Φυλάξου από την γλύκα των πραγμάτων

– Τη ζωή τη δική μου, δεν θα την κρίνεις εσύ μυξιάρικο! Μ’ ακούς; Αν δεν έχεις ζήσει αυτά που έζησα εγώ, αυτά που πέρασα και ξεπέρασα ή δεν ξεπέρασα κι ακόμα ξεματώνω από τις πληγές που δεν κλείνουν, δεν θα μιλάς! του πέταξε με το στήθος της ν’ ανεβοκατεβαίνει από αγανάκτηση και με χείλια σφιγμένα, σε απόσταση αναπνοής από τα δικά του.

Ντρεπόταν που είχε έρθει σ αυτό το σημείο… Πιο πολύ ντρεπόταν που την είχε φέρει αυτός σ’ αυτήν την κατάσταση. «Αυτός που σε θυμώνει, μπορεί να σε ελέγχει». Με τα μάτια της να γυαλίζουν, με κόπο να κρατάει τα δάκρυα, αναμαλλιασμένη κι αναψοκοκκινισμένη. Εκείνη που ήταν πάντα μετρημένη, με την ζωή της πάνω σε χάρακα τραβηγμένη, πάντα κυρίαρχη του εαυτού και των αντιδράσεών της. Κι ύστερα η θέση της… Πώς επέτρεψε να την «χειριστεί» έτσι ένας αυθάδης πιτσιρίκος; Τι κουμπιά πάτησε; Τι βλέπει μέσα της που οι άλλοι δεν έβλεπαν; Η μάλλον, τι τον άφησε να δει; Κι αυτή η σκέψη καρφώθηκε στο μυαλό της σαν ερώτηση που ζητούσε επιτακτικά μια απάντηση!

– Ok… γύρνα στην μίζερη ζωή σου! Άσε τα χρόνια να περνάνε! Κλείσου ζωντανή στην φυλακή σου και διώξε όποιον τολμά να σε πλησιάσει!
Κι ύστερα, πιο σιγά, σχεδόν με παράπονο.
– Δεν είσαι για τόσο λίγο εσύ, έχεις φλόγα μέσα σου…

Της φάνηκε πως την πλησίασε πιο πολύ, κάτι της έλεγαν τα μάτια του, κάτι ψιθύριζε το στόμα του, πέρα από τα λόγια που άρθρωνε. Όχι, παρανόηση της στιγμής. Κάτι θολώνει την κρίση της. Η ταραχή μάλλον…
– Ό,τι θέλω θα κάνω! Δεν δέχομαι συμβουλές από ένα νιάνιαρο! Δεν σου επιτρέπω, στην τελική!

Τον είδε να κάνει ένα βήμα πίσω και να αμφιταλαντεύεται προσπαθώντας να πάρει μια απόφαση. Το βλέμμα της, ακόμα να πετάει σπίθες. Εκμεταλλεύτηκε την στιγμή να τον παρατηρήσει πιο σωστά, να τον θαυμάσει γι’ ακόμα μια φορά.
Ανεπιτήδευτα όμορφος, καλοφτιαγμένος και νέος, μα τόσο νέος, ακριβώς στην ηλικία που αναμετριέσαι με τη ζωή και την κερδίζεις κάθε στιγμή! Με την ένταση, την ταχύτητα, την ορμή του ανθρώπου που ξεκινά κι έχει σκοπό να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα, χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς δισταγμούς κι αμφιβολίες! Η ζωή στα κόκκινα! Έρωτες, αγάπες, σπουδές, εμπειρίες, δουλειά όλα στο κόκκινο! Χωρίς δίχτυ ασφαλείας, παράτολμα και ριψοκίνδυνα.

Χτύπησε την γροθιά του στον τοίχο και της είπε:

– Τέλος, δεν γουστάρω να τσακωθώ μαζί σου!

Μετά άνοιξε την πόρτα και χάθηκε με μεγάλα βήματα στον διάδρομο.

Δεν θα τον ξανάβλεπε! «Καλύτερα…», σκέφτηκε.

Έμεινε μόνη της, να χαζεύει τις σημειώσεις και τα βιβλία της, προσπαθώντας να ηρεμήσει. Στο ” φυσικό” της χώρο, εκεί που ένιωθε ασφάλεια, εκεί που έπαιρνε βαθιές ανάσες, στο καταφύγιό της. Η μοναδική της κανονικότητα, οι μελέτες της, οι ασθενείς της, η δουλειά της! Κοίτα που είχε καταφέρει να την ταράξει ένα παιδάριο! Στα 28 του, τα ήξερε όλα για τη ζωή! Τι αφέλεια! Κι όμως, της είχε φυτέψει τον σπόρο μιας αμφιβολίας, που θέριευε μέσα της από την πρώτη στιγμή που τον είδε και τον ξεχώρισε. Η ύπαρξή του πύρινη, δίπλα στην δική της στεγνή ύπαρξη. Δεν έπρεπε να τον αφήσει να την πλησιάσει. Αυτοί οι δύο, αν πλησίαζαν πολύ ο ένας κοντά στον άλλο, θα γινόταν κάτι μαγικό! Αλλά, τότε η Μυρτώ δεν το φανταζόταν!

Όταν ο Φίλιππος της ζήτησε συνεργασία για την διπλωματική του, εκείνη δέχτηκε αμέσως. Ο Φίλιππος ήταν δυνατό μυαλό, με εξαιρετικές επιδόσεις και συστάσεις, – αν και σε σχέση με άλλους, ο χρόνος που μελετούσε ήταν ελάχιστος -. Είχε όμως φωτογραφική μνήμη και πάθος με το αντικείμενό του. Όταν ολοκλήρωνε μια εργασία, εννέα στις δέκα φορές είχε άριστα αποτελέσματα. Η Μυρτώ πάλι, ήταν καταπληκτική ψυχολόγος, κατηρτισμένη, με πείρα και απόλυτα αφοσιωμένη στην επιστήμη της. Ίσως αποκλειστικά αφιερωμένη στην επιστήμη της, είναι η σωστή διατύπωση. Αυτό που την έκανε ακόμα πιο ξεχωριστή, ήταν το ενδιαφέρον της για τους ανθρώπους, το νοιάξιμό της για καθένα ξεχωριστά.

Στην επαγγελματική της ζωή ήταν στην κορυφή, σταθερά και για χρόνια. Σ’ ότι αφορά στην προσωπική της ζωή όμως, υπήρχε ένα τεράστιο κενό. Λίγο το είχε επιλέξει, λίγο προέκυψε, πάντως τώρα πια είχε παγιδευτεί ένιωθε. Μοναχοκόρη δύο καθηγητών Πανεπιστημίου, ζούσε με τον πατέρα της, που είχε τόσα πολλά θέματα με την υγεία του, που επρόκειτο για απασχόληση 24 ωρών το εικοσιτετράωρο η φροντίδα του, επτά μέρες την εβδομάδα. Ο λίγος ελεύθερος της χρόνος, σιγά σιγά κατέληξε να είναι χρόνος συντροφιάς στον πατέρα της και βιαστικοί καφέδες με φίλους και φίλες από τα παλιά. Δεν ήταν δυστυχισμένη, ήταν μια συνειδητή της επιλογή, αλλά δεν έπαυε να ζει μια ζωή «ανθυγιεινή».

Με την ερωτική της ζωή είχε ξεμπερδέψει. Είχε αγαπήσει όσο άντεχε και την είχαν αγαπήσει, προδώσει και λεηλατήσει, όπως όλους ή τουλάχιστον τους περισσότερους. Η Μυρτώ όμως, δεν ήθελε άλλο πόνο και δεν θα έπαιρνε το ρίσκο ξανά. Κι ας ήταν το τίμημα μια μονότονη προσομοίωση ζωής. Με τον έρωτα είχε κλείσει τους λογαριασμούς της.

Κι ύστερα, μια μέρα που η μοίρα έπαιζε ζάρια, γνώρισε τον Φίλιππο, πέντε χρόνια πριν. Η συνεργασία τους ήταν επιτυχημένη από την πρώτη συνάντηση. Σαν να γνωρίζονταν χρόνια, σαν να μην τους χώριζαν κοντά 12 χρόνια «έδεσαν» από την πρώτη στιγμή και παρόλο που η φιλία προϋποθέτει ένα ελάχιστο κοινών εμπειριών ή αναφορών, η σχέση τους «γλίστρησε» σε μια ιδιότυπη φιλία.

Τρύπωσε μέσα της αθόρυβα, γλυκά, φυσικά, χωρίς να το καταλάβει η ίδια κι οπωσδήποτε χωρίς να το περιμένει, όπως τρυπώνει η άνοιξη μέσα στον χειμώνα και τον υποτάσσει. Σιγά σιγά, οι μέρες που τον συναντούσε ξημέρωναν πιο φωτεινές, πιο πολύχρωμες. Η σκέψη του της έφερνε ένα χαμόγελο στα χείλη, της έφτιαχνε το κέφι η φωνή του, η παρουσία του… Ασυναίσθητα, έπιασε τον εαυτό της να περιμένει τις μέρες που θα τον έβλεπε, όπως περιμένουμε μια εκδρομή, μια γιορτή… Είχε μια δύναμη η συνάντησή τους, που έσβηνε όλους της τους φόβους, τις αγωνίες, τις ανασφάλειες κι ας ήταν καθαρά επαγγελματική. Πώς γινόταν να αλλάζει μαγικά η πραγματικότητά της μόνο μ’ ένα του βλέμμα, ένα αστείο ή κι απλά όντας δίπλα του; Εκείνη που ήταν πάντα σοβαρή, ώριμη θαρρείς από τα γεννοφάσκια της, άνθρωπος που είχε ανάγκη από ένα καθήκον να το υπηρετεί πιστά, τον άφηνε να την παρασύρει σε ένα αθώο, αλλά πανίσχυρο δεσμό. Πιο πολύ, αυτό που θαύμαζε ήταν το «θράσος» του απέναντι στη ζωή και τις δυσκολίες της. Ήταν αυτό που εκείνη δεν ήταν είχε υπάρξει ούτε για μια στιγμή, αμέριμνη και παθιασμένη.

Έκλεισε τα φώτα του γραφείου, πήρε την τσάντα της και προχώρησε προς την πόρτα.
«Δεν θα τον ξαναδώ» σκέφτηκε πικραμένα.
«Καλύτερα. Κακό μου κάνει! Μου κάνει κακό, κακό!» επανέλαβε μονότονα, πιο πολύ για να το πιστέψει.

Πριν ανοίξει καν για να βγει, ο Φίλιππος έσπρωξε ήρεμα την πόρτα και μπήκε. Στάθηκε μπροστά της, κοιτώντας την σταθερά στα μάτια. Ύστερα, της έπιασε τα χέρια και έπλεξε τα δάχτυλά της στα δικά του.
Η Μυρτώ έκπληκτη, αμήχανη, αφέθηκε, χωρίς να βρίσκει τίποτα να πει.

– Δεν έφυγες… είπε τελικά, νιώθοντας μια πρωτόγνωρη γλύκα να διαπερνά το σώμα της, το σώμα που είχε ξεχάσει πως είχε.

Ήταν τόσο όμορφος, που θα κλόνιζε οποιαδήποτε δισταγμό ή ηθική. Τον κοίταξε για μια στιγμή μονάχα.
– Δεν φαντάζεσαι πόσο καιρό το ονειρευόμουν αυτό! Να φύγουμε μαζί Μυρτώ! Δεν γίνεται να μην το ζήσουμε κι όπου πάει!

Η Μυρτώ προσπάθησε να βρει τις λέξεις και την αυτοκυριαρχία της.
– Φίλιππε, εγώ δεν έχω περιθώρια να κάνω λάθη πλέον. Το μερίδιό μου στον έρωτα, το ξόδεψα. Τώρα απομένουν μόνο υποχρεώσεις! προσπάθησε να αντισταθεί για ακόμα μια φορά.
– Όχι Μυρτώ, απομένεις εσύ! Απομένω εγώ! Όλα απομένουν! Κι όλα αρχίζουν από την αρχή. Αντέχεις να ζήσεις μια ζωή χωρίς αγάπη Μυρτώ; Μυρτώ μου; επανέλαβε ξανά το όνομά της σαν φυλαχτό.

Ασπασία Κουρέπη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading