Το τελευταίο αγκάθι

Η Στέλλα κάθισε προσεχτικά στον καναπέ και ίσιωσε με αργές κινήσεις, που πρόσδιδαν την αμηχανία της, τη γκρι φούστα της. Σήκωσε τα μεγάλα, καστανά μάτια της και την κοίταξε. Το βλέμμα της Καίτης ήταν ζεστό και χαμογελαστό. Η Στέλλα πήρε διακριτικά μια βαθιά ανάσα και της χαμογέλασε.

-Ώστε εσύ είσαι η Στέλλα λοιπόν… είπε χαμογελαστά η Καίτη

Εκείνη ένευσε και έσφιξε αυθόρμητα το χέρι του Χρήστου που καθόταν στο πλάι της.

-Να φτιάξω καφέ ή δεν κάνει; Να φέρω ένα χυμό; Τι προτιμάς; Πορτοκάλι, ροδάκινο…; είπε η Καίτη και τινάχτηκε βιαστική να πάει προς την κουζίνα

-Ένα χυμό καλύτερα, ό,τι να ‘ναι… ευχαριστώ! της χαμογέλασε

Η Καίτη στάθηκε λίγα δευτερόλεπτα και κοίταξε την όμορφη, μικροκαμωμένη κοπέλα, που καθόταν στο πλευρό του γιου της. Κοίταξε το χέρι του που το ακουμπούσε προστατευτικά πάνω στο δικό της. Κοίταξε το βλέμμα της που ήταν γεμάτο γλύκα όταν τον κοιτούσε. Χαμογέλασε και πήγε στην κουζίνα. Έβαλε σ’ ένα μεγάλο ποτήρι χυμό πορτοκάλι, σ’ ένα πιατάκι κουλουράκια και σ’ ένα άλλο σοκολατάκια. Τα τοποθέτησε προσεχτικά πάνω στον ασημί δίσκο και επέστρεψε στο σαλόνι.

-Στο γιο σου μάνα θα προσφέρεις κανένα καφέ ή ήρθε η νύφη με το εγγονάκι και μας ξέχασες εμάς; είπε ο Χρήστος κι έβαλε τα γέλια

Και κάπως έτσι ο πάγος έσπασε… Το άγχος όλων ήταν μεγάλο, ήταν η πρώτη φορά που η κυρία Καίτη θα γνώριζε την μέλλουσα νύφη της, την Στέλλα. Ήταν η πρώτη φορά που η Στέλλα θα αντίκριζε την μητέρα του Χρήστου, την οποία πολύ πρόσφατα είχε ενημερώσει ο Χρήστος για την ύπαρξη και την εγκυμοσύνη της. Απ’ το πουθενά της είπε πως παντρεύεται, γιατί η κοπέλα του, η γυναίκα της ζωής του όπως την ανέφερε, ήταν έγκυος και σε λίγους μήνες θα έφερνε στον κόσμο τον καρπό του έρωτά τους. Ενός έρωτα για τον οποίο ποτέ δεν είχε μιλήσει στη μάνα του. Όχι ότι της έδινε αναφορά για το τι έκανε στην προσωπική του ζωή, αλλά μιας κι ακόμη ζούσε μαζί της, μπορούσε η Καίτη να καταλάβει αν υπάρχει κάτι στη ζωή του. Κι αυτό είχε καιρό να συμβεί. Μετά από τον χωρισμό του απ’ την τελευταία του σχέση που είχε κρατήσει πάνω από 2 χρόνια, είχε καιρό να αναφερθεί σε κάποια γυναίκα. Η Καίτη πίστευε ότι ήθελε λίγο χρόνο να ανασυνταχθεί και να ηρεμήσει, πού να φανταστεί πως θα εμφάνιζε τόσο σύντομα την μέλλουσα γυναίκα του και μάλιστα έγκυο; “Γεροί να είστε και οι δυο, να έρθει με το καλό το μωράκι μας!” είπε μόνο και με τίποτα άλλο δεν ασχολήθηκε, τίποτα άλλο δεν είχε σημασία.

Η Καίτη δεν ρώτησε ούτε πότε, ούτε πώς γνωρίστηκαν, μιας και την κουβέντα μονοπώλησε η ιστορία της Στέλλας. Μίλησε στη μέλλουσα πεθερά της για τους γονείς της που σκοτώθηκαν σε αυτοκινητιστικό όταν ήταν 19 χρονών και πως έκτοτε ζούσε μόνη σε μια μικρή γκαρσονιέρα στο κέντρο της πόλης. Άλλους συγγενείς δεν είχε στην Ελλάδα, η μοναδική θεία της, αδερφή της μητέρας της ζούσε από χρόνια στην Αυστραλία και δεν είχαν επαφές. Για να επιβιώσει έκανε δύο δουλειές, το πρωί δούλευε σε συνεργείο καθαρισμού και τα βράδια σε ένα μικρό καφέ στη γειτονιά της. Συγκινήθηκε με την ιστορία της η Καίτη, το πόνεσε το κορίτσι, ήξερε κι εκείνη από πόνο και απώλειες, μωρό ήταν ο Χρήστος της όταν έχασαν τον πατέρα του και μόνη της τον ανέστησε. “Πια δεν θα είσαι μόνη κόρη μου…” της είπε βουρκωμένη. “Πια θα έχεις τον άντρα σου και με το καλό θα έρθει και το παιδάκι σας… Κι εγώ εδώ θα είμαι, κοντά σου όταν με θέλεις…”.

Ο Χρήστος δούλευε οδηγός σε νταλίκα και έκανε πολλά ταξίδια, εντός και εκτός Ελλάδας, εξάλλου αυτός ήταν ο λόγος που δεν είχε φύγει απ’ το πατρικό του. Για λίγο γυρνούσε και μετά πάλι έφευγε. Και τώρα, με την εγκυμοσύνη της Στέλλας, για να μην την αφήσει μόνη στην κατάστασή της, αποφάσισε από κοινού το ζευγάρι να μείνουν με την μάνα του, τουλάχιστον μέχρι να γεννήσει. “Μετά βλέπουμε κορίτσι μου, ναι;” της είχε πει κι εκείνη του είχε χαμογελάσει και είχε κρυφτεί στην αγκαλιά του. Δεν χόρταινε να τους κοιτάζει η Καίτη! Πόσο αγαπημένοι και ερωτευμένοι έδειχναν! Έλιωνε η ψυχή της όταν έβλεπε τον γιο της να της φιλάει τρυφερά το κεφάλι και γέμιζε η ψυχή της χρώματα όταν έβλεπε τη Στέλλα πόσο τον πρόσεχε και τον φρόντιζε. “Αγαπημένα και μονιασμένα να είναι πάντα!” σκεφτόταν και αποσυρόταν διακριτικά στο δωμάτιό της για να μην τους ενοχλεί. Είχε μάλιστα αρχίσει και τις εκδρομές με τη φίλη της την Τασία. “Το ζευγάρι πρέπει να είναι μόνο, να έχει το χώρο και το χρόνο του” σκεφτόταν και όταν ο Χρήστος επέστρεφε από τα ταξίδια του, παίρνανε με την Τασία τα βουνά και τα λαγκάδια.

“Μάνα” την φώναζε η Στέλλα κι η Καίτη χαμογελούσε σαν παιδί! Πρόσεχε και φρόντιζε με αγάπη τη νύφη της, που με τον καιρό, η κοιλίτσα της φούσκωνε όλο και περισσότερο. Κι ο Χρήστος δούλευε πολύ, για να μαζέψει χρήματα για τη γέννα, για το παιδί και για το νέο σπιτικό που θα άνοιγαν σύντομα. Έλειπε μέρες ολόκληρες, μα οι δυο γυναίκες της ζωής του έκαναν υπομονή, γιατί καταλάβαιναν πως δεν γινόταν διαφορετικά.

Όταν έμαθαν ότι το παιδί ήταν κορίτσι, έκλαιγαν κι οι τρεις από χαρά! “Κατερίνα θα το πούμε μάνα! Θα του δώσουμε το όνομά σου!” της ανακοίνωσε ο Χρήστος κι η Καίτη συγκινήθηκε, μα προσπάθησε να το κρύψει. “Το πρέπον γιε μου είναι να του δώσετε το όνομα της μητέρας της Στελλίτσας μας, που χάθηκε τόσο άδοξα. Δεν έχω εγώ τέτοιες αξιώσεις, το παιδί θα τ’ αγαπάω όπως και να το πείτε”. Κι ο Χρήστος την αγκάλιασε και εκείνη μέσα της ευλογούσε το Θεό που έδωσε τέτοια ευτυχία στο παιδί της, που με τόσους κόπους και αγωνίες είχε μεγαλώσει μόνη.

Και το παιδί γεννήθηκε κι ήταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι, ήρεμο και καλόβολο. Το ζευγάρι νοίκιασε ένα μικρό διαμέρισμα δίπλα στο σπίτι της Καίτης και μιας και οι δυο γυναίκες είχαν εξαιρετικές σχέσεις, η γιαγιά (πια) Καίτη, είχε τη χαρά να βλέπει το εγγονάκι της καθημερινά. Η Στέλλα φρόντιζε γι’ αυτό, μιας κι η ίδια η Καίτη διακριτική όπως ήταν, απέφευγε να την επισκέπτεται συνεχώς, μην και την ενοχλήσει. Κι ο Χρήστος συνέχισε να δουλεύει σκληρά για την οικογένειά του, που τόσο αγαπούσε και φρόντιζε. Όλα έδειχναν να πηγαίνουν όμορφα, όλα έδειχναν σωστά και στη θέση τους, ήταν όμως αλήθεια;

Σάββατο πρωί ήταν κι η Καίτη ήταν στην κουζίνα με την τρίχρονη πια εγγονή της και έπλαθαν κουλουράκια, μιας κι η Στέλλα είχε πάει στη λαϊκή να αγοράσει λαχανικά για να φτιάξει γεμιστά στο Χρήστο που της είχε πει πως τα είχε πεθυμήσει. “Γιαγιά τιπάει το τηλέφωνο” είπε η μικρούλα την ώρα που προσπαθούσε να φτιάξει ένα κουλουράκι σε σχήμα σύννεφου. Η Καίτη σκούπισε τα χέρια της στην ποδιά της και σήκωσε το τηλέφωνο που χτυπούσε σαν μανιασμένο. “Ποιος; Μα πώς… τι λες; Κάνεις λάθος, δεν μπορεί! Μα…”. Έμεινε να κρατάει το ακουστικό αποσβολωμένη. Όταν έκλεισε το τηλέφωνο είχε γίνει λευκή σαν το πανί και κάθισε σε μια καρέκλα, γιατί ήταν έτοιμη να σωριαστεί. “Τι γιαγιά;” ρώτησε απορημένη η εγγονούλα της. “Τίποτα γιαβρί μου… για να δω πώς έφτιαξες το συννεφάκι…” της είπε προσπαθώντας να μη δείξει στη μικρή πόσο ταραγμένη ήταν.

Δεν μίλησε σε κανέναν για εκείνο το τηλεφώνημα. Ήταν τυχερή που η μικρούλα δεν είχε καταλάβει πολλά και μέχρι να επιστρέψει η Στέλλα από τη λαϊκή, είχε καταφέρει να βρει την αυτοκυριαρχία και το χρώμα της. Δεν μίλησε σε κανέναν για όλα όσα έμαθε εκείνη τη μέρα. Ήταν κάτι που είχε αποφασίσει πως θα κρατούσε για τον εαυτό της για πάντα.

Δύο χρόνια αργότερα, ανήμερα της Αγίας Παρασκευής, 26 Ιουλίου, πολιούχο αγία της Κομοτηνής, γιόρταζε ο τόπος τους. Ο Χρήστος έλειπε σε ταξίδι και οι δυο γυναίκες είχαν επιστρέψει απ’ το πανηγύρι της ενορίας που είχαν πάει με την μικρή Κατερινούλα. Το παιδί είχε κουραστεί απ’ το παιχνίδι και την είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ της γιαγιάς της. “Άστο αν θέλεις το παιδί να κοιμηθεί κι αν δεν έχεις δουλειά, πάμε να πιούμε ένα καφέ στην κουζίνα μέχρι να ξυπνήσει…” είπε η Καίτη και η Στέλλα χαμογέλασε και πήγαν μαζί στην κουζίνα.

Η Καίτη έφτιαξε τους καφέδες, τους ακούμπησε στο τραπέζι και κάθισε απέναντι απ’ την Στέλλα.

-Να βγάλω και λίγη τυρόπιτα που έφτιαξα το πρωί… είπε κι έκανε να σηκωθεί απ’ την καρέκλα

-Κάτσε μάνα… θέλω να σου μιλήσω…

Το βλέμμα της Καίτης σκοτείνιασε. Ήξερε πως θα ερχόταν κάποτε αυτή η στιγμή, έτρεμε ότι θα ερχόταν… Κάθισε αμίλητη και κόλλησε το βλέμμα της στο λευκό φλιτζάνι του καφέ. Η Στέλλα πήρε μια βαθιά ανάσα κι άρχισε να μιλάει. Και τα είπε όλα. Είπε στην Καίτη την πραγματική αλήθεια της ζωής της, την πραγματική ιστορία της…

Με τον Χρήστο είχαν γνωριστεί σ’ εκείνο το κακόφημο μπαρ που δούλευε. Όχι, δεν ήταν σερβιτόρα, κονσομασιόν έκανε, το κορμί της πουλούσε. Μόνη απ’ τα 19 που πέθανε η μάνα της από υπερβολική δόση ναρκωτικών, πατέρα δεν είχε γνωρίσει, ο βούρκος έμοιαζε η μόνη λύση. Σαν πελάτης είχε πάει ο Χρήστος στο μαγαζί, για όσο περίμενε να φορτωθεί η νταλίκα για να μπει στο καράβι από την Κρήτη και να επιστρέψει μέσω Θεσσαλονίκης πια, στην Κομοτηνή. “Ένα ποτό ήρθε να πιει και ήταν η μέρα που έμαθα πως ήμουν έγκυος… Κι όταν μ’ έβαλε το αφεντικό μου, με το ζόρι σχεδόν να καθίσω πλάι του, του άνοιξα την καρδιά μου. Σκέφτηκα πως ίσως να με περνούσε και για τρελή, δεν έδειχνε να γυρεύει συντροφιά, μα ήμουν σε απόγνωση. Του έλεγα και του έλεγα προσπαθώντας να μην βάλω τα κλάματα, γιατί αν μ’ έβλεπε το αφεντικό μου να κλαίω μπροστά σε πελάτη, δεν θα γλίτωνα το ξύλο. Και του ζήτησα βοήθεια, του είπα πως έπρεπε να φύγω από εκεί μέσα. Αν μάθαιναν ότι είμαι έγκυος, θα μ’ έβαζαν να το ρίξω και δεν το άντεχα αυτό! Δεν ήξερα αν το να μιλήσω σ’ έναν άγνωστο θα έβγαινε σε καλό ή όχι, το μόνο που ήξερα ήταν ότι φοβόμουν, έπρεπε να σώσω τον εαυτό μου για να μπορώ να σώσω το παιδί μου. Δεν έπρεπε να κάνω τα ίδια λάθη με την μάνα μου…”. Η Στέλλα μιλούσε κι έκλαιγε με λυγμούς κι η Καίτη ακόμη εκεί, με το βλέμμα κολλημένο στο φλιτζάνι του καφέ.

“Ο Χρήστος δεν ήξερε τίποτα για μένα κι όμως μου άπλωσε το χέρι. Με πήρε μαζί του το ίδιο βράδυ και φύγαμε απ’ την Κρήτη. Όσο ήμουν στο καράβι κι έβλεπα το νησί να μικραίνει μπροστά στα μάτια μου, ορκιζόμουν στον εαυτό μου πως αυτή την καινούρια αρχή που μου δινόταν η ευκαιρία να κάνω, δεν θα την χαλάλιζα. Μέχρι τότε όλα ήταν λάθος, η γέννησή μου, η παιδική μου ηλικία, η ζωή μου όλη. Ήμουν όμως πια 22 χρονών και μέσα μου μεγάλωνε ένα πλάσμα που δεν έφταιγε σε τίποτα. Ήμουν αποφασισμένη πως θα ξεκινούσα απ’ την αρχή, σωστά αυτή τη φορά. Ο Χρήστος μου είπε πως θα μ’ έφερνε στην Κομοτηνή και πως εδώ δεν θα μ’ έβρισκε κανείς, μιας και θα ήμουν τόσο μακριά απ’ το βρώμικο παρελθόν μου! Θα με βοηθούσε με σπίτι και δουλειά είπε. Δεν ήξερα αν έπρεπε να τον εμπιστευτώ, δεν τον γνώριζα καθόλου, όμως δεν είχα άλλη επιλογή. Όσο κοιτούσα στα μάτια του, έβλεπα έναν άνθρωπο καθαρό και κάτι μέσα μου μου ούρλιαζε πως όλα θα πάνε καλά. Το να έρθουμε εδώ και να πούμε σε σένα πως είμαι η κοπέλα του και θα γεννήσω το παιδί μας, ήταν δική του σκέψη. Δεν ήθελα, έκλαιγα με λυγμούς στη διαδρομή, ήθελα να τα κάνω σωστά αυτή τη φορά, δεν ήθελα να στηρίξω μια νέα αρχή πάνω σε ψέματα. Φτάνοντας εδώ συμφωνήσαμε πως θα έπρεπε να έχω μια ασφαλή στέγη για λίγο και μετά βλέπαμε.

Δεν ήθελα, δεν μπορούσα να σε κοιτάω στα μάτια και να σου λέω ψέματα, ειδικά αφότου κατάλαβα τι άνθρωπος είσαι… Πονούσε η ψυχή μου! Κι ο καιρός περνούσε κι όσο γνώριζα το Χρήστο, άρχισα να έχω δυνατά αισθήματα για εκείνον. Και μέρα με τη μέρα ένιωθα πως το ίδιο αισθανόταν κι αυτός. Κι ήταν τέσσερις μήνες μετά τη γέννηση της μικρής, ένα βράδυ που το μωρό είχε αποκοιμηθεί κι εσύ έλειπες σε μια εκδρομή, που κάθισε απέναντί μου και μου είπε πως μ’ έχει ερωτευτεί και πως θέλει να γίνουμε πραγματικό ζευγάρι. Κι εγώ έκλαιγα μάνα! Έκλαιγα ασταμάτητα, γιατί ένιωθα το ίδιο, μα δεν τολμούσα να μιλήσω, μιας κι ο Χρήστος είχε κάνει τόσα για μένα και δεν ήθελα να σκεφτεί πως είχα στο νου μου να τον εκμεταλλευτώ. Στην αρχή είχαμε συμφωνήσει πως θα έμενα εδώ μέχρι να γεννήσω και μόλις στεκόμουν στα πόδια μου, θα με βοηθούσε να βρω μια δουλειά και θα έφευγα. Κι όσο οι μέρες περνούσαν, έτρεμα στη σκέψη πως πλησίαζε ο καιρός που δεν θα τον είχα πια στη ζωή μου, μιας κι όλο αυτό το διάστημα δεν με είχε καν αγγίξει, δεν είχε αφήσει έστω να εννοηθεί πως με βλέπει διαφορετικά.

Έξι χρόνια σχεδόν πριν, ο Χρήστος με παρουσίασε σε σένα σαν γυναίκα του και πέντε χρόνια τώρα σου παρουσιάζουμε το παιδί σου για εγγόνι σου. Κι ήταν τόσο λάθος όλο αυτό! Έπρεπε να σου πούμε την αλήθεια απ’ την πρώτη στιγμή! Τώρα που τόσο καλά σε ξέρω, ξέρω πως θα καταλάβαινες…”. Η Στέλλα έκανε μια παύση και σήκωσε τα κλαμένα μάτια της και κοίταξε την Καίτη που ανέκφραστη είχε ακόμη κολλημένο το βλέμμα της στο λευκό φλιτζάνι.

-Τον Χρήστο τον αγαπάω πιο πολύ κι απ’ τη ζωή μου. Είναι ο άντρας μου, είναι τα πάντα μου! Είμαι πάρα πολύ ευτυχισμένη που βρέθηκε στο δρόμο μου και πήρε τη ζωή μου στα χέρια του. Δεν ξέρω πώς το κατάφερες και μεγάλωσες έναν τόσο άξιο άντρα, ξέρω μονάχα πως σου οφείλω τα πάντα μου. Δεν ξέρω αν μετά απ’ όλα αυτά μπορείς ακόμη να με λες κόρη σου, μα ακόμη κι αν με διώξεις, εγώ μάνα θα σε λογαριάζω.

-Γιατί μου τα είπες όλα αυτά; Ξέρω πως με τον Χρήστο μου αγαπιέστε βαθιά κι αληθινά. Ξέρω πως είστε πραγματική οικογένεια πια…

-Πια…; Ήξερες;

Η κυρία Καίτη κούνησε καταφατικά το κεφάλι, χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει την Στέλλα.

-Πώς; Πώς έμαθες;

-Η δεύτερη ξαδέρφη μου μένει στην Κρήτη… Μια γνωστή της είδε μια φωτογραφία του γάμου σας… Πιο πολύ γι’ αστείο μου το είπε η ξαδέρφη μου, μιας κι ήταν σίγουρη πως έκανε λάθος η γνωστή της… Τι σημασία έχει;

-Και τότε, γιατί; Γιατί δεν είπες ποτέ κάτι; Γιατί δεν μου μίλησες; Γιατί δεν μίλησες στο Χρήστο;

-Όταν σ’ έφερε στο σπίτι μας ο Χρήστος, για πρώτη φορά στη ζωή μου τον είδα τόσο σίγουρο γι’ αυτό που σκόπευε να κάνει. Όταν είδα πώς σε κοιτούσε, κατάλαβα πως είχε αισθήματα για σένα. Δεν ήξερα απ’ την αρχή την αλήθεια, αλλά μέχρι να τη μάθω, έβλεπα δυο παιδιά που αγαπιόντουσαν πολύ, που πονούσαν και φρόντιζαν ο ένας τον άλλο. Όταν έμαθα την αλήθεια, έβλεπα ήδη στα μάτια σου την αγάπη για το γιο μου, έβλεπα ήδη στα μάτια του γιου μου την αγάπη του για σένα. Όταν έμαθα την αλήθεια, η κόρη σου ήταν ήδη κόρη του γιου μου και δική μου εγγονή. Τίποτα δεν άλλαξε μέσα μου όταν έμαθα την αλήθεια. Έκλαψα, πόνεσα, ταράχτηκα, δεν στο κρύβω. Μα έπρεπε να αποφασίσω τι είχε τελικά σημασία, η ευτυχία του παιδιού μου ή ο δικός μου εγωισμός; Αν μιλούσα, ίσως να τα γκρέμιζα όλα. Το παιδί μου ήταν ευτυχισμένο και για να γίνει ευτυχισμένο το μεγάλωσα. Κι εσύ τον έκανες ευτυχισμένο. Και ξέρεις, έβλεπα πως ήσουν κι εσύ ευτυχισμένη, δεν υποκρινόσουν. Ξέρω πως αγαπάς το γιο μου κι αυτό είναι το μόνο που μετράει. Όσο για τη μικρή… είναι κόρη του κι ας μην είναι σάρκα απ’ τη σάρκα του κι είναι εγγονή μου κι ας μην έχουμε το ίδιο αίμα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει κι ας είχα πάντα αυτό το αγκάθι μέσα μου γιατί δεν μου είπατε την αλήθεια…

-Ξέρεις πως αγαπώ τον Χρήστο, έτσι δεν είναι;

-Ναι κόρη μου, το ξέρω.

-Και αγαπώ κι εσένα μάνα! Σ’ αγαπώ όσο δεν φαντάζεσαι! Δίπλα σου έμαθα τι θα πει οικογένεια!

-Ίσως πια δεν χρειαζόταν να μου πεις τίποτα… ψιθύρισε η Καίτη κι έβαλε τρυφερά τα χέρια της πάνω στα χέρια της Στέλλας

-Χρειαζόταν! Έπρεπε να βγάλω από μέσα μου αυτό το τελευταίο αγκάθι. Γιατί πριν 6 χρόνια ξαναγεννήθηκα κι εσένα γνώρισα για μάνα κι ήταν τόσο μα τόσο άδικο να μην είμαι ειλικρινής απέναντί σου, τη στιγμή που εσύ μ’ αγκάλιασες…

Η Καίτη δεν κρατήθηκε άλλο και ξέσπασε σε λυγμούς. Η Στέλλα σηκώθηκε απ’ την καρέκλα και γονάτισε μπροστά της, κοιτώντας την με πόνο στα μάτια.

-Μην κλαις μαμά μου! Συγνώμη για όλα! είπε και ακούμπησε το κεφάλι της στα γόνατα της κυρίας Καίτης

-Σ’ αγαπάω κόρη μου! της είπε και της χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά

Η μικρή μπήκε στην κουζίνα αγουροξυπνημένη κι έτριψε τα μάτια της κοιτώντας τις δυο γυναίκες να κλαίνε ασταμάτητα.

-Μανούλα… είπες στη γιαγιά ότι θα μου κάνετε αδερφάκι; Γι’ αυτό κλαίτε; Από χαρά; Έκπληξη! είπε κι έπεσε στην αγκαλιά της γιαγιάς της

Η Καίτη κοίταξε την Στέλλα στα μάτια κι η Στέλλα της έγνευσε “ναι”.

Ο Χρήστος με την Στέλλα έκαναν άλλα 2 παιδιά και μέχρι το τέλος της ζωής της Καίτης, ήταν όλοι μαζί μια αγαπημένη, δεμένη οικογένεια. Ο Χρήστος δεν έμαθε ποτέ πως η Καίτη έμαθε την αλήθεια της Στέλλας, ούτε πως αυτή του η απόφαση έκανε τη μάνα του ακόμη πιο περήφανη για εκείνον. Ο Χρήστος έγινε για τα τρία παιδιά του, ο πατέρας που δεν κατάφερε να γνωρίσει. Η Στέλλα κατάφερε να νιώσει την αγάπη και τη θαλπωρή που ποτέ δεν είχε αισθανθεί. Κι η Καίτη έφυγε απ’ τη ζωή πολλά χρόνια αργότερα, πλήρης ημερών, αφού απόλαυσε την αγάπη των παιδιών και των εγγονιών της. Κι ίσως ήταν τελικά αυτό το δώρο της ζωής για όσα δύσκολα είχε περάσει…

Κική Γιοβανοπούλου

One response to “Το τελευταίο αγκάθι”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading