«Τα φαντάσματα υπάρχουν, Φάμπιαν. Έχω δει ένα από αυτά. Το έχω δει περισσότερες φορές απ’ όσες θα ήθελα. Δεν ήταν ποτέ μια οπτασία με ξεκάθαρα χαρακτηριστικά. Αλλά ήταν εκεί, λίγα μέτρα από μένα. Μια φιγούρα από αγγλική ομίχλη. Το ήξερα ότι ήταν εκεί, γιατί κάθε φορά ένιωθα τη δόνηση του εδάφους και το τρέμουλο των φαναριών του σιδηροδρομικού σταθμού. Υπήρχε. Εκεί. Και μου έδειχνε προς τις γραμμές του τραίνου. Και μου έλεγε «Εκεί. Εκεί. Πρόσεχε!» Κι εγώ δεν ήξερα ποια πλευρά έδειχνε ή τι θα γινόταν ακριβώς και δεν πρόφταινα να ειδοποιήσω τους άλλους σηματωρούς, για να προλάβουμε το κακό. Είχαν γίνει πολλά δυστυχήματα, που θα μπορούσαμε να προλάβουμε, αν είχα ενεργήσει πιο έγκαιρα.
»Υπάρχουν, Φάμπιαν. Υπάρχουν, γιε μου. Μην κάνεις το ίδιο λάθος με εμένα. Μην αγνοήσεις τα σημάδια που αφήνουν τα φαντάσματα, Φάμπιαν. Σε ξορκίζω, μην τα αγνοήσεις. Με βλέπεις κάθε νύχτα. Με ακούς. Είμαι σίγουρος ότι ξέρεις. Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Γιατί σκέφτομαι όλους εκείνους τους ανθρώπους που θα μπορούσα να είχα βοηθήσει. Αλλά πέθαναν. Την ώρα που εγώ είχα την ευθύνη να φροντίσω για την ασφάλεια της αμαξοστοιχίας. Για εκείνους. Για γονείς. Για γιους και κόρες που πήγαιναν να δουν τα δικά τους παιδιά. Για εραστές που πήγαιναν ένα ταξίδι αναψυχής. Και δεν το έκανα. Κι εκείνοι πέθαναν, κι εγώ πρέπει να ζήσω με τα πρόσωπά τους να με στοιχειώνουν και τη σκέψη των δικών τους που δεν θα ξαναδούν τους συγγενείς τους.
»Τα φαντάσματα υπάρχουν.
»Άκουσε τα βήματά τους. Θυμήσου τα λόγια τους. Ερμήνευσε τις προθέσεις τους.
»Μην τα αγνοήσεις, Φάμπιαν».
«Εντάξει, μπαμπά. Το υπόσχομαι».
Από το Μπρασώφ στο Μπραν, Τρανσυλβανία
1η Μαρτίου 1897 μ.Χ.
Η ομάδα των δεκαπέντε Ούγγρων πολιτοφυλάκων πήγαινε στο μικρό χωριό της Τρανσυλβανίας, με τον λοχαγό Χέγκεντους να ηγείται και τον λοχία Μπόντναρ να τον συνοδεύει δίπλα του, ενώ ο τρίτος κατά σειρά βαθμοφόρος, ο δεκανέας Σέκερες, είχε αναλάβει να οδηγήσει την άμαξα μεταφοράς κρατουμένων, στο σιδερένιο κουβούκλιο της οποίας οι αλυσίδες κροτάλιζαν σαν λεπίδες που σφυρηλατούνταν σε σιδηρουργείο. Οι υπόλοιποι έφιπποι στρατιώτες ακολουθούσαν, χωρισμένοι σε δύο εξάδες, μία πίσω από την άμαξα και μία μπροστά. Ήταν όλοι οπλισμένοι με ένα πιστόλι Γκάσερ, ένα τουφέκι Μάνλιντσερ και σπαθί, ενώ στη ζώνη τους υπήρχε και ένα ζευγάρι χειροπέδες.
Ο καιρός ακόμα δεν είχε δείξει άγριες διαθέσεις. Είχε συννεφιά, αλλά δεν έβρεχε, μήτε χιόνιζε. Το κρύο, ενισχυόμενο και από τις ξαφνικές εκπνοές του αέρα, παρέμενε τσουχτερό, αναγκάζοντας τους ανθρώπους να βγαίνουν από το σπίτι τους, αφού βάλουν πρώτα κάποιο βαρύ πανωφόρι.
Είχαν ξεκινήσει στις επτά και μισή, δηλαδή περίπου τρεις ώρες πριν, από το κτίριο της Ουγγρικής Βασιλικής Πολιτοφυλακής του Μπρασώφ. Αχάραγα. Στα μουλωχτά. Ο ουρανός έμοιαζε με ξεχασμένο κελάρι. Με αναμμένους δαυλούς ή φανάρια ανά χείρας, έφυγαν. Λες και θα πήγαιναν να ληστέψουν καμιά τράπεζα. Είχαν συγκεντρωθεί πρωτύτερα στο γραφείο του συνταγματάρχη Μίκλος, μιας και ήταν ένα από τα ελάχιστα όπου δεν φιλοξενούνταν χωριάτες του Μπραν, αλλά και επειδή ήταν σχετικά μακριά από το πλήθος γερόντων και παιδιών και συναδέλφων τους που παρίσταναν το υπηρετικό προσωπικό για τους τρανσυλβανούς.
Δεκαπέντε άντρες, ξεκούραστοι, συν ένας Μίκλος που θύμιζε βόδι που οι αγελάδες του μαντριού δεν το έχουν αφήσει σε χλωρό κλαρί. Είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια του και βαριανάσαινε, ενώ οι κινήσεις του ήταν αργές. Η μπλε στολή του ήταν τσαλακωμένη και τα γκριζαρισμένα μαλλιά του ανάκατα. Στο μουστάκι του, υπήρχαν ψίχουλα από το φαγητό του. Ήταν κακοδιάθετος, εκτός από κουρασμένος.
Το γραφείο ασφυκτιούσε από τον κόσμο που στεκόταν σε ημιανάπαυση απέναντι από τον ανώτερο αξιωματικό, ο οποίος είχε στρογγυλοκαθίσει στην καρέκλα του και έτριβε τους κροτάφους του. Καθώς ακόμα δεν είχε ξημερώσει, οι λάμπες ήταν η μοναδική πηγή φωτός, αλλά η ατμόσφαιρα που δημιουργούσε θύμιζε πιότερο ξωκλήσι, παρά γραφείο δημόσιας υπηρεσίας. Ο Μίκλος τους ανέφερε με λίγα λόγια τις εντολές του αντιστράτηγου Ζαλάν -που δεν είχε εμφανιστεί ως τότε, αλλά εκείνοι έπρεπε να προχωρήσουν το σχέδιο. «Θα πάτε στο Μπραν. Αναμένουμε να βρείτε τουλάχιστον σαράντα επτά άτομα. Θα ανακρίνετε τους πάντες για την εξαφάνιση εφτά χωριανών». Είπε τα ονόματα των ανθρώπων που είχαν χαθεί. «Ως το μεσημέρι, πρέπει να έχετε κάνει σημαντική πρόοδο. Με απλά λόγια, να τους έχετε ανακρίνει όλους και να έχετε μπουζουριάσει μερικούς χωριάτες. Βάσει της εμπειρίας μας, αυτό είναι το πιο πιθανό ενδεχόμενο, να έχουν αναμειχθεί συγχωριανοί των εξαφανισμένων, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι συγγενείς. Ωστόσο, βεβαιωθείτε για αυτό. Δεν ξέρουμε κατά πόσο ισχύει». Αναστέναξε. Οι κατώτεροι πολιτοφύλακες άκουσαν το στομάχι του Μίκλος να ρεύεται σαν να ήθελε να ξεράσει. Αλλά δεν μίλησαν. Κάποιοι που στέκονταν στο τέλος της ομάδας κοντά στην πόρτα, και δε φαίνονταν, χασκογέλασαν. «Δεν ξέρουμε κατά πόσο ισχύει το οτιδήποτε απ’ όσα μας έχουν πει. Γι’ αυτό κάντε αποτελεσματική δουλειά. Πριν το βράδυ, πρέπει να έχετε επιστρέψει. Αν, όμως, λοχαγέ Χέγκεντους, το κρίνεις απαραίτητο, μείνετε στο Μπραν, αλλά στείλτε εδώ έναν πολιτοφύλακα, για να μας ενημερώσει. Αν χρειάζεστε ενισχύσεις ή… οτιδήποτε». Κοίταξε τους άλλους με μάτια που έλιωναν. Σα σούπα που έβραζε σε καζάνι. «Είναι κατανοητά όλα αυτά;»
«Μάλιστα, κύριε συνταγματάρχη» απάντησε ο Χέγκεντους, που στεκόταν ακίνητος σαν άγαλμα. Ήταν ένας κοντακιανός τύπος με μαύρα μαλλιά και σημαδεμένες γροθιές, που τις είχε ακονίσει από τα χτυπήματα κρατουμένων, τα οποία χτυπήματα θεωρούσε τόσο πολύ απαραίτητα, που δεν ξεκινούσε την ανάκριση με ερωτήσεις, αλλά με μπουνιές. Αλλά αυτά ίσχυαν για τους συλληφθέντες που σχετίζονταν με εγκλήματα κατά της Ουγγαρίας και των Αρχών της. Δηλαδή, εξασκούνταν στην πυγμαχία με επαναστάτες ή στρατιώτες άλλων χωρών. Κυρίως. Με τους άλλους κρατούμενους, δηλαδή κλέφτες ή φονιάδες ντόπιων, ας πούμε, δεν τους έδινε μεγάλη σημασία, παρεκτός αν είχε τέτοιες εντολές. Ή αν τον προσέβαλλαν. Και ήταν πολλοί αυτοί που τον υποτιμούσαν, λόγω του ύψους του. Αλλά μόνο στην αρχή της γνωριμίας τους. Μετά τους το έκοβε μαχαίρι. Κυρίως, γιατί δεν τους ήταν εύκολο να μιλήσουν με δύο δόντια λιγότερα ή με νεφρά που πονούσαν λες και τους έκαναν εγχείρηση. Οπότε επέλεγαν με περισσότερη σοφία τι θα έλεγαν στη συνέχεια. Τουλάχιστον, αυτό έκαναν οι «έξυπνοι», που δεν ήθελαν άλλα βασανιστήρια.
«Ωραία». Έγειρε μπροστά στο γραφείο, με την καρέκλα να τρίζει, ακούμπησε τους αγκώνες του και έκρυψε το πρόσωπό του στις χούφτες του. Ήταν κάπως λυπηρό το θέαμα του Μίκλος. Σε μερικούς άντρες θύμισε τα παιδιά τους, που έπαιρναν αυτή τη στάση όταν παραδέχονταν ότι δεν θα τα καταφέρουν στο σχολείο. Ή όταν έκλαιγαν, επειδή τα είχαν μαλώσει οι γονείς τους. Του είχαν πέσει πολλά του Μίκλος. Παραίτηση. Απογοήτευση. Κούραση. Συν την καθιστική πλέον ζωή, ως ανώτερου αξιωματικού, που δεν συνόδευε τους άντρες στη μάχη. Συν την κακή διατροφή και την ηλικία, που δεν ήταν για τέτοια τρεξίματα. Συν την περίεργη κατάσταση που είχε εγκατασταθεί στο κτίριο, σαν απρόσκλητος φονιάς, καμουφλαρισμένος ως επίτιμος καλεσμένος. Όχι, δεν τον παρεξηγούσαν. Ακόμα και ο αντιστράτηγος Ζαλάν, που υποτίθεται ότι ήταν σκληροτράχηλος σαν λιοντάρι, είχε αποχωρίσει, για να ηρεμήσει από την τρέλα της δουλειάς.
«Κύριε συνταγματάρχη;»
«Μμμ;»
«Κανόνες εμπλοκής;»
Ο Μίκλος τον κοίταξε. Μετά, κοίταξε και τους άλλους. Στο τέλος, ξαναγύρισε προς τον Χέγκεντους. Ανασήκωσε τους ώμους του. «Θέλουμε απαντήσεις και συλλήψεις, αν το κρίνεις απαραίτητο. Μην τους σπάσετε στο ξύλο. Εκτός αν δε συνεργαστούν ή αν σας επιτεθούν. Πιέστε τους, όμως. Ο αντιστράτηγος θέλει αποτελέσματα εντός της ημέρας».
«Μάλιστα, κύριε συνταγματάρχη. Εντός της ημέρας». Ο Χέγκεντους σκέφτηκε κάτι ακόμα. «Τι θέλετε να κάνουμε για απρόβλεπτα συμβάντα;»
«Να επέμβετε μόνο αν είναι απολύτως απαραίτητο. Αν κινδυνεύουν άνθρωποι κλπ. Αλλιώς, συνεχίζετε την πορεία σας. Βέβαια, και να τύχει κάτι, μη δώσετε όλη σας την προσοχή σ’ αυτό –με εξαίρεση, βέβαια, αν επρόκειτο για ένοπλους ταραχοποιούς. Και όχι όλοι. Εσύ, λοχαγέ, και τουλάχιστον έξι πολιτοφύλακες θα συνεχίσετε κανονικά. Είμαι σίγουρος ότι ο λοχίας Μπόντναρ θα καταφέρει να βρει μια άκρη».
Ο ξανθομάλλης Μπόντναρ αναδεύτηκε και είπε «Μάλιστα, κύριε συνταγματάρχη». Πιο δυνατά από τον λοχαγό του, αλλά όχι πολύ.
«Κάτι άλλο;» ρώτησε ο Μίκλος.
«Όχι, κύριε συνταγματάρχη» είπε ο Χέγκεντους.
«Ωραία. Τους ζυγούς λύσατε. Καλή τύχη». Αποχώρισαν και άφησαν τον Μίκλος σε μια ημι-κοιμισμένη κατάσταση.
Η υπόλοιπη διαδικασία ήταν η γνωστή σε τέτοιες περιπτώσεις. Συγκέντρωση υλικού, εξέταση της κατάστασης των όπλων, της άμαξας και των αλόγων. Ο καθιερωμένος λόγος του ανώτερου αξιωματικού της ομάδας προς τους άλλους, για το τι ανέμενε να έκαναν. Εκείνοι να λένε σε κάθε παύση του «Μάλιστα, κύριε λοχαγέ». Έπειτα, αναφορά εξόδου, υπογραφές. Περισσότερες ευχές για καλή τύχη.
Και μετά, το ταξίδι δεκαπέντε αντρών, οι περισσότεροι εκ των οποίων κοντά στα τριάντα, με καλή σωματική διάπλαση (που έπειθε ότι ήταν πολιτοφύλακες ή άλλοι στρατιωτικοί), και όντας σύζυγοι και γονείς, που είχαν ενημερώσει την οικογένειά τους ότι θα αργούσαν να επιστρέψουν στο σπίτι. Ήξεραν πότε θα έρχονταν; Όχι στα σίγουρα. Ίσως το βράδυ. Μπορεί και αύριο. Είχαν φιλήσει τη γυναίκα του ο καθένας και τα παιδιά του, προτού πάνε στο κτίριο της υπηρεσίας τους. Όπως έκαναν κάθε μέρα, δηλαδή.
Μόνο που αυτή θα αποδεικνυόταν ότι δεν είναι μια ακόμα μέρα στη δουλειά.
Το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής, οι περισσότεροι το πέρασαν συζητώντας για οτιδήποτε άλλο εκτός από το Μπραν και την αποστολή γενικότερα. Κάποιοι, πιο παλιοί, μίλησαν για την Ουγγαρία που τους έλειπε, ενώ οι νεώτεροι, που είχαν γεννηθεί στο Μπρασώφ και δεν είχαν γνωρίσει την πατρίδα -με μια μικρή εξαίρεση όταν ήταν στη βασική εκπαίδευση, που αναγκαστικά γινόταν κοντά στη Βουδαπέστη- ρωτούσαν πώς είναι η χώρα, οι πόλεις, οι άνθρωποι. Άλλοι παραπονιόντουσαν χαμηλόφωνα για το ότι δεν θα έπρεπε να λείπουν, γιατί η γυναίκα τους περίμενε παιδί. Ή για το ότι τα παιδιά τους ήταν άρρωστα και εκείνοι έπρεπε να είναι απίκο, κοντά τους. Ένας δύο είπαν για το μισθό που ήταν απαράδεκτος και που αναγκάζονταν στον ελεύθερο χρόνο τους να παριστάνουν τους σωματοφύλακες για πλούσιους τρανσυλβανούς ή σε κάνα ξενοδοχείο. Κάτι που είχε και τα καλά του, φυσικά, αν υπολόγιζαν τις κυρίες που ήθελαν παρέα τις κρύες βραδινές ώρες και γιατί να έψαχναν για κάποιον ντόπιο που θα έκανε τσαπατσοδουλειά, ενώ μπορούσαν να έχουν ένα δυναμικό πολιτοφύλακα; (Όμως, κανένας από αυτούς δεν είχε τέτοια ευκαιρία, μέχρι στιγμής. Αλλά ήλπιζαν. Και δεν ήταν κακό να κοκορεύονται και λίγο, έτσι δεν είναι;)
Οι μόνοι οι οποίοι ασχολήθηκαν με την υπόθεση ήταν ο λοχαγός και ο λοχίας. Για να λέμε την αλήθεια, ο λοχίας Μπόντναρ δεν ήθελε να μιλήσει για το οτιδήποτε -του είχε κοπεί η όρεξη από χθες, όταν έμαθε ότι θα πήγαιναν στο Μπραν, και ήξερε ότι θα ερχόταν ξεθεωμένος και άρα χωρίς να θέλει να κάνουν με τη γυναίκα κάνα βραδινό παιχνιδάκι, όταν θα κοιμούνταν τα δύο μικρά που είχαν-, αλλά όφειλε να υπακούσει και να συμμορφωθεί. Οπότε άκουσε τον Χέγκεντους να λέει πως όλη αυτή η ιστορία βρομούσε απ’ όπου κι αν την έπιανε κανείς. «Δηλαδή, σκέψου το. Τόσοι χωριάτες να εγκαταλείψουν τον τόπο τους; Ξέρουμε και οι δύο τι εστί Τρανσυλβανία. Οι ντόπιοι δεν το κουνάνε από τα μέρη τους, ούτε για αστείο. Μόνο οι πλούσιοι θα πάνε κάνα ταξιδάκι, γιατί έχουν τα λεφτά και τους δούλους να τους ξεσκατίζουν. Αλλά πες ότι κάτι έγινε στο Μπραν. Γιατί έφυγαν μόνο οι ηλικιωμένοι ή τα πολύ μικρά παιδιά; Γιατί; Δε βγάζει νόημα. Οι υπόλοιποι; Έμειναν στο Μπραν; Με ποιο σκοπό ακριβώς;»
«Κάτι άκουσα ότι θέλουν να παλέψουν με τέρατα, κύριε λοχαγέ» είπε ο Μπόντναρ, που προσπαθούσε να φανταστεί τη σύζυγο να ετοιμάζει τα μικρά για το σχολείο.
«Ναι, κι εγώ το άκουσα. Αλλά τι τέρατα; Ληστές; Βιαστές; Λύκους;»
«Κάτι πήρε το αυτί μου για βρικόλακες».
Ο Χέγκεντους γέλασε. Και μετά, έβηξε, λόγω του τσιγαρόβηχα που τον έπιανε ενίοτε και ο οποίος ανησυχούσε την κυρά του. «Να σε πάρει, ρε Μπόντναρ. Μην τα λες έτσι αυτά. Άκου, “βρικόλακες”!»
«Αλήθεια, αυτό άκουσα, κύριε λοχαγέ». Ήθελε να τη φαντάζεται; Ήθελε;
«Είμαι σίγουρος. Κι εγώ τα ίδια άκουσα. Και για μια Κόμισσα, είπαν». Σκούπισε το στόμα του με την ανάστροφη του γαντοφορεμένου χεριού του. «Αλλά ας σοβαρευτούμε».
«Μάλιστα, κύριε λοχαγέ».
«Δεν γίνεται να πιστεύουμε τις βλακείες του κάθε παππού. Άσε που, αν το καλοσκεφτείς, αυτό που έλεγαν, έμμεσα, ήταν ένα ψέμα για να καλύψουν τον κώλο τους. Για εκείνους τους εξαφανισμένους συγχωριανούς τους. Ο Μίκλος πιστεύει ότι το έγκλημα το έκαναν κάτοικοι του Μπραν. Που βγάζει νόημα, έτσι δεν είναι;»
«Μάλιστα, κύριε λοχαγέ. Συνήθως, έτσι γίνεται». Ο Μπόντναρ αναρωτήθηκε μέχρι πόσα παιδιά θα μπορούσαν να κάνουν με την γυναίκα του. Δύσκολο να πει με βεβαιότητα. Και τα δύο που είχαν ήταν πολλά. Μερικές φορές, ενώ αυτός γυρνούσε κουρασμένος, αυτά ήθελαν να ασχοληθεί μαζί τους ή φώναζαν ή έσπαγαν κάτι. Κι αυτός εκνευριζόταν και τα περιελάμβανε καταλλήλως, για να μάθουν να έχουν τρόπους και να σέβονται τον μπαμπά που θέλει ησυχία. Η γυναίκα του δεν ένιωθε καλά με αυτή την κατάσταση, αλλά δεν του το έλεγε. Εκείνος, όμως, το έβλεπε. Δεν τον πλησίαζε όπως παλιά, ενώ και στο κρεβάτι ήταν παθητική. Τα παιχνιδάκια τους δεν είχαν την ίδια ένταση όπως κάποτε. Και… να έκαναν κι άλλα παιδιά; Μπα, πολύ δύσκολο. Πού να ασχοληθείς;
«Εννοείται. Μα ποιος θα ασχολιόταν με χωριάτες; Και μάλιστα από ένα ξεχασμένο κι από τον Θεό χωριό; Ούτε οι άπλυτοι τσιγγάνοι δεν θα έδιναν δεκάρα». Το ξανασκέφτηκε και είπε «Αν και μπορεί να έχω άδικο. Αυτοί οι περιφερόμενοι λεχρίτες θέλουν να κλέψουν. Το οτιδήποτε. Όσο φτηνιάρικο κι αν είναι. Τους ξέρουμε. Στα κελιά πάντα έχουμε δύο ή τρεις από δαύτους. Και έρχονται και οι άλλοι από το καραβάνι, να διαμαρτυρηθούν, και βρομίζουν τον τόπο. Μια φορά, ένας τους, με το που πάτησε μέσα στο κτίριο και άρχισε να περιφέρεται, άφηνε πίσω του κάτι μικρά κομμάτια από το ρούχο του. Πάνω στα οποία είχαν κολλήσει ψίχουλα ή… πραγματικά, δεν ξέρω τι ήταν αυτές οι μαλακίες. Ό,τι σου λέω, Μπόντναρ. Τον είδαμε με έναν υπολοχαγό. Πόσο να περπάτησε, είκοσι μέτρα; Τριάντα; Όχι παραπάνω. Και γέμισε τον τόπο».
Ο Μπόντναρ δεν είχε να σχολιάσει κάτι ως προς αυτό. Μήπως το παρακάνω με τα μικρά; Αλλά, ρε γαμώτο, τι άλλο να κάνω; Είμαι κουρασμένος από την ορθοστασία και τις βλακείες των αλητών που πιάνουμε. Πόση διάθεση να έχω για τα μικρά;
«Ελπίζω, Μπόντναρ, να ξεμπερδέψουμε γρήγορα από τούτη την ιστορία. Δεν έχω όρεξη να κοιμηθώ στο Μπραν». Χασκογέλασε. «Εκτός αν βρω καμιά ντόπια πουτανίτσα, που χρειάζεται περισσότερη πίεση, για να μιλήσει, αν με εννοείς;»
«Μάλιστα, κύριε λοχαγέ. Κατάλαβα τι εννοείτε».
«Φυσικά και θα καταλάβαινες. Άντρας είσαι. Ούγγρος μέχρι το μεδούλι. Αλίμονο αν δεν καταλάβαινες».
Πιο πίσω, ο τριανταπεντάρης δεκανέας Σέκερες κρατούσε τα χαλινάρια των δύο αλόγων που έσερναν την άμαξα. Ήταν από τους πιο λιγομίλητους ανθρώπους που θα μπορούσε να συναντήσει κάποιος. Κάπνιζε και οδηγούσε, ρίχνοντας τις στάχτες στον παγωμένο δρόμο. Είχε φορέσει το κράνος του λίγο πλαγιαστά. Όχι όπως τους είχαν μάθει. Όχι όπως επέβαλλε ο κανονισμός. Αλλά αυτός δεν ήταν πλέον κάνας ψάρακλας. Όποτε μπορούσε, έκανε τα δικά του. Όπως τώρα, που το είχε βάλει λάθος. Σαν να ήθελε να περάσει το μήνυμα πως η ζωή ήταν μικρή για να νοιάζεται κανείς για το πώς να φορέσει ένα στρατιωτικό κράνος. Η γυναίκα του, τρανσυλβανή στην καταγωγή, δεν τον καταλάβαινε ώρες-ώρες, πώς γινόταν να είναι τόσο ψύχραιμος και… στον κόσμο του. Υπήρχαν στιγμές που το σπίτι τους θύμιζε ένα αλλιώτικο πεδίο μάχης. Τα παιδιά τους, έξι στο σύνολο, τα έπιανε κάποιες φορές το γνωστό παιδιάστικο αμόκ και ούρλιαζαν και, αν τα άφηνες ελεύθερα, θα μπορούσαν να κατεδαφίσουν το σπίτι. Κι αυτός καθόταν ατάραχος και κάπνιζε. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν συγγραφέας παιδικών ιστοριών και εμπνεόταν για το επόμενο παραμύθι του. Τα μεγάλα έτρεχαν, με τα μικρά να τα κυνηγάνε. Οι καρέκλες αναποδογυρίζονταν και κάποιο θα βρισκόταν να κλάψει, γιατί χτύπησε το πόδι του σε μία από αυτές. Ο μεγαλύτερος γιος είχε τον νου του μη σπάσουν τα αδέρφια του κάνα βάζο, αλλά δεν πρόσεχε κι αυτός πολύ, ενώ φορούσε και το κράνος του πατέρα του, που δεν του πήγαινε και έπεφτε μπροστά στα μάτια του. Γενικά, αν δεν επενέβαινε η μητέρα, δεν θα έμενε τίποτα όρθιο. Ο Σέκερες το μόνο που έκανε μετά ήταν να τους μιλήσει με πράο ύφος και να τους ζητήσει να μην ενοχλούν την μαμά τους. Αργότερα, όταν το σπίτι είχε ησυχάσει, εκείνη τον ρωτούσε πού στο καλό τον είχε βρει και τον παντρεύτηκε, ενώ οι γονείς της της έλεγαν ότι είναι αχαΐρευτος. «Ζεις μόνο μια φορά, αγάπη» της απαντούσε με τη γνωστή ρήση του. Και μετά, της χαμογελούσε και άπλωνε τα χέρια του προς το μέρος της. Αργά, αλλά σταθερά. Χωρίς πίεση. Αν εκείνη έλεγε όχι, τότε θα συμφωνούσε μαζί της. Αλλά δεν του έλεγε συχνά όχι. Είχε κάτι το αφελές και ταυτόχρονα το σίγουρο που το είχε ερωτευτεί στον Σέκερες. Δεν παρίστανε τον μεγάλο άντρα, τον πολλά βαρύ. Ή αυτόν που θα έπιανε έναν κλέφτη και θα τον σάπιζε στο ξύλο, για να αποδείξει την ανωτερότητά του. Όχι, ο Σέκερες δεν έδινε δεκάρα γι’ αυτά. Ήθελε να είναι χαρούμενος και να έχει την οικογένειά του. Τόσο απλά. Τόσο ανόητα, έλεγαν οι γονείς της γυναίκας του, αλλά αυτός δεν άλλαζε τροπάρι. Κάτι που είχε οδηγήσει την σύζυγο να τον λατρεύει και, κατά συνέπεια, στο να έχουν έξι παιδιά. Κι αυτή τον μάλωνε ότι, έτσι όπως το πήγαιναν, δεν θα είχαν πού να τα βάλουν σε λίγα χρόνια. Ο Σέκερες δεν ανησυχούσε. Άλλωστε «Ζεις μόνο μια φορά».
Όταν είπε χθες ότι θα έλειπε την επομένη και ίσως και τη μεθεπομένη μέρα, η γυναίκα του έριξε μια ματιά στο «στρατώνα τους», που όλο και μεγάλωνε. «Δηλαδή, θα με αφήσεις μόνη με έξι κουτσούβελα;» τον ρώτησε με μισόκλειστα μάτια, σαν να τον ανέκρινε.
Ο Σέκερες, που είχε στα πόδια του το μικρότερο από τα παιδιά του -το οποίο ήθελε τον μπαμπά, για να φάει, αλλιώς θα έκλαιγε-, της απάντησε «Γιατί όχι; Τα έχω περάσει και ξέρω». Δεν αναφερόταν μόνο στο ότι είχε κρατήσει τα δικά τους μικρά ενώ η μαμά έλειπε, αλλά και σε πιο παλιά περιστατικά, όταν έπρεπε να φυλάει τα τέσσερα μικρότερα αδέρφια του.
«Άστα αυτά. Να έρθεις γρήγορα. Θα μουρλαθώ, έτσι και αργήσεις. Τ’ ακούς, κύριε; Να μην αργήσεις».
Της έκλεισε το μάτι και κατένευσε. Την εκνεύρισε λίγο, αλλά μετά, πριν φύγει, τον φίλησε με ένταση, με προσμονή. Όταν χώρισαν τα χείλη τους, πίεσε το δάχτυλό της στο στήθος του Σέκερες, στο ύψος της καρδιάς. Τον κοίταξε κατάματα και του είπε «Να γυρίσεις. Αυτό να κάνεις. Να πας και να γυρίσεις».
«Χαλάω εγώ το χατίρι της γυναίκας μου;» χαμογέλασε ο Σέκερες και πήρε το χέρι της στο δικό του και το φίλησε.
Και έφυγε για το κτίριο της πολιτοφυλακής, με την σύζυγο και τα παιδιά του να τον παρακολουθούν από το κατώφλι. Δεν είχε πει στην γυναίκα του τι συνέβαινε με το Μπραν και ότι θα πήγαινε. Αν της το είχε πει, εκείνη θα έκανε ό,τι μπορούσε για να μην τον αφήσει να πάει. Γιατί οι φήμες κυκλοφορούσαν. Κι εκείνη είχε ακούσει τι λεγόταν για το χωριό.
Λίγο αφότου άφησαν πίσω τους το Πουάνα Μπρασώφ, έκαναν ένα μικρό διάλειμμα για φαγητό και κατούρημα. Βασικά, ήθελε ο Χέγκεντους να σταματήσουν -είχε πιει δυο φλιτζάνια με ιταλικό καφέ νωρίτερα και, αν δεν επειγόταν, θα έπινε άλλο ένα-, αλλιώς το πιο πιθανό ήταν πως δεν θα το έπρατταν. Οπότε πρώτος ο λοχαγός (για αρκετή ώρα), μετά ο λοχίας και σιγά-σιγά όλοι, έκαναν την ανάγκη τους ή και τσίμπησαν κάτι από τα φειδωλά εδέσματα που είχαν πάρει από το σπίτι, όπως kürtőskalács τυλιγμένα σε χαρτί, μπολ με gulyásleves κ.ά. Φυσικά, το παράδειγμα των ανθρώπων ακολούθησαν και τα άλογα, που ξαλάφρωσαν ή και βρήκαν κάνα χορταράκι να μασουλήσουν.
«Καλός ο ιταλικός καφές, Μπόντναρ» σχολίασε ο Χέγκεντους με κακοκεφιά, «αλλά είναι σαν καρφί για το έντερο».
Ο Μπόντναρ γέλασε από μέσα του. Αλλά είπε «Μάλιστα, κύριε λοχαγέ». Δυναμικός ο Χέγκεντους, αλλά ο καφές ήταν το αδύνατο σημείο του. Όλοι όσοι τον είχαν γνωρίσει το ήξεραν.
Από την υπόλοιπη πορεία τους μέχρι το χωριό, συνέβη μόνο ένα περιστατικό άξιο λόγου. Κι, ευτυχώς για τους πολιτοφύλακες, ο ήλιος είχε προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό το ταξίδι του προς το δύση. Παρά τη συννεφιά, δεν χρειάζονταν πλέον δαυλούς ή φανάρια για να βλέπουν. Στην αρχή, μύρισαν την αποφορά και μετά άκουσαν το βουητό και στο τέλος είδαν το νεκρό άλογο, το ιπτάμενο κοπάδι από μύγες που σεργιάνιζε πάνω από το πτώμα και την αναποδογυρισμένη άμαξα στην άκρη του δρόμου.
Οι δύο ανώτεροι κατέβηκαν από το άλογό τους, ακολουθούμενοι από τρεις ακόμα άντρες. Πλησίασαν και είδαν ένα πάλαι ποτέ μεγαλόσωμο μαύρο άτι. Εντόπισαν αμέσως τις κόκκινες χαρακιές στον λαιμό του. Το χιόνι είχε λερωθεί από το αίμα του ζώου, αλλά όχι πολύ.
«Λύκοι;» ρώτησε ο Μπόντναρ.
«Όχι» απάντησε ο Χέγκεντους. «Σιγά μην άφηναν το άλογο σε τέτοια κατάσταση. Θα το είχαν φάει απ’ άκρη σ’ άκρη». Πήγε προς την άμαξα. Ήταν από ξύλο ελάτου. Πρόχειρη κατασκευή, χωρίς περίτεχνα σχέδια, χωρίς τζάμι, μόνο με δυο κουρέλια για να καλύπτουν τους επιβάτες από τον ήλιο, αλλά τη δουλειά της θα την έκανε. Ο Χέγκεντους άνοιξε την μοναδική πόρτα που ήταν «ελεύθερη». Μέσα, βρήκε μπόγους, κάποιοι από τους οποίους είχαν ανοίξει και είχαν ξεράσει ρούχα και μερικά φαγητά, η μυρωδιά των οποίων είχε γεμίσει τον εσωτερικό αέρα.
«Κύριε λοχαγέ» είπε ο Μπόντναρ. Ο Χέγκεντους τον κοίταξε. Και μετά κοίταξε εκεί που του έδειχνε ο λοχίας. Κι άλλο αίμα, κοντά στις ρόδες της άμαξας. Αλλά όχι μόνο. Υπήρχε και ένα μπουκαλάκι. Και ένας σταυρός. Και ένα μαχαίρι με ξύλινη λαβή. Αποδείξεις ότι κάτι είχε πάει πολύ στραβά εδώ.
Ένας από τους κατώτερους, ονόματι Φαραγκόου, πλησίασε. Είχε βάλει το Μάνλιντσερ ξανά γύρω από τους ώμους. Γιατί κρατούσε δύο αρχαία μουσκέτα, που είχαν καλυφθεί με χιόνι. Στις τσέπες του είχε βάλει δύο πιστόλες, η μία με δύο κάννες. Άδεια όλα τους. Μύριζαν αχνά μπαρούτι. Είχαν εκπυρσοκροτήσει πρόσφατα. Κάτι που έβγαζε νόημα, αν έβλεπες τη συνολική εικόνα που είχε ζωγραφιστεί σε τούτο το μέρος.
Αλλά πού είναι τα πτώματα;
«Πού βρήκες τα όπλα;» ρώτησε ο Χέγκεντους.
Ο Φαραγκόου έδειξε καμιά δεκαριά μέτρα πιο πέρα. «Όμως, δεν υπάρχουν ίχνη, κύριε λοχαγέ» τόνισε. «Μάλλον έχουν περάσει μια δυο μέρες από… ό,τι έγινε».
Ο Χέγκεντους ένευσε. Κοίταξε την άμαξα και το άλογο. Μετά, το σημείο που βρέθηκαν τα όπλα. Όποιοι κι αν ήταν μέσα στην άμαξα πήγαιναν προς το Μπρασώφ ή όπου αλλού κοντά και πέρα από αυτό. Δέκα με δεκαπέντε μέτρα πιο πίσω από κει που στεκόταν ο λοχαγός, κάτι τους επιτέθηκε και ένας ή δύο εξ αυτών ή περισσότεροι έβγαλαν τα μουσκέτα και τις πιστόλες και πυροβόλησαν. Αλλά το άλογο τραυματίστηκε από νυχιές ή κάποια μαχαίρια ή σπαθιά με περίτεχνη λεπίδα. Έπεσε νεκρό και η άμαξα αναποδογύρισε.
Τι, όμως, τους είχε επιτεθεί; Δεν μπορεί να ήταν λύκοι. Δεν θα άφηναν έτσι το άλογο, ο Χέγκεντους το πίστευε. Ακόμα και αν οι άνθρωποι ήταν αρκετοί για να χορτάσουν οι λύκοι, θα επέστρεφαν αργότερα για το άλογο. Ειδικά αν έκρινε κανείς από την μυρωδιά και τις μύγες, θα καταλάβαινε πως το συμβάν είχε γίνει τουλάχιστον μια μέρα πριν.
Δεν κόλλαγε.
Επιπλέον, πού ήταν τα πτώματα; Οι σκελετοί; Τα ρούχα που φορούσαν; Κάποιο ίχνος αυτών;
«Κύριε λοχαγέ;»
Ο Χέγκεντους κοίταξε τον Σέκερες. Ο οποίος είχε υψώσει το χέρι του προς τη βουνοπλαγιά. Όλοι στράφηκαν προς τα εκεί.
Προς το κάστρο. Κάποτε μεγαλόπρεπο, υπέθεσε. Ένα μεγάλο φρούριο με πολλά παράθυρα και πυργίσκους. Ένα κτίσμα με τοίχους γεμάτους ρωγμές, που, όχι κανονιά, και μια σφαίρα, που λέει ο λόγος, θα μπορούσε να το καταστρέψει. Ο Χέγκεντους έβγαλε τα κιάλια του και γύρεψε οτιδήποτε περίεργο. Όπως κάποιους ανθρώπους που παρακολουθούσαν τους πολιτοφύλακες. Θα μπορούσαν να ζουν, ναι. Το μέρος, απέξω, φαινόταν κατοικήσιμο, τουλάχιστον για λίγο καιρό. Αλλά δεν υπήρχε κανείς εκεί. Ούτε οι κουρτίνες δεν ανέμιζαν. Το πολύ-πολύ, να ζούσαν ποντίκια και έντομα. Που δεν ανησυχούσαν τον Χέγκεντους, παρεκτός αν τα έβρισκε στο σπίτι του ή στο κτίριο της υπηρεσίας του.
«Τι μ’ αυτό, δεκανέα;» ρώτησε, στο τέλος.
«Μήπως θα έπρεπε να ρίξουμε μια ματιά, κύριε λοχαγέ;»
«Δε βλέπω κάτι. Ούτε ακούω κάτι ύποπτο». Ο Χέγκεντους κοίταξε πάλι τον Σέκερες. «Μήπως βλέπεις εσύ κάποια ύποπτη κίνηση; Ακούς ουρλιαχτά ή πυροβολισμούς;»
«Όχι, κύριε λοχαγέ».
«Οι υπόλοιποι; Βλέπετε ή ακούτε κάτι ύποπτο στο κάστρο ή κάπου εκεί;»
Κανείς δεν έβλεπε ή άκουγε κάτι. Το κάστρο ήταν ήσυχο σαν πεθαμένο ζώο.
«Ωραία» είπε ο Χέγκεντους. «Τότε θα συνεχίσουμε. Μη ξεχνάτε, η αποστολή μας είναι το Μπραν. Μπόντναρ, σηκώστε την άμαξα. Θα την πάρουμε μαζί μας. Απ’ ό,τι βλέπω, οι ρόδες είναι εντάξει. Βάλτε μέσα τα όπλα και τα όλα τα υπόλοιπα και δέστε την στη δική μας».
«Μάλιστα, κύριε λοχαγέ».
Ο λοχίας έδωσε εντολή σε άλλους πέντε άντρες να έρθουν και να βοηθήσουν. Όταν κατάφεραν να επαναφέρουν την άμαξα, πλησίασε ο Σέκερες με την άλλη και ένωσαν τους άξονές τους με δύο σχοινιά.
«Κύριε λοχαγέ» είπε ο Μπόντναρ «τι θα κάνουμε με το άλογο; Μήπως να το θάβαμε ή κάτι τέτοιο;»
Ο Χέγκεντους το κοίταξε. Ένιωσε ξανά την αποφορά του θανάτου του άμοιρου ζώου. Μόρφασε και ανασήκωσε τους ώμους του. «Αν θέλεις να πιάσεις αυτό το κουφάρι, λοχία, είναι δικό σου. Με τις ευλογίες μου. Μόνο μην απασχολήσεις περισσότερους από τέσσερις άνδρες. Έχω και μια αποστολή που επείγει, ξέρεις». Ανέβηκε στο άλογό του.
Ο λοχίας δεν ένιωθε πολύ καλά με το να το αφήσουν έτσι το άλογο. Για ένα στρατιώτη, το άλογό του είναι πολύ σημαντικό. Μερικές φορές, όταν δεν έχεις σε ποιον άνθρωπο να μιλήσεις, ξέρεις ότι το άτι σου είναι εκεί και θα σε ακούσει. Περίπου όπως και ο σκύλος σου. Είναι πιστά ζώα. Γεμάτα αγάπη για το αφεντικό τους. Αλλά… ο Μπόντναρ δεν είχε και καμιά καλή ιδέα για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Οπότε το μόνο που έκανε ήταν να το σκεπάσει με χιόνι, ξεκινώντας από τα πίσω πόδια και καταλήγοντας στο κεφάλι. Οι μύγες βούιξαν με θυμό. Κάποιες δεν τα κατάφεραν και θάφτηκαν μαζί με το άλογο. Οι περισσότερες έμειναν για λίγο να πετάνε πάνω από το σημείο, αλλά τελικά έφυγαν αγανακτισμένες που τους είχαν χαλάσει το τσιμπούσι.
Κι οι πολιτοφύλακες συνέχισαν την πορεία τους για το Μπραν.
Μπρασώφ
Ο συνταγματάρχης Μίκλος είδε τον αντιστράτηγο Ζαλάν να μπαίνει στο γραφείο του, χωρίς να χτυπήσει. Στο γερασμένο πρόσωπο του άλλου, ο Μίκλος είδε πως μέχρι εκείνη τη στιγμή, ή λίγο πιο πριν, δεν υπήρχαν έγνοιες. Σίγουρα όχι οι έγνοιες ενός διοικητή της πολιτοφυλακής που έχει βρεθεί με μια σοβαρή και κάπως μυστήρια υπόθεση να τον τυραννάει. Ίσως έφταιγε το ότι ο Ζαλάν είχε πάει στο σπιτάκι του, είχε φάει το φαγητό της γυναικούλας του και είχε ξαπλώσει στο κρεβατάκι τους -εντάξει, αυτό μπορεί να μην ήταν κι ευχάριστο… δηλαδή πόσο ευχάριστο να είναι να κοιμάσαι δίπλα σε μια γερασμένη καρακάξα, που δεν θες να την αγγίξεις στο πρόσωπο, πόσω μάλλον πιο κάτω; Έτσι σκεφτόταν ο κουρασμένος Μίκλος, καθώς σηκωνόταν και βάραγε προσοχή.
«Κάθισε, συνταγματάρχη» είπε ο Ζαλάν.
Ο Μίκλος υπάκουσε και ο ανώτερός του πήρε μια από τις καρέκλες για τους επισκέπτες. Άναψαν και οι δύο τσιγάρο και μοιράστηκαν το μοναδικό σταχτοδοχείο, σαν να ήταν δυο καλά φιλαράκια.
«Ξεκίνησαν, έτσι;» ρώτησε ο Ζαλάν.
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε. Στις επτά και μισή. Δεκαπέντε άντρες, με έναν λοχαγό και ένα λοχία ως επικεφαλείς. Συν μια άμαξα μεταφοράς κρατουμένων».
«Ωραία. Χαίρομαι».
Ο Μίκλος δεν μίλησε.
«Εδώ; Είχαμε τίποτα το συνταρακτικό;»
«Όχι, κύριε αντιστράτηγε. Μόνο κάποιοι συγγενείς ήρθαν και πήραν τους δικούς τους από το Μπραν, για να τους φιλοξενήσουν. Κρατήσαμε τις διευθύνσεις τους, για παν ενδεχόμενο».
«Εντάξει. Για τους πρώην ουσάρους; Είχαμε κάνα νεώτερο;»
«Όχι, κύριε αντιστράτηγε. Από πουθενά».
«Μμμ. Ξέρεις τι σκέφτηκα χθες;»
Χθες ενώ κοιμόσουν γαλήνια κι εγώ κουτουλούσα από τη νύστα και την κούραση; Όχι, για πες. Θα έχει πολύ ενδιαφέρον να δούμε τι δεν μπόρεσα να σκεφτώ εγώ που έπρεπε να τα βγάλω πέρα με τόσους χωριάτες και πολιτοφύλακες και κρατούμενους, και μπόρεσες εσύ. Κύριε. Αντιστράτηγε. Η αλήθεια ήταν πως ο Μίκλος του κρατούσε ακόμα κακία που χθες τον έκανε ρεζίλι μπροστά στον Σάντου και τη Στεφανία Βλαντιμιρέσκου. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι χειροπιαστό ως προς αυτό.
Ο Ζαλάν απάντησε, χωρίς να περιμένει την ερώτηση του Μίκλος. «Σκέφτηκα πως μπορεί αυτοί οι τύποι να την έκαναν τη δουλειά. Αυτοί οι πρώην ουσάροι. Έχουν τις ικανότητες, έτσι δεν είναι; Αν οι εξαφανισμένοι τούς είπαν καμιά μαλακία και τους τσάντισαν, ε, δεν θέλει και πολύ για να γίνει το κακό. Σωστά;»
Ο Μίκλος απάντησε «Ναι, θα μπορούσε να γίνει και έτσι, κύριε αντιστράτηγε. Αλλά δεν ξέρω, δεν μου φαίνεται και τόσο πιθανό. Δηλαδή, να απαγάγουν επτά ανθρώπους; Και να τους σκοτώσουν; Άντε να ξεκοίλιαζαν κάνα δυο, που θα τους έφταιγαν. Οι υπόλοιποι, όμως;… Οι γυναίκες, ας πούμε; Γιατί να τις βλάψουν;»
«Έλα τώρα, Μίκλος. Λες και δεν ξέρεις τι εγκλήματα έχουν γίνει για μια γυναίκα. Μια φορά το μήνα, αν είμαστε τυχεροί, έχουμε κάποιον φονιά αδικημένο σύζυγο που σκότωσε τον εραστή της γυναίκας του. Ή το ανάποδο. Μπορεί αυτοί οι ουσάροι να προσέβαλλαν τις γυναίκες και οι άντρες να μπήκαν στη μέση. Αλλά οι ουσάροι ξέρουν να σκοτώνουν ανθρώπους, γι’ αυτό τους εκπαιδεύουμε, οπότε οι ντόπιοι πέθαναν σαν τα σκυλιά. Όσο για τις γυναίκες… Το λιγότερο, ήταν μάρτυρες». Δε συνέχισε. Ήταν σίγουρος ότι κατάλαβε ο άλλος τι εννοούσε.
Και όντως, ο Μίκλος κατάλαβε. Αλλά και πάλι, δεν το πίστευε. Ωστόσο, είπε «Ας πούμε ότι έγινε έτσι. Οι πρώην ουσάροι τελικά έφυγαν. Οπότε γιατί να φύγουν οι γέροι και οι πιο νέοι ντόπιοι του Μπραν και να μας κουβαληθούν εδώ; Δε βγάζει νόημα, κύριε αντιστράτηγε».
Ο Ζαλάν το συλλογίστηκε. Βούλιαξε στην καρέκλα του και αναστέναξε. «Ναι. Δεν έχεις άδικο». Έξυσε το μέτωπό του. «Δεν ξέρω, Μίκλος, απλά προσπαθώ να βγάλω μια άκρη. Και καταλήγω να σκέφτομαι κάθε πιθανή εκδοχή». Χασκογέλασε. «Εκτός από τις μαλακίες που μας ξεφούρνισαν για την υποτιθέμενη Κόμισσα και τους βρικόλακες. Αυτό κι αν δε βγάζει νόημα».
«Αυτό είναι ό,τι πιο ηλίθιο έχω ακούσει ποτέ στη ζωή μου, κύριε αντιστράτηγε» συμφώνησε ο Μίκλος. «Δηλαδή, ναι, ξέρουμε τι λέγανε οι παλιοί, αλλά είναι παραμύθια. Σαν αυτά του Άντερσον».
«Ποιος είναι ο Άντερσον;»
«Α, όχι, λάθος το είπα. Ο Άντερσεν. Ναι, ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν».
«Ποιος μαλάκας είναι αυτός πάλι;»
«Ένας Δανός που έγραφε παραμύθια. Για κάποιο λόγο, αρέσουν πολύ στα παιδιά. Στα δικά μου, τουλάχιστον, σίγουρα. Η γυναίκα μου τους διαβάζει κάθε βράδυ. Τα ίδια και τα ίδια. Χαζοχαρούμενες αρλούμπες για μάγισσες και βασίλισσες και πρίγκιπες και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο».
Ο Ζαλάν έκανε μια αόριστη κίνηση με το χέρι. «Τα παιδιά θα καταστραφούν, να μου το θυμηθείς, Μίκλος. Όσο περνάνε τα χρόνια, πολλοί γονείς τα κάνουν όλο και πιο ηλίθια. Τα κανακεύουν μέχρι τα αγόρια να βγάλουν γένια και τα κορίτσια βυζιά. Δεν μαθαίνεται έτσι η ρημάδα η ζωή. Με παραμύθια κάποιου Δανού, που δεν τον ξέρει ούτε η μάνα του».
Ο Μίκλος δεν θα έπαιρνε όρκο ότι ο Άντερσεν ήταν τόσο άγνωστος, αλλά πάλι, δεν σκοτιζόταν κιόλας. Του αρκούσε που κοιμόντουσαν τα μικρά, μετά από το παραμύθι. Ησύχαζε λίγο το κεφάλι του.
«Πώς είσαι σήμερα, Μίκλος; Ξέχασα να σε ρωτήσω».
Ο συνταγματάρχης κοίταξε πρώτα τα υπολείμματα του φαγητού του και την άδεια κούπα του καφέ του. Πόσο είχε φάει; Πόσο είχε πιει; Δεν θυμόταν. Μήπως είναι ευκαιρία να την κάνω; αναρωτήθηκε. Στράφηκε προς τον Ζαλάν και πήρε το πιο θλιμμένο ύφος του. Απάντησε «Κουρασμένος, κύριε αντιστράτηγε. Δυστυχώς, πολύ κουρασμένος. Δεν είμαι πια παιδαρέλι».
Πριν πει ο Ζαλάν κάτι, ακούστηκε χτύπημα στην πόρτα. Έδωσε την άδειά του να περάσει μέσα ο πολιτοφύλακας, ο οποίος ανήγγειλε την άφιξη των Σάντου και Στεφανία Βλαντιμιρέσκου.
Γαμώτο, είπε μέσα του ο Μίκλος.
«Συνταγματάρχη» είπε ο Ζαλάν «πήγαινε. Θα αναλάβω εγώ».
Ο Μίκλος αναθάρρησε. «Αλήθεια, κύριε αντιστράτηγε;»
«Ναι, πήγαινε. Έλα πάλι αύριο το πρωί».
«Σας ευχαριστώ, κύριε αντιστράτηγε».
Σηκώθηκαν και οι δύο. Ο Ζαλάν έδωσε εντολή στον πολιτοφύλακα να οδηγήσει τους Βλαντιμιρέσκου στο δικό του γραφείο.
Ο Μίκλος έφυγε, χωρίς να αλλάξει άποψη για τον ανώτερό του. Πέρασε δίπλα από τα παιδιά. Τους έκλεισε το μάτι και τα προσπέρασε. Στα τσακίδια, τους είπε από μέσα του και συνέχισε. Αν βρισκόταν κανείς στο δρόμο του, θα του ριχνόταν σαν πολιορκητικός κριός του Μεσαίωνα.
Αλλά δεν τον εμπόδισε κάποιος.
«Καθίστε» είπε ο Ζαλάν στους Βλαντιμιρέσκου και τους έδειξε τις θέσεις μπροστά από το γραφείο του, ενώ εκείνος πήγαινε στη δική του. «Τι θα θέλατε;»
Η Στεφανία ρώτησε «Στείλατε άντρες στο Μπραν, κύριε αντιστράτηγε;»
«Ναι. Σήμερα, γύρω στις επτά και μισή. Δεκαπέντε ένοπλους πολιτοφύλακες. Συν μια άμαξα μεταφοράς κρατουμένων. Υποθέτω ότι θα κοντεύουν να φτάσουν πλέον».
Ο Σάντου και η Στεφανία αλληλοκοιτάχτηκαν. Είχαν ξυπνήσει γύρω στις οκτώ. Αν μπορούσε να πει κανείς ότι θεωρούνται ως ύπνος τα ταραχώδη όνειρα που οδηγούν σε απότομα ξυπνήματα σχεδόν ανά μία ώρα. Πήραν πρωινό με τους Καρντέι, αλλά με το μυαλό τους να είναι μακριά, απασχολημένο. Κάποια στιγμή, βρήκαν μια δικαιολογία και βγήκαν, για να έρθουν στην πολιτοφυλακή. Όμως, η Σορίνα επέμενε να μάθει τι ακριβώς συμβαίνει. «Όταν γυρίσετε, θέλω να μιλήσουμε. Χωρίς αοριστίες και ψέματα» τόνισε. Της το υποσχέθηκαν. Άλλωστε, δεν θα μπορούσαν να το κρατήσουν μυστικό για πάντα, ακόμα και αν το ήθελαν.
«Σας ανησυχεί πολύ το Μπραν, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Ζαλάν, που άναψε τσιγάρο.
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε» απάντησε ο Σάντου. «Και ειλικρινά, ελπίζουμε να μην αργήσατε να στείλετε πολιτοφύλακες».
«Ποτέ δεν αργούμε. Όποτε πρέπει, κάνουμε το καθήκον μας». Τέτοιες δηλώσεις-δολώματα ο Ζαλάν τις είχε στο τσεπάκι του.
«Το ευχόμαστε ολόψυχα» είπε η Στεφανία.
«Το ευχόσαστε».
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε».
«Επειδή σας ανησυχούν οι… “βρικόλακες”. Και η “Κόμισσα”».
Τους περιγελούσε και το ήξεραν, αλλά του αποκρίθηκαν σαν να μην είχε δόλιο σκοπό.
«Πριν λίγο, είχα μια κουβέντα με τον συνταγματάρχη Μίκλος για το Μπραν κλπ. Μου ανέφερε έναν παραμυθά από τη Δανία, κάποιον Άντερσεν. Τον έχετε ακουστά;»
Ο Σάντου και η Στεφανία δεν τον ήξεραν.
«Πιστεύω πως η ιστορία σας περί βρικολάκων θα μπορούσε να έχει γραφτεί από αυτόν τον Άντερσεν. Παραμυθάκια έγραφε αυτός, παραμυθάκι είναι η δική σας ιστορία… Αν μη τι άλλο, υπάρχει μια σύνδεση».
«Οι βρικόλακες υπάρχουν» είπε ο Σάντου.
Ο Ζαλάν ένευσε, με μισόκλειστα μάτια και το τσιγάρο στο στόμα.
«Υπάρχουν, κύριε αντιστράτηγε. Καλά θα κάνετε, να το δεχτείτε. Πριν να είναι αργά».
«Αλήθεια;» Άφησε το τσιγάρο στο σταχτοδοχείο. Φύσηξε τον καπνό προς τους Βλαντιμιρέσκου, που έβηξαν δυσαρεστημένοι. «Πριν να είναι αργά για ποιο πράγμα;»
«Για το Κακό» απάντησε η Στεφανία με αποφασιστικότητα. Είχε θυμηθεί την κουβέντα του πατέρα Στεφάν και θεωρούσε πως ήταν ώρα να την ξεστομίσει. «Το Μπρασώφ δεν είναι τόσο μακριά από το Μπραν, κύριε αντιστράτηγε. Όχι για αυτό το Κακό».
Ο Ζαλάν σφύριξε σαν καρακάξα. «Τι λέτε τώρα; Θα μας έρθουν και εδώ οι βρικόλακες; Και η Κόμισσα; Άμα είναι έτσι, να ετοιμάσουμε μια πομπή, να πω στους άντρες μου να βάλουν την καλή τους τη στολή, για να υποδεχτούμε τους καλεσμένους με ανοιχτές τις αγκάλες και επευφημίες. Να τους βρούμε και ξενοδοχείο για να μείνουν. Ή μήπως προτιμάνε κάνα λαγούμι, σαν λαγοί; Να παραγγείλουμε, επίσης, και στα καλύτερα μαγειρεία να βάλουν τα δυνατά τους, για το καλύτερο γεύμα». Χτύπησε το χέρι του στο γραφείο, αλλά όχι με αγριάδα, παρά σαν να είχε ξεχάσει κάτι που μόλις θυμήθηκε. «Συγνώμη, μου διέφυγε. Οι βρικόλακες θέλουν αίμα, σωστά; Ανθρώπινο αίμα. Αλλά μην ανησυχείτε, και γι’ αυτό υπάρχει λύση. Τόσα καθίκια έχουμε στα κελιά. Θα πάρουμε το δικό τους αίμα. Ελπίζω να της αρέσει της μεγαλειοτάτης Κόμισσας και των συντρόφων της».
Οι Βλαντιμιρέσκου, αν δεν τον είχαν δει ποτέ και αν τον άκουγαν μονάχα και δεν τον έβλεπαν, θα νόμιζαν ότι είναι κάποιο παιδί. Όχι πολύ μικρό, ίσως κοντά στα δεκαπέντε. Η ειρωνεία του και αυτό που μάλλον αυτός θεωρούσε σαν χιούμορ ταίριαζε σε τέτοιες ηλικίες. Αλλά τι να του έλεγαν, που μπορούσε να τους μπαγλαρώσει με το έτσι θέλω;
Εκείνος τους χασκογέλασε. «Σας το είπα και χθες. Άντε να σας το πω και σήμερα, για μια τελευταία φορά. Δεν υπάρχουν βρικόλακες. Μπορείτε να το καταλάβετε;»
Δεν του απάντησαν.
Ο Ζαλάν μίλησε με περισσότερη αυστηρότητα τώρα. «Επαναλαμβάνω. Δεν υπάρχουν βρικόλακες. Μπορείτε να το καταλάβετε;»
Κατένευσαν.
«Θέλω να το ακούσω. Πείτε το».
Το είπαν. Χωρίς να το πιστεύουν ούτε στο ελάχιστο.
«Όποιος αναμείχθηκε στο έγκλημα της εξαφάνισης εκείνων των επτά ανθρώπων από το Μπραν, θα βρεθεί. Σήμερα, αύριο, ίσως την ερχόμενη εβδομάδα. Αν είναι στην περιοχή, θα τον βρούμε και θα τον τιμωρήσουμε όπως του αρμόζει. Ήδη έχουμε κινητοποιηθεί γι’ αυτό». Πήρε το τσιγάρο, έκανε μια τζούρα και είπε «Κι αν δοκιμάσει αυτός ή αυτοί, όσοι κι αν είναι, το οτιδήποτε, όπως το να έρθουν εδώ, στο Μπρασώφ, θα πάρουμε τα κατάλληλα μέτρα και θα στείλουμε τον τύπο ή τους τύπους να συναντήσουν τον Δημιουργό. Σκεφτείτε όλο αυτό που σας είπα σαν μια υπόσχεση».
«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε».
«Ωραία. Και τώρα, αν δεν έχετε κάτι άλλο να πείτε, πηγαίνετε. Στην θεία σας. Μη σας μπουν τίποτα ιδέες, να φύγετε από το Μπρασώφ».
Δεν είχαν να συζητήσουν το οτιδήποτε. Αυτό που ήθελαν το είχαν μάθει. Έστω, σε κάποιο βαθμό.
Οπότε σηκώθηκαν.
Αλλά ο Ζαλάν τους σταμάτησε. «Και μην αναφέρετε τίποτα σε κανέναν. Αλλιώς θα βρείτε τον μπελά σας».
Μπραν
Ο Χέγκεντους, ο Μπόντναρ, ο Σέκερες και όλοι οι υπόλοιποι πολιτοφύλακες είχαν βρεθεί ξανά σε μέρη σαν αυτό. Η Τρανσυλβανία ήταν γεμάτη με τέτοια γραφικά χωριά. Πολλά ήταν κοντά στο Μπρασώφ, οπότε έσπευδαν για να ερευνήσουν αν γινόταν κάτι. Μικρές κοινότητες αγροτών και κτηνοτρόφων, όπου όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, βοηθούσαν ο ένας τον άλλο, πήγαιναν ανελλιπώς στην εκκλησία. Οι κοπέλες παντρεύονταν όσο το δυνατόν πιο νωρίς. Οι άντρες, λίγο πολύ, το ίδιο. Οι νέοι έμεναν κυρίως με τους γονείς (ή τα πεθερικά) τους. Εφόσον διέθετε καφενείο, οι άντρες, και δη οι ηλικιωμένοι, θα περνούσαν αρκετό χρόνο σε αυτό, πίνοντας μπόλικη βότκα. Γνωστή κατάσταση, σχεδόν σαν να έμεναν οι ίδιοι άνθρωποι σε κάθε χωριό της Τρανσυλβανίας.
Αυτό που, όμως, δεν περίμεναν να βρουν ήταν η απόλυτη ησυχία και η βρομιά του θανάτου και της φωτιάς που κυριαρχούσε στον αέρα του Μπραν. Μερικά σπίτια, ακόμα έβγαζαν καπνό από το εσωτερικό τους. Υπήρχαν κόκκινα σημάδια στο χιόνι, γραμμές από αίμα. Υπολείμματα ρούχων εδώ κι εκεί. Ξύλα με καμένη τη μια άκρη τους. Πόρτες ανοιχτές. Και πτώματα. Κυρίως σκυλιών. Ήταν διάσπαρτα στον κεντρικό δρόμο του Μπραν. Ένα απέξω από κάποιο σπίτι, δυο άλλα πεταμένα αντικριστά, σαν να ετοιμάζονταν να φιληθούν, καθώς ψυχορραγούσαν. Σκυλιά με σκισμένους λαιμούς. Με τα σωθικά τους να έχουν χυθεί στο χιόνι. Είχαν κλειστά τα μάτια τους. Όμως, το στόμα τους έχασκε, λες και έβγαζαν κάποιο μεταθανάτιο, άηχο γάβγισμα. Η γούνα πολλών σκυλιών είχε κόκκινα στίγματα και ήταν μουσκεμένη. Μερικά άλλα κορμιά ήταν σίγουρα ανθρώπινα, αλλά εξίσου νεκρά. Οι μύγες, φυσικά, είχαν κάνει και εδώ την εμφάνισή τους και πήγαιναν από το ένα κουφάρι στο άλλο. Σαν να ήταν καλεσμένοι σε πανηγύρι τσιγγάνων και μετακινούνταν σε διάφορα τραπέζια, για να συνομιλήσουν με τους εκάστοτε γνωστούς τους.
Οι πολιτοφύλακες είχαν μείνει άφωνοι. Τα μάτια τους σάρωναν το χώρο, αλλά κοντοστέκονταν σε κάθε θάνατο και σε κάθε καταστροφή. Το τελευταίο που θα υπέθεταν για το Μπραν ήταν πως θα τους θύμιζε πεδίο μάχης, αν και ακόμα είχαν βρει μονάχα νεκρά ζώα και όχι ανθρώπους. Όμως, αυτό δεν μετρίαζε τις ανησυχίες τους. Γιατί, πρώτον, κανείς δεν μπορούσε να τους τάξει πλέον ότι δεν θα έβρισκαν πεθαμένους ανθρώπους. Και, δεύτερον, τόσα νεκρά σκυλιά, που μάλλον ήταν όλα τα σκυλιά που ζούσαν στο Μπραν, αλλά και τα καμένα σπίτια, σήμαιναν πως κάτι είχε ξεφύγει από τον έλεγχο και πως οι ντόπιοι είχαν έρθει αντιμέτωποι με πολύ κακούς και ικανούς εχθρούς –γιατί τα σκυλιά, ειδικά, δεν είναι εύκολοι στόχοι, και μάλιστα για να τα σκοτώσεις με μαχαίρι ή σπαθί ή ό,τι άλλο χρησιμοποίησαν οι κακούργοι.
«Για όνομα του Θεού» ψέλλισε ο Χέγκεντους και δεν αναγνώρισε ούτε ο ίδιος τη φωνή του. Είχε δει πτώματα κι άλλες φορές, αλλά αυτό το θέαμα τού προκαλούσε ανατριχίλες.
«Τι έγινε εδώ, κύριε λοχαγέ;» ρώτησε ο Μπόντναρ, που σταυροκοπήθηκε όπως και πολλοί συνάδελφοί του. «Ποιος θα έκανε κάτι… κάτι τέτοιο;»
«Πολλοί τρελοί, λοχία. Πολλοί υπερβολικά τρελοί, θα έλεγα. Άνθρωποι… τέρατα. Δεν ήταν ζώα. Με τίποτα. Αρνούμαι να πιστέψω ότι όλο αυτό το κακό το προκάλεσαν ζώα. Ούτε χίλιοι λύκοι δεν θα το έκαναν». Κάτι πήρε το αυτί μου για βρικόλακες, είχε πει ο Μπόντναρ πιο πριν. Ο Χέγκεντους ξεροκατάπιε.
Ο Σέκερες, πιο πίσω, είχε σηκωθεί πάνω στην άμαξα, αλλά το μετάνιωσε αμέσως. Ούτε καν διανοήθηκε να σκεφτεί ότι ο καθένας ζει μόνο μια φορά. Εδώ δύο πράγματα μπορούσαν να ειπωθούν. Λόγια πένθους και υπόσχεση για παραδειγματική τιμωρία των υπευθύνων.
Ο Χέγκεντους καθάρισε το λαιμό του. Θεωρούσε ανόητο να το πει, αλλά όφειλε να κάνει μια προσπάθεια. «ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΤΟΥ ΜΠΡΑΝ» φώναξε. «ΕΙΜΑΙ Ο ΛΟΧΑΓΟΣ ΧΕΓΚΕΝΤΟΥΣ, ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΟΥΓΓΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΗΣ ΤΟΥ ΜΠΡΑΣΩΦ, ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΜΕΛΟΥΣ ΟΜΑΔΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΡΙΣΗΣ».
Καμιά απόκριση.
«ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΗΣ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ ΕΠΤΑ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ ΜΠΡΑΝ».
Καμιά απόκριση.
«ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΒΓΕΙΤΕ ΑΠΟ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΣΑΣ. ΑΝ ΕΧΕΤΕ ΟΠΛΑ, ΑΦΗΣΤΕ ΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ».
Καμιά απόκριση.
«Μπόντναρ. Σέκερες».
Οι κατώτεροί του απάντησαν.
Ο Χέγκεντους στράφηκε με το άλογο, για να βλέπει τους άλλους. «Θα χωριστούμε σε τρεις υπο-ομάδες των πέντε. Μπόντναρ, αναλαμβάνεις το δυτικό δρόμο. Σέκερες, εσύ τον ανατολικό. Εγώ θα μείνω στον κεντρικό. Συνάντηση έξω από την εκκλησία, για αναφορά προόδου. Μπαίνουμε σε κάθε σπίτι, ερευνάμε κάθε σπιθαμή. Θέλω να βρούμε τουλάχιστον έναν ζωντανό. Θέλω έναν μάρτυρα για να μας πει τι στο διάολο έγινε εδώ πέρα».
«Μάλιστα, κύριε λοχαγέ» απάντησαν οι κατώτεροι.
«Τα Μάνλιντσερ ανά χείρας, αλλά μην αρχίσετε να ρίχνετε με τη μία. Εκτός αν σας επιτεθούν ή αν απειληθείτε. Και τότε, ακόμα, ρίξτε στα πόδια. Αλλά πρώτα, τους μιλάμε». Αν βρούμε κανένα, δηλαδή.
«Μάλιστα, κύριε λοχαγέ».
Αφού χωρίστηκαν, η κάθε υπο-ομάδα περπάτησε στο δρόμο που είχε αποφασιστεί. Για αρχή, το πρώτο που κατάλαβαν ήταν πως πεθαμένα σκυλιά βρίσκονταν και στους άλλους δύο δρόμους, πέραν του κεντρικού. Κοντά σε μερικά πτώματα βρήκαν σταυρούς από ξύλο και μπουκαλάκια με λίγες σταγόνες νερό. Χτύπησαν την πόρτα κάθε σπιτιού που βρήκαν -με εξαίρεση αυτό των Μπενγκέσκου, που είχε καταστραφεί ολοσχερώς. Φώναξαν ξανά και ξανά ποιοι ήταν και τι γύρευαν. Ζήτησαν να εμφανιστεί ο κάθε ένοικος, πριν μπουν. Όταν δεν συνέβαινε αυτό, δηλαδή συνέχεια, άνοιγε ένας πολιτοφύλακας και μετά έμπαιναν με τα όπλα να σημαδεύουν τοίχους, έπιπλα που τυχόν είχαν γλιτώσει και εικόνες που είχαν φτιαχτεί από κάποιον ορθόδοξο αγιογράφο. Βρήκαν σκοτάδι και καπνιά και μαυρισμένα από τη φωτιά πράγματα. Διαλυμένες πόρτες και παράθυρα. Όμως, σε μερικά σπίτια υπήρχαν και λεκέδες από αίμα, ενώ στο σπίτι της κυρίας Κοβάτσι οι πολιτοφύλακες είδαν δύο νεκρές γυναίκες, με το κρανίο τους άσχημα χτυπημένο. Όσοι, δε, επισκέφτηκαν τα μαντριά και τους στάβλους, φρίκαραν από την κτηνωδία που επικρατούσε εκεί με τα νεκρά ζώα και τις μύγες που έτρωγαν από αυτά. Όταν μπήκαν στο καφενείο ο Χέγκεντους και δύο άλλοι άντρες και μύρισαν όλο αυτό το αλκοόλ που είχε καεί, δυσαρεστήθηκαν κι άλλο –γιατί ήλπιζαν πως θα έπιναν πολύ, για να αντέξουν. Στην εκκλησία, είχαν διασωθεί κάνα δυο εικόνες, αλλά όλο το υπόλοιπο εσωτερικό ήταν σαν πυρπολημένο πλοίο. Στο σπίτι των Τσομπάνου, κάθισαν ίσως πιο λίγο από κάθε άλλο, διότι, αρχικά, μέχρι να μπουν, χρειάστηκε να περάσουν κοντά από ό,τι είχε απομείνει στο δρόμο από έναν ακέφαλο άντρα, ενώ μετά, στο ισόγειο, βρήκαν έναν άλλο, γέρο, ο οποίος είχε γίνει χίλια κομμάτια, που είχαν διασπαρθεί σε κάθε γωνιά του χώρου –πού να φαντάζονταν ότι αυτοί οι δύο ήταν γιος και πατέρας, αντίστοιχα… Τέλος, αυτό που ίσως τρόμαξε περισσότερο απ’ όλα τον λοχαγό ήταν μια παιδική κούκλα σε ένα από τα πάνω δωμάτια, της οποίας το χαμόγελο, έτσι όπως την είχαν στήσει μέσα σε ένα κατεστραμμένο μέρος, έμοιαζε πολύ διαβολικό, σαν να το χαιρόταν.
Ο Χέγκεντους περίμενε τους άλλους να έρθουν και, όταν τους είδε να πλησιάζουν, κατάλαβε ότι δεν είχαν καλά νέα. Ο Σέκερες και ο Μπόντναρ τού είπαν, λίγο-πολύ, ό,τι είχε δει και ο ίδιος. Πτώματα παντού, αλλά κυρίως προς τα χωράφια. Άδεια καμένα σπίτια. Αίματα. Κομμάτια από ρούχα. Πουθενά ζώντες άνθρωποι. Αυτό στο οποίο στάθηκαν, και που το είχαν διαπιστώσει κυρίως από τη μυρωδιά (ή και σκεφτεί), ήταν πως τα ξύλα που προκάλεσαν τις φλόγες ήταν διαποτισμένα με μπαρούτι. Πράγμα που και αυτό τόνιζε ότι επρόκειτο για εσκεμμένη πράξη. Για επίθεση.
«Έγινε μάχη, κύριε λοχαγέ» είπε ο Μπόντναρ. «Έγινε γαμημένη μάχη εδώ πέρα».
«Ναι» συμφώνησε ο Χέγκεντους, που ανέφερε παρόμοια ευρήματα.
«Κι εμείς δεν ήμασταν εδώ» ψιθύρισε ο Σέκερες, του οποίου η κοσμοθεωρία όδευε προς το φινάλε της, μετά από όλα όσα είχε βρει στο Μπραν. Κοίταξε τους δύο ανωτέρους του. «Αργήσαμε. Αργήσαμε πολύ».
Ο λοχαγός ένευσε με κούραση. «Νομίζω πως είναι περιττό να πούμε ότι πλέον βγάζει νόημα που έφυγαν οι άλλοι κάτοικοι και ήρθαν στο Μπρασώφ». Σκεφτόταν πώς θα ανακοίνωναν στον αντιστράτηγο όλο αυτό το χαμό που είχαν βρει. Θα πάθαινε εγκεφαλικό και ένας θεός ξέρει ποιος θα την πλήρωνε. Κάτι πήρε το αυτί μου για βρικόλακες.
«Μάλιστα, κύριε λοχαγέ. Ήξεραν ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, οπότε…» Ο Μπόντναρ σταμάτησε, καθώς το ξανασκέφτηκε. «Αλλά, αν ήξεραν, γιατί έμειναν κάποιοι εδώ;»
Ο Χέγκεντους, ο Σέκερες και ο Μπόντναρ, αλλά και οι υπόλοιποι, αντάλλαξαν ματιές. Όντως, γιατί να μείνουν κάποιοι από τους κατοίκους του χωριού; Γιατί να μη φύγουν όλοι; Γιατί να έρθουν αντιμέτωποι με εχθρούς, κατά τα φαινόμενα, ανώτερους από τους ίδιους;
Και κάτι άλλο. Πού στο καλό ήταν όσοι απέμειναν στο Μπραν; Ζήτημα αν είχαν βρει έξι άτομα. Οι υπόλοιποι από τους τουλάχιστον σαράντα επτά; Τι είχαν απογίνει;
Και οι σταυροί; Τι ρόλο έπαιζαν;
Και ποιοι στο διάβολο είχαν επιτεθεί στο Μπραν;
Και γιατί;
Γιατί;
«Μπόντναρ. Σέκερες» είπε ο Χέγκεντους.
«Μάλιστα, κύριε λοχαγέ».
«Θέλω να θάψουμε όσους βρήκαμε. Υπάρχει νεκροταφείο, οπότε μπορούμε να τους τοποθετήσουμε εκεί. Δεν πρέπει να μείνουν άταφοι, για όνομα του Θεού. Όσο για τα ζώα…» Αναστέναξε με δυσανασχέτηση. Σχεδόν έτοιμος να κλάψει. «Κάτι πρέπει να κάνουμε και μ’ αυτά. Καμιά ιδέα;»
«Στο νεκροταφείο κι αυτά;» πρότεινε ο Σέκερες.
«Τα ζώα μαζί με τους ανθρώπους, ρε Σέκερες;» ρώτησε ο Μπόντναρ. «Εγώ, κύριε λοχαγέ, λέω να τα στοιβάξουμε μαζί με τα άλλα, στους στάβλους και τα μαντριά. Και μετά, να τα κάψουμε όλα μαζί».
«Όχι άλλες φωτιές, Μπόντναρ» είπε ο Χέγκεντους. Έσαξε το κράνος του και ανασκουμπώθηκε. Δεν ήθελε να κολλήσουν σε ύφαλο τώρα. «Τέλος πάντων. Θα δούμε τι θα κάνουμε με δαύτα. Ας ξεκινήσουμε με τους ανθρώπους. Βρείτε κάνα φτυάρι και αρχίστε το σκάψιμο ταφών, στο νεκροταφείο. Σέκερες, αναλαμβάνεις εσύ να ηγηθείς επί του πρακτέου. Ρίξτε μια ματιά σε αποθήκες και στα χωράφια. Κάτι θα υπάρχει εκεί. Όταν τελειώσετε, ελάτε σε εκείνο το σπίτι, δίπλα από την εκκλησία, για να μιλήσουμε. Δύο πολιτοφύλακες θα έχουν τα Μάνλιντσερ ανά χείρας. Για παν ενδεχόμενο. Μπόντναρ, εσύ έλα μαζί μου. Θα πάμε σ’ εκείνο το σπίτι. Πρέπει να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε στη συνέχεια».
«Μάλιστα, κύριε λοχαγέ».
Τότε ακούστηκαν μπουμπουνητά και ο αέρας φύσηξε περισσότερο από πριν.
«Σέκερες, καλύτερα να βιαστείτε» είπε ο Χέγκεντους. «Αν, ωστόσο, αρχίσει να βρέχει πριν ολοκληρώσετε τη δουλειά, μπείτε σε κάποιο οίκημα, μέχρι να σταματήσει». Σκέφτηκε κάτι ακόμα. «Α, πείτε και κάνα δυο λόγια. Δεν είστε παπάδες, ούτε τους ξέρετε αυτούς τους ανθρώπους, αλλά… ξέρω ’γω, δε βλάπτει να τους αποχαιρετίσουμε».
Ο Σέκερες συμφώνησε. Άναψε τσιγάρο και είπε στους πολιτοφύλακες «Εμπρός, παλικάρια. Αφήστε τα όπλα και βρείτε φτυάρια. Ας δώσουμε λίγη γαλήνη στους δύστυχους».
Ο Χέγκεντους και ο Μπόντναρ έκαναν να φύγουν, αλλά το απότομο κουδούνισμα της καμπάνας τους τρόμαξε. Νταν-νταν. Δύο το μεσημέρι.
Μπρασώφ
Στις τρεις το μεσημέρι, το κτίριο της Βασιλικής Ουγγρικής Πολιτοφυλακής είχε αδειάσει από κατοίκους του Μπραν. Μετά από εκτεταμένη έρευνα, τελικά είχαν βρεθεί και οι υπόλοιποι συγγενείς τους, οπότε ο Ζαλάν διέταξε να τους αφήσουν ελεύθερους. Όσοι δεν είχαν κάποιον έφυγαν για να μείνουν προσωρινά σε ένα νοσοκομείο. Όλοι οι χωρικοί που είχαν φύγει από τον τόπο τους έλαβαν τη διαβεβαίωση των Αρχών πως θα ενημερωθούν άμεσα για το πότε θα μπορούσαν να επιστρέψουν στον τόπο τους.
Πάντως, αυτό που ένοιαζε τον Ζαλάν αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα είχε επιτευχθεί. Το κτίριο άδειασε από φιλοξενούμενους, οπότε τα γραφεία ξανάγιναν γραφεία και ο διάδρομος στο ισόγειο δεν θύμιζε πλέον σκηνή του Ιατρικού Σώματος εν καιρώ πολέμου. Είχαν βγάλει το ένα από τα καρφιά που τους καρφώθηκαν στο πόδι και μπορούσαν πια να περπατάνε λίγο καλύτερα.
Ο Ζαλάν καθόταν στο γραφείο του και είχε μπροστά του δεκάδες χαρτιά, στοιβαγμένα σε δύο μικρά βουνά. Ήταν οι αναφορές για εξαφανίσεις ανθρώπων από το Μπρασώφ ή από άλλα μέρη κοντά σε αυτό, που είχε ζητήσει να του βρουν στις 27 Φεβρουαρίου. Κάλυπταν μια περίοδο είκοσι έξι χρόνων, από το ’70 έως το ’96, ξεκινώντας περίπου τρία χρόνια μετά το Συμβιβασμό του ’67, μεταξύ της Αυστρίας και της Ουγγαρίας –όταν και δημιουργήθηκε η καθόλου αγαπημένη για πολλούς Ούγγρους Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Κάπου στις αρχές του ’70, είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται στα πέριξ της Τρανσυλβανίας -ή στα Εδάφη του Σαιντ Στεφάν, όπως την αποκαλούσαν στα επίσημα έγγραφα, αν και στην καθημερινότητα όλοι την έλεγαν Τρανσυλβανία- μονάδες της πολιτοφυλακής και του Κοινού Στρατού και σιγά-σιγά οργανώνονταν οι καινούριες τοπικές Αρχές. Από κείνη την εποχή, λοιπόν, υπήρχαν (χειρόγραφες) αναφορές για ανθρώπους που χάθηκαν κάπου στα Καρπάθια Όρη. Στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν είχε βρεθεί το άτομο ή τα άτομα που αναφέρθηκαν, παρότι οι έρευνες κράτησαν για μέρες, με πολυπληθείς μονάδες να καλύπτουν τεράστιες εκτάσεις δασών, χωριών, μικρών πόλεων… Μέχρι το ’80, στέλνανε λόχους εβδομήντα και εκατό αντρών. Μετά, άλλαξε αυτό, καθότι δεν γινόταν να διαθέτουν τόσους πολλούς, οπότε περιορίζονταν σε διμοιρίες έως τριάντα άντρες ή πιο μικρές ομάδες. Αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στην πλειοψηφία αυτών των περιπτώσεων.
Όμως, κάποιοι είχαν βρεθεί. Κάτω από δέντρα. Σε κάποιο ποτάμι. Ανάσκελα ή μπρούμυτα. Ολόκληροι ή όχι. Σίγουρα, νεκροί. Πιθανώς, σφαγμένοι. Ή τεμαχισμένοι. Ή και κατασπαραγμένοι από άγρια ζώα. Πάντως, σε κακά χάλια. Σχεδόν μη αναγνωρίσιμοι. Βασικά, πολλοί όντως δεν αναγνωρίστηκαν ποτέ. Δεν ήταν εφικτό. Λόγω της κατάστασης του σώματός τους –ή ό,τι είχε μείνει από αυτό. Ούτε από τα υπολείμματα των ρούχων μπορούσαν να μάθουν ποιον ή ποια είχαν βρει.
Ένα μεγάλο μέρος αυτών των υποθέσεων, το είχε αναλάβει ο ίδιος ο Ζαλάν, όντας διοικητής της πολιτοφυλακής του Μπρασώφ. Θυμόταν ανθρώπους που έρχονταν στο γραφείο του και έκλαιγαν και ζητούσαν τη βοήθειά του, γιατί δεν είχαν σε ποιον άλλο να απευθυνθούν. Κι αυτός έπρεπε να υπομείνει τη μιζέρια τους και να προσπαθήσει να καταλάβει ποιος και πού μπορεί να είχε εξαφανιστεί. Και γιατί. Και ποιοι θα μπορούσαν να είχαν εμπλακεί, θέλοντας να τον βλάψουν. Και τα λοιπά, και τα λοιπά. Και μετά, άντε να οργανώσεις ένα σεβαστό απόσπασμα αντρών, για να βγουν στη γύρα με λειψές πληροφορίες και μια γενική περιγραφή αυτού που ψάχνουν. Και, όταν δεν θα βρουν το άτομο και γυρίσουν με άδεια χέρια, πρέπει να το πεις στον συγγενή ή στο φίλο ή σε όποιον, τέλος πάντων, ήρθε για να αναφέρει την εξαφάνιση. Ο οποίος θα ξαναβάλει τα κλάματα στο γραφείο σου κι εσύ θα πρέπει να δείξεις κατανόηση. Βέβαια, ακόμα και αν έβρισκαν οι δικοί σου τον εξαφανισμένο, πάλι θα είχες κλάματα και τα ρέστα, γιατί ο εξαφανισμένος θα ήταν σε τόσο άθλια κατάσταση, που δεν θα μπορούσες να τον αποκαλέσεις άνθρωπο, πλέον, αλλά κάτι άλλο, κάτι πολύ κατώτερο. Ίσως… σφαχτό, σαν αυτά που κρέμονταν στα τσιγκέλια των κρεοπωλών; Μια τέτοια περιγραφή θα του ταίριαζε, είναι η αλήθεια.
Το γενικό συμπέρασμα του αντιστράτηγου, που τώρα είχε το τσιγάρο του να σιγοκαίει στο σταχτοδοχείο, ήταν ένα. Άπαξ και χανόταν κάποιος στα Καρπάθια, ήταν τελειωμένος. Τι τάγματα να διέθετες, τι συνεργασίες με άλλες μονάδες να έκανες, τι να κατάφερνες να συνεννοηθείς με τους εκάστοτε ντόπιους για να σας βοηθήσουν, πραγματικά δεν άλλαζε κάτι, πέραν ίσως από το να κερδίσεις λίγο χρόνο, να μη σου πάρει, πχ, είκοσι μέρες έως μήνες, αλλά δεκαπέντε μέρες ή, πολύ πιο σπάνια, δέκα. Που δεν ήταν αμελητέο επίτευγμα, εδώ που τα λέμε. Όμως, στην τελική, δεν είχες βρει ζωντανό τον άνθρωπο που έψαχνες. Με άλλα λόγια, δεν είχες κάνει σωστά τη δουλειά σου.
Ήταν απογοητευτικό. Αλλά και τι να έκαναν; Έπρεπε να κάνουν τη δουλειά με ό,τι μέσα διέθεταν. Που δεν ήταν πολλά. Επίσης, δεν γινόταν να δώσουν πολύ χρόνο και πολύ προσωπικό σε μεμονωμένες υποθέσεις, όταν είχαν άλλα προβλήματα στη βάση τους, στο Μπρασώφ. Όπως αρρώστιες αντρών ή συγγενών τους -κάτι που μείωνε τον αριθμό διαθέσιμων πολιτοφυλάκων. Ή όπως ψευδο-επαναστάσεις –που απαιτούσαν ολόκληρες διμοιρίες, για να επαναφέρουν την τάξη. Άσε που συχνά τέτοιες αναποδιές συνέβαιναν την ίδια περίοδο. Οπότε πού να πρωτο-κοιτάξουν;
Ο Ζαλάν δεν ήξερε τι άλλο συμπέρασμα να εξάγει. Όχι ότι περίμενε να βρει κάτι που να συνδέει την παρούσα υπόθεση των εξαφανισμένων του Μπραν με άλλες, αλλά ήλπιζε να υπάρχει κάποιο στοιχείο στα αρχεία της πολιτοφυλακής. Το Μπραν ήταν από τα πιο ήσυχα μέρη. Ποτέ ξανά δεν είχαν κάποιο πρόβλημα με το συγκεκριμένο χωριό. Ακόμα και τότε που το Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού είχε πάει εκεί, για να βρει το δραπέτη, τον Ρούντολφ, οι χωρικοί δεν είχαν φέρει καμιά αντίρρηση. Απάντησαν σε όλες τις ερωτήσεις –ασχέτως που οι στρατιωτικοί τούς είχαν πιέσει περισσότερο απ’ ό,τι χρειαζόταν. Αλλά, από κει και πέρα, δεν υπήρχε κάποια άλλη υπόθεση που να σχετίζεται με το Μπραν. Οι πολιτοφύλακες σχεδόν το είχαν ξεχάσει.
Μπορούσε να υπάρχει κάτι, λοιπόν; Πέραν του προφανούς, ότι είχαν εξαφανιστεί άνθρωποι; Μπορούσε να υπάρχει ένας συνδετικός κρίκος, ας πούμε, που να υποδείκνυε κάποιον τρελό εγκληματία, ο οποίος κατά καιρούς έπιανε ανθρώπους από διάφορα μέρη και τους σκότωνε με φριχτούς τρόπους; Θα μπορούσε να υπάρχει ένας τέτοιος τύπος στην Τρανσυλβανία; Μπορεί, σκέφτηκε ο Ζαλάν. Εδώ έχουμε συλλάβει γυμνούς άντρες που κυνηγούσαν γυναίκες, φωνάζοντας ότι είναι θεοί ή ο διάβολος ή κάτι τέτοιο. Ή ένας άλλος, εικοσιπεντάρης, που ξεπεταγόταν από το παράθυρο της πολυκατοικίας του και πυροβολούσε στο δρόμο τυχαίες ηλικιωμένες γυναίκες. Και γιατί το έκανε αυτό; Γιατί όλες αυτές ήταν η γιαγιά του -η οποία είχε πεθάνει πριν από ένα μήνα απ’ όταν τον έπιασε αυτή η δολοφονική τάση-, που ήθελε να τον πετάξει από τις σκάλες και μετά να μην ξέρει τι κάνει, τι λέει, τι σκέφτεται.
Του Ζαλάν δεν του φαινόταν πολύ πιθανό αυτό το ενδεχόμενο. Μάλλον ακραίο θα το χαρακτήριζε. Αλλά του άρεσε και σαν πιθανότητα. Αν έπιαναν έναν εγκληματία σαν αυτόν που είχε φανταστεί, θα γινόταν σούσουρο. Τα ανώτερα κλιμάκια δεν θα το περνούσαν έτσι, στη ψύχρα. Θα καταλάβαιναν πόσο τον είχαν αδικήσει που τον έστειλαν στο Μπρασώφ, ενώ ο ίδιος είχε τις ικανότητες να συνεισφέρει σε πιο σημαντικά πόστα.
Οι άλλες πιθανότητες που έβλεπε ήταν δύο και τις είχε ήδη αναλύσει στο μυαλό του. Στη μία από αυτές, στην πιο σίγουρη, οι εξαφανίσεις ήταν έργο από συγχωριανούς που είχαν άχτι εκείνους τους επτά ανθρώπους. Στην άλλη, ίσως είχαν εμπλακεί με κάποιον τρόπο περιφερόμενοι τσιγγάνοι, που για κάποιο λόγο είχαν διαπράξει αυτό το έγκλημα. Αυτές οι δύο, όμως, ήταν όχι απλά οι πιο κοινές, αλλά και οι πιο βαρετές. Κανένας αξιωματούχος της Ουγγαρίας δεν θα έδινε σημασία, αν αποδεικνυόταν ότι ισχύει ένα από αυτά τα δύο ενδεχόμενα.
Είδαν βρικόλακες. Τους ίδιους που απήγαγαν τους συγχωριανούς μας. Αυτά ήταν τα λόγια της Στεφανία Βλαντιμιρέσκου, όταν μιλούσαν τις προάλλες και είχε αναφέρει τι είδαν οι πρώην ουσάροι.
Για τον Ζαλάν, η σκέψη περί νεκροζώντανων ήταν τουλάχιστον γελοία. Οπότε την έκανε στην άκρη κάθε φορά που τη θυμόταν –αλλά, περίεργο πράμα, τη σκεφτόταν συχνά πυκνά. Μια άλλη που είχε συλλογιστεί ήταν να έχουν κάνει τη δουλειά οι πρώην ουσάροι. Αλλά, ειδικά μετά από την κουβέντα του με τον Μίκλος, κι αυτή την απέρριπτε. Σε τι θα μπορούσαν να τους φταίνε οι κάτοικοι του Μπραν, για να κάνουν ένα τέτοιο έγκλημα; Τι, οι πρώην ουσάροι ήθελαν να βιάσουν τις Μπενγκέσκου; Ή είχαν κάνει κάτι στην μία εξ αυτών, στην πιο μικρή, και η άλλη ήταν μάρτυρας, οπότε έπρεπε να φύγει κι αυτή; Ακόμα κι αν ήταν έτσι, τι είχε γίνει με τους Μολντοβάνου; Ο Ζαλάν θεωρούσε απίθανο να ξέρουν οι Μολντοβάνου τι είχε γίνει, αν είχε γίνει κάτι, και όχι όλο το υπόλοιπο Μπραν.
Όχι, οι πρώην ουσάροι δεν είχαν κάνει κάτι. Δεν έβγαινε νόημα. Δυστυχώς ή ευτυχώς, κάποιοι άλλοι κάτοικοι είχαν αναμειχθεί. Ίσως όλοι οι κάτοικοι. Γιατί όχι, άλλωστε; Αν αυτές οι δύο οικογένειες είχαν προσβάλει τους άλλους και οι τελευταίοι είχαν συνωμοτήσει εναντίον των πρώτων και τώρα προσπαθούσαν να βγάλουν την ουρίτσα τους απέξω, για να μη συλληφθούν;
Ή μήπως ήταν κι αυτό ακραίο;
Ο Ζαλάν ξεφύσησε και εισέπνευσε λίγο από το τσιγάρο του. Το κουβάρι του Μπραν δεν θα ξετυλιγόταν εύκολα, πόσω μάλλον γρήγορα, όπως θα ήθελε ο αντιστράτηγος. Είχαν που είχαν τους ντόπιους του Μπρασώφ, που όποτε γούσταραν έκαναν το κομμάτι τους, θα είχαν και το μυστήριο ενός χωριού που δεν το ήξερε κανείς πέραν από τα όρια της Τρανσυλβανίας.
Βρικόλακες.
Αυτούς.
Είδαν.
«Σιγά μην είδαν και τον ίδιο τον γαμημένο το Διάβολο» μονολόγησε.
Και οι μαυροντυμένες μορφές που με κυνηγούσαν στον ύπνο μου;
Κούραση, τι άλλο;
Σηκώθηκε από την καρέκλα του, αφού έλεγξε πρώτα το ρολόι του. Τρεις το μεσημέρι. Ώρα για φαγητό. Όμως, και η κατάλληλη στιγμή να θυμηθεί πως μέχρι τις πέντε θα έπρεπε να έχουν νεώτερα. Να έχουν έρθει οι δικοί του με έναν ή περισσότερους συλληφθέντες. Ή να στείλουν κάποιον, να ενημερώσει.
Τι θα έκαναν, αν δεν είχαν;
Ο Ζαλάν δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται. Θα άφηνε ένα περιθώριο τριών ακόμα ωρών. Ως τις οκτώ. Αν και πάλι, δεν ερχόταν κάποιος πολιτοφύλακας από την ομάδα, ο Ζαλάν θα διέταζε να πάει μια ολάκερη διμοιρία. Με συγκεκριμένες εντολές. Φέρτε τους δικούς μας ζωντανούς. Για τους άλλους… Πρώτα πυροβολήστε και μετά ρωτήστε, δε δίνω δεκάρα.
Τρεις. Με μια παράταση ως τις οκτώ. Σύνολο πέντε ώρες, για να υπάρξει οποιοδήποτε νεώτερο.
Μπραν
Ένας γεροδεμένος πολιτοφύλακας με σημαδεμένο το πρόσωπό του από γρατσουνιά γάτας -όταν ήταν δεκαέξι χρονών-, ονόματι Έγκιεντ, εμφανίστηκε στο κατώφλι του σπιτιού που ανήκε κάποτε στον πατέρα Στεφάν. Είδε τους δύο ανωτέρους του να κάθονται, να καπνίζουν και να συζητάνε, κάνοντας χειρονομίες πάνω από το τραπέζι της κουζίνας, μιας κουζίνας που σίγουρα είχε δει καλύτερες μέρες.
Ο Χέγκεντους τον είδε να βαράει προσοχή. «Τι θέλεις, Έγκιεντ; Μη μου πεις ότι τελειώσατε κιόλας;»
«Όχι, κύριε λοχαγέ. Προχωράμε, αλλά θέλουμε λίγη ώρα ακόμη. Απλά, ο δεκανέας Σέκερες μου είπε να σας υπενθυμίσω ότι πρέπει να ενημερώσουμε τα κεντρικά στο Μπρασώφ».
«Το έχω υπ’ όψιν μου. Πες στον Σέκερες ότι θα γράψουμε ένα γράμμα, για να το πάει στον αντιστράτηγο Ζαλάν ή στον συνταγματάρχη Μίκλος».
Ο Έγκιεντ αποχώρισε, κλείνοντας την πόρτα πίσω του.
«Κύριε λοχαγέ» είπε ο Μπόντναρ, ενώ έβγαζε ένα κουβάρι από τσαλακωμένες σελίδες και ένα μολύβι. «Τι θα τους πούμε; Πραγματικά, δεν έχουμε κάποιο στοιχείο, πέραν των προφανών. Των νεκρών, των καμένων σπιτιών κλπ».
«Το ξέρω. Θα τους πούμε σίγουρα γι’ αυτά που βρήκαμε. Τουλάχιστον, να έχουν μια ιδέα. Να ξέρουν ότι το πράγμα είναι πιο σοβαρό απ’ όσο φανταζόμασταν».
«Πιστεύετε ότι έχουν αναμειχθεί ξένοι; Εννοώ, από άλλη χώρα;»
«Μολδαβοί ή Βλάχοι;»
Ο Μπόντναρ ένευσε.
Ο Χέγκεντους είπε «Το θεωρώ δύσκολο. Πώς βρέθηκαν εδώ; Τα σύνορα φυλάσσονται. Υπάρχει συνεχής επικοινωνία μέσω τηλέγραφων. Αν συνέβαινε κάτι, θα το ξέραμε νωρίς. Και, προφανώς, θα δρούσαμε άμεσα». Ο Χέγκεντους αναστέναξε. Έριξε ξανά μια ματιά στον μαυρισμένο χώρο γύρω του. Μια εικόνα ενός αγίου Φανουρίου είχε διασωθεί. «Αλλά σκέψου και το άλλο. Ακόμα και αν ερχόντουσαν Βλάχοι ή Μολδαβοί ή οποιοσδήποτε. Γιατί να κάνουν κάτι τέτοιο; Γιατί να καταστρέψουν το χωριό; Γιατί να σφάξουν τα ζώα; Γιατί να αποκεφαλίσουν εκείνον τον κακομοίρη; Γιατί να παρατήσουν τα πτώματα;»
«Επειδή είναι ζώα, κύριε λοχαγέ. Δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο. Ίσως ήθελαν να περάσουν κάποιο μήνυμα σε εμάς. Ότι είναι εδώ και θα κάνουν κι άλλα. Εντός των συνόρων μας. Κάτω από τη μύτη μας. Πριν προλάβουμε να τους αντιμετωπίσουμε».
«Έστω. Γιατί να πάρουν αιχμαλώτους; Και, κυρίως, γιατί να αφήσουν τους γέρους και τα μούλικα να φύγουν;»
«Ίσως πρόλαβαν να τους ξεφύγουν».
«Αλήθεια; Δηλαδή, καταφέρνεις να έρθεις μέσα σε μια ξένη χώρα, θες να κάνεις κακό, να δείξεις ποιος και πόσο ισχυρός είσαι, οπότε αποφασίζεις να σφάξεις και να κάψεις ένα χωριό. Αλλά δεν προλαβαίνεις να ξεκάνεις όλους τους χωρικούς; Και σου ξεφεύγουν μερικοί γέροι και μικρά παιδιά; Τι μήνυμα περνάς κατ’ αυτόν τον τρόπο; Εγώ θα έλεγα ότι αποδεικνύεις πως δεν κάνεις και τόσο καλά τη “δουλειά” σου».
Ο Μπόντναρ ένευσε. Αλλά παρέμενε προβληματισμένος.
«Δε βγάζει νόημα, λοχία» είπε ο Χέγκεντους. «Αν ήταν τόσο καλοί για να περάσουν τα σύνορα και να μην τους πάρουμε χαμπάρι από την πρώτη στιγμή, τότε δεν θα έκαναν μισές “δουλειές”».
«Και οι σταυροί, κύριε λοχαγέ; Τι γίνεται μ’ αυτούς;»
«Ξέρω τι σκέφτεσαι, Μπόντναρ. Βρικόλακες. Αυτά που έλεγαν όσοι ήρθαν στο Μπρασώφ. Αλλά δε συμβαίνει κάτι τέτοιο». Ο Χέγκεντους ανατρίχιασε, καθώς θυμήθηκε και εκείνην την παιδική κούκλα στο μεγάλο σπίτι. Πραγματικά, τέτοια παιχνίδια δεν θα έπρεπε να μένουν μόνα τους σε ένα άδειο δωμάτιο. «Η καλύτερη εξήγηση που μπορώ να δώσω είναι πως οι ντόπιοι ήταν πολύ θρήσκοι και ένιωθαν καλά με το να είχαν πάνω τους ένα σταυρό. Ωστόσο, πρέπει να το διερευνήσουμε».
«Δηλαδή;»
«Θα μείνουμε εδώ. Ο Σέκερες θα πάει στο Μπρασώφ με τα νέα. Θα ζητήσουμε ενισχύσεις. Για παν ενδεχόμενο. Αν κάποιοι έπιασαν σαράντα-τόσους άντρες και γυναίκες που μπορούσαν, έστω και λίγο, να αντισταθούν, τότε θα έχουμε να κάνουμε με πολλούς εχθρούς. Σίγουρα, οπλισμένους. Κάτι που μας οδηγεί στο επόμενο συμπέρασμα».
«Τι, κύριε λοχαγέ;»
«Εφόσον θα μείνουμε, θα πρέπει να βρούμε πού θα κοιμηθούμε. Και, ειλικρινά, δε βλέπω να υπάρχουν και πολλές επιλογές. Μάλλον, θα χωριστούμε ανά μικρές ομάδες. Θα έχουμε σκοπούς, που θα αλλάζουν ανά μία ή δύο ώρες. Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η ανταπόκριση από το Μπρασώφ δεν θα είναι άμεση. Μέχρι να οργανώσουν μια ή δυο ομάδες, θα έχουν περάσει ώρες. Ίσως και μια μέρα ολόκληρη μέρα. Καταλαβαίνεις πού το πάω, έτσι;»
«Μάλιστα, κύριε λοχαγέ. Αλλά τι θα κάνουμε μέχρι να έρθουν; Θέλω να πω, εντάξει, σήμερα δεν έχουμε να κάνουμε κάτι άλλο, γιατί βραδιάζει. Αύριο το πρωί, όμως;»
«Θα ψάξουμε στα πέριξ. Όλοι ή οι περισσότεροι. Για οποιοδήποτε στοιχείο. Κάτι θα υπάρχει, Μπόντναρ. Κάποιος θα έκανε μαλακία. Και θα τη βρούμε και, αργά ή γρήγορα, θα βρούμε τα καθίκια που φέρθηκαν τόσο απάνθρωπα σε μερικούς χωρικούς».
Ο Μπόντναρ χαμογέλασε. «Το έχετε πάρει πατριωτικά, κύριε λοχαγέ, ε;»
«Υπάρχουν όρια, Μπόντναρ. Και εγώ έχω φερθεί με αγριότητα σε εγκληματίες, αλλά μέχρι ενός σημείου. Δεν αποκεφαλίζεις έναν άνθρωπο και σίγουρα δεν τον παρατάς στη μέση του δρόμου. Ποιος διάολο θα έκανε κάτι τέτοιο; Θα σου πω εγώ ποιος. Κάποιος που, έτσι και τον βρω, θα φροντίσω να το μετανιώσει οικτρά. Να το θυμάσαι αυτό».
«Μάλιστα, κύριε λοχαγέ».
Η καμπάνα σήμανε πέντε, όταν ο δεκανέας Σέκερες, κουρασμένος, αλλά έχοντας φάει ένα καλό γεύμα, ανέβαινε στη σέλα ενός από τα άλογα, έχοντας το Μάνλιντσερ στην πλάτη του και το γράμμα του λοχαγού του στην τσέπη του χακί μπλε πανωφοριού του. Το κράνος του το είχε φορέσει σωστά αυτή τη φορά. Ίσια. Είχε επηρεαστεί από το θέαμα των νεκρών και τα κατεστραμμένα σπίτια και το σκάψιμο τάφων, στον κάθε έναν από τους οποίους είχαν τσουβαλιάσει δύο ή τρία πτώματα. Για τους οποίους νεκρούς είπε ο ίδιος ο Σέκερες μερικά λόγια παρηγοριάς και συμπόνιας. Με τα σκυλιά, το μόνο που σκέφτηκαν να κάνουν, ήταν να τα πάνε στα μαντριά και στους στάβλους. Ο Χέγκεντους συνέχιζε να μη θεωρεί ορθό το να βάλουν κι άλλες φωτιές. Όμως, αν στα κεντρικά το αποφάσιζαν, θα υπάκουε.
Η μέρα ήδη παραχωρούσε τη θέση της στη νύχτα, το κρύο γινόταν πιο δριμύ και οι πρώτες ψιχάλες έπεσαν πριν καν περάσει ο Σέκερες κοντά από το κάστρο. Στο οποίο έριξε μια ματιά, όταν βρέθηκε στο δρόμο από κάτω του. Η αίσθηση ότι εκεί μέσα θα μπορούσαν να βρουν τη λύση που γύρευαν εντάθηκε στο μυαλό του. Δηλαδή, ήταν ένα κατοικήσιμο μέρος, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμεύσει και ως ορμητήριο για μια στρατιωτική μονάδα. Ή σαν άντρο για κακοποιούς. Θα μπορούσαν να μένουν εκεί. Ή να είχαν μείνει, μέχρι να κάνουν όλο αυτό το κακό στο Μπραν. Ίσως και αλλού. Ποιος ξέρει πόσο καιρό δραστηριοποιούνταν εντός των συνόρων; Τι άλλο θα έβρισκαν οι πολιτοφύλακες, άραγε;
Πάντως, ο Σέκερες είχε πει στον Χέγκεντους και στον Μπόντναρ, αλλά και σε άλλους, πως μια επίσκεψη στο κάστρο όφειλαν να την κάνουν. Κι ας μην έβρισκαν κάποιον ή κάτι. Για το τυπικό της υπόθεσης, αν μη τι άλλο. Να αποκλείσουν ένα ενδεχόμενο.
Από πιο νωρίς, ενώ δούλευαν, αλλά και τώρα, καθώς έφευγε, δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί ότι εκείνοι οι αδικοχαμένοι άνθρωποι ήταν γονείς και παιδιά κάποιων από αυτούς που είχαν έρθει στο Μπρασώφ. Και, κατά συνέπεια, έβαλε με τη φαντασία του τον εαυτό του και την οικογένειά του σε μια παρόμοια θέση. Τι θα έκαναν όταν θα έρχονταν να τους ενημερώσουν… πως… αυτός…
Η γυναίκα του… να σωριάζεται σε μια καρέκλα, για να αντέξει.
Τα μικρότερα παιδιά… να κλαίνε γοερά.
Τα μεγαλύτερα… να κλαίνε κι αυτά, αλλά να προσπαθούν να παρηγορήσουν τα αδέρφια τους.
Ο Σέκερες δάκρυσε.
Γαμώτο! Πώς θα έλεγαν σε τόσους ανθρώπους ότι δεν θα ξανάβλεπαν τους δικούς τους;
Μπρασώφ
Ο Ζαλάν καθόταν στο γραφείο του και χαμογελούσε στον αντισυνταγματάρχη Πωλ Κέρσεν, ανώτατο διοικητή του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος Ορεινού Πυροβολικού, του Κοινού Στρατού της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, και σε έναν υπολοχαγό που είχε φέρει μαζί του ο Κέρσεν. Όπως περίμενε, τα νέα είχαν διαδοθεί -προφανώς, οι κάτοικοι του Μπραν δεν είχαν κρατήσει κλειστό το στοματάκι τους ή μπορεί να έφταιγαν κάποιοι πολιτοφύλακες- και φυσικά είχαν φτάσει στα αυτιά των στρατιωτικών. Οι οποίοι δεν θα έδιναν σημασία, όπως είχε τονίσει ο Όρσος Ματέ τις προάλλες, καθότι δεν ενδιαφέρονταν για υποθέσεις της πολιτοφυλακής, και δη για υποθέσεις που δεν συμπεριελάμβαναν όπλα, εκρηκτικές ύλες ή και ξένους στρατούς. Ο μόνος λόγος για να εμπλακούν θα είχε να κάνει με το αν ξέφευγαν τα πράγματα από τον έλεγχο της πολιτοφυλακής. Και, απ’ ό,τι φαίνεται, είχαν κρίνει ότι συνέβαινε ακριβώς αυτό. Χανόταν ο έλεγχος.
Και να σου τώρα ένας Αυστριακός μπάσταρδος με το τσιράκι του, να κάθονται απέναντι μου, σοβαροί και αποφασισμένοι να μου πάρουν τη γαμημένη την υπόθεση. Έτσι σκεφτόταν ο Ζαλάν, ενώ παρίστανε ότι χαιρόταν για την επίσκεψη του Κέρσεν και του υπολοχαγού του. Κάπνιζαν και οι τρεις, αξιοποιώντας το ίδιο σταχτοδοχείο. Λες και υπηρετούσαν στον Κοινό Στρατό, ένα πράμα.
Ο Ζαλάν και ο Κέρσεν αντάλλασσαν ματιές, κατά τις οποίες ζύγιζαν ο ένας τον άλλο, τι προθέσεις είχε, πόσο θα τράβαγε το σχοινί προς τη μεριά του. Μέχρι τώρα, είχαν πει μερικές φιλοφρονήσεις και ανέφεραν ένα δυο πραγματάκια για το πρόβλημα της πόλης με τους επαναστάτες. Φάνηκε ότι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος νοιάζονταν ιδιαίτερα για αυτό. Ουσιαστικά, γυρόφερναν το φλέγον ζήτημα, αλλά δίχως να το αγγίζουν.
Ο υπολοχαγός δεν μιλούσε.
«Επειδή και ο δικός μου ο χρόνος και ο δικός σας είναι πολύτιμος, λέω να πούμε για το χωριό. Και μπορώ να σας διαβεβαιώσω, αντισυνταγματάρχη, ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας» είπε ο Ζαλάν, αποφασίζοντας πως μπορούσαν επιτέλους να μιλήσουν για το Μπραν. «Ερευνούμε την υπόθεση. Έχω ήδη στείλει πολιτοφύλακες στο Μπραν. Σύντομα, θα έχω νέα τους».
«Με όλο το σεβασμό, αντιστράτηγε, εγώ νομίζω ότι δεν μπορείτε να χειριστείτε τούτο το μπέρδεμα». Ο Κέρσεν ήταν στο ύψος του Ζαλάν, αλλά πολύ πιο νέος και μυώδης. Με κολλαριστή γκρίζα και μπλε στολή μάχης, σπαθί και πιστόλι Γκάσερ. Δεν είχε έρθει ντυμένος επίσημα, αλλά λες και ήταν ένας ταπεινός λοχίας που πήγαινε σε εμπόλεμη ζώνη.
«Κι όμως, μπορούμε. Όπως διαβεβαίωσα και τον λοχαγό Όρσος Ματέ. Έχουμε να κάνουμε με ένα μικρό χωριό, από το οποίο εξαφανίστηκαν επτά άνθρωποι…»
«Ενώ στην αρχή λέγατε ότι εξαφανίστηκαν πέντε άνθρωποι».
«Δεν το ξέραμε τότε».
Ο Κέρσεν έγειρε μπροστά. «Αυτό λέω κι εγώ, αντιστράτηγε. Οι εξελίξεις τρέχουν και εσείς αδυνατείτε να τις προλάβετε. Με το που μάθατε για τους πέντε, σας ήρθε ολόκληρο καραβάνι με γέροντες και παιδιά. Και μάθατε ότι έχουν χαθεί άλλοι δύο ντόπιοι από το Μπραν».
Πόσο ήθελε ο Ζαλάν να τον πυροβολήσει επιτόπου; Περίπου όσο ήθελε να αρπάξει όλα τα βιβλία της γυναίκας του που είχαν ποιήματα και να τα πετάξει στη φωτιά, για να την αναθερμάνει. Το ήθελε με όλο του το είναι. «Κάνουμε το καλύτερο δυνατό. Σύντομα, θα ξέρουμε περισσότερα και θα κινηθούμε αναλόγως. Το Ορεινό Πυροβολικό δεν έχει καμιά δουλειά εδώ».
«Κι όμως, έχουμε. Νόμιζα ότι δεν μας αφορούσε η περίπτωση, αλλά, μετά τα τελευταία, το σκέφτηκα κι άλλο. Η υπόθεση βρομάει ξένη εμπλοκή. Εχθρούς της Αυτοκρατορίας. Πιθανώς, να έχουν παρεισφρήσει στα εδάφη μας και να προκαλούν προβλήματα».
Δεν είναι δικά σας αυτά τα εδάφη, γαμημένε Αυστριακέ! είπε μέσα του ο Ζαλάν. Πάντα αναθεμάτιζε για αυτή τη σύμπραξη, αλλά τον τσάντιζε πολύ περισσότερο όταν οι Αυστριακοί κοκορεύονταν ότι είχαν κι αυτοί δικαιώματα στις κτήσεις της Ουγγαρίας. «Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, αντισυνταγματάρχη. Θα το ξέραμε αν είχαν εισβάλλει ξένοι».
«Όμως, δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε. Εφόσον δεν έχετε βρει τους ενόχους, θα πρέπει να σκεφτούμε κάθε πιθανότητα. Και ειδικά, τις χειρότερες δυνατές».
«Ντόπιοι την έκαναν τη δουλειά. Ή τσιγγάνοι» πρότεινε ο Ζαλάν.
«Μπορεί. Αλλά μπορεί και όχι. Όπως και να έχει, εγώ οφείλω να σκεφτώ σαν στρατιωτικός που θέλει το καλό της πατρίδας του».
Ο Ζαλάν τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Για μισό λεπτό, αντισυνταγματάρχη! Τι έκανες;»
Ο Κέρσεν εισέπνευσε καπνό και μετά τον έβγαλε στον αέρα του γραφείου. Είπε «Έστειλα τηλεγράφημα στη Βιέννη. Στο Evidenzbureau. Αφού πρώτα πήρα εντολή από τα κεντρικά. Πρέπει να μάθουμε αν έχουν εμπλακεί ξένοι. Οι κατάσκοποί μας θα κινηθούν όπως πρέπει».
«Τι; Έχεις τρελαθεί εντελώς;» φώναξε ο Ζαλάν.
Ο υπολοχαγός τον κοίταξε με αυστηρότητα.
«Πρόσεχε τα λόγια σου, Ζαλάν» είπε ο Κέρσεν.
Ο αντιστράτηγος κόμπλαρε. Ποτέ ένας κατώτερος –και δη, Αυστριακός!– δεν τον είχε αποκαλέσει με το όνομά του, χωρίς να αναφέρει το βαθμό του. Και μάλιστα, κανείς δεν είχε τολμήσει να του απευθυνθεί έτσι, σαν να ήταν κάνας αλήτης.
«Το ίδιο πράγμα θέλουμε» είπε με λιγότερο απειλητικό τόνο ο Κέρσεν. «Να επιλυθεί αυτή η υπόθεση, χωρίς περαιτέρω παρατράγουδα. Αν το Evidenzbureau δε βρει κάτι, ή αν κρίνει ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για την Αυτοκρατορία, τότε εμείς, ως Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού, θα αποστασιοποιηθούμε και θα σας αφήσουμε στην ησυχία σας».
«Ήταν εντελώς παράλογο αυτό που έκανες, αντισυνταγματάρχη. Αναστάτωσες την κεντρική διοίκηση για μια χούφτα χωριάτες. Για τους οποίους έχει ευθύνη η πολιτοφυλακή του Βασιλείου της Ουγγαρίας».
«Όταν υπάρχουν υπόνοιες για εμπλοκή εχθρικού στρατού, η πολιτοφυλακή κάθεται στα μετόπισθεν και φροντίζει να κρατήσει τους πολίτες ήσυχους, για να αναλάβουν οι ειδικοί. Το πυροβολικό, το πεζικό, το ιππικό. Όλες οι ένοπλες μονάδες του Κοινού και όχι μόνο Στρατού της Αυτοκρατορίας μας. Και, φυσικά, οι στρατιωτικοί κατάσκοποι. Όπως πρέπει».
Ο Ζαλάν έβραζε από θυμό.
Ο Κέρσεν σηκώθηκε. «Θα περιμένω νεώτερα. Όταν έρθουν οι δικοί σας από το Μπραν, θα πρέπει να ενημερώσουν και τον υπολοχαγό από δω, ο οποίος θα μου μεταφέρει τα καθέκαστα και εγώ με τη σειρά μου θα τα διαβιβάσω στο Evidenzbureau».
Ο Ζαλάν κοίταξε τον υπολοχαγό με περιφρόνηση. Μετά, γύρισε στον Κέρσεν. Αλλά δεν μίλησε.
«Θα τα ξαναπούμε, αντιστράτηγε» είπε ο Κέρσεν, φορώντας το κράνος του.
Ο Ζαλάν έμεινε μόνος του.
Ή έτσι θα ήθελε.
Γιατί ο υπολοχαγός του Κέρσεν δεν τον άφηνε από τα μάτια του.
Μπραν
Ο Χέγκεντους, ο Μπόντναρ και τρεις ακόμα πολιτοφύλακες εγκαταστάθηκαν στο σπίτι των Οσμοκέσκου. Ο λοχαγός θα κοιμόταν στο δωμάτιο του πατέρα Στεφάν και της Ντανιέλα, ενώ ο λοχίας στο άλλο, που είχαν μοιραστεί ο Λούκα και η Κορνέλια. Οι άλλοι τρεις θα έστρωναν στην κουζίνα και στο διάδρομο που συνέδεε τα δωμάτια, όπου θα κοιμούνταν οι δύο και ο τρίτος θα φυλούσε σκοπιά. Εναλλάξ, ανά δύο ώρες. Οι υπόλοιποι εννιά χωρίστηκαν σε δύο υπο-ομάδες των πέντε και τεσσάρων, στα σπίτια των Μαρτινέσκου και των Καρατζιάλε, αντίστοιχα.
Όταν γύρω στις επτά και μισή περίπου, είχαν συνεννοηθεί για το τι θα έκαναν το πρωί, αποσύρθηκαν, για να ξεκουραστούν. Στο μεταξύ, είχαν μαζέψει ό,τι τρόφιμα και ποτά βρήκαν από διάφορα μέρη. Από άλλα σπίτια. Από το καφενείο. Από την αποθήκη του μεγαλύτερου σπιτιού, δηλαδή αυτού των Τσομπάνου. Ό,τι πίστευαν πως θα τους χρειαζόταν. Η κάθε υπο-ομάδα θα φρόντιζε τα του μαγειρέματος, της φύλαξης και της πρωινής αφύπνισης. Κάλυψαν τα διαλυμένα παράθυρα όπως-όπως, με τάβλες από κατεστραμμένα έπιπλα. Επειδή ήταν το πιο τρωτό σημείο, εκεί ήταν που θα καθόταν ο σκοπός με το Μάνλιντσερ για τις δύο ώρες που του αναλογούσαν.
«Αν ακούσετε ή δείτε ή γενικά αντιληφθείτε κάτι» είχε τονίσει ο Χέγκεντους, πριν χωρίσουν, «οτιδήποτε περίεργο, επικίνδυνο κλπ, μην το αντιμετωπίσετε μόνοι σας. Φωνάξτε, πυροβολήστε στον αέρα. Δεν ξέρουμε με ποιους έχουμε να κάνουμε, αλλά είμαστε βέβαιοι πως δεν αστειεύονται. Μην κάνετε καμιά παλικαριά. Ειδοποιήστε όσους μένετε μαζί και μετά τους υπόλοιπους. Θα έχουμε όλοι το νου μας. Μια βραδιά είναι, παίδες. Ας προσέξουμε. Αύριο θα έχουμε ενισχύσεις. Εντάξει; Ωραία. Τους ζυγούς λύσατε. Καληνύχτα!»
Τώρα η καμπάνα σήμανε οχτώ μετά μεσημβρίας. Κανείς από τους πολιτοφύλακες δεν κοιμόταν. Ακόμα. Συζητούσαν. Έπαιζαν χαρτιά. Έπιναν βότκα. Περνούσαν την ώρα τους, μέχρι να βαρεθούν και οι περισσότεροι να πάνε για ύπνο. Όπως και όταν έρχονταν στο Μπραν, έτσι και αυτές τις στιγμές μιλούσαν για οτιδήποτε άλλο, πέραν της αποστολής τους. Για τις οικογένειές τους, τη δουλειά, τους ανωτέρους τους. Κάνας δυο υπερηφανεύτηκαν για τα παιδιά τους, ότι τα πήγαιναν καλά στο σχολείο, ενώ οι ίδιοι ήταν ανέκαθεν αχαΐρευτοι με τα γράμματα.
Απέφευγαν να πουν για το Μπραν, γιατί ενδόμυχα ανησυχούσαν. Δεν τους άρεσε καθόλου που έπρεπε να μείνουν στο χωριό. Είχαν αγριευτεί από τις βαναυσότητες που αντίκρισαν. Φοβούνταν. Το σκοτάδι. Το παγωμένο τοπίο. Το κάστρο, που σε μερικούς έμοιαζε παράταιρο στη συνολική εικόνα. Τα σπίτια, που δεν ήταν επαρκώς οχυρωμένα. Και μια αδιόρατη απειλή, που δεν μπορούσαν να την κατανοήσουν, αλλά την ένιωθαν να τους γυροφέρνει. Φοβούνταν. Για κάποιο λόγο, σκέφτονταν πολύ έντονα τη σύζυγο και το παιδί ή τα παιδιά τους. Σκέφτονταν τους γονείς τους. Τους έφερναν στο νοητό, οπτικό τους πεδίο, αλλά έμοιαζαν σαν να απομακρύνονταν. Προς τη λήθη. Οι στιγμές μαζί τους ξεθώριασαν, έγιναν μουτζούρες, σαν γράμματα από μολύβι που τα σβήνεις με το χέρι. Λες και θα τους έχαναν.
Φοβούνταν. Αλλά δεν θα το παραδέχονταν. Ποτέ. Όχι μπροστά σε συναδέλφους τους. Δεν είχαν μάθει να εκφράζουν τον τρόμο τους. Έπρεπε να είναι γενναίοι. Για να μην υπάρξουν συνέπειες γι’ αυτούς από την υπηρεσία. Από τον Ζαλάν.
Στις δέκα, τα χτυπήματα της καμπάνας έμοιαζαν ατέλειωτα και ήταν καθοριστικά για την κάθε υπο-ομάδα. Τα παιχνίδια και οι συνομιλίες και το φαγητό και το ποτό έπαψαν και οι περισσότεροι από το κάθε σπίτι αποχώρισαν για να κοιμηθούν. Έμεινε μονάχα ένας. Και σε όλα τα σπίτια, αυτός ο ένας θα είχε για παρέα δύο κεριά, τα όπλα του και ένα μπουκάλι με βότκα, για να τον κρατήσει ζεστό. Η αλήθεια ήταν πως, και το τζάκι που είχαν ανάψει, η παγωνιά δεν έλεγε να περιοριστεί. Βέβαια, θεωρητικά, οι πολιτοφύλακες είχαν συνηθίσει τις δυσμενείς συνθήκες. Στη βασική εκπαίδευση, μεταξύ άλλων αγγαρειών, τους έτρεχαν και σε χιονισμένα βουνά. Για να δυναμώσουν και να είναι έτοιμοι. Να μην λιποψυχήσουν λόγω του εκάστοτε περιβάλλοντος. Αλλά είχε περάσει καιρός από τότε. Ακόμα και ο νεαρότερος είχε τελειώσει με την εκπαίδευση εδώ και τρία χρόνια. Όλα αυτά ήταν παρελθόν.
Όμως, τι να έκαναν, έπρεπε να το υπομείνουν.
Άλλωστε, μια νύχτα ήταν.
Μπρασώφ
Ο Σάντου και η Στεφανία Βλαντιμιρέσκου είχαν ξαπλώσει. Το σπίτι των Καρντέι ήταν ήρεμο σαν νεκροταφείο. Είχαν περάσει δύσκολες ώρες απ’ όταν ήρθαν από την πολιτοφυλακή. Η Σορίνα δεν τους άφησε σε χλωρό κλαρί. Τι συνέβη; Γιατί οι γονείς σας σας έστειλαν εδώ; Γιατί ακούγεται ότι έχουν έρθει και άλλοι κάτοικοι; Τι συμβαίνει;
Είχε τα δίκια της. Δεν την παρεξηγούσαν. Ενοχλούνταν και το έδειξαν με τη σιωπή και τους μορφασμούς τους και τα μισόλογα τους. Αλλά την καταλάβαιναν. Στο Μπραν έμενε ο αδερφός της. Πού ήταν αυτός; Πού ήταν η Κορνέλια; Γιατί αυτοί έμειναν πίσω; Λογικές ερωτήσεις.
Και τι να της πουν; Πώς να της εξηγήσουν, όταν και οι ίδιοι δεν τα ήξεραν όλα; Πώς να μιλήσουν με όλα εκείνα τα παιδιά να είναι παρόντα; Το βασικότερο, ίσως: δεν είχαν άδεια να πουν το οτιδήποτε. Ο Ζαλάν τους το είχε ξεκόψει. Θα έβρισκαν το μπελά τους, αν έλεγαν την αλήθεια.
Την παρακάλεσαν να τους καταλάβει. Της είπαν μόνο ότι θα τα μάθαινε όλα εν καιρώ. Όπως και οι ίδιοι, στο κάτω-κάτω. Δεν μπορούσαν να πουν σε πόσο καιρό, αν θα ήταν ώρες ή μέρες ή μήνες, αλλά θα τα μάθαινε. Όλα. Μέχρι τότε, αν μπορούσε τους φιλοξενήσει, θα της ήταν υπόχρεοι.
«Δε χρειάζεται καν να το συζητάτε αυτό» τους είχε απαντήσει η Σορίνα. Τα παιδιά της κοιτούσαν την μαμά τους που είχε στενοχωρηθεί. Χωρίς να μιλάνε ή να παίζουν. Ο άντρας της, δε, είχε αναλάβει το ρόλο του διαπραγματευτή. Είπε ότι δεν υπήρχε λόγος να πιεστεί κανείς, για να μιλήσει. Αλλά υπήρχε λόγος για να φάνε ένα καλό γεύμα, έτσι δεν είναι;
Όταν χώρισαν, για να ξεκουραστούν, ο Σάντου και η Στεφανία πέρασαν πολλή ώρα να ατενίζουν ο ένας τον άλλο στο σκοτάδι. Δίχως συνομιλίες. Αλλά με δάκρυα. Και φόβο. Αληθινό, αγνό φόβο. Γιατί κάτι είχε σπάσει μέσα τους. Κάτι που τους προκαλούσε να κάνουν κάποια τρέλα. Όπως το να πάνε στο Μπραν. Ή να βάλουν τέλος στη ζωή τους.
Έπρεπε να μάθουν.
Η αναμονή τούς σκότωνε.
Ο Ζαλάν και δύο άλλοι αξιωματικοί αλληλοκοιτάζονταν, προσπαθώντας να καταλάβουν τι τους είχε πει ο Σέκερες και τι είχαν διαβάσει στο γράμμα του λοχαγού Χέγκεντους. Ένα άδειο χωριό. Μπαρούτι. Σπίτια που είχαν καεί. Αίματα. Νεκροί σε άθλια κατάσταση. Σφαγμένα σκυλιά και άλλα ζώα. Η πλειοψηφία των κατοίκων, όμως, αγνοείτο. Η ομάδα ζητούσε ενισχύσεις, το ταχύτερο δυνατό. Έπρεπε να γίνουν εκτεταμένες έρευνες στην γύρω περιοχή. Ο Ζαλάν είχε βουλιάξει στη θέση του, ενώ οι άλλοι δύο δεν ήξεραν τι να του πρωτοπούν.
Ο Σέκερες στεκόταν απέναντι από τους ανωτέρους του. Κουρασμένος από κάτω έως πάνω. Κυρίως, όμως, πνευματικά. Κατά βάθος, εκτός από τους αδικοχαμένους χωρικούς και τους συγγενείς τους, λυπόταν και για τους αξιωματικούς του. Ακόμα και για τον Ζαλάν. Η καριέρα τους θα είχε παρόμοια μοίρα με τις οικίες στο Μπραν. Κόποι τόσων χρόνων θα πήγαιναν στράφι. Είχαν κάνει τη μία μαλακία μετά την άλλη. Η κεντρική διοίκηση της πολιτοφυλακής στη Βουδαπέστη μπορεί να μην σκοτιζόταν σχεδόν καθόλου για πεθαμένα ζώα -εκτός αν υπήρχαν υποψίες για κάποια θανατηφόρα αρρώστια-, αλλά οι νεκροί άνθρωποι και τα κατεστραμμένα σπίτια τους ήταν αλλιώτικη περίπτωση. Ο περισσότερος κόσμος της Τρανσυλβανίας νόμιζε πως η Ουγγαρία δεν έδινε δεκάρα για αυτούς, αλλά έκαναν λάθος. Νοιάζονταν. Όπως νοιάζονταν και για κάθε άνθρωπο της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς ήταν ο καθαρά ανθρώπινος. Ένας άλλος, που μάλλον ήταν και ο πιο βασικός, είχε να κάνει με την αποτελεσματικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων και πώς αυτές θα φαίνονταν στους πιθανούς εχθρούς της Αυτοκρατορίας. Τα Επιτελεία δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να φανούν αδύναμα ή άχρηστα. Γιατί κάθε αποτυχία σε οποιονδήποτε τομέα θα είχε αντίκτυπο στο σύνολο. Και ο Σέκερες το ήξερε. Και ο Ζαλάν το ήξερε. Όλοι όσοι υπηρετούσαν σε μάχιμες μονάδες το ήξεραν. Κι επίσης, ήξεραν ότι κάθε αμέλεια, κάθε σφάλμα που είχε τέτοια αποτελέσματα θα είχε και αντίστοιχες συνέπειες για τους ιθύνοντες.
Με πιο απλά λόγια, όπως το σκέφτονταν, την είχαν γαμήσει.
Ο υπολοχαγός του Κέρσεν, σαν να ήταν πιότερο ένας δημοσιογράφος παρά ένας στρατιωτικός, στεκόταν παράμερα και κρατούσε τις δικές του σημειώσεις. Ήταν ανέκφραστος σαν να είχε ακούσει ένα πολύ κακό αστείο και προσπαθούσε να διατηρήσει την ψυχραιμία του.
Ο Ζαλάν δεν ήξερε ποιο από τα δύο ήταν χειρότερο: να είχε πάει σπίτι και να ακούει όλο το βράδυ τη γυναίκα του να απαγγέλει ποίηση ή να μάθει τα νέα που έφερε ο Σέκερες; Η υπόθεση είχε ξεφύγει από τον έλεγχο. Ο Κέρσεν είχε δίκιο. Η πολιτοφυλακή τα είχε κάνει μαντάρα. Υπό τη δική μου γαμημένη διοίκηση, τόνισε στον εαυτό του. Είχε απορίες. Όπως το πώς διάολο ένα κωλο-χώρι που δεν το θυμόταν κανένας είχε μετατραπεί σε σφαγείο; Πού στον γαμημένο μαύρο κόρακα είχαν πάει οι κάτοικοι που αγνοούνταν –οι οποίοι δεν ήταν πλέον μονάχα επτά, αλλά πάνω από σαράντα; Ή πού τους είχαν πάει; Και ποιοι; Ποιοι; ΠΟΙΟΙ; Και γιατί; Τι μπορεί να τους έφταιγαν μια χούφτα χωριάτες, για να τους κάνουν… τόσο κακό; Δεν μπορεί να ήταν τσιγγάνοι ή άλλοι χωριάτες. Όχι. Δεν το πίστευε ούτε κατά διάνοια. Κάποιοι άλλοι είχαν αναμειχθεί. Κάποιοι σατράπηδες. Τρελοί. Που τους άρεσε να βασανίζουν.
Ποιοι, όμως;
Στεφανία Βλαντιμιρέσκου: Είδαν βρικόλακες. Τους ίδιους που απήγαγαν τους συγχωριανούς μας.
Κι εγώ είδα στον ύπνο μου μαυροντυμένες μορφές.
Μπορεί να ήταν έτσι;
Γιατί όχι, διάολε; Τι άλλο μένει;
«Κύριε αντιστράτηγε» είπε ένας από τους αξιωματικούς «προτείνω να στείλουμε τώρα κι άλλη μονάδα. Ίσως μια διμοιρία τριάντα αντρών. Βαριά οπλισμένοι όλοι τους».
«Εγώ, κύριε αντιστράτηγε» είπε ο άλλος «λέω να ενημερώσουμε την εφημερίδα. Πρέπει να μαθευτεί. Κάποιος θα ξέρει κάτι και ίσως, αν δει το άρθρο στην εφημερίδα, να έρθει και να μας πει τι γίνεται».
Στεφανία: Το Μπρασώφ δεν είναι τόσο μακριά από το Μπραν, κύριε αντιστράτηγε. Όχι για αυτό το Κακό.
Αυτό του έλειπε. Να έχει και εδώ εξαφανίσεις που να ομοιάζουν με αυτές του Μπραν. Να γεμίσει το Μπρασώφ με νεκρούς, αποκεφαλισμένους ανθρώπους, καμένα σπίτια… Όχι! Κάτι τέτοιο θα σήμαινε το τέλος της καριέρας του. Οριστικό και αμετάκλητο. Υπήρχε το ενδεχόμενο να συμμαζέψει το χάλι που έγινε στο χωριό, αλλά μια πιθανή εξάπλωση του προβλήματος σε άλλες περιοχές θα ήταν καταστροφική. Θα ήταν άλλη μια απόδειξη για την ανικανότητα της πολιτοφυλακής και κατ’ επέκταση της Ουγγαρίας και της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας –ναι, έπρεπε να σκεφτεί και τους Αυστριακούς και τις άλλες κτήσεις που είχαν επιτευχθεί.
«Θα γίνουν όλα αυτά» είπε και σηκώθηκε. «Αλλά όχι τώρα. Προέχει κάτι άλλο. Θέλω να αποκλειστούν όλες οι είσοδοι προς την πόλη. Όποιος θέλει να έρθει στο Μπρασώφ θα ανακρίνεται και θα τον ψάχνουν για όπλα. Επίσης, οργανώστε μονάδες περιπολίας. Σε κάθε δρόμο. Δύο άντρες, το λιγότερο. Υπερωρίες για όλους μας». Κοίταξε τους αξιωματικούς του. «Τι κάθεστε; Πηγαίνετε. Ξεκινήστε».
Όταν εκείνοι έφυγαν, ο Ζαλάν στράφηκε προς τον υπολοχαγό του Κέρσεν. Παλιότερα, θα καταριόταν τον εαυτό του για αυτά που ετοιμαζόταν να πει. Αλλά οι συγκυρίες τα επέβαλλαν. Έπρεπε να περιοριστεί το Κακό κι αυτό θα το κατάφερναν όλοι μαζί. «Εσύ. Πες στον ανώτερό σου όσα αναφέρθηκαν εδώ. Και να τα μεταφέρει στο Evidenzbureau. Θα ενημερώσω κι εγώ το Επιτελείο στη Βουδαπέστη. Θέλω να έχω και εγώ ενημέρωση για ό,τι θα σας πουν από τη Βιέννη. Κάτι άλλο: θα στείλουμε εμείς τηλεγράφημα στις στρατιωτικές μονάδες μας στα σύνορα. Και όχι μόνο. Θα στείλουμε σε όλους. Για να προσέχουν. Δε χρειάζεται να το κάνετε εσείς. Πες του Κέρσεν, όμως, ότι θα χρειαστούμε και έμψυχο δυναμικό από το Δέκατο Πέμπτο». Έπιασε την πένα του και έγραψε εν τάχει μερικές αράδες σε ένα χαρτί. Ένα μικρό κείμενο που ουσιαστικά έδινε το ελεύθερο στη μονάδα του Κέρσεν να φυλάξει το Πουάνα Μπρασώφ, που τυπικά ήταν ευθύνη της πολιτοφυλακής. Το υπέγραψε και το έδωσε στον υπολοχαγό. «Ορίστε, δώσ’ του και αυτό. Μπορείς να πηγαίνεις».
Ο υπολοχαγός αποχώρισε.
«Κύριε αντιστράτηγε;» είπε ο Σέκερες.
«Ναι».
«Τι θα γίνει με τους άντρες μας στο Μπραν;»
Ο Ζαλάν έπιασε ένα άλλο φύλλο χαρτί και έγραψε όσα θα αναφέρονταν στο τηλεγράφημα. Το έδωσε στον Σέκερες. «Αυτή τη στιγμή, κοιτάμε να συμμαζέψουμε το χάλι, δεκανέα. Να μην εξαπλωθεί. Η ομάδα που έχουμε στο Μπραν αποτελείται από εκπαιδευμένους ένοπλους άντρες. Αν οποιοσδήποτε τα βάλει μαζί τους, θα βρει το μπελά του».
«Κύριε αντιστράτηγε, με όλο το σεβασμό, εγώ νομίζω…»
«Είσαι δεκανέας, Σέκερες, και εγώ ο αντιστράτηγος. Για μένα, δεν νομίζεις. Με υπακούς. Πήγαινε. Στείλε το τηλεγράφημα. Και μετά, βγες για περιπολία. Υπερωρίες για όλους μας».
Πριν βγει από το γραφείο ο Σέκερες, ο Ζαλάν του φώναξε «ΚΑΙ ΠΕΣ ΝΑ ΦΕΡΟΥΝ ΕΔΩ ΤΟΝ ΜΙΚΛΟΣ».
Μπραν
Στις έντεκα το βράδυ, περίπου μισή ώρα από τη στιγμή που τα νέα μαθεύονταν σε κάθε στρατιωτική μονάδα της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας που βρισκόταν στην κατεχόμενη περιοχή της Τρανσυλβανίας, ο εικοσιεπτάχρονος πολιτοφύλακας Σάλαϊ, πατέρας ενός μωρού που μεγάλωνε στην κοιλιά της γυναίκας του, που είχε αναλάβει τη βάρδια έντεκα με μία στο σπίτι των Μαρτινέσκου, άκουσε πρώτα μερικά χλιμιντρίσματα και έπειτα κάτι βαρύ να πέφτει στο χιονισμένο έδαφος. Σκέφτηκε μήπως είχε πιει πολύ από τη βότκα -ποιος να ήταν τέτοια ώρα, άλλωστε;-, οπότε περίμενε λίγο.
Όμως, κάτι άκουσε και πάλι, αν και ήταν διαφορετικός ήχος. Έμοιαζε με σύρσιμο και συνομιλία. Ποιοι να τα έλεγαν, όμως; Τι, είχαν βγει συνάδελφοί του από τα άλλα σπίτια; Γιατί να έκαναν κάτι τέτοιο; Έτσι και τους έπαιρναν χαμπάρι ο λοχαγός ή ο λοχίας, θα την είχαν άσχημα. Έπρεπε να τους υπενθυμίσει τις εντολές του Χέγκεντους. Τις είχαν ξεχάσει, οι ανόητοι.
Άνοιξε την πόρτα, με ένα φανάρι στο χέρι. Έκανε δυο βήματα. Κοίταξε αριστερά. Κανείς. Κοίταξε δεξιά. Είδε τα άλογα να κείτονται στο έδαφος. Ακίνητα. Παραξενεύτηκε. Μετά, είδε ένα κάρο, γύρω από το οποίο ήταν μαζεμένες μαυροντυμένες φιγούρες. Που άναβαν δαυλούς.
«Τι;» αναρωτήθηκε.
Αλλά δεν πρόλαβε να φωνάξει ή να ρίξει στον αέρα, γιατί κάποιος τον άρπαξε από το σβέρκο και του έκοψε το λαιμό.
Ο τριαντάχρονος πολιτοφύλακας Φαραγκόου, πατέρας τριών παιδιών -εκ των οποίων το ένα ήταν κατάκοιτο, με σοβαρή αναπηρία των άκρων-, που κρατούσε σκοπιά στο σπίτι των Οσμοκέσκου σε αυτό, δηλαδή, που έμεναν ο Χέγκεντους και ο Μπόντναρ-, άκουγε κάτι παράξενους ήχους, σαν να έσερνε κάποιος ένα βαρύ αντικείμενο. Δεν ήταν σίγουρος, αλλά του φάνηκε πως το άκουσε από τον κεντρικό δρόμο. Έπιασε το Μάνλιντσερ και πλησίασε το σπασμένο παράθυρο της κουζίνας, που ήταν καλυμμένο με μια τάβλα από το τραπέζι. Έστησε αυτί. Πέρασε σχεδόν ένα ολόκληρο λεπτό, χωρίς να γίνει κάτι.
Ήταν έτοιμος να γυρίσει και να επιστρέψει στο πόστο του, όταν το ξανάκουσε. Αυτή τη φορά, θα έπαιρνε όρκο. Δεν ήταν μέσα από το σπίτι -έτσι κι αλλιώς, οι άλλοι κοιμόντουσαν-, αλλά απέξω. Ποιος να σεργιάνιζε, άραγε;
Έπιασε το πόμολο της πόρτας, αλλά δεν το γύρισε. Κοίταξε προς το εσωτερικό του σπιτιού. Αν έβγαινε, θα παρενέβαινε τις διαταγές. Αλλά, αν δεν το έκανε, θα ζούσε μες στην αμφιβολία. Κάτι που δεν του άρεσε. Γιατί του υπενθύμιζε τον γιο του, για το μέλλον του οποίου οι γιατροί δεν ήξεραν τι να πουν.
Ήταν έτοιμος να ανοίξει, όταν η πόρτα διαλύθηκε προς τα μέσα, έπεσε πάνω του, ενώ λίγο πιο πέρα σύρθηκε το πτώμα του Σάλαϊ, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί ως πολιορκητικός κριός. Το επόμενο δευτερόλεπτο, έπεσε μέσα στο σπίτι και ο αναμμένος δαυλός.
Στο σπίτι των Καρατζιάλε, οι πολιτοφύλακες Έγκιεντ και Κάτονα, ο μεν αρραβωνιασμένος και ο δε παντρεμένος που περίμενε μαζί με τη γυναίκα του το τέταρτο παιδί τους, τα έλεγαν -ο Κάτονα ήταν να κοιμάται, αλλά δεν το μπορούσε, είχε άγχος-, όταν άκουσαν ουρλιαχτά και πυροβολισμούς και φώναξαν στους άλλους ότι κάτι συνέβαινε. Αμέσως, οι άλλοι δύο συνάδελφοί τους, αγουροξυπνημένοι, φορώντας όπως-όπως τα ρούχα τους και οπλίζοντας τα Μάνλιντσερ, ήρθαν και όλοι μαζί βγήκαν στο σκοτάδι του Μπραν, για να συναντήσουν τη μοίρα τους.
Μόνο ο Χέγκεντους κράτησε λίγο παραπάνω από τους άλλους. Κι αυτό γιατί έτυχε να συναπαντηθεί με τη Ρεβέκκα. Που τη ρώτησε ποιος έκανε κουμάντο και εκείνη του είπε πως αυτή είχε τα ηνία. Ο Χέγκεντους, ακόμα τρομαγμένος από τη φρίκη του να βλέπει τόσο χλομούς ανθρώπους να έχουν σκυλίσια δόντια και να δαγκώνουν άλλους -τους πολιτοφύλακές του-, της είπε «Τελικά, είστε ζώα. Αλλά το χειρότερο είδος που έχω γνωρίσει». Κι έβγαλε μια κραυγή και της επιτέθηκε με το σπαθί του. Η Ρεβέκκα -που έδωσε εντολή στους άλλους ομοίους της να κάνουν στην άκρη- απέφυγε με ευκολία τα περισσότερα χτυπήματά του, όμως κάποιες αγκωνιές και γροθιές την έκαναν να μορφάσει. Ο λοχαγός, από τη μεριά του, είδε κάποια στιγμή το όπλο του να πέφτει μακριά, οπότε όρμησε με γυμνά χέρια. Κατάφερε μερικές ξεγυρισμένες γροθιές στο πρόσωπο και την κοιλιά της Ρεβέκκα, αλλά βλέποντάς την να χαμογελάει, θορυβήθηκε για τα καλά. Έπειτα, δοκίμασε άλλη τακτική. Διαπίστωσε κάτι που οι βρικόλακες δεν το ήξεραν: ήταν πολύ εύκολο να τους σηκώσεις στον αέρα και να τους πετάξεις σε μεγάλη απόσταση. Το σώμα της φάνηκε στον Χέγκεντους σαν να είχε το βάρος ενός μωρού. Προς στιγμήν, νόμισε πως θα την ξεπάστρευε, αλλά όταν την είδε να πετάει και μετά να έρχεται κατά πάνω του, κατάλαβε το λάθος του. Πρόλαβε μόνο να καλύψει το κεφάλι του, αλλά έτσι κι αλλιώς η Ρεβέκκα στόχευε στο λαιμό του.
Οι βρικόλακες αποχώρισαν έχοντας χάσει ένα μέλος της ομάδας τους, τον Ράζβαν, τον πατέρα του Μιρόν, ο οποίος, όταν επιτέθηκε στον λοχία Μπόντναρ, ο τελευταίος τον μαχαίρωσε στην καρδιά, κάνοντάς τον σκόνη. Όμως, δεν ανησυχούσαν, γιατί είχαν προσθέσει στις τάξεις τους οκτώ νέους. Κατώτερους, φυσικά, από την Ρεβέκκα, τον Νικολάι, το Βασίλι και την Ροζάλια. Αλλά ήταν σημαντικές προσθήκες. Θα τους βοηθούσαν όταν θα πήγαιναν να βρουν αλλού θύματα, σε άλλα μέρη.
Έφυγαν.
Αλλά άφησαν κάποιον πίσω τους.
2 Μαρτίου 1897
Βουδαπέστη, Ουγγαρία
Τα φαντάσματα υπήρχαν, κατά τον πατέρα του, και ο Φάμπιαν Άσπελ «κυριευόταν» από μια συγκεκριμένη οπτασία, που ερχόταν στον ύπνο του και απειλούσε να τον κάνει να χάσει κάθε ψήγμα πνευματικής διαύγειας που είχε. Ήταν ένα ον, γυναίκα ή άντρας, δύσκολο να καταλάβει, που είχε θολά μάτια και φορούσε μαύρο μανδύα. Ερχόταν στο διαμέρισμα που έμενε αυτός με τη γυναίκα και την κόρη του. Ο Φάμπιαν ξυπνούσε και έβλεπε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας να ανοίγει μια πιθαμή και κάτι να εξαφανίζεται, αφήνοντας να φαίνεται ο τοίχος του διαδρόμου. Εκείνος έριχνε μια ματιά στην Έμιλυ, που κοιμόταν κάτω από τη βαριά κουβέρτα, ελεύθερη από εφιάλτες –τουλάχιστον, έτσι ήλπιζε ο ίδιος.
Αυτός σηκωνόταν. Φορούσε τα πασούμια του, έπαιρνε ένα κερί και το πιστόλι του και προχωρούσε. Κοιτούσε τη ντουλάπα με τα ρούχα, διερωτώμενος αν θα χρειαζόταν τη δίκαννη καραμπίνα του πατέρα του -ένα κειμήλιο με τεράστια συναισθηματική αξία για τον Φάμπιαν-, και, αφού έβαζε το πιστόλι στην τσέπη του παντελονιού του, την ξεκρέμαγε, της έβαζε δυο σκάγια και έφευγε. Άνοιγε την πόρτα, την έκλεινε και περπατούσε όσο πιο αθόρυβα του ήταν δυνατό. Που δεν ήταν ό,τι πιο εύκολο, γιατί ο Φάμπιαν ήταν κοντά δύο μέτρα και κουβαλούσε εκατό κιλά. Η εκπαίδευσή του βοηθούσε ως προς το να έχει υπομονή και να κινείται με μέθοδο. Αλλά αυτές οι συμβουλές ήταν για την πραγματική ζωή και για πραγματικούς εχθρούς. Ανθρώπους. Κατά βάση. Σίγουρα, όχι για φαντάσματα. Όπως και να είχε, όμως, αυτός συνέχιζε την πορεία του. Περνούσε τους δυο πίνακες ζωγραφικής, ένα έπιπλο σαν μεγάλο κομοδίνο, όπου είχαν μαχαιροπίρουνα και πιάτα και ένα επιπλέον πιστόλι (για ώρα ανάγκης), καθώς και την πόρτα που έβγαζε από το διαμέρισμα προς τον κεντρικό διάδρομο της πολυκατοικίας τα άλλα διαμερίσματα και την μοναδική τουαλέτα, για την προτεραιότητα της οποίας συχνά γίνονταν «μάχες» από τους ενοίκους.
Έφτασε έξω από την κλειστή πόρτα του δωματίου της Ορέλια. Της δεκάχρονης κόρης που είχαν αποκτήσει με την Έμιλυ μετά από πολλά χρόνια προσπαθειών. Είχαν φτάσει πολύ κοντά στο να το πάρουν απόφαση ότι δεν θα έκαναν παιδί, όταν ένα βράδυ, η Έμιλυ είπε στον Φάμπιαν για την καθυστέρηση που είχε και για τους εμετούς -που την ταλαιπωρούσαν για μέρες, είναι η αλήθεια- και πως, ενώ εκείνος ήταν στη δουλειά, αυτή πήγε στον γιατρό, φοβούμενη για χίλια δυο πράγματα. Εκτός από το «προφανές». Που της το είπε ο ίδιος ο γιατρός, με ένα χαμόγελο, το οποίο δεν έφτανε ούτε στο ελάχιστο αυτό που χάρισε η Έμιλυ στον Φάμπιαν και ο Φάμπιαν στην Έμιλυ, όταν το έμαθε.
Από το εσωτερικό του δωματίου, άκουγε τα αναφιλητά της μικρής, τα οποία χαρακτηρίζονταν από δυσκολία στην αναπνοή και κλάμα και παρακαλετές προσευχές προς τον Θεό. Ο Φάμπιαν όπλιζε την καραμπίνα και έμπαινε μέσα και αντίκριζε την κόρη του, να έχει καλυφτεί από το μαύρο μανδύα του φαντάσματος. Δε φαίνονταν ούτε τα ξανθά μαλλιά της, ενώ το λευκό πρόσωπό της έλαμπε δυσοίωνα, με τα γαλάζια μάτια να σκουραίνουν σαν τον ουρανό που καλύπτεται από σύννεφα. Ο Φάμπιαν τότε, καθώς πλησίαζε και σημάδευε την κουκούλα του φαντάσματος -εκεί, δηλαδή, που υπέθετε ότι ήταν το πρόσωπό του-, θυμόταν την ημέρα που γέννησε η Έμιλυ στο νοσοκομείο της Βουδαπέστης. Αυτός περίμενε έξω από το θάλαμο, με τα ίδια ρούχα που φορούσε από το πρωί, όταν έφυγε για τη δουλειά. Νόμιζε ότι θα έπαιρνε όλη τη νύχτα, αλλά γύρω στη μία είδε τη μαία να βγαίνει, με την άσπρη στολή της λερωμένη σαν να είχε ιδρώσει. Του είχε πει ότι η γυναίκα του έκανε ένα κοριτσάκι, το οποίο σύντομα θα μπορούσε να το δει και ο ίδιος. Και ναι, ήταν και οι δύο καλά στην υγεία τους.
Ο Φάμπιαν πάντα πυροβολούσε το φάντασμα. Δύο βολές. Μπαμ-μπαμ. Πρώτα, όμως, καθησύχαζε την Ορέλια. Μην ανησυχείς, αγάπη μου, της έλεγε. Δεν θα αφήσω κανένα φάντασμα να σε βασανίσει. Ποτέ ξανά. Κι εκείνη σταματούσε το κλάμα και, όταν ο μαύρος μανδύας χανόταν από πάνω της, οι ανάσες της γίνονταν και πάλι φυσιολογικές. Πέταγε τα σκεπάσματά της και αγκάλιαζε τον πατέρα της. Ελεύθερη.
Δύο ριπές από ένα όπλο που, σύμφωνα με τον Αλεξάντερ Άσπελ, τον πατέρα του Φάμπιαν, είχε χρησιμοποιηθεί όντως απέναντι σε ένα αληθινό φάντασμα. Σε εκείνο που τον τυραννούσε (Εκεί. Εκεί. Πρόσεχε!) ενώ αυτός δούλευε στο σιδηροδρομικό σταθμό. Αρχικά, νόμιζε πως το φάντασμα ήταν κακό, αλλά, τελικά, όχι, δεν ήταν. Ήθελε να βοηθήσει, όχι να βλάψει. Αλλά ο Αλεξάντερ δεν μπορούσε να το ξέρει εξ αρχής.
Ο εφιάλτης τέλειωνε κάποια στιγμή και ο Φάμπιαν ξυπνούσε στον πραγματικό κόσμο. Όπως έγινε και τώρα, που άνοιξε τα μάτια του, ένιωσε τον πόνο στο σώμα του που είχε «ξεκουραστεί» σε μια εντελώς άβολη καρέκλα, και είδε την κόρη του. Ξαπλωμένη στο δωμάτιο του νοσοκομείου που είχε γεννηθεί μια φορά και έναν καιρό. Στον ύπνο του, ο Φάμπιαν πάντα την έσωζε από το ανύπαρκτο φάντασμα. Αλλά στον πραγματικό κόσμο, η καραμπίνα του δεν θα βοηθούσε με το εξίσου πραγματικό φάντασμα που είχε τυλίξει την Ορέλια στο μαύρο πέπλο του.
Ο Φάμπιαν μόρφασε και ανακάθισε και παραλίγο να του πέσει το βιβλίο από την αγκαλιά, αλλά το πρόφτασε. Το κράτησε και ένιωσε το βάρος της φαντασίας του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν που είχε συμπιεστεί σε ένα δερματόδετο ανάγνωσμα εξακοσίων σελίδων, με τον τίτλο Ο μολυβένιος στρατιώτης και άλλες ιστορίες. Ήταν το αγαπημένο της Ορέλια και ήθελε να της διαβάζουν ένα διήγημα ή και περισσότερα, ανάλογα την έκταση, κάθε βράδυ, πριν κοιμηθεί. Συνήθως, αυτό το αναλάμβανε η Έμιλυ, που είχε καλύτερη σχέση με τη λογοτεχνία απ’ όση είχε ο Φάμπιαν -ο οποίος δεν θυμόταν καν ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που είχε διαβάσει στην ζωή του, πριν αποκτήσουν την μικρή-, αλλά αφενός εκείνου του άρεσε να περνάει χρόνο με την κόρη του -πέραν όλων των άλλων λόγων, με το να είναι δίπλα της ένιωθε πως μπορούσε να την προστατεύσει από κάθε κακό, ακόμα και από αυτά που δεν ήταν δυνατό να τα αντιμετωπίσει ο ίδιος- και αφετέρου δεν γινόταν η Έμιλυ να είναι απίκο κάθε βράδυ. Δεν ήταν πια μια εικοσιπεντάχρονη κοπέλα, με ωραίο ξανθό μαλλί, λεπτή μέση και πρασινωπά μάτια, που είχαν κάνει τον Φάμπιαν να χάσει τη λαλιά του, όταν την πρωτοαντίκρισε προ αμνημονεύτων χρόνων. Αλλά, όπως εκείνος, έτσι και εκείνη είχε μπει στην τέταρτη δεκαετία της ζωής της. Οι αντοχές της στο να κοιμάται σε μια ξύλινη καρέκλα για όλο το βράδυ είχαν μειωθεί αισθητά. Βέβαια, σκεφτόταν ενίοτε ο Φάμπιαν και χαμογελούσε, αν η Έμιλυ ήταν να διαβάζει φανταστικές ιστορίες όλη τη νύχτα -και δη, στην Ορέλια-, θα παρέβλεπε κάθε ταλαιπώρια. Για κάποιο λόγο, η γυναίκα του υπεραγαπούσε τη λογοτεχνία. Συχνά πυκνά, δοκίμαζε να γράφει και η ίδια μικρές ιστορίες. Οι οποίες ήταν κάπως μακάβριες. Σαν αυτές που της άρεσε να διαβάζει για τον εαυτό της. Ή και στον Φάμπιαν, όταν ήθελε να τον φρικάρει. Μια φορά, ενώ η δίχρονη Ορέλια κοιμόταν -χωρίς προβλήματα ακόμα-, του είχε διαβάσει ένα διήγημα κάποιου αμερικανού, του Έντγκαρ Άλαν Πόε, για έναν τύπο που έχασε το μυαλό του και σκότωσε τα γατιά του και μετά τη γυναίκα του. Την οποία, για όνομα του Θεού, την έθαψε σε έναν τοίχο. Ο Φάμπιαν, που έχανε σταδιακά την όρεξή του, είχε σταματήσει να τρώει όταν άκουσε το φινάλε και για κάνα δυο βράδια μετά ψιλο-φοβόταν να κατέβει σε οποιοδήποτε υπόγειο, ενώ διερωτόταν πώς θα μπορούσε να έχει σκαρφιστεί αυτό το διήγημα όχι ο Πόε, αλλά γενικά, ο οποιοσδήποτε.
Η αγάπη της Έμιλυ για τέτοιες ιστορίες τού θύμιζε έναν παλιότερο Ολλανδό φίλο του, τον Μαρτίν Χόουνεχ, ο οποίος ήταν πιο ψηλός και ογκώδης από τον Φάμπιαν, ένας πραγματικά θεόρατος τύπος, που είχε παρόμοια γούστα. Είχε πει στον Φάμπιαν ότι έπρεπε να διευρύνει τους ορίζοντές του και να αρχίσει να βλέπει ότι υπήρχαν κι άλλα πράγματα, πέραν από τα φανερά. Πράγματα που δεν υπάκουαν σε νόμους της φύσης. Όντα και καταστάσεις που ανάγονταν σε ανώτερες δυνάμεις.
«Σαν τον Θεό;» είχε ρωτήσει ο Φάμπιαν την τελευταία φορά που συναπαντήθηκαν, σε ένα μπαρ του Άμστερνταμ.
«Ναι, μπορείς να το πεις κι έτσι. Κάποια φορά, θα σου μιλήσω για όσα έχω ανακαλύψει, φίλε μου. Δεν θα πιστεύεις στ’ αυτιά σου, αλλά οι αποδείξεις μου θα σε πείσουν».
Δυστυχώς, δεν είχαν ξαναβρεθεί έκτοτε, εδώ και τρία χρόνια περίπου. Ούτε είχε νέα του Χόουνεχ ο Φάμπιαν, παρά το ότι τον αναζήτησε στην Ολλανδία με γράμματα και πηγαίνοντας ο ίδιος εκεί, στα πλαίσια άλλης αποστολής, απλά σκέφτηκε να τα συνδυάσει. Το μόνο που είχε για τον θυμάται, με εξαίρεση τις λίγες κουβέντες που είχαν ανταλλάξει, ήταν ένα βιβλίο με τον τίτλο Καρμίλα. Η Έμιλυ, φυσικά, το λάτρεψε, αλλά ο Φάμπιαν το βρήκε «περίεργο». Η σχέση των πρωταγωνιστριών θύμιζε πιότερο ερωμένες παρά φίλες. Και, εν τω μεταξύ, η μία εκ των δύο δεν ήταν άνθρωπος, αλλά κάποιο άλλο είδος, που η Έμιλυ το αποκάλεσε «βαμπίρ» ή «βρικόλακας». Ο Χόουνεχ είχε γράψει και μια αφιέρωση στην πρώτη σελίδα:
Στον καλό μου φίλο, Φάμπιαν Άσπελ
Ο κόσμος είναι γεμάτος θαύματα, μα και κατάρες, αγαπητέ Φάμπιαν. Γεμάτος αγγέλους, και διαβόλους. Ποτέ δεν ξέρεις ποιος είναι τι. Όσο για μένα, μπορείς να με σκέφτεσαι ως ένα καλό φίλο που αναζητά τις αλήθειες αυτού του κόσμου.
Με εκτίμηση,
Μαρτίν Χόουνεχ
«Πολύ αξιόλογος αυτός ο φίλος σου, αγάπη μου» του είχε πει η Έμιλυ το βράδυ, όταν διάβασε μέχρι το τέλος την Καρμίλα. «Θα ήθελα να ανταλλάξουμε απόψεις για τους βρικόλακες και τις άλλες αλήθειες που αναζητάει».
«Εντάξει. Αν τον ξαναβρώ ποτέ, καμία αντίρρηση» είχε απαντήσει ο Φάμπιαν. «Αλλά εμένα να μη με υπολογίζετε. Δεν μου πολύ-αρέσουν τα… ό,τι είναι αυτά που ψάχνετε κι εσύ και ο Χόουνεχ. Προτιμώ να ασχολούμαι με τις αλήθειες των κατασκόπων».
Η Έμιλυ του είχε χαμογελάσει με κατεργαριά, κάτι που ο Φάμπιαν μπορούσε να ερμηνεύσει με δύο τρόπους. Ή η γυναίκα του θα του διάβαζε σύντομα κάποια ιστορία φρίκης. Ή ήθελε να συνεχίσουν την κουβέντα στο σκοτάδι και γυμνοί. Οπότε καταλαβαίνει κανείς πόσο χάρηκε που την είδε να σβήνει τα κεριά από τη δική της πλευρά.
Ευτυχώς, έλεγε στον εαυτό του, η Ορέλια δεν είχε αποκτήσει αυτό το χούι της μάνας της. Της άρεσε το διάβασμα, αλλά όχι οι φρικιαστικές ιστορίες. Δεν θα το άντεχε να είχε και τις δύο γυναίκες της ζωής του να διαβάζουν -ή, Θεός φυλάξει, και να γράφουν- ιστορίες τρόμου. Πόσα να αντέξει ένας άνθρωπος, δηλαδή;
Το δωμάτιο του νοσοκομείου δεν είχε φωτιστεί ακόμα. Ο Φάμπιαν έξυσε το κεφάλι του, προσπαθώντας να βάλει σε μια σειρά τα λίγα καστανά μαλλιά που του είχαν απομείνει. Μετά, σηκώθηκε, άφησε το βιβλίο στην καρέκλα και γύρεψε κάποιο φανάρι ή κερί, για να δει την ώρα. Βρήκε στο διάδρομο, έξω, που ήταν ήσυχος, άδειος από χρώματα και ανθρώπους, με εξαίρεση δυο νοσηλεύτριες που συζητούσαν λίγα μέτρα παραπέρα. Τον είδαν και τις χαιρέτισε και του ανταπέδωσαν. Έλεγξε το παλιό ρολόι τσέπης του πατέρα του. Ήταν ένα ασημένιο Watcher’s View, κλασικό για όσους δούλευαν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς. Ο Αλεξάντερ Άσπελ, κάποτε σηματωρός σε σταθμό της Αγγλίας για πάνω από δεκαπέντε χρόνια, το είχε περάσει στο γιλέκο του, ενώ ο Φάμπιαν προτιμούσε να το έχει στη ζώνη του. Απ’ όσο ήξερε, το ρολόι ήταν ακριβό. Η μακαρίτισσα η μάνα του, η Ίζαμπελ, είχε δώσει διακόσιες λίρες για να το πάρει δώρο στον Αλεξάντερ. Ένας θεός ξέρει πόσο καιρό μάζευε αυτά τα χρήματα.
Σύμφωνα με το ρολόι, η ώρα ήταν έξι. Ο Φάμπιαν δεν είχε κοιμηθεί ούτε τέσσερις ώρες. Μέχρι τη μία και μισή, περίπου, ή που διάβαζε στην μικρή ή που συζητούσαν. Εκείνη τον ρωτούσε για τη δουλειά και για το σχολείο, στο οποίο ήθελε να γυρίσει. Αναφορικά με το δεύτερο, της έλεγε ότι κι εκείνος θα το ήθελε πολύ να την πηγαίνει ξανά, καθώς θα πήγαινε στο γραφείο του.
Έτσι της το ανέφερε πάντα. Το γραφείο του. Δεν μπορούσε να λέει πολλά για την εργασία του, για λόγους ασφαλείας –της οικογένειάς του και της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Ο Φάμπιαν Άσπελ, σαράντα ενός ετών, καταγόταν από την Αυστρία, αν και είχε γεννηθεί στο Λονδίνο. Είχε υπηρετήσει για πέντε χρόνια στην Βασιλική Χωροφυλακή, σε τομέα του πεζικού, αρχικά ως υπολοχαγός και έπειτα σαν λοχαγός, μέχρι που κλήθηκε να μετατεθεί στην Στρατιωτική Αντικατασκοπία της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, ήτοι στο Evidenzbureau. Ήταν εκείνη η περίοδος μετά τις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις του ’67, όπου οι στρατιωτικές μονάδες, και δη οι κοινές τους, «αποδυναμώνονταν» όσον αφορά τη χρηματοδότηση, ενώ παράλληλα θέριευαν οι φήμες ότι ξένες χώρες προσέβλεπαν ότι σε έναν πιθανό πόλεμο η Αυτοκρατορία δεν θα τα κατάφερνε. Οπότε, για να διαχειριστούν καλύτερα τη ροή (και, κυρίως, τη διαρροή) πληροφοριών, έδωσαν το ελεύθερο στην Αντικατασκοπεία να αρχίσει να προσλαμβάνει αξιωματικούς και υπαξιωματικούς –μέχρι να την παρατήσουν στη μοίρα της, δηλαδή. Πλέον, ο Φάμπιαν ήταν ταγματάρχης στον τοπικό σταθμό της Βουδαπέστης, με δικό του γραφείο, στο οποίο είχε δύο βοηθούς, τον λοχαγό Θίοντορ Βολφ και τον επιλοχία Τζόνας Ράινχελ. Ασχολιόταν με υποθέσεις που αφορούσαν κυρίως τις περιοχές της Τρανσυλβανίας και της Κροατίας. Συνήθως, δεν είχε πολλή δουλειά, κι αυτό οφειλόταν στο ότι και τα δύο βασίλεια που είχαν συγχωνευθεί έδιναν μικρή σημασία στο Evidenzbureau. Περίμεναν αποτελέσματα, αλλά για να το ενισχύσουν με προσωπικό και με λεφτά, ούτε λόγος. Οπότε όλοι οι πράκτορες, ανεξαρτήτου βαθμίδας, ήταν υποχρεωμένοι να τρέχουν και να μη φτάνουν. Με κάποιες εξαιρέσεις, φυσικά. Όπως ήταν πχ ο στρατηγός Ζολτ Ορμπάν, ο τοπικός διοικητής του Φάμπιαν. Ο οποίος έμενε στο γραφείο του, ενώ οι άλλοι έτρεχαν σε κάθε νέα υπόθεση. Για να ξεκουβαληθεί από το κτίριο των οδών Κίραϊ και Κις Ντιόφα, έπρεπε να έρθει απόσπασμα από τη Βιέννη. Ή ο βασιλιάς της Ουγγαρίας. Ο Ορμπάν, γενικά, ήταν ο τύπος του κλασικού καραβανά, που θέλει άλλοι να του κάνουν όλες τις αγγαρείες και να παίρνει αυτός τα εύσημα. Επίσης, σαν ένας ακόμη Ούγγρος που δε γουστάρει τους ξένους, είχε κι αυτός την γνώμη ότι η Αυτοκρατορία ήταν ένα λάθος και πως η Ουγγαρία έπρεπε να ανεξαρτητοποιηθεί και πάλι. Αλλά δεν το διατυμπάνιζε κιόλας, γιατί μπορεί να έχανε τη θέση του.
Ο Φάμπιαν χαμογέλασε, όταν είδε από μακριά την Έμιλυ να έρχεται σχεδόν τροχάδην. Φορούσε μαύρες μπότες, γκρι μακριά φούστα, άσπρο πουκάμισο και πανωφόρι, ενώ τα μαλλιά της τα είχε καλυμμένα με ένα ανοιχτόχρωμο καπέλο. Στην αγκαλιά της, είχε ένα μπόγο. Ίσως με ρούχα ή τρόφιμα. Σίγουρα όχι με ένα από τα αγαπημένα της βιβλία. Όταν ήταν με την Ορέλια, η Έμιλυ δεν είχε κανένα πρόβλημα να διαβάσει ξανά και ξανά τις ιστορίες του Άντερσεν, που έτσι κι αλλιώς ήταν διαποτισμένες με φαντασία. Πέρασε κοντά από τις νοσοκόμες, χαιρετώντας τες, και πλησίασε τον άντρα της. «Καλημέρα» είπαν και φιλήθηκαν. Η Έμιλυ ήταν αρκετά κοντύτερη του Φάμπιαν, αλλά και ο μοναδικός άνθρωπος που εκείνος αδυνατούσε να κοροϊδέψει, παρά το ότι τα ψέματα ήταν μέρος της δουλειάς του. Άπαξ και η κυρία Άσπελ (το γένος Μπούεγ) το αποφάσιζε, ο Φάμπιαν θα της παρέδιδε ακόμα και τα ονόματα των πληροφοριοδοτών του.
Αλλά η Έμιλυ, βασιζόμενη σε όσα της έλεγε ο άντρας της για τη δουλειά του, δεν έδειχνε τόσο ενδιαφέρον για τα κατασκοπικά τερτίπια. Της φαίνονταν πολύ… πεζά. Χωρίς ιδιαίτερη φαντασία. Παρακολουθείς τον τάδε, τον ανακρίνεις, μπλα, μπλα, τον ρίχνεις σε κάνα κελί, αν το κρίνεις απαραίτητο. Άντε να ειδοποιήσεις τον υπουργό, το βασιλιά και τις μάχιμες μονάδες. Βαρετά πράγματα. Φυσικά, όμως, είχε και τον νου της μήπως πήγαινε να της κρύψει κάτι σημαντικό ο κύριος Άσπελ. Όπως, για παράδειγμα, το αν κινδύνευε περισσότερο απ’ ό,τι έλεγε. Τότε η Έμιλυ άλλαζε τακτική.
«Πώς είναι η Ορέλια;» τον ρώτησε τώρα. Η ανάσα της μύριζε καπνό. Κάτω από τα μάτια της είχε μαύρους κύκλους. Δεν είχε κοιμηθεί καλά. Όπως συνέβαινε πολλές φορές τα τελευταία έξι χρόνια. Η κόρη τους ήταν ευαίσθητη και αρρώσταινε συχνά, με πυρετό, βήχα, καταρροή και φταρνίσματα. Έτσι έλεγαν οι γιατροί που την είχαν εξετάσει σε Βουδαπέστη και Βιέννη. Ναι, η Έμιλυ είχε ζητήσει να δουν την Ορέλια και στην πατρίδα. Με την ελπίδα πως εκεί θα ήξεραν να τους πουν περισσότερα. Αλλά τους είπαν τα ίδια με τους Ούγγρους συναδέλφους τους. Πολλή ευαισθησία, μεγάλη προσοχή.
«Καλά. Καλά» της απάντησε ο Φάμπιαν. «Μιλήσαμε, διαβάσαμε. Απ’ ό,τι είπε ο δόκτωρ Μολνάρ, η κατάσταση της είναι σταθερή. Πέρασε γύρω στις δώδεκα. Τα είπαν, γέλασαν. Η μικρή τον συμπαθεί».
«Ωραία, ωραία». Η Έμιλυ κοίταξε τον Φάμπιαν, σαν να έψαχνε κάποιο τραύμα. «Και εσύ;»
«Ε, ξέρεις. Κουρασμένος».
«Ναι… Να σου πω, κάτω σε περιμένει ο λοχαγός Βολφ. Συναπαντηθήκαμε στην είσοδο. Λέει πως έχει κάτι επείγον να σου πει».
«Αλήθεια; Πώς και δεν ανέβηκε;»
«Του είπα ότι δε χρειαζόταν. Αφού ερχόμουν που ερχόμουν εγώ, γιατί να τον ταλαιπωρήσουμε κι άλλο τον άνθρωπο; Άσε που δείχνει σαν να δούλευε όλη νύχτα στο γραφείο». Η Έμιλυ έδειξε τον Φάμπιαν. «Ενώ εσύ, κύριε Άσπελ, κοιμήθηκες και λιγάκι».
Ο Φάμπιαν πήγε να μιλήσει, αλλά εκείνη τον πρόλαβε «Μην! Μη διαμαρτυρηθείς σαν παιδάκι. Έχεις μεγαλώσει. Οπότε παραδέξου το. Κοιμήθηκες. Το ξέρουμε και οι δύο. Κύριε ταγματάρχη».
«Ένοχος» της χαμογέλασε και μπήκαν στο δωμάτιο.
Η Έμιλυ πήγε και φίλησε στο μέτωπο την Ορέλια και της χάιδεψε τα ξανθά μαλλιά της, απλώνοντάς τα στο λευκό μαξιλάρι, ενώ ο Φάμπιαν στάθηκε κοντά στην άκρη του κρεβατιού. Αναστέναξε, σκεπτόμενος ότι το τελευταίο πράγμα που ήθελε να κάνει ήταν να μάθει τι είχε να του πει ο Βολφ. Τον οποίο συμπαθούσε πολύ, όπως και τον έτερο συνάδελφό τους, τον Ράινχελ -τους είχε ξεκαθαρίσει πως όταν ήταν μοναχοί τους δεν θα αποκαλούσαν ο ένας τον άλλο με το βαθμό που είχαν, αλλά με το μικρό τους όνομα ή με το επώνυμο. Αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Η κόρη του ήταν στο νοσοκομείο. Πού να βρει όρεξη για να τρέχει ξοπίσω από διπλούς πράκτορες ή να γυρέψει πληροφορίες; Ή, το βασικότερο όλων, πού να βρει τη διάθεση να δει τα μούτρα του ανωτέρου του, του Ορμπάν;
Όμως, όπως του είχε τονίσει και ο δόκτωρ Μολνάρ, το να έμενε εδώ δεν θα τον βοηθούσε. Ούτε την Ορέλια θα τη βοηθούσε. «Γιατί η κόρη σας ξέρει ότι πρέπει να δουλέψετε, κύριε Άσπελ. Επίσης, καταλαβαίνει ότι δεν σας κάνει καλό να είστε συνέχεια στο νοσοκομείο. Παρότι της αρέσει να σας έχει δίπλα της. Είναι προτιμότερο να λείπετε μερικές ώρες. Να κάνετε το καθήκον σας. Θα σας κάνει καλό, πιστέψτε με».
Και ναι, ο γιατρός είχε δίκιο. Το να αποχωρεί για λίγο ήταν ωφέλιμο για τον Φάμπιαν. Δεν ήξερε αν αυτό έλεγε κάτι «κακό» για τον ίδιο σαν πατέρα, αλλά ήταν υποχρεωμένος να το παραδεχτεί. Το να εργάζεται τον βοηθούσε μέσα του. Ξεχνιόταν. Έβλεπε ότι η ζωή συνεχιζόταν όπως και όταν ήταν καλά η Ορέλια. Κάτι που του άφηνε μια ελπίδα για το μέλλον. Αν και ο ίδιος είχε πει και ξαναπεί στον Μολνάρ ότι η κόρη του θα ζούσε πάση θυσία, τον παρηγορούσε που, κατά τα άλλα, τα πράγματα δεν είχαν αλλάξει (σε τεράστιο βαθμό). Οι μάχες συνεχίζονταν. Οι παρακολουθήσεις και οι ανακρίσεις, το ίδιο. Οι άνθρωποι δούλευαν. Η ώρα περνούσε. Και η Έμιλυ, αν και συνομήλικη του, παρέμενε πιο όμορφη απ’ ό,τι ήταν ο ίδιος.
Άρα, ο γιατρός ήξερε τι έλεγε. Σπουδαγμένος άνθρωπος, θα ήταν παράλογο να έλεγε μπαρούφες. Τουλάχιστον, σε ό,τι αφορούσε τον τομέα του. Όπως το έβλεπε ο Φάμπιαν, και η Έμιλυ ήξερε τι έλεγε. Παρότι δεν είχε σπουδάσει. Όμως, διάβαζε και έγραφε ιστορίες φαντασίας. Ή φρίκης. Κυρίως, φρίκης. Για κάποιο λόγο. Το οποίο οδηγούσε σε κάποιο συμπέρασμα που ο Φάμπιαν, που ούτε είχε σπουδάσει και ούτε διάβαζε ιδιαίτερα, δεν ήξερε ποιο ήταν, αλλά θα το έβρισκε κάποια στιγμή, πού θα του πήγαινε;
Η Ορέλια κινήθηκε κάτω από τα σκεπάσματα. Έβηξε και άνοιξε τα μάτια της. «Μαμά; Εσύ είσαι;» ρώτησε με τη βραχνή φωνή της.
«Ναι, καρδιά μου. Καλημέρα!»
«Καλημέρα! Πού είναι ο μπαμπάς;»
«Εδώ είμαι κι εγώ» πετάχτηκε ο Φάμπιαν και πήγε δίπλα στην γυναίκα του. Άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το μάγουλο της μικρής. Ήταν ζεστό, αλλά όχι πολύ ζεστό. Σχεδόν φυσιολογική κατάσταση. Και σταθερή. Σημαντική για κάποιον που ταλαιπωρούνταν από πνευμονία. Πόσω μάλλον για ένα παιδί. «Καλημέρα, Ορέλια!»
«Καλημέρα, μπαμπά!» Η Ορέλια τεντώθηκε, απλώνοντας τα λεπτά χέρια της προς το ταβάνι. Έβηξε ξανά. «Μπορώ να έχω λίγο νερό;»
«Ναι, σίγουρα» είπε η Έμιλυ και βρήκε την κανάτα με το νερό και γέμισε το ποτήρι της Ορέλια. Της το έφερε κοντά στο στόμα και η μικρή ήπιε. Μισοκλείνοντας τα μάτια της. Ο λαιμός της την ταλαιπωρούσε. Αλλά όχι πολύ. «Εντάξει;»
«Ναι, μαμά. Ευχαριστώ».
«Πώς νιώθεις;» ρώτησε ο Φάμπιαν.
«Καλά, μπαμπά». Έβαλε το χέρι της στην πλάτη. «Αλλά έχω ιδρώσει».
«Μην ανησυχείς, έφερα ένα νυχτικό» είπε η Έμιλυ και έπιασε το μπόγο. Κοίταξε τον Φάμπιαν. «Σε περιμένει ο λοχαγός, αγάπη. Μήπως να μην τον άφηνες να ξεπαγιάζει χωρίς λόγο;»
«Φυσικά». Ο Φάμπιαν είπε στην Ορέλια «Θα τα πούμε μετά, καλή μου, ναι;»
«Ναι, μπαμπά. Καλή δουλειά!»
«Ευχαριστώ». Την πλησίασε και τη φίλησε στο μέτωπο. Για μια στιγμή, ένιωσε την καρδιά του να σπαρταράει. Αλλά ηρέμησε την επόμενη στιγμή. Δεν ήθελε να καταλάβει η Ορέλια τη στενοχώρια του. Όχι περισσότερο απ’ ό,τι ήδη είχε καταλάβει, δηλαδή.
Μετά, έπιασε και ξαναφίλησε την Έμιλυ, αποχαιρετώντας την.
«Έχω ετοιμάσει λίγο φαγητό στο διαμέρισμα. Πέρνα να γευματίσεις». Ρούφηξε τη μύτη της. «Επίσης, κάνε ένα μπάνιο, κύριε ταγματάρχη. Σου χρειάζεται».
Ο Φάμπιαν γέλασε και το υποσχέθηκε.
Το περπάτημα ως το ισόγειο και την είσοδο του νοσοκομείου ήταν ένα μεσοδιάστημα που ούτε καν του έδωσε σημασία. Βρήκε τον Βολφ να στέκεται στις σκάλες, κοντά στα λουλούδια και το γκαζόν, και να καπνίζει. Έμοιαζε σαν να ήταν κάποιος που είχε κυριολεκτικά παγώσει στη θέση του. Ο ακόμα νυχτερινός ουρανός φαινόταν ασυννέφιαστος και το κρύο τσουχτερό. Άλλοι άνθρωποι, είτε με στολές νοσοκομείου είτε με πολιτικά ρούχα, περνούσαν χωρίς να τον κοιτάνε περισσότερο από μια δυο στιγμές. Έτσι κι αλλιώς, ήταν σαν αυτούς. Εμφανισιακά. Απλό σκουρόχρωμο κουστούμι, μαύρα παπούτσια και πανωφόρι. Κανείς δεν υποψιαζόταν πως είχε ταυτότητα στρατιωτικού και πιστόλι. Ο Βολφ ήταν σχεδόν ο μισός από τον Φάμπιαν, αλλά εξίσου ικανός στη δουλειά.
Με το που είδε τον ανώτερό του, βάρεσε προσοχή και παρουσιάστηκε. «Στις διαταγές σας, κύριε ταγματάρχη» ολοκλήρωσε το λογύδριο.
Ο Φάμπιαν αναστέναξε και του είπε «Βρε Βολφ, στο ’χω πει δεκάδες φορές. Άσε τις τυπικότητες. Όταν είμαστε οι δυο μας, ή και οι τρεις, όταν έχουμε και τον Ράινχελ στην παρέα, δεν θα μου απευθύνεστε στον πληθυντικό. Είναι περιττό».
«Μάλιστα, κύριε… Εεε, Φάμπιαν».
«Καλύτερα. Για πες, τι έγινε;» Πριν απαντήσει ο άλλος, του είπε «Έχεις άλλο τσιγάρο;»
«Ναι, φυσικά». Ο Βολφ του έδωσε και ένα σπίρτο, για να το ανάψει.
«Ευχαριστώ. Ξέρεις, η κυρία Άσπελ δεν θέλει να καπνίζουμε όταν είμαστε με την μικρή. Δεν της κάνει καλό».
«Φαντάζομαι πως θα έχει δίκιο. Δηλαδή, αν σκεφτούμε το πρόβλημα υγείας της Ορέλια».
«Φυσικά και έχει δίκιο, Βολφ. Τέλος πάντων. Τι ήθελες να μου πεις;»
«Α. Εμ… Ήρθε εντολή από την Βιέννη. Μαζί με αυτά τα τηλεγραφήματα, από το Μπρασώφ. Το ένα ήρθε χθες το απόγευμα και το άλλο αργά το βράδυ. Σκέφτηκα πως θα μπορούσαν να περιμένουν. Δεν ήθελα να…» Καθάρισε το λαιμό του. «Να έρθω εδώ νυχτιάτικα, να αναστατώσω εσένα και την κόρη σου, καταλαβαίνεις».
«Να ’σαι καλά, ρε Βολφ». Ο Φάμπιαν ένευσε και πήρε τα χαρτιά και τα διάβασε. Παραξενεύτηκε με όλα αυτά. «Τι στο καλό έγινε στο Μπραν;» ρώτησε. «Αίματα; Καμένα σπίτια; Ακέφαλο πτώμα; Νεκρά σκυλιά; Αγνοούμενοι χωρικοί;»
Ο Βολφ συμφώνησε πως ήταν πολύ αλλόκοτα και δυσάρεστα. «Πάντως, από τη Βιέννη θέλουν να ξεκινήσουμε άμεσα τις έρευνες. Φοβούνται για εμπλοκή ξένων στρατιωτών».
«Ναι, καταλαβαίνω».
«Και ο στρατηγός Ορμπάν το θέλει».
«Αυτό έλειπε».
«Βρήκα ήδη τα αρχεία μας για το Μπραν και το Μπρασώφ. Αλλά, επειδή δεν ήταν πολλά και κατατοπιστικά, έχω βγάλει κι άλλα, για άλλες κοντινές περιοχές, για να τα μελετήσουμε. Με μια πρώτη ματιά που τους έριξα, δε βρίσκω κάτι το αξιόλογο, που να δικαιολογεί τις ανησυχίες της Βιέννης».
Ο Φάμπιαν ένευσε. Ούτε ο ίδιος θυμόταν κάτι αντίστοιχο, αλλά καλό ήταν να το ξεψαχνίσουν το πράγμα. Δίπλωσε τα χαρτιά και τα έβαλε στην τσέπη του δικού του πανωφοριού. «Πήγαινε στο γραφείο, Βολφ. Κοιτάξτε τα με τον Ράινχελ. Ξανά και ξανά. Θα περάσω από το διαμέρισμα πρώτα και θα έρθω σε λίγο».
«Εντάξει».
Ο Φάμπιαν έβγαλε το πορτοφόλι του και ξεχώρισε μερικά ψιλά. «Πάρε τρεις καφέδες και τίποτα να φάμε».
«Μα δε χρειάζεται, θα…»
«Έλα, πάρε. Κέρασες τσιγάρο, κερνάω τον καφέ».
«Μα…»
«Θα κεράσεις άλλη φορά τον καφέ. Ή εσύ ή ο Ράινχελ. Έλα, μην καθυστερούμε περισσότερο. Πάρε τα λεφτά και πήγαινε. Θα σας βρω αργότερα».
Έτσι και έκαναν.
——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/anastkom/
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/
