Την τάραζε το σκοτάδι, γιατί έκρυβε πράγματα που δεν μπορούσε να δει. Περισσότερο τώρα την αναστάτωνε, γιατί ένιωθε πιο μόνη από ποτέ. Ήταν άτομο που γενικά άντεχε το να μένει μόνη και να κάνει πράγματα μονάχη. Αλλά τα βράδια, όταν χαλαρώνεις, θες κάποιον δίπλα σου. Κάποιον με τον οποίο να κουμπώνεις σε κάθε επίπεδο, να μπορείς να ξετυλίγεις τις σκέψεις σου και να δίνεις φωνή ακόμα και στους πιο ενδόμυχους προβληματισμούς σου.
Εκείνος ήταν συνεχώς στο τρέξιμο. Η δουλειά τον ξεζούμιζε κυριολεκτικά. Συχνά δεν είχε κουράγιο για οτιδήποτε άλλο, αλλά αντλούσε δύναμη από εκείνη που συνεχώς τον παρότρυνε και τον πίεζε να αδράξει τις στιγμές. Εκείνη ήθελε παρέα και εκείνος να ξεφύγει. Έτσι έδεσαν. Γιατί μερικές φορές τα τυχαία είναι και τα πιο ωραία. Στα ξαφνικά αναβλύζει η ζωή.
Τα βράδια μιλούσαν με τις ώρες. Συνήθως γιατί τότε τελείωναν με τις υποχρεώσεις και είχαν χρόνο να τα πουν. Τις νύχτες που έβγαιναν για περπάτημα, μιλούσαν ακόμα περισσότερο. Σαν να τους ερχόταν έμπνευση να φιλοσοφήσουν και έβρισκαν κίνητρο να κάνουν όνειρα. Μπορεί την επόμενη μέρα να τα είχαν κιόλας ξεχάσει, μα αυτό δεν είχε σημασία. Άπαξ και γινόντουσαν λέξεις, η δράση και η υλοποίησή τους ήταν απλά θέμα χρόνου.
Είχαν μεγαλώσει διαφορετικά. Όλοι άλλωστε έχουν διαφορετικά βιώματα ως παιδιά. Αυτά όμως καθορίζουν ποιοι είμαστε, ποιοι γινόμαστε και τι νοοτροπία ακολουθούμε. «Τα βιώματά μας έχουν αντίκτυπο στις μετέπειτα ζωές μας. Δεν μπορούμε να αλλάξουμε αυτό που ζήσαμε, αλλά να το εκμεταλλευτούμε διαφορετικά». Αυτό του έλεγε όταν άρχιζαν να αναλύουν θεωρίες ζωής. «Τώρα τι κάνουμε…», αναρωτιόταν αυτός. Κι εκείνη του ανταπαντούσε πως «όλοι κουβαλάμε βαλίτσες με τα όσα ζήσαμε στο παρελθόν, αυτές καθορίζουν το μέλλον μας, αλλά εμείς έχουμε και τη δύναμη να αλλάξουμε το παρόν. Τι κάνουμε με αυτές; Με όλα όσα μάθαμε, με όσα πονέσαμε, με όσα μας στιγμάτισαν, μας έκαναν πιο κυνικούς, και μας άλλαξαν». «Ωραία τα λες», της έκανε εκείνος, «στις πράξεις όμως υστερείς!» την κορόιδευε. Το αντιλαμβανόταν κι εκείνη αυτό. Η θεωρία είναι πάντα πιο εύκολη. Και τα βράδια συχνά παίρνουμε γενναίες αποφάσεις που σβήνουν με το χάραμα το πρωί.
Είναι αλήθεια πως τα βράδια με ολόγιομο φεγγάρι γίνονται οι πιο εκ βαθέων συζητήσεις. Οι δυο τους μπορούσαν να μιλήσουν κυριολεκτικά για τα πάντα και αυτό ήταν κάτι που τους συνέδεε ακλόνητα τόσα χρόνια που γνωριζόντουσαν. Είχαν περάσει πολλά μαζί και αυτό τους ένωνε ακόμα πιο πολύ. Ήξεραν ακόμα και τα πιο ενδόμυχα μυστικά που δεν τολμούσαν να παραδεχτούν ούτε στον εαυτό τους. Είναι ωραία να μπορείς να είσαι τόσο ελεύθερα “εσύ” με κάποιον άλλον. Τα κάνει όλα πολύ πιο εύκολα, πιο αυθεντικά, πιο όμορφα.
Την είχε περιβάλει λίγο η στεναχώρια στη θύμηση όλων όσων περνούσε τον τελευταίο καιρό. Αυτός άλλωστε ήταν κι ένας λόγος που την προσκάλεσε εκεί και για τον οποίο είχε κι εκείνη τάσεις φυγής. Έβλεπε την μελαγχολία στα μάτια της. Εκείνος την καταλάβαινε. Για αυτό κι αποζητούσε την συντροφιά του όταν δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν. Γιατί εκείνος την ένιωθε όσο κανείς.
«Όταν νιώθεις χαμένη στα σκοτάδια, να ψάχνεις το φως. Πάντα υπάρχει κάπου αναμμένο ένα φωτάκι».
Την αγκάλιασε σφιχτά και εκείνη αφέθηκε στη θέρμη των χεριών του. Είχε τον τρόπο του να την κάνει να νιώθει καλύτερα, ακόμα κι όταν έτρεμε από το κλάμα λες και είχε καταστραφεί ο κόσμος όλος. Εκείνος μπορούσε να επαναφέρει την πίστη της πως όλα θα πάνε καλά στο τέλος γιατί της αξίζουν τα καλύτερα και τίποτα δεν δικαιολογούσε τον πόνο και τη στεναχώρια που επέβαλε στον εαυτό της.
Ήταν μια υπέροχη γαλήνια νύχτα με πανσέληνο. Το φως του φεγγαριού αντανακλούσε στην ηρεμία της λίμνης και φώτιζε το στάσιμο νερό. Της κρατούσε το χέρι καθώς περπατούσαν στο περιλίμνιο, όταν ξάφνου το βλέμμα του έπεσε πάνω στην πρασινάδα κάτω από τα τείχη του κάστρου απέναντι. «Κοίτα! Πυγολαμπίδες!» ξεφώνισε. Μόλις την προηγούμενη της διηγούνταν για τις πυγολαμπίδες που κυνηγούσε μικρός στο χωριό, σε εκείνες τις ανέμελες εποχές, όταν για τα προβλήματά μας ανησυχούσαν άλλοι.
Οι πυγολαμπίδες συνήθως συναντώνται στις άκρες των δασών κοντά σε στάσιμα νερά και είναι περισσότερο ορατές τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο. Η λάμψη τους διαφαίνεται σαν ένα φωτάκι που αναβοσβήνει το οποίο λειτουργεί ως ερέθισμα – ανάβουν στο σκοτάδι για να προσελκύσουν ταίρι. Εν ολίγοις, λάμπουν προς αναζήτηση ρομαντισμού και το φως αποτελεί την γλώσσα αγάπης τους.
Παρά το γεγονός ότι η πανσέληνος σήμαινε μια νύχτα με περισσότερο φως, κάτι που συνήθως θα παρεμπόδιζε την ορατότητα τόσων πολλών πυγολαμπίδων, εκείνη τη βραδιά πλήθος από αυτές πετούσαν χαρμόσυνα φωσφορίζοντας τριγύρω. Εκείνος το εξέλαβε ως σημάδι. Ήταν ένας συμβολισμός πως όλα θα πάνε καλά. Άνοιξε την παλάμη του χεριού του υπνωτισμένος σχεδόν από το θέαμα και ένα μικρό φωσφορίζων εντομάκι πέταξε μέσα, αναβοσβήνοντας το κάτω μέρος του.
Αυτά τα μαγευτικά πλάσματα έχουν την σπάνια ικανότητα να μπορούν να παράγουν φως σε ειδικά όργανα μέσα στην κοιλιά τους συνδυάζοντας χημικές ουσίες, ένζυμα και οξυγόνο. Δημιουργούν ένα υπέροχο θέαμα στο σκοτάδι της νύχτας, υποδεικνύοντας μας πόσο μικροί είμαστε σε έναν κόσμο τόσο θαυμάσιο.
Οι πυγολαμπίδες μας υπενθυμίζουν πως είναι τα μικρότερα και πιο απλά πράγματα στη ζωή που έχουν την μεγαλύτερη σημασία. Ένα μικροσκοπικό σκαθαράκι μπορεί να δημιουργήσει τόσο φως. Μας εμπνέουν να σταματήσουμε για μια στιγμή, να επιβραδύνουμε τους ταραχώδεις ρυθμούς ζωής μας, να ατενίσουμε τα θαύματα της φύσης, να απολαύσουμε αυτή τη στιγμή και να τα εκτιμήσουμε όλα λίγο πιο πολύ.
Του έπιασε πάλι το χέρι και χαμογέλασε με το πόσο έκπληκτος είχε μείνει με όλα αυτά.
Είχαν μόλις βρει ένα φως στο σκοτάδι.
Μαρία-Χριστίνα Δουλάμη
