Η Νούλα, η πιο ευαίσθητη και καλοσυνάτη της οικογένειας, σήκωνε το βάρος όλων στις πλάτες της. Έτσι έμαθε, έτσι έκανε. Ούτε και αναλογίστηκε ποτέ το πώς και το γιατί. Απλά θριάμβευε ως πρωταγωνίστρια στο ρόλο που της είχε ανατεθεί στη διανομή. Η κατοχή είχε τελειώσει, τα χρήματα λιγοστά και μετά βίας είχαν ένα πιάτο φαΐ στο τραπέζι. Δεν υπήρχε επιλογή, έτσι εκείνο το πρώτο Σαββάτο του Οκτώβρη, γέμισε την άσπρη, δερμάτινη βαλιτσούλα με τα λιγοστά υπάρχοντά της και έφυγε για την πόλη να γυρέψει την τύχη της ως εσωτερική στο σπίτι της κυρά Φρόσως. Δουλευταρού και καθαρή όπως ήταν στη δουλειά της, άρχισαν να τη ζητάνε και σε άλλα σπίτια στα ρεπό της. Σε ένα από αυτά γνώρισε τον Παντελή. Ο γιος της κυρίας Μαρίας, κολλητή φίλη της κυρά Φρόσως.
Ο Παντελής λίγα χρόνια μεγαλύτερός της, καλοσυνάτος και ευγενικός, παιδί της πιάτσας έμαθε αργότερα. Η Νούλα έπεσε στα δίχτυα του με ανέλπιστη ευκολία, μιας και στα μάτια της φάνταζε η σωσίβια λέμβος της από τις τόσες δουλειές που είχε επωμιστεί. Ήταν ο πρίγκιπάς της, η έξοδος διαφυγής της, η λύτρωση για το δικό της παραμύθι. Πού να φανταζόταν όμως ότι θα συναντούσε τον κακό τον λύκο στο διάβα της, απλά με διαφορετική όψη και μορφή…
Στην αρχή όλα κυλούσαν ομαλά, παντρεύτηκαν και είχαν μια φαινομενικά συνηθισμένη οικογενειακή ζωή, έτσι τουλάχιστον σχολίαζαν οι περισσότεροι. Δεν συμμεριζόταν την ίδια άποψη ο Παντελής, που άρχισε να βαριέται την Νούλα σιγά σιγά σεξουαλικά και όλα του έφταιγαν. Ήταν μαθημένος αλλιώς, στις γυναίκες της μιας νύχτας, σε εκείνη τη σαρκική απόλαυση που σε κάνει να νιώθεις «άντρας», που τα κάνεις όλα χωρίς αναστολές, σύμφωνα με τα γούστα και τις ορέξεις.
Δυσανασχετούσε, ήταν ανήσυχος για καιρό και με αφορμή τη στασιμότητα, την έπεισε και άρχισε να φέρνει ταινίες ερωτικού περιεχομένου στο σπίτι, στην αρχή τύπου ρομάντζο, τύπου “ελαφρό-ροκ” όπου της ζητούσε να αναπαριστούν τους ηθοποιούς με τον εκάστοτε ρόλο. Στην αρχή της Νούλας της άρεσε, δοκίμαζαν διάφορα, υπήρχε πλοκή, ποικιλία, εναλλαγή σκηνικού, κουστουμιών και στάσεων. Ένιωθε γοητευμένη, αφού την εκθείαζε συνεχώς για το πόσο καλά τα καταφέρνει και πόσο την αγαπούσε όταν εκπλήρωνε τις επιθυμίες του. Χαιρόταν που τον έβλεπε ευχαριστημένο. Ο Παντελής όμως δεν στάθηκε εκεί, πέρασε στο επόμενο επίπεδο φέρνοντας ταινίες πιο σκληροπυρηνικής πλοκής. Πρωταγωνιστές φυσικά ο ίδιος και η Νούλα, μόνο που έλειπαν οι κομπάρσοι. Δεν πέρασε καιρός και άρχισε να απαιτεί το έργο να παίζεται και με άλλους, είχε βαρεθεί την μονοτονία και το ολιγοπώλιο των δύο τους, δεν τον κάλυπτε πια. Η Νούλα φυσικά δεν ερωτήθει. Η Νούλα απλά εκτελούσε. Ίσως ένιωθε υποχρεωμένη, ίσως νόμιζε ότι θα είναι αρεστή ικανοποιώντας τις ορέξεις του, ίσως γιατί ήταν μακριά από όλους και όλα και δεν υπήρχε πιθανό σενάριο διαφυγής. Εγκλωβισμένη εκεί…
Τις νύχτες στο μπάνιο μετά από κάθε συνουσία σπάραζε με λυγμούς, έτριβε σκληρά το σώμα της να ξεπλύνει την αμαρτία και την ντροπή. Επέτρεπε στο τέρας να βγει για λίγο από μέσα της να ξεσπάσει, πριν να την κατασπαράξει ξανά ολοκληρωτικά παρέα με τις διαλυμένες ελπίδες. Ο ήχος από το ντους έπνιγε τις κραυγές της από τον πόνο και την αηδία.
Η εγκυμοσύνη ήρθε απρόσμενα, δεν το περίμενε, δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να κλάψει. Ο Παντελής αυτή τη φορά το επέτρεψε. Έλπιζε ότι ο ερχομός του νέου μέλους της οικογένειας θα άλλαζε τα δρώμενα και τη ζωή που τόσο είχε ονειρευτεί ίσως και να την ζούσε. Έλπιζε…
Ευτυχώς όλα πήγαν καλά, ευτυχώς γέννησε ένα υγιέστατο κοριτσάκι, ευτυχώς. Μόλις είδε εκείνα τα αμυγδαλωτά καστανά ματάκια, ξέχασε μονομιάς όλες εκείνες τις εκτρώσεις που της είχε επιβάλλει να κάνει κατά καιρούς. Ξέχασε τον σπαραγμό και τους λυγμούς για κάθε ψυχή που είχε απομακρυνθεί με τη βία από μέσα της. Ξέχασε και εκείνη την τελευταία φορά, που την έσυρε σε εκείνο τον μπακαλογιατρό που την ανέλαβε για τριάντα αργύρια αφού κανείς άλλος δεν δεχόταν να της κάνει άλλη μια διακοπή κύησης. Ξέχασε που την έδεσαν χειροπόδαρα, χωρίς αναισθησία και της άρπαξαν για άλλη μια φορά ό,τι πιο πολύτιμο είχε. Τα ξέχασε όλα αυτά… προς στιγμήν.
Ο Παντελής καμάρωνε, ήταν άλλωστε τώρα άντρας με την βούλα, είχε απόγονο, είχε μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά. Και η Νούλα προς στιγμήν είχε λίγο ηρεμήσει. Παρά τα όσα συνέχιζε να βιώνει, είχε αφοσιωθεί στο παιδί της, στην ελπίδα της, στο καταφύγιό της. Στα μάτια του παιδιού της έβλεπε το μέλλον, την αγάπη, την ανακούφιση, το λιμάνι για τη πονεμένη της ψυχής.
Κάποιες στιγμές όμως έρχονται απρόσκλητα, κατσικώνονται με βία και αλλάζουν με έτσι θέλω όλο το ρου της ιστορίας, όλο σου το είναι. Διαλύουν τα πάντα στο πέρασμά τους, επιτρέπουν στο αγρίμι που έχεις μέσα σου να ξυπνήσει και να κατασπαράξει τα πάντα, σάρκα, ψυχή, καρδιά. Εκείνες τις στιγμές που νιώθεις ότι το μυαλό σου θα εκραγεί και η λάβα του θα κάψει τα πάντα στο διάβα του. Εκείνες τις στιγμές που συνειδητοποιείς τη φύση σου, εκείνη του εν δυνάμει δολοφόνου….
Ένα βράδυ συνηθισμένο σαν όλα τα άλλα, τίποτα δεν διαμήνυε τι επρόκειτο να συμβεί. Ο Παντελής γύρισε την κλασική ώρα, έφαγε και άραξε στην τηλεόραση. Το κοριτσάκι τους ήταν ασυνήθιστα ανήσυχο, έτσι η Νούλα το πήρε μαζί της στο κρεβάτι για να μπορεί να το προσέχει αλλά και να το νιώθει κοντά της. Είχαν αποκοιμηθεί. Μες τη νυχτιά σαν να ένιωσε κάτι ανεπαίσθητο να την ακουμπάει, ξανακοιμήθηκε, μάλλον η ιδέα της ήταν. Κάτι σαν να την χάιδεψε. «Δεν είναι η βάρβαρη και σαγρέ αφή του Παντελή» αναλογίστηκε με την λίγη συνείδηση που είχε από τον ονειρικό κόσμο στον πραγματικό. Ένιωσε το χέρι του, δεν ακουμπούσε την ίδια όμως. Ευτυχώς ξύπνησε αμέσως. Άνοιξε δειλά τα βλέφαρά της για να αντιμετωπίσει αυτό που καμία μάνα δεν εύχεται ποτέ να συμβεί. Ράγισε ο κόσμος…
Είναι η στιγμή που ισορροπείς μεταξύ λογικής και τρέλας, είναι η στιγμή που γκρεμίζεται όλο σου το είναι, που αιμορραγείς και όλα τα θραύσματα πληγώνουν ασταμάτητα το κορμί και την ψυχή σου. Είναι η στιγμή που βγαίνει το φονικό ένστικτο για να αποδοθεί δικαιοσύνη, αλλά βλέπεις το μωρό στην αγκαλιά σου και δεν ξέρεις ποιος θα το φροντίσει, αν εσύ χαθείς ή μπεις φυλακή. Είναι η στιγμή που δεν υπάρχουν λόγια, μόνο ατελείωτος πόνος και σπαραγμός. Είναι εκείνη η στιγμή που δεν πιστεύεις τα ίδια σου τα μάτια, τον ίδιο σου τον εαυτό, που στέκεσαι απλά ακίνητη και χαμένη και ελπίζεις να βρεθεί κάποιος να σε ξυπνήσει από τον εφιάλτη που ζεις. Ελπίζεις, ελπίζεις, δεν έρχεται όμως κανείς… δεν είναι όνειρο, είναι πραγματικότητα… το ουρλιαχτό της έσκισε την νύχτα.
Ένιωσε το δάγκωμα της Νούλας στο χέρι του, την κραυγή της στα αυτιά του, άρπαξε το παιδί και βγήκε στην βροχή για να ξεπλύνει την αμαρτία. Χάθηκε μες τη νύχτα, σφίγγοντάς το στην αγκαλιά της να το προφυλάξει από την ίδια, από τον ίδιο του τον πατέρα, από τις επιλογές της, τις τύψεις και τις ενοχές της. Ο Παντελής, γύρισε πλευρό ατάραχος και συνέχισε τον ύπνο του δικαίου, πού θα πήγαιναν άλλωστε, δεν είχαν πού να πάνε..
Το ξημέρωμα την βρήκε σε ένα τσιμεντένιο πεζούλι. Ξύπνησε από το κλάμα της κόρης της, τελικά δεν ήταν όνειρο, κρύωνε το σώμα και η ψυχή της. Ήθελε να φύγει να εξαφανιστεί, ήταν μακριά πια, δεν είχε κανέναν, ούτε χρήματα, ούτε βοήθεια, μόνο τον εαυτό της και αυτό το πλασματάκι που έκρυβε στην αγκαλιά της και της έδινε δύναμη να ζει και να παλεύει.
Γύρισε σπίτι τρεκλίζοντας από την πάλη μέσα της, τραμπάλα ανάμεσα στα θέλω και τα πρέπει, ανάμεσα στο σωστό και το λάθος, ανάμεσα στην ζωή και τον θάνατο, δεν είχε όμως επιλογή, τουλάχιστον για την ώρα..
Ο Παντελής εννοείται δεν ανέφερε τίποτα. Αλώστε τι μπορείς να περιγράψεις με τις λέξεις; Οι επόμενες μέρες κύλησαν φαινομενικά σχετικά ήρεμα, μέχρι εκείνο το πρωί. Τον περίμενε να φύγει για δουλειά, έφτιαξε βιαστικά εκείνη την άσπρη, δερμάτινη βαλιτσούλα, πήρε την κόρη της αγκαλιά και εξαφανίστηκε. Είχε σχεδιάσει την απόδρασή της μέρες τώρα, είχε αποφασίσει να μιλήσει στα αδέρφια της και θα την περίμεναν στο αεροδρόμιο..
Δεν τόλμησε καν να γυρίσει πίσω να κοιτάξει, οι αναμνήσεις και τα πειστήρια θάφτηκαν εκεί μαζί με το έγκλημα. Αφουγκράστηκε τη σιωπή πριν το τέλος! Άνοιξε το σεντούκι, τακτοποίησε όλες τις αναμνήσεις, στοίβαξε τα κατακρεουργημένα συναισθήματα και έδωσε το κλειδί στη λήθη.
Μόνο εκείνη η άσπρη, δερμάτινη βαλιτσούλα θαμμένη στο πατάρι έμεινε να της θυμίζει τον εφιάλτη που έζησε..
Stella
