την Ντανιέλα από το δεξί της χέρι. Πήραν όλοι μια βαθιά ανάσα και ξεκίνησαν πάλι το περπάτημα.

  Το ταξίδι θα μπορούσε να συνεχίζεται επ’ αόριστον, αλλά τότε κάτι εμφανίστηκε εμπρός τους. Πέταξε για δύο δευτερόλεπτα και έπειτα, σαν να χτυπήθηκε από ξαφνική ριπή αέρα, έπεσε στο χιόνι. Οι τέσσερις κάτοικοι του Μπραν το πλησίασαν αβέβαιοι και με τον Λούκα να σφίγγει το μουσκέτο του, καθότι είχε προφτάσει να δει ότι αυτό το αντικείμενο ήταν μεγάλο, μακρύ σαν φίδι. Μπορεί να ήταν κάτι επικίνδυνο.

  Και ήταν. Ή θα μπορούσε να γίνει, αν το κρατούσε κάποιος άξιος σκοπευτής. Ήταν ένα άλλο μουσκέτο, που ο Λούκα το αναγνώρισε αμέσως και γούρλωσε τα μάτια του και ψέλλισε με πονεμένη φωνή το όνομα του γιου του, του Σάντου, στον οποίο το είχε δώσει όταν… όταν αυτός και η Κορνέλια είχαν φύγει για… κάπου που έπρεπε να πάνε…

  Ο Λούκα ξανάπε το όνομα του Σάντου και τα μάτια της Στεφανία γέμισαν δάκρυα με τη σκέψη ότι ο αδερφός της και η μητέρα της… μπορεί…

  Και σαν να ήθελαν να τους επιβεβαιώσουν τις υποψίες τους, δεκάδες μορφές βγήκαν από την ομίχλη, ντυμένες με μαύρους, ολόσωμους χιτώνες. Εμφανίστηκαν από κάθε κατεύθυνση, περικυκλώνοντας τη μικρή ομάδα. Δεν είχαν πρόσωπο, ούτε κάποιο άλλο ξεκάθαρο χαρακτηριστικό, για να τις αναγνωρίσει κάποιος από τους τέσσερις ανθρώπους. Ήταν σαν αγάλματα που είχαν καλυφθεί με πανί.

  Αλλά δεν ήταν (εντελώς) νεκρά όντα. Η μία μορφή κινήθηκε μπροστά και σταμάτησε. Και σήκωσε τα χέρια της, όπου κρατούσε δύο σώματα, ενός άντρα και μιας γυναίκας.

  Ο πατήρ Στεφάν και η Ντανιέλα σταυροκοπήθηκαν, ενώ ο Λούκα και η Στεφανία κούνησαν το κεφάλι τους και φώναξαν. Είχαν αναγνωρίσει τους οικείους τους και τα σκισμένα ρούχα που είχαν φορέσει πριν φύγουν. Από το πρόσωπο και των δύο πτωμάτων έβγαινε αίμα, το οποίο εξαφανιζόταν στην ομίχλη την επόμενη στιγμή.

  Η Στεφανία ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν και βρέθηκε στο παγωμένο έδαφος, ουρλιάζοντας, την ώρα που ο πατέρας της σήκωνε το όπλο του για να πυροβολήσει.

  Τότε, όμως, ο Σάντου και η Κορνέλια ύψωσαν το κεφάλι και τους χαμογέλασαν διαβολικά, με μάτια κατακόκκινα και δόντια σαν στιλέτα. Η μορφή που κρατούσε τα πτώματα τα άφησε και για λίγο έμειναν πεσμένα στο έδαφος, όπως η Στεφανία.

  Όταν ακούστηκε η ριπή από το μουσκέτο, με το βόλι να διαπερνά τον επικεφαλής δαίμονα λες και ήταν πλασμένος από ατμό, οι μορφές κινήθηκαν απειλητικά, ερχόμενες από παντού. Δεν περπατούσαν στο χιόνι, αλλά πετούσαν λίγα εκατοστά πάνω από αυτό.

  Η Στεφανία είδε τον πατέρα της να βαστάει το μουσκέτο με τα δυο του χέρια και να το χρησιμοποιεί σαν ραβδί, προσπαθώντας να χτυπήσει τους δαίμονες. Αλλά, όπως και πριν, δεν κατάφερε κάτι.

  Οι μορφές άρπαξαν τον Λούκα και τον Στεφάν και την Ντανιέλα. Και τους εξαφάνισαν μέσα σε μικρούς κύκλους που σχημάτισαν. Η νεαρή ένιωσε χέρια να της αφαιρούν το μαντήλι που φορούσε στο κεφάλι, να την πιάνουν από τα μαλλιά και από το πανωφόρι της και να την τραβούν…

  Και τότε ήταν που άκουσε τις φωνές και ξύπνησε και μπόρεσε να ηρεμήσει ξανά. Για λίγο, όμως. Μέχρι να σκεφτεί τις Μπενγκέσκου και τους Μολντοβάνου που είχαν εξαφανιστεί, το κάστρο που σίγουρα δεν θα είχε καταρριφθεί και την Κόμισσα που λέγανε ότι ζει εντός του.

  Η Κόμισσα. Η Στεφανία θυμήθηκε την μορφή που στον εφιάλτη της κρατούσε τον αδερφό της και την μητέρα της. Να ήταν το ίδιο πρόσωπο άραγε; Κι αν ναι, οι άλλοι δαίμονες ποιοι ήταν;

  Στ’ αυτιά της ήρθε ένα γνώριμο μουγκρητό. Ήταν του Σάντου, ο οποίος προφανώς είχε σηκωθεί κι αυτός αχάραγα, ενοχλημένος που του είχαν διακόψει τον ύπνο. Πρέπει να καθόταν στην κουζίνα και, ως συνήθως, να περίμενε τις αποφάσεις του Λούκα και της Κορνέλια.

  Τις αποφάσεις τους. Για το ταξίδι στο Μπρασώφ. Στο οποίο θα πήγαιναν ο Σάντου και η Κορνέλια. Σήμερα. Για να παραδώσουν δύο γράμματα στους Ούγγρους, ελπίζοντας ότι θα έσπευδαν να βοηθήσουν τους κατοίκους του Μπραν. Και, όσο θα έλειπαν μάνα και γιος, η Στεφανία με τον πατέρα της θα διανυκτέρευαν στο σπίτι των Οσμοκέσκου, για να τους προσέχουν. Κι ήταν να γίνουν κι άλλα σήμερα. Όσο πιο γρήγορα, τόσο το καλύτερο. Για το καλό όλων τους.

  Τι μέρες ζούσαν! Πώς είχαν φτάσει ως εδώ; Άνθρωποι που εξαφανίζονταν μες στη νύχτα… Τα ζωντανά να χαλούν τον κόσμο από τα ουρλιαχτά τους… Η μαμά και ο αδερφός μου που πρέπει να λείψουν –και να περάσουν κοντά από το κάστρο, μέσα στο οποίο ζει Εκείνη… Ο πατήρ Στεφάν και η γλυκιά Ντανιέλα που μοιάζουν ανήμποροι για το οτιδήποτε

  Όχι, μάλωσε τον εαυτό της η Στεφανία, αυτό δεν είναι σωστό. Δεν πρέπει να σκέφτομαι έτσι γι’ αυτούς. Δεν είναι δίκαιο.

  Όπως δεν είναι δίκαιο να σκέφτομαι ότι ο Θεός -είναι Απών- δεν απαντάει στις εκκλήσεις μας άμεσα, όπως θα περίμενε κανείς. Ή, βασικά, όπως θα περίμενε ένα παιδί, σύμφωνα με τον πατέρα Στεφάν. Που ξέρει τι λέει, αλίμονο. Αυτός κάθε μέρα μιλάει με τον Θεό. Έχει διαβάσει τις γραφές, τη Βίβλο. Έχει μάθει τα πάντα για τον Θεό και την Παναγία και τους αγίους και… ναι, και τον Διάβολο και τους δαίμονές του. Τόσα χρόνια αυτό κάνει, και προσπαθεί να τα μάθει όλα αυτά και σε εμάς. Κι εγώ θα πω για τον Θεό;

  Όχι. Γιατί δεν είμαι παιδί πια. Δεν είμαι.

  «… Κι αν σας πιάσουν; Τι θα κάνετε τότε, μου λες;»

  Ο μπαμπάς. Αγχωμένος.

  «Ανοησίες, Λούκα. Γιατί να μας πιάσουν; Δεν κάναμε κάτι κακό. Ούτε θα κάνουμε. Απλά θα τους πούμε ότι θέλουμε τη βοήθειά τους».

  Η μαμά. Καθησυχαστική.

  «Κι αν… κι αν… Κορνέλια, είναι Ούγγροι. Δεν είδες αυτούς που έχει ο Ντράχοσλαβ στη δούλεψή του; Τόσο καιρό εδώ, μετά βίας αν έχουμε πει ένα γεια. Μας έχουν του πεταματού. Αυτοί κάνουν κουμάντο στην Τρανσυλβανία. Μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν με εμάς».

  Σιγή για λίγο.

  Μετά, η Κορνέλια είπε: «Δεν είναι όλοι ίδιοι. Άλλωστε, δεν θα πάμε στον πρώτο τυχαίο Ούγγρο που θα δούμε. Θα πάμε στις Αρχές. Σε αυτούς που έχουν καθήκον να προστατεύουν τον λαό. Δεν θα μας βλάψουν, Λούκα. Μπορεί να μην μας βοηθήσουν». Παύση. Έπειτα: «Σίγουρα, πάντως, δεν θα μας κάνουν κακό. Δεν θα μας βασανίσουν ή κάτι τέτοιο».

  «Δεν το ξέρ…»

  «Ναι, το ξέρω. Έλα, έλα, τα είπαμε και χθες. Θα λείψουμε για σήμερα. Αύριο θα έρθουμε στο Μπραν. Μια νύχτα όλη κι όλη». Μετά: «Στεφανία, καλή μου. Καλημέρα! Σήκω σιγά-σιγά, σε παρακαλώ».

  «Ναι, μαμά. Καλημέρα!»

  Μια νύχτα, συλλογίστηκε, καθώς έδιωχνε τα σκεπάσματα. Αχ, βρε μαμά… Το λες σαν να μην ξέρεις τι μπορεί να γίνει σε μια νύχτα.

  Σε λιγότερο από δέκα λεπτά, όλη η οικογένεια είχε συγκεντρωθεί στην κουζίνα. Πάνω στο τραπέζι, υπήρχαν λίγο ψωμί, γάλα, αυγά και τσάι που άχνιζε. Ο Σάντου, όπως είχε υποθέσει η Στεφανία, καθόταν αμίλητος, με το κόκκινο καπέλο του ήδη φορεμένο. Είχε ντυθεί με φαρδύ γκρίζο παντελόνι, οι άκρες του οποίου κατέληγαν να κρύβονται μέσα στις καφέ μπότες του, με πουκάμισο και κεντημένο λευκό γιλέκο. Στην ζώνη του, είχε περάσει ένα από τα κυνηγετικά μαχαίρια που είχαν, αυτό με την κιτρινωπή λαβή και την οδοντωτή μία πλευρά της λεπίδας. Το πανωφόρι του δεν το είχε φορέσει, αλλά το είχε ρίξει στα πόδια του. Κοιτούσε τους άλλους με τα ανοιχτόχρωμα μάτια του, χωρίς να μιλάει. Ο Σάντου ήταν πιο ψηλός κι από τον Λούκα, με κοντό μαύρο μαλλί και μουστάκι. Είχε φαρδιές πλάτες και ελάχιστο περιττό βάρος. Τα χέρια του, όπως και του πατέρα του, είχαν μικρές εκδορές και βρόμικα νύχια. Μερικές φορές, ειδικά αν έπρεπε να μείνει στο σπίτι (λόγω κρυολογήματος, για παράδειγμα), φερόταν σαν να ήταν μπέμπης, όλα του έφταιγαν και παρίστανε πως δεν είχε τι να κάνει, αλλά γενικά μπορούσε να τον εμπιστευτεί κάποιος.

  Όμως, είπε μέσα της η Στεφανία, δεν είναι στρατιώτης. Κυνηγάει πού και πού με τον μπαμπά, αλλά δεν ξέρει από μάχες. Και τώρα θα πρέπει να συνοδέψει την μαμά, μέσα και πέρα από το δάσος, ως το Μπρασώφ.

  Η Κορνέλια έλεγχε ξανά το τσουβάλι μέσα στο οποίο είχε βάλει μια δυο αλλαξιές ρούχα και λίγο φαγητό για το δρόμο. Ήταν μια κοντακιανή γυναίκα, κοντά στα εξήντα, παχουλή, με μαύρα μακριά μαλλιά, τα οποία είχε καλύψει με μαντήλι. Φορούσε μια πτυχωτή πουκαμίσα, μάλλινο γιλέκο, μαύρη μακριά φούστα, χοντρές κάλτσες και μαύρα παπούτσια με χαμηλό τακούνι. Τα χέρια της ήταν διάστικτα από φλέβες και τα μπράτσα της, συνηθισμένα στην κούραση του μαγειρέματος, της ζύμωσης ψωμιού και του καθαρίσματος του κρέατος, είχαν πολλή δύναμη.

  Ο πατέρας της Στεφανία και του Σάντου, ένας γκριζομάλλης άντρας με γαλάζια μάτια που παρέμεναν όμορφα, στεκόταν κοντά στην πόρτα με το μουσκέτο ανά χείρας, σαν να ήθελε να εμποδίσει την έξοδο. Ήταν ντυμένος πανομοιότυπα με τον Σάντου, μόνο που το δικό του καπέλο ήταν κωνικό και φθαρμένο σαν να το είχαν ξύσει οι γάτες με τα νύχια τους, ενώ ήταν σαφώς πιο βαρύς από τον γιο του. Επίσης, ήταν πιο κατσούφης από τον γιο του τη σήμερον ημέρα.

  Κι όχι άδικα.

  «Α, ήρθες, Στεφανία; Ωραία. Πάρε κι εσύ το πρωινό σου, για να πάμε στου πατέρα Στεφάν, που θέλει να μας ξαναδεί, πριν φύγουμε».

  «Ναι, μαμά».

  Κατά τη διάρκεια του γεύματος, μιλούσαν κυρίως ο Λούκα και η Κορνέλια, συνεχίζοντας κατ’ ουσίαν τη διαφωνία που είχαν από το πρωί –βασικά, από το προηγούμενο μεσημέρι. Ο πατέρας των παιδιών ανέφερε ξανά και ξανά τους πιθανούς κινδύνους του ταξιδιού, ενώ η σύζυγός του αντέτεινε πως θα τους απέφευγαν και εξηγούσε με ποιον τρόπο για την κάθε περίπτωση. Θα μπορούσαν να συνεχίσουν τη «διαμάχη» τους μέχρι που να βράχνιαζε άσχημα η φωνή τους, όμως τα παιδιά, σε μια μυστική συνομιλία που είχαν μέσω νευμάτων και μορφασμών, από εκείνες που οι γονείς δεν αντιλαμβάνονται παρά μόνο όταν είναι πολύ αργά, παρενέβησαν λέγοντας ότι είχαν ολοκληρώσει το φαγητό τους, και η Κορνέλια βρήκε την ευκαιρία και είπε «Θαυμάσια! Καιρός να φεύγουμε, λοιπόν. Στεφανία, θα αναλάβεις να καθαρίσεις αργότερα, πριν αποσυρθείτε στου πατέρα Στεφάν, εντάξει;»

  «Ναι, μαμά» απάντησε η νεαρή, που είχε ξεκινήσει να μοιάζει στην μητέρα της σχεδόν από μωρό. Είχε μαύρα μαλλιά και έτρωγε πολύ, ενώ τα μαλλιά της τις περισσότερες φορές τα άφηνε λυτά, όπως η μαμά. Τα ρούχα της τα φρόντιζε ως επί το πλείστον η ίδια, έχοντας μάθει πώς να πλέκει και να μπαλώνει τις ραφές που είχαν σκιστεί ή ξεχειλώσει.

  Ο Λούκα άπλωσε το χέρι για να πει κάτι, να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Σάντου τον έπιασε απαλά από τον ώμο και του είπε «Άστο, ρε μπαμπά. Θα είμαστε εντάξει. Θα προσέχω εγώ την μαμά». Ο πατέρας των δύο παιδιών κοίταξε τον γιο του όσο εκείνος φορούσε το πανωφόρι του, έβαζε το δεύτερο μουσκέτο που είχαν στον ώμο του και σήκωνε χωρίς κόπο το τσουβάλι με τα πράγματα. Ήταν κουβαλητής και ένοπλος φρουρός, και φαινόταν να του αρέσει αυτό. Ο Σάντου του χαμογέλασε σαν να του έλεγε Μπορείς να με εμπιστευτείς. Είχε το ίδιο εκείνο ύφος που ο Λούκα είχε δει στον μακαρίτη τον πατέρα του, όταν συναντούσαν λύκους κοντά στο μαντρί, λίγες στιγμές πριν τα άγρια ζώα τραπούν σε φυγή από την παγίδα που τους είχε στήσει και από τις ριπές του όπλου, του ίδιου εκείνου όπλου που είχε τώρα ο Σάντου.

  Δεν θυμόταν να έχει δει ποτέ του αυτή την έκφραση σιγουριάς πριν από κάποια αποτυχία. Οπότε χαμογέλασε και αυτός στον γιο του και έσφιξε το μπράτσο του, λέγοντας «Να προσέχεις και τους δυο σας. Θέλω αύριο να έρθετε και να σας αγκαλιάσουμε η Στεφανία και εγώ. Εντάξει;»

  «Ναι, μπαμπά, ναι. Αρκεί να πείσουμε τους Ούγγρους, να στείλουν μερικούς φαντάρους, ίσως και κανόνια. Να το γκρεμίσουν το παλιόκαστρο μια και καλή».

  «Είμαι σίγουρος πως θα τα καταφέρετε, Σάντου». Ξεφύσησε. «Μην ξεχνάς πως η μάνα σου ξέρει πώς να πείσει κάποιον, ειδικά κάποιον που δεν την έχει ξαναδεί».

  Η Κορνέλια χασκογέλασε και είπε «Εδώ κατάφερα εσένα να με παντρευτείς, που ήμουν μια χοντρή κοπέλα».

  «Μα τι ’ναι αυτά που λες στα παιδιά; Δεν με κατάφερες. Σε αγάπησα, κυρία μου».

  «Πάντα με τον αντίλογο ο μπαμπάς σας, από τότε». Η Κορνέλια πλησίασε και τσίμπησε το μάγουλο του Λούκα. «Να είσαι φρόνιμος, τ’ ακούς; Μην κάνει κάνα παράπονο η Στεφανία ή ο πατήρ Στεφάν ή η καλή μου η Ντανιέλα, χάθηκες, κακομοίρη μου».

  «Τι; Παράπονο; Για μένα;»

  Ο Λούκα το άφησε να περάσει όταν είδε πως οι άλλοι είχαν ήδη βγει από το σπίτι και περπατούσαν με σταθερό βηματισμό, χωρίς βιασύνη. Ευτυχώς, δεν έβρεχε, ούτε χιόνιζε. Είχε, όμως, πολύ κρύο, ο αέρας παγερός.

  Βρήκαν το ζεύγος Οσμοκέσκου να κάθεται στην κουζίνα, δίπλα-δίπλα. Αφού χαιρετίστηκαν και η Στεφανία ξεκίνησε να φτιάχνει τσάι και να ετοιμάζει το φαγητό, η Ντανιέλα ρώτησε «Έτοιμοι για το ταξίδι; Πήρατε πρωινό;»

  «Ναι, κυρία Οσμοκέσκου» απάντησε ο Σάντου και η μητέρα του συμφώνησε μαζί του.

  Ο πατήρ Στεφάν εμφάνισε δύο φακέλους, τους οποίους έδωσε στην Κορνέλια. «Μην ξεχάσετε, τον ένα θα τον παραδώσετε στην πολιτοφυλακή και τον άλλο στο στρατό» είπε.

  «Μάλιστα, πάτερ».

  «Γιατί και στην πολιτοφυλακή και στο στρατό;» ρώτησε ο Σάντου.

  «Θα σου εξηγήσω στο δρόμο, καλέ μου» είπε η Κορνέλια.

  «Να προσέχετε» είπε η Ντανιέλα. «Μην κυκλοφορήσετε το βράδυ. Ούτε στο δρόμο προς το Μπρασώφ, ούτε όσο θα είστε στην πόλη».

  «Έχει δίκιο η Ντανιέλα» είπε ο Στεφάν. «Έχετε πού να μείνετε εκεί, έτσι;»

  «Ναι. Στην αδερφή του Λούκα, την Σορίνα. Αλλιώς σε πανδοχείο».

  «Τι πανδοχείο;» ρώτησε ο Λούκα. «Στην Σορίνα θα μείνετε».

  «Δεν ξέρω. Μπορεί και να μη μας δεχτεί. Από τότε που καλο-παντρεύτηκε, μας έχει ξεχάσει».

  «Μην λες τέτοια πράγματα, Κορνέλια. Η αδερφή μου θα…»

  «Όπως και να έχει» τους διέκοψε ο Στεφάν «όπου και να μείνετε, Κορνέλια, μείνετε μέσα. Κάντε τη δουλειά, αλλά μετά βρείτε ένα μέρος και μη βγείτε από εκεί, παρά μονάχα το επόμενο πρωινό. Δεν ξέρουμε αν το Κακό έχει φτάσει και στο Μπρασώφ».

  «Λέτε να έφτασε μέχρι εκεί, πάτερ;» ρώτησε η Στεφανία, σκεπτόμενη με φόβο μαυροντυμένες, διαβολικές φιγούρες που ξεπετάγονται από σκοτεινά σοκάκια.

  «Δεν είναι τόσο μακριά, καλή μου. Όχι γι’ αυτό το Κακό».

  «Μην ανησυχείτε, πάτερ, θα φροντίσουμε να μείνουμε μέσα» τον διαβεβαίωσε η Κορνέλια.

  «Να θυμάστε, Κορνέλια, ότι θέλουμε πολύ τη βοήθειά των Ούγγρων. Θα ήταν χρήσιμο αν μπορούσατε να τους μιλήσετε, εκτός από το να τους δώσετε απλώς τα γράμματα. Κάντε ό,τι καλύτερο μπορείτε. Μιλήστε με κάποιον υπεύθυνο, κάποιον αξιωματικό. Πείστε τον. Δώστε του να καταλάβει ότι επειγόμαστε, ότι τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά».

  «Θα το προσπαθήσουμε, πάτερ. Σας το υπόσχομαι».

  «Δηλαδή, δεν θα αρκεί που θα τους πούμε για τους ανθρώπους που χάθηκαν;» ρώτησε ο Σάντου.

  «Μπορεί και να είναι αρκετό, μικρέ μου» είπε η Ντανιέλα. «Αλλά μπορεί και όχι. Δεν είναι ντόπιοι. Ίσως να μην νοιάζονται τόσο πολύ για μερικούς χωριάτες, ώστε να σπεύσουν να μας συνδράμουν».

  Για λίγο, δεν μίλησε κάποιος.

  Έπειτα, η Ντανιέλα είπε «Κορνέλια, Σάντου, μην πείτε τίποτα σε κανέναν άλλο εκεί πέρα, εντάξει; Όσο καλά κι αν τον ξέρετε, μην του πείτε γιατί πήγατε στο Μπρασώφ. Βρείτε μια δικαιολογία, αν χρειαστεί».

  «Εννοείται, γλυκιά μου» τη διαβεβαίωσε η Κορνέλια. «Δεν θα ανακατέψουμε άλλους, πέραν από τις Αρχές. Δεν υπάρχει λόγος».

  «Ωραία. Α, και κάτι άλλο πολύ σημαντικό. Να έχετε μαζί σας τουλάχιστον ένα σταυρό. Χρειάζεστε και τον Θεό σε αυτό το ταξίδι, εκτός από τα όπλα». Γύρισε προς τον πατέρα Στεφάν. «Έτσι δεν είναι, παπά;»

  Εκείνος δεν είπε κάτι. Έμοιαζε να έχει χαθεί από το σπίτι του, να είναι κάπου αλλού. Ήταν σίγουρος ότι κάτι του διέφευγε.

  «Παπά; Στεφάν;»

  Ο Στεφάν κοίταξε την γυναίκα του.

  «Η Κορνέλια και ο Σάντου χρειάζονται τον Θεό. Όπως όλοι μας. Έτσι δεν είναι;»

  Ο ιερέας αποκρίθηκε μετά από μερικά δευτερόλεπτα, πρώτα στην Ντανιέλα και έπειτα προς την οικογένεια Βλαντιμιρέσκου. «Φυσικά. Να προσεύχεστε, όπως θα κάνουμε και εμείς. Και τώρα που είπα για προσευχή, Στεφανία, θα ήθελα να πας και να πεις σε όλους στο Μπραν ότι στις έντεκα θα είμαστε στον ναό, για να προσευχηθούμε. Πες το σε όλους. Αλλά στον Ντράχοσλαβ και στον Βέλκαν Τσομπάνου θα τους πεις και ότι θέλω να τους μιλήσω. Προσωπικά». Ένιωσε σαν να έφυγε ένα βάρος από πάνω του. Αλλά η αίσθηση ότι ξεχνούσε κάτι παρέμεινε ισχυρή μέσα του.

  «Τον Ντράχοσλαβ και τον Βέλκαν, πάτερ;» ρώτησε έκπληκτη η Κορνέλια και κοίταξε διαδοχικά τον Στεφάν, την Ντανιέλα και τον Λούκα.

  «Ναι. Αυτούς. Αν εγώ και αυτοί χαράξουμε μια κοινή πορεία δράσης, τότε και οι υπόλοιποι θα πάρουν θάρρος και θα είναι δίπλα μας. Και ίσως, να κρατήσουμε το χωριό, μέχρι να έρθουν οι Ούγγροι». Αν έρθουν οι Ούγγροι, σκέφτηκε, αλλά δεν το ξεστόμισε.

  «Ισχύει» είπε ο Λούκα. «Αλλά πιστεύετε ότι θα συμφωνήσει να σας δουν; Και ειδικά ο γερο-Ντράχοσλαβ;»

  Ο Στεφάν ανασήκωσε τους ώμους του. «Εύχομαι να του δώσει φώτιση ο Θεός και να έρθει. Σε όλους μας να δώσει φώτιση».

  Η Στεφανία άφησε στο τραπέζι μια κανάτα και δύο κούπες, τις οποίες γέμισε με τσάι. Έριξε μια γρήγορη ματιά σε όλους τους παρευρισκόμενους. Σκέφτηκε αν ήταν καλή ιδέα να το αναφέρει η ίδια ή αν το απέφευγαν επίτηδες όλοι τους, για κάποιο λόγο. Χθες είχαν ακουστεί πυροβολισμοί. Και φωνές. Κάτι είχε γίνει. Το Κακό ήρθε ξανά στο Μπραν, αποφάσισε και ανατρίχιασε. Και διερωτήθηκε για την ανοησία της να αμφιβάλλει αν θα έφτανε και στο Μπρασώφ. Αλλά δεν ήταν εντελώς ανόητη η απορία της και στα μύχια της ψυχής της το ήξερε. Φοβόταν για την μητέρα και τον αδερφό της. Μην συναπαντηθούν με (τις μαυροντυμένες μορφές) το Κακό (και εξαφανιστούν).

  Άλλη ερώτηση: Αλλά ο Θεός δεν θα τους σώσει; Θα είναι και Αυτός εκεί, σωστά; Είναι πανταχού παρών. Και παντοδύναμος. Και η μαμά και ο Σάντου είναι πιστοί χριστιανοί. Θα τους προστατέψει όπου και αν πάνε. Σωστά;

  Και άλλη: Μα και οι συγχωριανοί μας που χάθηκαν ήταν πιστοί. Κι αυτοί ήταν εδώ, κοντά στην εκκλησιά μας. Και… δεν τους προστάτεψε. Γιατί; ΓΙΑΤΙ; Θεέ μου, γιατί επέτρεψες να… να τους συμβεί;…

  Ξαναγύρισε στο νεροχύτη, αφήνοντας τις ερωτήσεις να μείνουν κρυμμένες στο μυαλό της.

  «Νομίζω πως είναι καλύτερα να πηγαίνουμε» είπε η Κορνέλια και ο άντρας της αναδεύτηκε σαν να είχε ακούσει την πιο ηχηρή βροντή. «Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα μας πάρει για να μιλήσουμε με την πολιτοφυλακή και το στρατό των Ούγγρων».

  «Σωστά» είπε ο Στεφάν και σηκώθηκε. Το ίδιο έκανε και η Ντανιέλα.

  Πήραν την ευχή του. Όλοι, όσοι θα έμεναν και όσοι θα έφευγαν. Έπειτα, όπως είχαν συμφωνήσει από την προηγούμενη μέρα, ο Λούκα πήγε με τον Σάντου και έφεραν το κάρο των Οσμοκέσκου, αφού πρώτα τάισαν καλά το άλογο και του έδωσαν μπόλικο νερό. Το πλησίασαν στην πόρτα του σπιτιού του ιερέα και φόρτωσαν πίσω δύο δεμάτια με τροφή για το ζωντανό, το τσουβάλι με τα πράγματά τους και το μουσκέτο, τα οποία κάλυψαν με ένα μεγάλο πανί.

  Η Κορνέλια και η Στεφανία βγήκαν έξω και ο Λούκα άφησε το δικό του όπλο στο χιόνι και φίλησε την σύζυγό του και τη βοήθησε να ανέβει στο κάρο, δίπλα στον γιο της.

  «Να προσέχετε» είπε με σπασμένη φωνή.

  «Κι εσείς. Κι όπως είπαμε, μην μάθω κάνα παράπονο» του αντιγύρισε η Κορνέλια, με χαμόγελο. Και, με ικανοποίηση, είδε τον άντρα της να ανταποδίδει.

  «Σάντου, μην κάνεις καμιά ανοησία» είπε η Στεφανία, σε μια προσπάθεια να κάνει λίγο πιο ήπια την κατάσταση –κυρίως για την ίδια. «Άσε τις τσούπρες στην ησυχία τους».

  Ο Σάντου κάτι μουρμούρισε, αλλά κανείς δεν το άκουσε.

  «Θα φύγουμε καμιά ώρα, νεαρέ, τι λες;» του είπε η μητέρα του, σκουντώντας τον με τον αγκώνα της.

  «Εγώ εσάς περιμένω, μαμά. Να πείτε ό,τι έχετε να πείτε και…»

  «Τα είπαμε, τα συμφωνήσαμε, καλώς να ξανα-ανταμώσουμε κλπ κλπ. Έλα, πάμε».

  «Μάλιστα, κυρία».

  Ο αδερφός της Στεφανία έπιασε τα γκέμια και διέταξε το άλογο να ξεκινήσει. Εκείνο προχώρησε στο χιονισμένο δρόμο, ακολουθούμενο από το βλέμμα του Λούκα και της κόρης του, που το παρατηρούσαν με αυξανόμενη αγωνία, σαν να ήταν στρατηγοί και έβλεπαν τον στρατό τους να αποδεκατίζεται από τον εχθρό. Έχαναν, αυτό νόμιζαν, αν και κάτι τους έλεγε ότι μάλλον το παράκαναν με τις σκέψεις. Έχαναν δύο δικούς τους ανθρώπους, που τους έφευγαν. Λες και θα πήγαιναν σε άλλη χώρα, αντί για το Μπρασώφ. Έφευγαν και εκείνοι δεν μπορούσαν να τους σταματήσουν. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν πλέον ήταν να εύχονται να τους ξαναδούν. Ζωντανούς, εδώ. Αυτό ήταν που ήθελαν περισσότερο απ’ όλα.

  Η Στεφανία και ο Λούκα μπήκαν ξανά στο σπίτι των Οσμοκέσκου, όπου έμειναν για περίπου μία ώρα, οπότε και βγήκαν για τις υποχρεώσεις που είχαν.

  Τουλάχιστον, αυτή ήταν η πρόθεσή τους, αλλά την ανέβαλλαν για μερικά λεπτά, όταν είδαν πολλούς από τους κατοίκους να έχουν βγει και να κοιτάνε με περιέργεια προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.

  «Τι έγινε;» ρώτησε ο Λούκα την κυρία Κοβάτσι.

  «Δεν τα μάθατε; Χθες χάθηκαν ο Ιονάταν και ο Βαντίμ».

  «Τι; Θεέ μου, όχι. Όχι». Ο Λούκα κοίταξε την Στεφανία, που είχε καλύψει το στόμα της με τα χέρια της. Εφτά άνθρωποι είχαν χαθεί. Ο Ιονάταν και ο Βαντίμ είχαν παιδιά. Τα οποία πλέον ήταν ορφανά από πατέρα.

  Ιησού Χριστέ… Γιατί; Γιατί;

  Ο Λούκα αγκάλιασε την κόρη του, σαν να φοβόταν μην του την πάρουν (και αυτή) μακριά του. Ενδόμυχα, ένιωθε λύπη και κάτι άλλο που δεν μπορούσε να το προσδιορίσει. Η Κορνέλια και ο Σάντου είχαν φύγει πριν μάθουν τα καθέκαστα. Αν τα ήξεραν πιο πριν, ίσως και να είχαν μείνει. Το οποίο επιθυμούσε ο Λούκα, αλλά ταυτόχρονα ήξερε ότι θα ήταν λάθος. Ο πατήρ Στεφάν και η Ντανιέλα είχαν αποφασίσει να ζητήσουν βοήθεια από τους Ούγγρους. Κάτι που έμοιαζε ως η μοναδική λύση στο πρόβλημα του Μπραν. Δεν θα έπρεπε να βάζουν το προσωπικό συμφέρον πάνω από το συλλογικό. Σωστά;

  Ναι. Δυστυχώς ή ευτυχώς, έτσι είναι το σωστό.

  Τότε άκουσε τις φωνές από το μεγαλύτερο σπίτι του χωριού και μαζί με την κόρη του στράφηκαν προς το δράμα που εκτυλισσόταν εκεί.

Έξω από την οικία των Τσομπάνου, ο Ντράχοσλαβ και ο Βέλκαν στέκονταν απέναντι από τους Ούγγρους σωματοφύλακές τους. Οι άνθρωποι που είχαν ταχθεί με το μέρος της ομάδας που είχαν φτιάξει, καθώς και τα παιδιά τους, έμειναν στο εσωτερικό, τρομαγμένοι από την τροπή που έπαιρναν τα πράγματα, μετά τα χθεσινοβραδινά γεγονότα. Οι μόνοι ενήλικοι που, προς το παρόν, φαίνονταν να απέχουν ήταν η Ιούλια και η Εμιλιάνα Τσομπάνου, οι οποίες, ξέροντας ότι η Λία και η Αντελίνα ήταν καλά, έπλεκαν στο δωμάτιο που μοιραζόταν η Ιούλια και ο Ντράχοσλαβ. «Η κατάσταση αυτή είναι για τους άντρες» είχε πει η Ιούλια. «Ας τα βγάλουν πέρα εκείνοι». Η Εμιλιάνα δεν είχε όρεξη να αντιπαρατεθεί στην πεθερά της, μήτε να αναμειχθεί «στις δουλειές του Βέλκαν». Το μόνο που διαπίστωνε, και απ’ ό,τι έβλεπε συμφωνούσε και η ηλικιωμένη γυναίκα, είναι πως η επιστροφή στο Μπραν δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητική και ευεργετική, όπως επιθυμούσαν. Ήθελαν να ξεχαστούν από το δράμα που είχαν βιώσει στο Μπρασώφ με τον θάνατο του πατέρα της Εμιλιάνα και την κατάπτωση της υγείας της μητέρας της, όμως η δυστυχία τις είχε ακολουθήσει και εδώ.

  Οι Ούγγροι είχαν ξυπνήσει μισή ώρα πριν, γύρω στις οκτώ. Είχαν κοιμηθεί μαζί με τους φιλοξενούμενους των Τσομπάνου, με την υπόσχεση να φύγουν το πρωί. Τα αφεντικά τους είχαν τσαντιστεί βέβαια με την αποτυχία των δύο εξ αυτών να εξοντώσουν τα τέρατα και να μην πάθει κανένας ντόπιος κάτι, αλλά δεν είχαν πει ότι οι πρώην στρατιωτικοί θα έφευγαν. Όχι, οι ίδιοι οι Ούγγροι το είχαν πει, αφήνοντας μια εύλογη αμφιβολία ότι μπορεί και να έμεναν, που δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα τέχνασμα, ένα ψέμα για να μην τους διώξουν κακήν κακώς μες στη νύχτα. Ήξεραν ότι οι Τσομπάνου τούς ήθελαν στη δούλεψή τους, γιατί, χωρίς αυτούς, δεν είχαν καμιά πιθανότητα επιβίωσης απέναντι στα φρικιά. Οπότε το εκμεταλλεύτηκαν προς όφελός τους. Επίσης, όταν ξύπνησαν, όχι τόσο κουρασμένοι όσο θα περίμεναν, πλύθηκαν γρήγορα-γρήγορα και, όπως το είχαν σχεδιάσει από το βράδυ, όρμησαν στην αποθήκη και πήραν μερικά όπλα, δίχως την άδεια των Τσομπάνου. Ο Βέλκαν και ο Ντράχοσλαβ ζήτησαν το λόγο, και μάλιστα ο Βέλκαν προσπάθησε να τους εμποδίσει, αλλά οι Ούγγροι ήταν καλύτερα προετοιμασμένοι και πήραν ό,τι ήθελαν, με τους άλλους προσωρινούς ενοίκους του σπιτιού να βλέπουν όλα αυτά με τρόμο, έχοντας κατά νου πως η συμμαχία τους, η μοναδική ελπίδα που είχαν για να ξεπαστρέψουν το Κακό, διαλυόταν εμπρός τους κι εκείνοι έμεναν άπραγοι.

  Οι Ούγγροι φόρτωσαν τα όπλα και τα λιγοστά συμπράγκαλά τους στην μια άμαξα των Τσομπάνου -ναι, θα έκλεβαν και αυτή- με τους τελευταίους να μην τους πλησιάζουν καν, φοβούμενοι λόγω των όπλων που είχαν οι άλλοι. Είχαν πάρει την απόφασή τους. Δεν θα έμεναν να σκοτωθούν από τα τέρατα. Ενδόμυχα, ήξεραν ότι διέπρατταν προδοσία για άλλη μια φορά, αλλά ποσώς τους ένοιαζε. Θα γύριζαν στην Ουγγαρία και θα έφτιαχναν την ζωή τους, με σύζυγο και παιδιά και μια δουλειά που δεν θα περιελάμβανε όπλα και οποιαδήποτε άλλη ανησυχία, πέραν του πότε θα λάβουν τα φράγκα για να συντηρήσουν εαυτόν και τους δικούς τους.

  Και εδώ που τα λέμε, σιγά την προδοσία. Ποτέ δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για το Μπραν. Τα λεφτά τούς ένοιαζαν και να φύγουν από τον στρατό. Τα είχαν πετύχει και τα δύο, οπότε πλέον δεν σκοτίζονταν για τίποτα άλλο, εκτός από την πάρτη τους.

  «Μια ζωή δειλοί θα είστε» τους είπε ο Ντράχοσλαβ. «Δειλοί και άχρηστοι».

  «Ναι, ναι, ό,τι πεις, γέρο» πέταξε ο ένας από τους Ούγγρους.

  «Δεν θα κάτσουμε εμείς εδώ σαν ηλίθιοι» έσπευσε να τον υπερασπιστεί ένας άλλος. «Δεν θα πάμε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι από τα φρικιά».

  «Είστε στρατιώτες, να πάρει η ευχή» φώναξε ο Βέλκαν. «Πώς τολμάτε να αφήνετε το πόστο σας;»

  «Αυτό δεν σας πείραξε όταν μας ζητούσατε να αφήσουμε τους ουσάρους, Βέλκαν» απάντησε ένας τρίτος Ούγγρος, με χαμόγελο. Πρώτη φορά αποκαλούσε το πρώην αφεντικό του με το όνομά του, έτσι, κατάμουτρα. Ήταν τέλειο, σαν να ξυλοκοπούσες καραβανά μπροστά σε όλο το τάγμα. Και εδώ υπάρχει ένα τάγμα που βλέπει, σκέφτηκε, αναλογιζόμενος το μικρό πλήθος των χωριατών που παρακολουθούσαν από μακριά. Εντάξει, είναι άχρηστο τάγμα, αλλά μου κάνει.

  «Καταραμένοι να είστε!» ούρλιαξε ο Ντράχοσλαβ. «Κλέψατε τα όπλα μας, κλέβετε και την άμαξά μας. Δεν έχετε τιμή εσείς; Δεν έχετε αξιοπρέπεια;»

  «Την ξέρεις την τιμή μας, Ντράχοσλαβ. Τόσα χρόνια μας πλήρωνες».

  «Καταραμένοι να είστε!» επανέλαβε ο γέρος. «Να μη βρίσκετε χαρά πουθενά. Να μην σας δεχτεί κανένας στη δούλεψή του».

  «Βέλκαν, μάζεψε τον γέρο, μην πάθει τίποτα».

  Ο Βέλκαν έφτυσε στο χώμα.

  Ο Ντράχοσλαβ συνέχισε: «Να… να πεθάνετε άτεκνοι. Να μη δεήσουν οι γυναίκες σας να κρατήσουν παιδί στην αγκαλιά τους. Άχρηστοι. Δειλοί!»

  Οι τρεις Ούγγροι έπιασαν το σπαθί που είχαν στην ζώνη τους και έκαναν να κινηθούν προς το σπίτι, προς τον Ντράχοσλαβ, αλλά ο τέταρτος, αυτός που δεν είχε μιλήσει καθόλου ως τώρα, τούς σταμάτησε και τους είπε να επιβιβαστούν στην άμαξα. Μετά, γύρισε και πήγε ως την πόρτα του κήπου. Στάθηκε εκεί, αγνοώντας τα σκυλιά που είχαν μαζευτεί κοντά στους Τσομπάνου, και έβγαλε το πιστόλι Γκάσερ που είχε και σημάδεψε προς αυτούς. «Αυτό το όπλο δεν θα έκανε τίποτα στους βρικόλακες. Εδώ δεν έκανε ολόκληρο Μάνλιντσερ. Δύο Μάνλιντσερ δεν έκαναν ουσιαστικά το παραμικρό σε μια από εκείνους. Το είδα με τα μάτια μου. Αλλά σε εσάς… Μια σφαίρα αρκεί για τον καθένα σας για να σας στείλει στην Κόλαση». Όπλισε. «Πες άλλη μια κουβέντα, γέρο. Κι εσύ, Βέλκαν. Απλά μια λέξη. Εμπρός. Πείτε και θα σας κάνω τη χάρη να μην ανησυχήσετε άλλο για τα φρικιά».

  Δεν τον υπάκουσαν. Ήξεραν ότι θα τους έριχνε. Ήταν αδίστακτος και καλός σκοπευτής, συνδυασμός θανάσιμος για έναν άνθρωπο. Δεν θα το σκεφτόταν άλλο. Μια ευκαιρία ήθελε. Κι εκείνοι δεν θα του την έδιναν. Δεν θα πήγαιναν από αυτόν. Είχαν δικούς τους που περίμεναν να τους προστατέψουν. Είχαν την Ιούλια, την Εμιλιάνα, την Αντελίνα και την Λία. Τους χρειάζονταν, έστω και αν οι ίδιοι δεν ήταν ικανοί να τους προσφέρουν επαρκή ασφάλεια.

  Σιώπησαν. Κοιτούσαν τον Ούγγρο που κρατούσε το πιστόλι εναντίον τους, με βλέμμα βαριεστημένο, αλλά και θυμωμένο. Τους κατηγορούσε που τον έβαλαν σε αυτή τη θέση, να παραδέχεται το φόβο του, και ειδικά για νεκροζώντανα όντα. Όπως και οι Τσομπάνου, έτσι και οι πρώην σωματοφύλακές τους είχαν αμφισβητήσει την ύπαρξη των βρικολάκων. Η επίθεση της Μπενγκέσκου είχε βάλει τα θεμέλια για να μην είναι σίγουροι τι ισχύει και τι όχι, αλλά η χθεσινοβραδινή συνάντηση με τα τέρατα ήταν καθοριστική. Οι βρικόλακες υπήρχαν. Και οι στρατιώτες δεν μπορούσαν να τους σταματήσουν.

  Γεγονός που οδήγησε τους δύο Τσομπάνου στην συνειδητοποίηση ότι κατά βάθος κατανοούσαν τους άλλους. Και, εν μέρει, συμφωνούσαν μαζί τους. Η πιο έξυπνη κίνηση για αυτούς ήταν να φύγουν. Δεν είχαν συνδεθεί με το Μπραν, δεν ήταν τίποτα παραπάνω από τον τόπο που έμενε ο εργοδότης τους, ο οποίος τους πλήρωνε και έπρεπε να μένουν κι εκείνοι εκεί. Μέχρι να τους διώξει. Ή μέχρι να έχουν έναν οποιονδήποτε λόγο για να εξαφανιστούν. Πολύ που τους ένοιαζε τι θα γίνει από κει και πέρα. Δεν ήταν πιστοί. Αυτό έπρεπε να έχουν σκεφτεί οι Τσομπάνου όταν τους προσέγγιζαν σχεδόν μια δεκαετία πριν. Αφού είχαν εγκαταλείψει την μονάδα τους, θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν και τα τότε νέα τους αφεντικά, κι ας τους πλήρωναν πολλά περισσότερα από τον στρατό.

  Αλλά οι Τσομπάνου δεν το είχαν σκεφτεί.

  Ο Ούγγρος είπε «Αν θέλετε να κάνετε μια χάρη στον εαυτό σας, μαζέψτε τα και φύγετε από δω. Μπας και σωθείτε. Μήπως και οι μικρές έχουν τη δυνατότητα να ανοίξουν το δικό τους σπιτικό κάποια μέρα. Γιατί, αν μείνετε, η Λία και η Αντελίνα θα έχουν την μοίρα των άλλων που χάθηκαν».

  Οι Τσομπάνου δεν μίλησαν.

  Ο Ούγγρος ξεφύσησε. Μάζεψε το Γκάσερ και πήγε στην άμαξα και κάθισε δίπλα από τον συμπατριώτη του, ο οποίος χτύπησε τα γκέμια και τα άλογα ξεκίνησαν. Έκαναν αναστροφή και πέρασαν δίπλα από τους μαζεμένους κατοίκους του Μπραν, οι οποίοι τους κοιτούσαν, μην ξέροντας πώς να αντιδράσουν. Ποτέ δεν τους συμπάθησαν, αν και πολλοί άντρες όφειλαν να παραδεχτούν ότι θα ήθελαν να έχουν τις δικές τους ικανότητες, ενώ μερικές γυναίκες είχαν σκεφτεί να τους προσεγγίσουν ερωτικά, χωρίς ωστόσο να το πράττουν, μην τυχόν και τις κακο-χαρακτηρίσουν. Τους άφησαν, λοιπόν, να κλέψουν την άμαξα των Τσομπάνου, φοβούμενοι ότι θα έμπλεκαν σε μια διαμάχη, από την οποία πιθανώς δεν θα έβγαιναν ζωντανοί.

  Οι Ούγγροι τούς αγνόησαν και σύντομα άφησαν το Μπραν πίσω τους.

«Δεν είναι καλό αυτό» είπε ο Λούκα στην κόρη του, όταν το πλήθος άρχισε να διαλύεται.

  Η Στεφανία τον κοίταξε. «Γιατί το λες αυτό, μπαμπά;»

  «Ήταν οι μόνοι εδώ που ήξεραν από μάχες. Τώρα ποιος έμεινε;»

  Η Στεφανία το σκέφτηκε. «Αφού θα έρθουν οι άλλοι Ούγγροι, που θα είναι και περισσότεροι, δεν μας πειράζει. Σωστά;»

  «Αν έρθουν. Και πότε θα έρθουν». Ο Λούκα κούνησε το κεφάλι του με απογοήτευση. «Τέλος πάντων. Ας ελπίσουμε ότι θα τα καταφέρουν η Κορνέλια και ο Σάντου. Και, μέχρι τότε, θα κάνουμε το καθήκον μας όσο καλύτερα μπορούμε».

  Με αυτά τα λόγια χώρισαν προσωρινά, ακολουθώντας ο καθένας τους διαφορετική πορεία, αλλά με κοινές ανησυχίες να τους ταλανίζουν.

Η άμαξα προχωρούσε στο δρόμο με σκαμπανεβάσματα. Το άλογο απέφευγε τις βαθιές λακκούβες, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά με τα χαλίκια και τα σαμαράκια. Ωστόσο, ο καιρός ήταν σχετικά ήπιος, ο ουρανός ήταν καλυμμένος από γκρίζα γλίτσα, αλλά δεν χιόνιζε, ούτε έβρεχε, με ένα απαλό αεράκι να πνέει προς την αντίθετη κατεύθυνση από κει που πήγαινε η άμαξα, σαν κάποιο ανήσυχο, αλλά όχι τόσο ισχυρογνώμον πνεύμα να ήθελε να τους αλλάξει γνώμη και να τους γυρίσει στο Μπραν.

  Από άλλους ανθρώπους, δε, ή άμαξες ή οικόσιτα ζώα, ούτε για δείγμα. Κάνα πουλί έκρωζε από το παρακείμενο δάσος στα δεξιά τους. Κάποια στιγμή, τους φάνηκε ότι άκουσαν και ένα αλύχτισμα λύκου, αλλά δεν θα έπαιρναν κι όρκο, το ζωντανό ήταν πολύ μακριά τους, για να είναι σίγουροι.

  Και καλά θα κάνει να μείνει εκεί, μακριά, σκέφτηκε η Κορνέλια. Είχαν το μουσκέτο μαζί τους και ο Σάντου ήταν ικανός στο κυνήγι, όμως οι λύκοι κυκλοφορούσαν συνήθως σε αγέλες. Ο μικρός άντε να σκότωνε έναν τους. Μέχρι να ξαναγεμίσει και να σκοπεύσει, τα θηρία θα τους ορμούσαν. Και η Κορνέλια ήξερε ότι η ίδια δεν θα κατάφερνε κάτι, ούτε γρήγορη ήταν, μήτε ικανή σε μάχες, ενώ το άλογο πόσο να τρέξει κι αυτό με το κάρο να σέρνεται πίσω του;

  Έριξε μια ματιά προς το δάσος και στις αλλοπρόσαλλες διαδρομές που σχημάτιζαν τα δέντρα με τους χοντρούς κορμούς και την πλούσια καφετιά χαίτη τους και οι πυκνοί πρασινωποί θάμνοι που απλώνονταν εδώ κι εκεί. Όλα είχαν καλυφτεί από χιόνι που σχημάτιζε μικρές, λευκές λόγχες με τα κλαδιά, που, έτσι όπως κρέμονταν, θαρρούσες ότι όλο το μέρος είναι γεμάτο με θανατηφόρες παγίδες. Από ένα σημείο και πέρα, δεν έβλεπες τι υπήρχε. Δεν μπορούσες να καταλάβεις, δηλαδή. Μόνο να υποθέσεις, μπορούσες. Αν ήθελες.

  Και η Κορνέλια δεν ήθελε. Μόνο να τους φυλούσε ο Θεός, να μην έχουν τέτοια μπλεξίματα. Τους έφτανε που έφευγαν από τους δικούς τους σε μια τόσο δύσκολη περίοδο, για να πάνε να πείσουν μερικούς ξένους να τους βοηθήσουν. Έπρεπε να μείνουν συγκεντρωμένοι στο σκοπό τους.

  Συνειδητοποίησε πως η άμαξα αύξησε ταχύτητα. Στράφηκε προς τον Σάντου. Τον είδε να γυρίζει μια προς τα αριστερά και ψηλά και μια προς το δρόμο μπροστά τους. Ο μικρός είχε κατσουφιάσει όπως όταν τον υποχρέωναν να μείνει στο σπίτι αντί να πάει στο μαντρί ή για κυνήγι. Έμοιαζε με θυμωμένο δάσκαλο. Εν προκειμένω, όμως, η Κορνέλια τον καταλάβαινε. Γιατί είδε και εκείνη τι είχε τραβήξει την προσοχή του Σάντου.

  Το κάστρο. Έστεκε στο λόφο, πάνω από το κεφάλι τους. Το καβούκι μιας τεράστιας χελώνας από την Κόλαση που είχε ριζώσει εδώ και εκατονταετίες σε αυτόν το βράχο. Οι πέτρες του εξωτερικού τοιχώματος είχαν φθαρεί, είχαν σκουρύνει από τις βροχές ή και από καμιά φωτιά, ενώ υπήρχαν και κάθετες ρωγμές σε διάφορα σημεία. Τα κεραμίδια στην κορυφή είχαν ακόμα κάποια από την παλιότερη πορφυρή ομορφιά τους.

  Αλλά την Κορνέλια την ένοιαζε τι υπήρχε μέσα στο κάστρο κι όχι τι το περιέβαλλε, αν και δεν μπορούσε να μην αναρωτηθεί πόσο χρόνο θα χρειάζονταν μερικά κανόνια για να το ρίξουν –ελπίζω, όχι πολύ. Κοίταξε στα πάμπολλα παράθυρα που διακρίνονταν. Γούρλωσε τα μάτια και ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει πιο δυνατά στο στήθος της. Ίσως να ήταν το πόσο γρήγορα και άτσαλα πήγαινε το κάρο, ίσως να ήταν όλες εκείνες οι φήμες και οι πρόσφατες εξαφανίσεις κατοίκων του Μπραν, αλλά νόμισε πως είδε κάποιους να στέκονται εκεί πάνω και, σαν κόρες σκοτεινών ματιών που ακολουθούν ένα κινούμενο αντικείμενο, να κοιτάνε εκείνη και τον γιο της και το άλογο του πατέρα Στεφάν.

  Μας βλέπουν. Αλλά… δεν θα μας επιτεθούν. Σωστά; Όχι τώρα, όχι όσο είναι ημέρα. Έτσι δεν είναι;

  Όμως, έχουμε και τους λύκους από την άλλη πλευρά. Που επιτίθενται και μέρα μεσημέρι.

  Θυμήθηκε τις υποσχέσεις προς τον άντρα της, ότι θα απέφευγαν τους κινδύνους του ταξιδιού. Είχε μιλήσει σαν να ήταν κάποιου είδους προφήτης που είχε «δει» το πώς θα εξελιχτεί η πορεία τους. Ο Λούκα δεν θα τη συγχωρούσε ποτέ, αν πάθαιναν κάτι, και ήταν βέβαιη ότι θα θυμόταν τα (τελευταία) λόγια της στον αιώνα τον άπαντα.

  Η Κορνέλια δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο είχε κοκαλώσει στη θέση της, παρά μόνο όταν ένα κοράκι πέταξε από πάνω τους, κάνοντάς τη να αναφωνήσει και να γείρει προς τα δεξιά, με κίνδυνο να πέσει.

  Ευτυχώς, ο Σάντου την έπιασε από το χέρι και τη συγκράτησε. «Πρόσεχε, μαμά» είπε, αλλά με άχρωμη φωνή, χωρίς θυμό ή φόβο, αλλά σαν να είχε μόλις μάθει ότι έχασε κάποιον αγαπημένο του.

  «Ευχαριστώ, Σάντου». Η Κορνέλια έκανε να γυρίσει ξανά προς το κάστρο, αλλά δεν το έκανε. Έβηξε. «Είμαι… είμαι πολύ αναστατωμένη». Προσπάθησε να χαμογελάσει. «Είμαι και μεγάλη γυναίκα. Και δεν έφαγα πολύ πριν φύγουμε. Ξέρεις πώς κάνω για το φαγητό εγώ».

  «Μμμ». Ο Σάντου ρώτησε «Θα μου πεις τώρα γιατί θα πάμε και στην πολιτοφυλακή και στο στρατό;»

  «Ναι, φυσικά. Θα πάμε και στους δύο γιατί έτσι θα καταλάβουν ότι σοβαρολογούμε. Ότι είμαστε απελπισμένοι. Που όντως είμαστε».

  «Δεν καταλαβαίνω, ρε μαμά. Γιατί να μην αρκεί μόνο η πολιτοφυλακή ή μόνο ο στρατός; Για όνομα του Θεού, θα τους πούμε ότι χάθηκαν άνθρωποι. Δεν γίνεται να το αγνοήσουν».

  «Σάντου, είναι ξένοι. Δεν είναι στην πατρίδα τους. Πρέπει να σκεφτούμε ότι ίσως δεν ενδιαφέρονται αρκετά για εμάς, για τους ντόπιους. Δεν τους είμαστε τίποτα παραπάνω από αγρότες που πρέπει να πληρώνουν τους φόρους τους. Και να χαθούν μερικοί από εμάς… Ε, δεν θα σκάσουν από το κακό τους κιόλας. Θα το ψάξουν. Αν και όποτε. Μάλλον. Θέλω να πω ότι, αν πάμε μόνο στην πολιτοφυλακή ή μόνο στο στρατό, τότε μπορεί να μας διώξουν με μια απλή υπόσχεση, που δεν θα έχει καμιά αξία για εμάς. Αν πάμε, όμως, και στους δύο, τότε είναι πιο σίγουρο ότι θα βρεθεί κάποιος από δαύτους να νοιαστεί».

  Ο Σάντου κούνησε το κεφάλι του δεξιά αριστερά. «Δεν ξέρω, μου φαίνεται υπερβολικό».

  «Καλύτερα να υπερβάλλουμε, παρά να γυρίσουμε με άδεια χέρια». Πήγε να συμπληρώσει για ακόμα μια φορά ότι δεν τους εγγυόταν κανείς πως θα δώσουν σημασία οι Ούγγροι, σε όσες υπηρεσίες τους και αν απευθύνονταν, αλλά το θεώρησε περιττό. Άλλωστε, θα έβλεπαν από κοντά τι άτομα θα συναντούσαν. Θα καταλάβαιναν αν υπήρχε ελπίδα ή όχι. «Όπως και να έχει, καλέ μου, θα αφήσεις εμένα να μιλήσω, εντάξει; Δεν θα με διακόψεις».

  «Φοβάσαι μην πω καμιά βλακεία;»

  «Όλοι λέμε βλακείες, Σάντου. Συνέχεια. Απλά… σε αυτούς τους ανθρώπους άσε εμένα να μιλήσω. Κάνε τη χάρη στην μανούλα, εντάξει;»

  «Μπορώ να κάνω κι αλλιώς;»

  Η Κορνέλια κοίταξε πάλι τον γιο της. Γεροδεμένος και όμορφος. Πρόθυμος να βοηθήσει. Σίγουρα, θα είχε κληρονομήσει και την αγάπη των γονιών του, καθώς και των παππούδων του. Κάποια μέρα, θα έβρισκε μια εξίσου όμορφη δεσποινίδα και θα έφτιαχναν το σπιτικό τους. Ίσως να έμεναν αρχικά στο πατρικό του ή στο πατρικό εκείνης, αλλά αργότερα θα μπορούσαν να μετακομίσουν. Ποιος θα τους εμπόδιζε; Πάντως, όχι ο Λούκα ή η Κορνέλια. Τον Λούκα θα τον έβαζε στη θέση του, αλλά η ίδια θα είχε τη δύναμη να αποχωριστεί τον γιο της; Θα έβλεπε όντως με συμπάθεια την νύφη της ή θα γινόταν καμιά ξεμωραμένη που, όσο ανέπνεε, θα φθονούσε την γυναίκα που αγαπούσε ο γιος της; Ειλικρινά, ήλπιζε πως θα συμπαθούσε την κοπέλα. Αλλά ποιος ξέρει πώς θα το πάρω όταν τη δω αγκαλιά με τον Σάντου, σκέφτηκε και χάιδεψε τον γιο της στην πλάτη. Ξαφνικά, δάκρυα είχαν ανέβει στα μάτια της. Γιατί μια μαυρίλα απλώθηκε στο μυαλό της, που εξαπλώθηκε σαν αβυσσαλέα φωτιά και στην καρδιά της. Θα υπήρχε ποτέ ένα τέτοιο μέλλον; Θα υπήρχαν για πολλά χρόνια ακόμα το Μπραν, οι άλλοι κάτοικοι, ο Λούκα, η Στεφανία, ο Σάντου και εγώ;

  Έκανε να στραφεί προς τα πίσω, προς το χωριό και το αναθεματισμένο κάστρο, μα ο Σάντου τής χαμογέλασε και πέρασε το δεξί του χέρι γύρω από τους ώμους της. Αλλά η Κορνέλια δεν ένιωσε προστατευμένη.

Την ίδια ώρα που το κάρο με τα δύο από τα τέσσερα μέλη της οικογένειας Βλαντιμιρέσκου κατευθυνόταν προς το Μπρασώφ, στο ζεστό καθιστικό του σπιτιού των Τσομπάνου, πίσω από τις κλειστές πόρτες και τα καλυμμένα με τις κουρτίνες παράθυρα, ο Βέλκαν και ο Ντράχοσλαβ είχαν πιάσει από μια πολυθρόνα και έπιναν βότκα, τη στιγμή που οι εναπομείναντες άντρες με τις γυναίκες και τα παιδιά τους στέκονταν λίγα μέτρα μακριά τους, συμπτυγμένοι σε ένα ενιαίο σύνολο, σαν πολυμελής οικογένεια που ετοιμάζεται να φωτογραφηθεί. Είχαν μείνει, παρότι τις προάλλες είχαν συμφωνήσει ότι θα έφευγαν ως το απόγευμα, για να επιστρέψουν αργότερα, όταν θα έπεφτε το σκοτάδι και θα άρχιζαν οι περιπολίες. Οι συνθήκες είχαν αλλάξει. Προς το χειρότερο. Το μόνο που σκέφτηκαν να κάνουν ήταν να περιμένουν από τους δύο πιο πλούσιους ανθρώπους του Μπραν να πάρουν πάλι την πρωτοβουλία και να τους πουν τι μέλλει γενέσθαι από δω και πέρα.

  Οι μόνοι που έλειπαν, με εξαίρεση τους τέσσερις Ούγγρους και τους άντρες που είχαν χαθεί χθες, ήταν οι σύζυγοι και τα τέκνα των τελευταίων. Είχαν φύγει λίγο μετά την άφιξη των δύο πρώην στρατιωτικών, οι οποίοι και αποκάλυψαν τι είχε συμβεί. Στην αρχή, οι δύο γυναίκες έκλαψαν και ούρλιαξαν, φωνάζοντας συνέχεια το όνομα του άντρα τους. Μετά, επέρριψαν κατηγόριες προς τους Τσομπάνου και τους σωματοφύλακές τους, με τις άλλες γυναίκες να προσπαθούν να τις συγκρατήσουν και να τις παρηγορήσουν και τα παιδιά να στέκονται παράμερα. Όλη αυτή την ώρα, ο Ντράχοσλαβ και ο Βέλκαν δοκίμασαν πολλάκις να απολογηθούν, ενώ οι Ούγγροι παρέμειναν βασικά απαθείς –ειδικά οι δύο που είχαν συναπαντηθεί με τους βρικόλακες, δεν είχαν καμιά όρεξη για τσακωμούς.

  Στο τέλος, οι σύζυγοι και τα παιδιά των αντρών που χάθηκαν έφυγαν, μες στη νύχτα, μη δίνοντας σημασία στο κρύο και μη λαμβάνοντας υπόψη τους την πιθανότητα οποιασδήποτε απειλής. Απλά δεν ήθελαν να είναι εκεί, στο μεγάλο σπίτι, στο υποτιθέμενο απόρθητο παλάτι. Δεν ήθελαν την παρέα εκείνων των ενοίκων. Τι να τους έκαναν πλέον; Να άκουγαν τους οδυρμούς τους και τις φρούδες υποσχέσεις τους; Όχι, να τους έλειπαν αυτά. Τους ήταν άχρηστα. Όπως και εκείνοι οι άντρες, οι «φοβεροί στρατιώτες», που «ήξεραν από μάχες» και που «θα οδηγούσαν την ομάδα στην εξαφάνιση του Κακού από το Μπραν». Ναι, είδαν πόσο καλοί είναι αυτοί οι Ούγγροι τελικά. Ανεπαρκείς στον μέγιστο βαθμό.

  Όχι, δεν είχαν όρεξη να ακούσουν ούτε μισή κουβέντα από δαύτους. Από οποιονδήποτε. Εκτός ίσως από τον πατέρα Στεφάν. Αν μη τι άλλο, εκείνος είχε φανεί πιο συγκρατημένος. Είχε πει αλήθειες, που κάποιοι επέλεξαν να μην τις ακούσουν. Και, δυστυχώς, ανάμεσα σε αυτούς τους κάποιους, ήταν και οι απαχθέντες άντρες. Αν είχαν σκεφτεί καλύτερα όσα είχε πει ο πατήρ Στεφάν… Ίσως… Αλλά κι αυτός είχε αναφέρει την πιθανότητα συνδρομής από την Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Ούτε που φανταζόταν πόσο άθλιοι είναι οι στρατιώτες της.

  Οι γυναίκες είχαν κλειστεί η καθεμιά στο σπιτικό της, με τα παιδιά να πέφτουν στην αγκαλιά των παππούδων τους, που είχαν ξυπνήσει από τα κλάματα των μικρών. Οι ηλικιωμένοι δεν άργησαν να παρασυρθούν κι αυτοί. Υποτίθεται πως όσοι ήταν στους Τσομπάνου, μαζί με τους σωματοφύλακες, θα ήταν ασφαλείς. Αυτό ήταν το σκεπτικό του να είναι τόσοι πολλοί και τόσοι νέοι ενωμένοι σε μια ομάδα. Γι’ αυτό είχαν αφήσει εκτεθειμένους τους πιο μεγάλους, γιατί… Οι νέοι έπρεπε να ζήσουν. Αντίθετα, οι ηλικιωμένοι…

  Οι σκέψεις τους γέμισαν με ερωτήσεις που επαναλαμβάνονταν, χωρίς καμιά ικανοποιητική απάντηση, σαν επίθεση σε ξένη χώρα που δε βρίσκει αντίσταση. Η βραδιά δεν είχε τέλος γι’ αυτές τις οικογένειες, τόσο που το ερχόμενο πρωινό δε βγήκαν από το σπίτι.

  Τώρα, οι δύο Τσομπάνου αγνοούσαν τους άλλους και αναλογίζονταν τα πρόσφατα γεγονότα και τις συνέπειές τους στους ίδιους και όχι μόνο. Είχαν χάσει. Τα σκυλιά τους. Δύο συγχωριανούς τους. Τους σωματοφύλακές τους. Την όποια αξιοπιστία είχε ο λόγος τους στο χωριό. Υποψιάζονταν πως ό,τι και να έλεγαν πια δεν θα είχε κανέναν ουσιώδη αντίκτυπο. Αλλά, και να μιλούσαν, τι μπορούσαν να πουν; Τα σχέδιά τους είχαν πάει στράφι. Όποια όνειρα είχαν για λευτεριά του Μπραν από τον τρόμο είχαν ξεμπροστιαστεί ως αυτό που ήταν στην πραγματικότητα: μια πολύ βιαστική, ματαιόδοξη και ελλιπής από έμπνευση εκστρατεία, οι πιθανότητες επιτυχίας της οποίας ήταν παρόμοιες με τις πιθανότητες επιβίωσης ενός άοπλου άντρα που επρόκειτο να πολεμήσει με μια αγέλη λύκων. Ήθελαν να σώσουν τους εαυτούς τους, τους δικούς τους ανθρώπους και τον τόπο τους το ταχύτερο δυνατό, όμως από την πρώτη κιόλας νύχτα φάνηκε πόσο λάθος τα είχαν σκεφτεί όλα, όταν η Μπενγκέσκου έσφαξε τον Σάντα και τον Φέρκα και έφτασε τόσο κοντά στο να εισβάλλει στο σπίτι τους και να σκοτώσει -ή να απαγάγει- τις κόρες του Βέλκαν.

  Είχαν κάνει λάθος.

  Και ο Στεφάν αποδείχτηκε σωστός, σκέφτηκε ο Ντράχοσλαβ και ο θυμός του ξεπέρασε το φόβο για τους βρικόλακες και την αγανάκτησή του για τους Ούγγρους.  Δεν του άρεσε να χάνει, και ειδικά από έναν παπά σαν τον Στεφάν, που δεν είχε πυγμή μέσα του.

  Σιγά την νίκη. Απλώς εγώ δεν τα υπολόγισα σωστά. Εκείνος το μόνο που έκανε ήταν να κρατάει την ίδια στάση που κρατάει για τα πάντα. Προσευχή και νηστεία και ελπίδα στον Θεό. Αμ, δεν κερδίζονται οι πόλεμοι μόνο με αυτά. Χρειάζεται να φτιάξεις ένα στρατό, να επιτεθείς ή και να αμυνθείς.

  Και μετά, ξανά από την αρχή: Αλλά εγώ έπεσα τόσο έξω… Πώς έγινε αυτό; ΠΩΣ; Είχαμε αναθεματισμένους ουσάρους. Όπλα. Άντρες πρόθυμους να κάνουν ό,τι πρέπει για το καλό του Μπραν. Γιατί να έχει δίκιο ο Στεφάν κι όχι εγώ; Επειδή αυτός επικαλείται τον Θεό πιο συχνά από εμένα;

  Όχι, δεν μπορεί να ήταν μόνο αυτό.

  Ήταν νωρίς, αυτό φταίει. Βιαστήκαμε, ενώ θα έπρεπε να οργανωθούμε πληρέστερα. Να προετοιμάσουμε τους ντόπιους, να εξετάσουμε την όλη κατάσταση, να… Να δεχθούμε στ’ αλήθεια με τι έχουμε να κάνουμε. Με καταραμένους βρικόλακες, να τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Αλλά εμείς δεν θέλαμε να το πιστέψουμε πραγματικά και τους υποτιμήσαμε. Και τώρα η ομάδα μίκρυνε κατά έξι άντρες.

  Και δεν ήταν μόνο αυτό. Από δω και στο εξής, ο τρόμος των χωριανών, ειδικά όσων είχαν ενταχθεί στην ομάδα των Τσομπάνου, θα ήταν πολύ μεγαλύτερος από πριν. Γιατί πλέον ήξεραν, ή μάλλον επιβεβαίωσαν, ότι δεν μπορούσαν να τα βάλουν με τους βρικόλακες. Επειδή αν δύο εκπαιδευμένοι σωματοφύλακες, οι οποίοι έχουν και την υποστήριξη δύο ντόπιων που κυνηγούν συχνά –που κυνηγούσαν συχνά-, αδυνατούν να διαχειριστούν δύο βαμπίρ, τότε τι θα έκαναν απέναντι σε… πόσα; Ποιος ξέρει πόσα ζουν σε εκείνο το κάστρο; Σίγουρα άλλα πέντε φρικιά. Όχι, άλλα εφτά φρικιά πλέον. Εννιά με δέκα στο σύνολο, δηλαδή, αν λάβουμε υπόψη μας τον άγνωστο άντρα και την άγνωστη γυναίκα που είχαν επιτεθεί χθες και φυσικά την ίδια την Κόμισσα. Ή η Κόμισσα και η άγνωστη γυναίκα είναι το ίδιο πρόσωπο;

  Δέκα νεκροζώντανοι βρικόλακες. Δέκα. Το νούμερο αιωρήθηκε στο μυαλό του σαν μεγάλος βράχος που πέφτει κατά πάνω του.

  Όταν αναλαμβάνεις μια υποχρέωση, πρέπει να την κάνεις σωστά, έλεγε συχνά. Αλλιώς θα πρέπει να υποστείς τις συνέπειες. Περηφανευόταν για τις πεποιθήσεις και τις αρχές του. Θεωρούσε πως ο ίδιος πάντα τα κατάφερνε και θα τα κατάφερνε να τις τηρεί με τον πιο κατάλληλο τρόπο, χωρίς να τις παραβιάσει. Όμως, έβλεπε πια ότι είχε φανεί ανόητος. Είχε γίνει ρεζίλι στον εαυτό του, στην οικογένειά του, σ’ ολάκερο το Μπραν.

  Ο Ντράχοσλαβ άδειασε το ποτήρι του και έπιασε το μπουκάλι της βότκας, γεμίζοντας το δικό του και του γιου του. Ξανά. Υπέθετε ότι και ο Βέλκαν σκεφτόταν τα ίδια με εκείνον, αν και μάλλον στεκόταν πιότερο στη συμβουλή του Ούγγρου που τους είχε σημαδέψει με το Γκάσερ. Τους είχε πει να φύγουν, μήπως και οι μικρές έχουν τη δυνατότητα να ανοίξουν το δικό τους σπιτικό κάποια μέρα. Γιατί, αν μείνετε, η Λία και η Αντελίνα θα έχουν την μοίρα των άλλων που χάθηκαν.

  Πράγματι, ο Βέλκαν, ντυμένος με τα τσαλακωμένα ρούχα που φορούσε και χθες, αυτό συλλογιζόταν κυρίως. Τις κόρες του και την υπερφυσική απειλή που ξαπόσταινε σε εκείνο το κάστρο, στο λόφο, η οποία πετούσε κάθε βράδυ ως το Μπραν και εξαπέλυε τις φονικές ορέξεις της. Όπως και η Κορνέλια, όπως και κάποιοι άλλοι γονείς στο χωριό, ο Βέλκαν σκεφτόταν αν είχαν κάποια ελπίδα να δουν τα παιδιά τους να μεγαλώνουν και να ευτυχούν. Ή γονείς και τέκνα θα είχαν την ίδια τύχη με τους δύο άντρες που απήχθησαν χθες, όπως είχε συμβεί με τις Μπενγκέσκου και τους Μολντοβάνου;

  Δεν μπορούσε να φύγει από τη συνείδησή του η αντίδραση των συζύγων των αντρών. Εκείνο το υγρό, θυμωμένο βλέμμα και οι φωνές τους που επαναλαμβάνονταν τώρα στα αυτιά του Βέλκαν, σαν να ήταν ταραγμένες σφήκες που είχαν παγιδευτεί στους τοίχους του σπιτιού του. Τσιμπούσαν σαν όρνια τις σκέψεις του, κόβοντας σε μικρά κομμάτια οτιδήποτε καλό μπορούσε να θυμηθεί ή να προσδοκά. Είχαν δίκιο, δεν θα διαφωνούσε σε αυτό. Όπως και οι υπόλοιπες οικογένειες, νόμιζαν ότι όλα θα πήγαιναν καλά, ότι η ομάδα θα υπερίσχυε των εχθρών της και θα τους συνέθλιβε σαν μπότα που κατεβαίνει με φόρα πάνω σε ένα κομμάτι γυαλί. Αντ’ αυτού, είχαν αναγκαστεί να ακούσουν τα πιο δυσάρεστα νέα που θα μπορούσε να λάβει ο συγγενής ενός στρατιώτη εν καιρώ πολέμου.

  Έναν πόλεμο που θεωρήσαμε δεδομένο ότι θα τον νικούσαμε, αναλογίστηκε με ειρωνεία προς τον εαυτό του, τον πατέρα του, τους Ούγγρους. Αλλά όχι προς τους συγχωριανούς του. Όχι, αυτοί δεν έφταιγαν. Ό,τι έκαναν το έκαναν για το καλό των οικογενειών τους. Άκουσαν τα λόγια μεγαλείου του Ντράχοσλαβ και του Βέλκαν και των πρώην σωματοφυλάκων τους. Είδαν τα όπλα και το δυναμίτη, γνήσιες αποδείξεις της δύναμης που θα διέθετε η ομάδα. Εκτός αυτών, ήταν και η απραξία του πατέρα Στεφάν, αλλά και ο χρόνος που, σε κάθε του προσωρινό κλείσιμο, ως άλλος τελάλης ενός μοχθηρού βασιλιά, έφερνε κακά μαντάτα για το Μπραν. Ή που θα έπαιρναν την κατάσταση στα χέρια τους ή που θα αγωνιούσαν για το υπόλοιπο της ζωής τους πότε θα τους επισκεφτούν οι βρικόλακες.

  Το υπόλοιπο της ζωής τους. Το οποίο, για δύο εκ των χωριανών, ήταν πολύ μικρότερο απ’ όσο έπρεπε να είναι. Και από σήμερα και στο εξής, τα παιδιά τους θα πρέπει να δεχθούν ότι δεν θα δουν ποτέ ξανά τους πατεράδες τους.

  Θεέ μου.

  Ναι, αλλά στον αντίποδα είναι ο παπάς. Ο οποίος… πρότεινε…

  Θυμόταν πολύ καλά τι είχε πει ο Στεφάν. Επίσης, θυμόταν πόσο εύκολα τον είχε αποπάρει ο Ντράχοσλαβ. Του είχε αντιμιλήσει με την γνωστή του αυθάδικη ευφράδεια, θεωρώντας σίγουρο πως οι Ούγγροι του Μπρασώφ δεν θα έδιναν δεκάρα για μερικούς χωριάτες από την Τρανσυλβανία. Και ο Βέλκαν τι είχε κάνει; Είχε κάτσει να σκεφτεί έστω και για μια στιγμή αυτά που έλεγε ο παπάς; Όχι. Ούτε καν. Είχε δηλώσει τυφλή πίστη στον Ντράχοσλαβ. Ο μπαμπάς ήξερε τους ανθρώπους, ήξερε τι ήθελαν, ήξερε από διοίκηση, ήξερε ποιος θα νοιαζόταν, ήξερε ποιο είναι το σωστό. Ο μπαμπάς ήξερε τα πάντα, κι αλίμονο σε όποιον του πήγαινε κόντρα.

  Και ιδού τα αποτελέσματα. Μείον δύο άντρες. Μείον δύο σκυλιά. Μείον τέσσερις σωματοφύλακες. Μείον οχτώ πυροβόλα όπλα. Μείον μία άμαξα. Αναξιόπιστοι. Να κάθονται σαν κουρασμένα βόδια και να πίνουν τη βότκα τους, με δεκάδες ανθρώπους να κρέμονται από τα μεθυσμένα χείλη τους, λες και ο Βέλκαν με τον Ντράχοσλαβ είχαν την παραμικρή ιδέα για το τι να πράξουν.

  Η εντολή της Κόμισσας θα πραγματοποιηθεί, ό,τι κι αν κάνετε. Ο χρόνος για το Μπραν μετράει αντίστροφα.

  Αυτά είχε πει στους Ούγγρους κάποιος από τους βρικόλακες. Επίσης, παραδοθείτε, και θα ζήσετε αιώνια. Γιατί οποιαδήποτε αντίδραση θα είχε καταστρεπτικά αποτελέσματα. Λες και, αν έμεναν άπραγοι, θα τα κατάφερναν καλύτερα. Ήταν σαν να τους κορόιδευε. Είτε με τον ένα τρόπο, είτε με τον άλλο, οι κάτοικοι θα είχαν κακό τέλος. Τι σημασία είχε αν πέθαιναν ή αν γίνονταν κι αυτοί τέρατα;

  Κι όμως, έχει. Πρέπει να έχει. Τουλάχιστον, για μένα, την Εμιλιάνα, την Λία και την Αντελίνα ξέρω ότι έχει σημασία πώς… πώς θα καταλήξουμε.

  Και τι θα κάνω γι’ αυτό; Τι μπορώ να κάνω για την οικογένειά μου;

  Πάλι, η συμβουλή του Ούγγρου: Μαζέψτε τα και φύγετε από δω. Μπας και σωθείτε.

  Τότε η πόρτα της κουζίνας άνοιξε και μια υπηρέτρια εμφανίστηκε. Το μικρό πλήθος έκανε χώρο και η γυναίκα πλησίασε τους Τσομπάνου. «Με συγχωρείτε που σας ενοχλώ, κύριε Ντράχοσλαβ και κύριε Βέλκαν, αλλά ήρθε η νεαρά Στεφανία Βλαντιμιρέσκου και είπε πως ο πατήρ Στεφάν καλεί τους κατοίκους στην εκκλησία, στις έντεκα, για προσευχή. Επίσης, θέλει να μιλήσει σε εσάς τους δύο».

  Ο Βέλκαν και ο Ντράχοσλαβ αντάλλαξαν μια ματιά. Δεν περίμεναν τέτοια εξέλιξη. Όχι τόσο σύντομα, δηλαδή. Τι μπορεί να τους ήθελε ο παπάς; Ειδικά μετά τον τσακωμό που είχαν στην εκκλησία;

  «Εντάξει, μπορείς να πηγαίνεις» είπε ο ηλικιωμένος και η υπηρέτρια έφυγε.

  Τους πήρε λίγη ώρα, αλλά τελικά είδαν ότι οι άλλοι κάτοικοι χαμογελούσαν.

Συνεχίζεται…

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading