Όνειρο στην παραλία

Η Άννα κατέβηκε από το αεροπλάνο και αναμείχθηκε με τους υπόλοιπους τουρίστες. Ευτυχώς ο κλιματισμός του αεροδρομίου ήταν ρυθμισμένος στη σωστή θερμοκρασία, καθώς μέχρι να φτάσει εκεί, η ζέστη του νησιού την είχε κάψει. Βρήκε αμέσως ταξί, φόρτωσε τα πράγματά της και ξεκίνησε για το ξενοδοχείο.

Εκεί έκανε το τσεκ ιν και την οδήγησαν στο δωμάτιό της, στον πρώτο όροφο. Μικρό και λιτό, με λευκούς τοίχους και μπλε παντζούρια. Έκλεισε την πόρτα και πήγε κατευθείαν στο μπαλκόνι. Είχε δει και από ψηλά το τοπίο, όμως η θέα προς την παραλία και τα δρομάκια της Σκιάθου, ήταν όλα τα λεφτά για την Άννα. Χαιρόταν που είχε καταφέρει να πάρει άδεια νωρίς και μάλιστα όντας από τα λίγα άτομα στη δουλειά που δεν είχε οικογένεια.

Λίγη ώρα αργότερα, ντυμένη με ένα σορτς και μια μπλούζα πάνω από το μαγιό της, είχε κατέβει ήδη στην πόλη. Περπάτησε στα στενά σοκάκια και πήρε πρωινό σε ένα καφέ-εστιατόριο στην παραλία της Μεγάλης Άμμου. Δίπλα της έσκαγε το κύμα. Λουόμενοι βουτούσαν στα γαλαζοπράσινα νερά και καραβάκια έπλεαν στα ανοιχτά. Τα μαγαζιά ήταν φίσκα από τουρίστες και τουρίστριες.

Μετά το πρωινό, έκανε την πρώτη της βουτιά. Στην Άννα άρεσε να μένει για μερικά δευτερόλεπτα κάτω από την επιφάνεια του νερού. Ήταν κάτι που της είχε μάθει ο πατέρας της, κλείνεις τα μάτια και συντονίζεσαι με τον υδρόβιο κόσμο. Της είχε πει πως αν συγκεντρωνόσουν πολύ καλά, θα μπορούσες να ακούσεις τα δελφίνια να μιλάνε. Ο πατέρας της Άννας είχε μεγαλώσει κι αυτός σε νησί του Αιγαίου και η θάλασσα ήταν η δεύτερη πατρίδα του –δεν ήταν περίεργο που αργότερα όταν ήρθε στην Αττική επέλεξε να δημιουργήσει την οικογένειά του στη Ραφήνα. Όταν έβγαινε ξανά από το νερό, η Άννα ένιωθε σαν να επέστρεφε από τα ξένα.

Το μεσημέρι πήρε το γεύμα της σε ένα άλλο εστιατόριο, αυτή τη φορά πιο κεντρικά. Εδώ οι τουρίστες ήταν λιγότεροι, αλλά οι ντόπιοι εξίσου δραστήριοι. Παιδιά έπαιζαν ποδόσφαιρο στην πλατεία, ενώ οι ενήλικες έκαναν τις δουλειές τους με μικρά φορτηγάκια και τζιπ. Το φαγητό ήταν νόστιμο και η μπίρα δυνατή. Στο τέλος, της έφεραν και γλυκό του κουταλιού.
«Προς τα πού πέφτει το σπίτι του Παπαδιαμάντη;» ρώτησε τον σερβιτόρο, πριν αυτός απομακρυνθεί.
«Α, δεν είναι μακριά. Θα προχωρήσετε αυτό το δρόμο και στην πρώτη διασταύρωση θα στρίψετε αριστερά. Θα το βρείτε εύκολα. Απλά ακολουθήστε τον κόσμο. Απλά δεν είναι ανοικτό τώρα. Μετά τις πέντε ανοίγει».
«Ευχαριστώ». Τον είδε να προχωράει. Ήταν νοστιμούλης, με το τζιν παντελόνι και το άσπρο του πουκάμισο, αν και λιγάκι παράξενος. Απέφευγε να την κοιτάζει κατευθείαν στα μάτια.

Η ώρα ήταν τέσσερις το απόγευμα, όταν έφυγε από το εστιατόριο. Η Άννα είχε συνηθίσει είτε να δουλεύει μέχρι τις πέντε, είτε να κοιμάται. Η ζωή μιας σύγχρονης εργαζόμενης. Όμως εδώ δεν είχε έρθει να κοιμηθεί –και σε καμία περίπτωση να δουλέψει. Είχε έρθει να ξεσκάσει, να κάνει λίγα μπανάκια και να ξεχάσει τον ηλίθιο που άφησε στην Αθήνα. Λάθος, που εκείνος την άφησε. Όσο θυμόταν ότι την είχε χωρίσει με μήνυμα στο facebook, τόσο τσαντιζόταν. “Λυπάμαι, Αννούλα, δεν τραβάει άλλο. Να μείνουμε δυο φίλοι, ναι;”. Για νέο μας το λες; Δεν του έγραψε αυτό, αλλά το σκέφτηκε.

Έκανε πάλι μπάνιο στη θάλασσα. Τραβούσε φωτογραφίες όλη την ώρα, απαθανατίζοντας χαρούμενα πρόσωπα, παιχνιδιάρικα μικρούλια και φυσικά τον θαλασσινό παράδεισο που περιέβαλλε το νησί.

Το σπίτι του Παπαδιαμάντη ήταν ένα ακόμα μικρό κτίσμα. Διατηρημένο, καθαρό, απέπνεε μια αίσθηση παλιού κόκκινου κρασιού. Από απόσταση, δεν καταλάβαινες ότι ήταν μουσείο ή κάποιος εξέχον χώρος. Νόμιζες πως εκεί ζούσε άλλη μια σκιαθίτικη οικογένεια. Το λευκό σπίτι με τα καφετιά παραθυρόφυλλα περιβαλλόταν από μεγάλες γλάστρες με φυτά και δέντρα, ενώ η εσωτερική αυλή με τα παλιομοδίτικα τραπεζάκια θύμιζε μαγαζί από ελληνική ταινία του εξήντα. Τα κρεβάτια ήταν χαμηλά και τα κλινοσκεπάσματα και τα μαξιλάρια πολύχρωμα. Η Άννα δεν είχε διαβάσει Παπαδιαμάντη, εκτός από τότε στο σχολείο, αλλά υποσχέθηκε να φύγει με τουλάχιστον δύο αντίτυπα με ιστορίες του.

Το μόνο που την ενοχλούσε κάπως εκείνες τις στιγμές μέσα στο σπίτι του μεγάλου λογοτέχνη, ήταν η αίσθηση πως παρακολουθούνταν. Αλλά όσες φορές και αν γύρισε να δει, δεν υπήρχε κανείς άλλος, εκτός από τουρίστες και τουρίστριες και τους υπεύθυνους του μουσείου.

Τις επόμενες δύο ημέρες, έκανε κι άλλα μπάνια, συμμετείχε σε πολιτιστικά/λογοτεχνικά δρώμενα και περιφέρθηκε και σε άλλα μέρη του νησιού. Με το νοικιασμένο αμάξι, έφτασε μέχρι την πλευρά του Αγαλιαννού, στο βορειότερο άκρο. Είδε μοναστήρια και αραιοκατοικημένες περιοχές, το Μπούρτζι και εξωτικές σπηλιές όπως τα Λαλάρια. Την τρίτη μέρα στη Σκιάθο πήγε με καραβάκι στον Τσουγκριά, όπου έφαγε σε ένα σνακ μπαρ. Όπου κι αν έφτασε όμως, η θάλασσα ήταν η μόνη που παρέμενε η ίδια ερωμένη αυτού του τόπου, εξαίσια μέσα στα γαλάζια, πράσινα και τιρκουάζ φορέματά της.

Δυστυχώς, η άβολη αίσθηση ότι παρακολουθείται, δεν της έφυγε. Αλλά όσο κι αν έψαχνε για τα αδιάκριτα μάτια, δεν τα έβρισκε πουθενά.

Το βράδυ της τρίτης μέρας, βρήκε την Άννα στην παραλία του Βρωμόλιμνου. Γεμάτα μπαρ με νεολαία να χορεύει και να πίνει. Η Άννα έμεινε μόνο στο ποτό. Αλλά ήπιε πολύ. Το βράδυ ήταν ειδυλλιακό, γι’ αυτό και καθόταν προς τη μεριά της θάλασσας, αντίθετα με τους περισσότερους. Ήθελε να βλέπει τα σκοτεινά νερά, που έμοιαζαν με σοκολατούχο γάλα άπειρης ποσότητας.

Της την έπεσαν δύο παιδαρέλια, ούτε είκοσι δεν θα ήταν. Μύριζαν ιδρώτα και αλκοόλ και φουλ τεστοστερόνη. Ήθελαν one night stand με μια τριανταπεντάρα. Αν είχαν δυνάμεις, βέβαια, με τόσα σφηνάκια που κατανάλωναν. Η Άννα τούς έδιωξε.

Η μουσική άρχισε να γίνεται ενοχλητική τελικά κι έτσι η Άννα κατέβηκε στην παραλία. Άκουγε χαχανητά και βογγητά. Νεαρά ζευγαράκια που εκμεταλλεύονταν τις διακοπές τους. Δεν τους έδωσε σημασία. Έβγαλε τα ρούχα της και έμεινε με το μαγιό. Μπήκε στο νερό την επόμενη στιγμή. Ήταν δροσερό και έκανε το δέρμα της να ανατριχιάσει. Το μυαλό της γύριζε από το οινόπνευμα, οπότε βούτηξε και το κεφάλι για εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα.

Όμως τότε ήταν που χέρια απλώθηκαν και την άρπαξαν. Άνοιξε τα μάτια της στο θολό υγρό σκοτάδι και έκανε να ουρλιάξει, αλλά μια παλάμη την εμπόδισε. Κάποιοι γέλασαν και την τράβηξαν έξω από το νερό. Μέσα στη ζαλάδα, διέκρινε τους νεαρούς. Κάτι έλεγαν, αλλά δεν καταλάβαινε. Ένιωθε αδύναμη.

Την έβγαλαν έξω από τη θάλασσα. Η Άννα δεν ήταν σίγουρη, αλλά θα έπαιρνε όρκο ότι απείχαν πολύ από τα μπαρ. Οι νεαροί την πασπάτευαν και σύντομα της είχαν βγάλει το μαγιό. Ο ένας τους την κρατούσε και ο άλλος κατέβαζε το σορτς του.
Ο κόσμος γύριζε και οι αισθήσεις της χάνονταν.
«Έι!», άκουσε η Άννα τον ένα τους να φωνάζει. Μετά και τον άλλο. Δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι συνέβαινε. Το στομάχι της ανακατευόταν. Πρόλαβε μόνο να δει ένα λευκό πουκάμισο και ένα τζιν παντελόνι και κάτι να αστράφτει σε δυο χέρια.

Ό,τι κι αν συνέβη δεν κράτησε πολύ.
Το πρωί ξύπνησε σε μια από τις ξαπλώστρες. Ντυμένη.

Έφυγε κανονικά από τη Σκιάθο, πριν αρχίσουν οι έρευνες για τους αγνοούμενους νεαρούς. Δεν ήξερε αν ό,τι είχε ζήσει την προηγούμενη νύχτα ήταν αληθινό ή όχι. Στο αεροπλάνο αποφάσισε να μην το σκεφτεί άλλο, την παίδευε πολύ και πονούσε το κεφάλι της. Οπότε άνοιξε ένα από τα βιβλία που είχε πάρει. “ΟΝΕΙΡΟ ΣΤΟ ΚΥΜΑ & ΑΛΛΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ”, ήταν ο τίτλος.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Ζητώ συγνώμη για οποιοδήποτε πιθανό λάθος αναφορικά με την Σκιάθο, το σπίτι του Παπαδιαμάντη κλπ.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr.
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/anastkom/.
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading