Η Ανθή ένιωσε να μουδιάζει ολόκληρη, όταν έφτασε στο σπίτι της κι είδε το αυτοκίνητο της Μαρίνας παρκαρισμένο απ’ έξω. Ήταν Τετάρτη, κανονικά τέτοια ώρα η Μαρίνα έπρεπε να είναι στη δουλειά. Για να βρίσκεται εκεί, κάτι πολύ σοβαρό έπρεπε να συμβαίνει και μπορούσε να φανταστεί το τι… Πριν βγει από το αυτοκίνητό της, έστειλε ένα μήνυμα στον Νίκο
“Η Μαρίνα είναι εδώ. Έλα γρήγορα!”
Περπάτησε με αργά βήματα προς την εξώπορτα. Τι θα της έλεγε; Δεν μπορούσε να το κάνει μόνη της όλο αυτό! Άνοιξε με τα κλειδιά της και μπήκε στο σπίτι. Η Μαρίνα ήταν καθισμένη στον καναπέ και κάπνιζε. Το ύφος της ήταν ανυπόμονο, ανυπόμονο και παράξενο.
–Μαρίνα μου! Τι έγινε; Πώς κι ήρθες τέτοια ώρα; Δεν δουλεύεις σήμερα;
-Έπρεπε να σας μιλήσω. Ο μπαμπάς;
-Μιλήσαμε νωρίτερα στο τηλέφωνο. Όπου να’ ναι έρχεται. Έχεις ώρα που ήρθες;
-Γύρω στα 10 λεπτά. Ξέρω πως τέτοια ώρα επιστρέφεις απ’ τη δουλειά περίπου…
-Έχω φτιάξει φασολάκια. Να σου βάλω;
Η Μαρίνα την κοίταξε θυμωμένα. Της είχε πει πως θέλει να της μιλήσει κι η Ανθή της έλεγε άσχετα πράγματα. Δεν την ρώτησε καν τι ήθελε!
-Δεν πεινάω μαμά. Ήρθα γιατί ήθελα να σας μιλήσω!
Η Ανθή πήγε και κάθισε δίπλα στην κόρη της. Πήρε τα χέρια της Μαρίνας στα δικά της και τα φίλησε. Την κοίταξε στα μάτια.
-Θέλω να ξέρεις πως σ’ αγαπάω όσο τίποτα!
Η Ανθή είδε στα πόδια της Μαρίνας ένα μπλε σακ βουαγιάζ.
-Θα μείνεις απόψε;
-Όχι…
-Κι αυτός ο σάκος;
Η Μαρίνα την κοίταξε έντονα στα μάτια. Η Ανθή δεν φαινόταν να τον είχε ξαναδεί. Δεν είχε καμία ταραχή στο βλέμμα της. “Δεν γίνεται να μην τον έχει ξαναδεί! Τόσο καλά να υποκρίνεται όμως;” σκέφτηκε η Μαρίνα την ώρα που άκουσε τα κλειδιά στην εξώπορτα. Ο Νίκος μπήκε στο σπίτι και τις κοίταξε παγωμένος.
-Μαρίνα μου! Τι έκπληξη είναι αυτή; Ρεπό έχεις σήμερα;
-Όχι μπαμπά, πήρα άδεια απ’ τη δουλειά. Ήθελα να σας μιλήσω. Μπορείς να καθίσεις;
Ο Νίκος προσπάθησε να χαμογελάσει και κάθισε στην πολυθρόνα απέναντι απ’ την κόρη του. Και τότε τον είδε… είδε τον μπλε σάκο στα πόδια της κόρης του. “Δεν μπορεί… απλά θα μοιάζει! Δεν μπορεί!” σκεφτόταν ενώ το βλέμμα του ήταν κολλημένο στο σακ βουαγιάζ. Η Μαρίνα είδε το έντρομο βλέμμα του κι ένιωσε ανακούφιση. Ο Νίκος τον είχε ξαναδεί.
-Να σου φτιάξω έναν καφέ ή… είπε η Ανθή κι έκανε να σηκωθεί
-Όχι μαμά. Κάθισε.
Η Μαρίνα ήταν καθισμένη στον τριθέσιο καναπέ και η Ανθή δίπλα της. Στην πολυθρόνα, στα αριστερά της Μαρίνας, ήταν καθισμένος ο Νίκος. Η Μαρίνα κοίταξε τα πρόσωπά τους. Ήταν εμφανές ότι ήταν ταραγμένοι. Και οι δυο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και έβαλε τον μπλε σάκο πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού. Την ώρα που άνοιγε το φερμουάρ, ο Νίκος ένιωσε την αναπνοή του να κόβεται. Η Μαρίνα έβγαλε το ντοσιέ με τα χαρτιά και το ακούμπησε στα γόνατά της.
-Αυτά είναι χαρτιά της μητέρας μου…
Τους κοίταξε και τους δυο κι έβγαλε και το αρκουδάκι απ’ τον σάκο. Δίπλα του έβαλε και το μπρελόκ με την ασημένια καρδιά. Τα ακούμπησε πάνω στο ντοσιέ χωρίς να πει λέξη. Έκανε το ίδιο και με την εικονίτσα του Αγίου Νικολάου. Τους ξανακοίταξε και συνέχισε… Έβγαλε απ’ το σάκο το κουτάκι με το βραχιόλι. Το άνοιξε και κράτησε το λεπτό βραχιόλι στα δάχτυλά της.
-Αυτό ήταν της γιαγιάς μου της Μυρσίνης, που το είχε δώσει στη μαμά μου και που έπρεπε να βρίσκεται στα χέρια μου εδώ και χρόνια…
Η Μαρίνα κόλλησε τα μάτια της, στα μάτια της Ανθής. Τα άλλοτε φωτεινά γαλάζια μάτια της ήταν σκοτεινιασμένα. Γύρισε το βλέμμα της προς στο μέρος του Νίκου. Είχε πανιάσει ολόκληρος. Έβαλε το βραχιόλι ευλαβικά μέσα στο κουτί κι έβγαλε απ’ το σάκο το απόκομμα της εφημερίδας.
–“Μέσα στο αυτοκίνητο επέβαινε ένα δίχρονο κοριτσάκι, κόρη της οδηγού…” τους κοίταξε και συνέχισε
-“Νεκρή ανασύρθηκε η 26χρονη οδηγός, Βασιλική Ανδρέου”…
Με την άκρη του ματιού της, η Μαρίνα είδε την Ανθή να σκουπίζει βιαστικά ένα δάκρυ που κυλούσε απ’ τα μάτια της. Πάνω στο απόκομμα, η Μαρίνα ακούμπησε ένα μικρό λευκό χαρτάκι μ’ ένα χειρόγραφο σημείωμα.
-“Μην μας ψάξεις! Δεν αντέχω άλλο! Βασιλική…” διάβασε δυνατά το σημείωμα
-Τι είναι αυτό; είπε η Ανθή κι άρπαξε το χαρτάκι απ’ τα χέρια της Μαρίνας
-Πού τα βρήκες αυτά; τη ρώτησε ο Νίκος χαμηλόφωνα
-Το μόνο που σας ζήτησα ήταν να μου πείτε ποιος ήταν ο πατέρας μου! Είχα δικαίωμα να ξέρω! Δεν πίστεψα λεπτό ότι δεν γνωρίζετε τίποτα! Εσείς με υποχρεώσατε να ψάξω μόνη μου για την αλήθεια!
Η Ανθή κρατούσε ακόμη το σημείωμα και το κοιτούσε αποσβολωμένη. Ο Νίκος είχε χλωμιάσει.
-Ήμουν κι εγώ στο ατύχημα; ρώτησε με θυμό
-Ναι… δηλαδή… προσπάθησε να δικαιολογηθεί η Ανθή
-Στο αίμα της μητέρας μου βρέθηκαν υψηλές ποσότητες ηρεμιστικών.
-Τι;;; φώναξε αυθόρμητα ο Νίκος
-Δεν το ήξερες μπαμπά;
-Όχι! Ποιος στα είπε αυτά; Αποκλείεται! Η Βασιλική δεν…
-Μετά το ατύχημα μας πήγαν στο νοσοκομείο. Απ’ το νοσοκομείο με πήρε ο μπαμπάς μου! ούρλιαξε η Μαρίνα
Η Ανθή άρχισε να κλαίει κι ο Νίκος ακούμπησε την πλάτη του στην πολυθρόνα. Η Μαρίνα έμοιαζε πραγματικά θυμωμένη!
-Πόσα ψέματα ακόμη μου έχετε πει;;; Με πόσα ψέματα με μεγαλώσατε; Πόσες αλήθειες ακόμη μου κρύβετε;;;
Η Μαρίνα σηκώθηκε όρθια και πέταξε τα πράγματα στον μπλε σάκο. Τον σήκωσε ψηλά και τους τον έδειξε.
-Αυτός ο σάκος ήταν στο δικό σας σπίτι! Δεν μπορεί να μην τον έχετε ξαναδεί! Εσείς τον κρύψατε εκεί! Ξέρατε ότι ήμουν κι εγώ στο αυτοκίνητο και δεν μου το είπατε ποτέ! Η μαμά μου έπαιρνε ηρεμιστικά! Γιατί δεν μου είπατε πως αυτό έφταιγε που τράκαρε; Απ’ το νοσοκομείο με παρέλαβε ο πατέρας μου! Από εκείνον με πήρατε! Ξέρετε καλά ποιος είναι! 30 χρόνια με γεμίσατε ψέματα! Τώρα όμως είναι η στιγμή της αλήθειας! Τώρα θα μου πείτε τα πάντα!
Ο Νίκος είχε χάσει το χρώμα του. Η Ανθή απέναντί του είχε σταματήσει να κλαίει και κοιτούσε τη Μαρίνα μ’ ένα άδειο βλέμμα.
–Θα μου τα πείτε όλα! Αν δεν το κάνετε, δεν θα με ξαναδείτε ποτέ! Ακόμη κι έτσι όμως, εγώ θα βρω την αλήθεια μόνη μου! Θα βρω τον πατέρα μου και χωρίς τη βοήθειά σας!
-Μαρίνα, κάθισε κορίτσι μου… πήρε το λόγο η Ανθή
Η Μαρίνα την κοίταξε με έντονο βλέμμα. Ο Νίκος έμενε ακόμη αμίλητος και χλωμός. Η Μαρίνα κάθισε και πάλι στη θέση της. Το ικετευτικό βλέμμα της Ανθής, την έκανε να πιστεύει πως τώρα θα της μιλούσαν επιτέλους. Η Ανθή πήρε μια βαθιά ανάσα και σκούπισε τα μάτια της.
-Ήσουν κι εσύ μέσα στο αυτοκίνητο. Ήσουν σχεδόν δύο χρονών και καθόσουν στο πίσω κάθισμα. Ήσουν μέσα, αλλά ευτυχώς δεν χτύπησες. Ο λόγος που δεν στο είπαμε ποτέ ήταν γιατί δεν θέλαμε να κρατήσουμε ζωντανές αυτές τις μνήμες στο μυαλό σου. Φοβόμασταν μήπως οι εικόνες αυτές μείνουν μέσα σου. Δεν θέλαμε όλο αυτό να σε στοιχειώνει για πάντα…
Το βλέμμα της Μαρίνας μαλάκωσε λίγο. Της ακούστηκε λογική η εξήγηση, όμως ήξερε καλά πως ακόμη κι έτσι δεν κατάφεραν να την προστατεύσουν. Όσα έζησε σ’ εκείνο το αυτοκίνητο, είχαν χαραχτεί βαθιά στο υποσυνείδητό της και τα βράδια έπαιρναν τη μορφή ενός πολύ τρομαχτικού εφιάλτη, αυτού του εφιάλτη που τη στοίχειωνε από πάντα. Η πρώτη εξήγηση ίσως είχε μια βάση, είχαν όμως πολλά να της πουν ακόμη…
-Η μαμά μου έπαιρνε ηρεμιστικά;
-Ναι! είπε η Ανθή και κοίταξε τον Νίκο έντονα. Ο Νίκος την κοίταξε αμήχανος.
-Μετά απ’ όλα όσα είχε περάσει, η Βασιλική έπαιρνε κάποια ηρεμιστικά για να την βοηθούν στον ύπνο.
-Το ατύχημα έγινε μεσημέρι! Αν τα έπαιρνε για τον ύπνο, γιατί να τα πάρει μεσημεριάτικα;
-Σ΄ αυτό δεν μπορώ να σου απαντήσω κορίτσι μου… η Ανθή προσπάθησε να διατηρηθεί ψύχραιμη κι άλλαξε κουβέντα
-Τα πράγματα αυτά είναι της μητέρας σου. Με τον Νίκο τα αφήσαμε στο σπίτι. Το αρκουδάκι αυτό ήταν δικό σου. Το είχες μαζί σου στο αυτοκίνητο εκείνη τη μέρα. Αυτό είναι το κλειδί του αυτοκινήτου της. Το βραχιόλι ήταν όντως της γιαγιάς σου και θα στο δίναμε…
-Πότε; Γιατί δεν μου το δώσατε ποτέ;
-Είχαμε σκεφτεί με το μπαμπά να στο δώσουμε στο γάμο σου, όταν με το καλό παντρευόσουν…
Η Μαρίνα την κοίταξε καχύποπτα. Δεν την έπειθε αυτή η εξήγηση.
-Και το σημείωμα; Για ποιον ήταν το σημείωμα;
-Αυτό το σημείωμα ήταν… το σημείωμα το άφησε η μητέρα σου για μένα. Μου έλεγε από καιρό ότι ήθελε να φύγει…
-Να πάει πού μαμά;
–Η Βασιλική ήταν πολύ καλός άνθρωπος, αλλά μετά τα όσα πέρασε είχε γίνει λίγο πιο…
-Ανθή… την διέκοψε ο Νίκος. Η Ανθή τον κοίταξε τρομαγμένη.
-Εδώ που φτάσαμε… είπε ο Νίκος
Η Μαρίνα γύρισε το βλέμμα της προς το μέρος του.
-Η Ανθή δεν ήξερε τίποτα! Δεν είχε ιδέα! Μόλις πριν λίγες ώρες της αποκάλυψα όλη την αλήθεια. Εγώ έκρυψα τον σάκο στο σπίτι. Τα πράγματα αυτά ήταν της μητέρας σου. Ήταν μέσα στο σάκο που είχε πάρει μαζί της η Βασιλική τη μέρα που έφυγε, τη μέρα του ατυχήματος. Η Βασιλική ήθελε να φύγει. Ήθελε να φύγει, γιατί δεν άντεχε να βλέπει τον πατέρα σου με τη γυναίκα του! Δεν άντεχε να κοροϊδεύει τη γυναίκα του! Δεν άντεχε να κοροϊδεύει τη Ανθή… γιατί ο βιολογικός πατέρας σου είμαι εγώ Μαρίνα…
Μια παγερή σιωπή γέμισε το χώρο. Η αποκάλυψη αυτή σαν να τους έκλεψε τη μιλιά. Τα μάτια τους ήταν παγωμένα. Και των τριών. Η παγερή σιωπή διακόπηκε απότομα. Ο ήχος της εξώπορτας που έκλεισε δυνατά, τράνταξε συθέμελα τα κορμιά της Ανθής και του Νίκου, που έμειναν ακίνητοι, ανίκανοι να αντιδράσουν στην απότομη φυγή της Μαρίνας…
*****
Δεν κατάλαβε για πότε έφτασε στη Θεσσαλονίκη. Σαν να οδηγούσε μηχανικά σ’ όλη τη διαδρομή. Ακόμη δεν είχε συνειδητοποιήσει αυτό που της είχαν πει η Ανθή με το Νίκο. Ο Νίκος ήταν ο βιολογικός της πατέρας! Δεν το χωρούσε το μυαλό της! “Μόλις πριν λίγες ώρες αποκάλυψα την αλήθεια στη Ανθή” θυμόταν τα λόγια του Νίκου… Η μαμά της, η καλύτερη φίλη της Ανθής, είχε κάνει σχέση με τον άντρα της, μια σχέση απ’ την οποία προέκυψε ένα παιδί. Όταν η Βασιλική σκοτώθηκε στο τροχαίο, η Ανθή μεγάλωσε αυτό το παιδί, χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν παιδί του άντρα της. Η Φανή ήταν βιολογική αδερφή της! Το μυαλό της Μαρίνας, δεν μπορούσε να μεταβολίσει όλες αυτές τις πληροφορίες. Έπρεπε να μιλήσει σε κάποιον, να τα μοιραστεί. Κόντευε να τρελαθεί! Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου και πήρε το κινητό της. Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στη Φανή… ή μήπως όχι; Μήπως τα γνώριζε ήδη; Το μετάνιωσε, ήταν πολύ μπερδεμένη. Ίσως ήταν καλύτερα να ηρεμήσει πρώτα, πριν μιλήσει με την αδερφή της. Άφησε το κινητό και ξεκίνησε και πάλι το αυτοκίνητο. Λίγη ώρα αργότερα βρισκόταν στο εστιατόριο του Άρη.
-Δεν ήξερα σε ποιον άλλο να μιλήσω… του είπε ξέπνοα
-Ησύχασε… της είπε και την αγκάλιασε
Όταν έφτασε στο εστιατόριο, η Μαρίνα ήταν σε κακό χάλι. Ο Άρης την πήγε στο μικρό γραφειάκι που είχε στο πίσω μέρος του μαγαζιού και της έδωσε λίγο νερό. Την έβαλε να καθίσει στον καναπέ που υπήρχε και κάθισε δίπλα της. Του τα είπε όλα. Όση ώρα του μιλούσε, της κρατούσε σφιχτά τα χέρια και την κοιτούσε στα μάτια.
-Σ’ έχω τρελάνει! Ακόμη δεν γνωριστήκαμε και σ’ έχω φορτώσει με τόσα! του απολογήθηκε
-Μαρίνα, θέλω να είμαι δίπλα σου σ’ ό,τι σε απασχολεί! Θέλω να είμαι εδώ για σένα! της είπε και της έδωσε ένα φιλί στα χείλη
Η Μαρίνα σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Το βλέμμα του ήταν γλυκό και τρυφερό. Τον ήξερε τόσο λίγο κι όμως ένιωθε πως θα μπορούσε να του εμπιστευτεί τα πάντα, τον ίδιο της τον εαυτό! Να έφταιγε ο έρωτας; Όχι, δεν μπορεί να ήταν μόνο αυτό. Αυτός ο άντρας της ενέπνεε ασφάλεια, σιγουριά… μια αίσθηση παράλογης οικειότητας. Ο άντρας αυτός είχε βρεθεί κοντά της, στην πρώτη πιο δύσκολη στιγμή της ζωής της, είχε βρεθεί κοντά της, την ώρα που η μητέρα της έχασε τη ζωή της! Και τώρα, σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή, ήταν αυτός που την βοήθησε να βρει την αλήθεια για τον πατέρα της. Α-Μ… τα αρχικά στο βραχιόλι. Αντώνης – Μυρσίνη… Άρης – Μαρίνα… Σύμπτωση; Ή μήπως όχι; Στο μυαλό της ήρθε η κόκκινη κορδέλα μέσα στο κουτάκι, άραγε να υπήρχε η κόκκινη κλωστή της μοίρας; Κοίταξε τα χέρια της μέσα στα δικά του. Για μια στιγμή, φαντάστηκε αυτή την ίδια σκηνή με τα χέρια τους γερασμένα. Τον κοίταξε στα μάτια. “Αν υπάρχει αυτή η κλωστή, μαζί σου μ’ έχει δέσει…” σκέφτηκε.
Ο Άρης την πήρε απ’ το χέρι και πήγανε στο σπίτι της. Ξάπλωσε μαζί της, την κρατούσε στην αγκαλιά του και της χάιδευε τα μαλλιά.
-Πρέπει να το πω στη Φανή…
-Όλα θα γίνουν, αλλά πρέπει να ηρεμήσεις πρώτα. Ήταν δύσκολη μέρα η σημερινή. Δώσε λίγο χρόνο στον εαυτό σου…
-Τι θα γίνει από εδώ και πέρα;
-Θα γίνουν όλα όπως θέλεις εσύ!
-Μη μ’ αφήσεις…
-Δεν πρόκειται να γίνει αυτό!
Όταν η Μαρίνα αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του, έμεινε για ώρα να την κοιτάζει. Πόσο όμορφη ήταν! Έμεινε δίπλα της όλο το βράδυ. Την κρατούσε αγκαλιά και δεν ήθελε να την αφήσει απ’ τα χέρια του. Ποτέ δεν πίστευε στη μοίρα, στο πεπρωμένο, στο γραμμένο… ήταν της άποψης πως τη μοίρα μας την ορίζουμε εμείς κι όχι το αντίθετο. Με όλα όσα είχαν συμβεί τελευταία όμως, είχε αρχίσει να αναθεωρεί. Ίσως τελικά να μην ήταν απλά σύμπτωση η γνωριμία του με τη Μαρίνα. Ίσως η μοίρα να της χρωστούσε κάτι για όσα της είχε πάρει σε τόσο τρυφερή ηλικία. Ίσως γι’ αυτό να έστειλε εκείνον στο δρόμο της για να την βοηθήσει να ανακαλύψει μια αλήθεια για την οποία διψούσε. Χαμογέλασε και της χάιδεψε τα μαλλιά. Για πρώτη φορά στη ζωή του, ένιωθε τόσο έντονη την ανάγκη μέσα του να ξυπνήσει… όχι να κοιμηθεί, αλλά να ξυπνήσει με μια γυναίκα. Έκλεισε τα μάτια κι αποκοιμήθηκε με τη Μαρίνα στα χέρια του…
Την επομένη το πρωί, άφησε τη Μαρίνα στη γκαλερί και πήγε κατευθείαν στο εστιατόριο. Λίγο πριν φτάσει στην πόρτα του μαγαζιού, το μάτι του έπεσε στη βιτρίνα του διπλανού καταστήματος. Είδε κρεμασμένο ένα ασημένιο κολιέ που στο τελείωμά του είχε έναν κόκκινο κρύσταλλο σε σχήμα καρδιάς. Με το που το είδε, του θύμισε εκείνη. Το φαντάστηκε πάνω στον όμορφο λαιμό της και χωρίς δεύτερη σκέψη, μπήκε στο μαγαζί και της το αγόρασε. Αυτό ήταν για τη Μαρίνα… Της έστειλε μήνυμα να περάσει απ’ το εστιατόριο να φάνε μαζί μετά τη δουλειά. Φρόντισε να φέρει ένα μικρό τραπέζι και δυο καρέκλες στο γραφείο του, μαγείρεψε μόνο για τους δυο τους κι όταν ήρθε η Μαρίνα άνοιξε ένα παλιό μπουκάλι κρασί. Την έβλεπε πιο ήρεμη σήμερα, μετά τα χτεσινά. Της φόρεσε το κολιέ και της πρότεινε να πάνε ένα ταξίδι μαζί, όπου εκείνη ήθελε. Η Μαρίνα συγκινήθηκε με την επίδειξη αγάπης του Άρη και για λίγο ξέχασε τα χτεσινά γεγονότα. Του υποσχέθηκε ότι θα πάνε ένα ταξίδι μαζί, αλλά όχι ακόμη…
Το ίδιο βράδυ, μετά την απογευματινή της βάρδια, η Μαρίνα πήγε στο σπίτι της Φανής. Ένιωθε την ανάγκη να της μιλήσει, να της εξομολογηθεί όσα είχαν συμβεί. Η Φανή έμεινε άναυδη με τις αποκαλύψεις της Μαρίνας. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως ο πατέρας τους έκρυβε τέτοια μυστικά για τόσα πολλά χρόνια. Αλλά κι η Ανθή, πώς γινόταν να μην είχε καταλάβει τίποτα;
-Φανή, αλήθεια δεν ήξερες τίποτα; την ρώτησε διστακτικά η Μαρίνα
-Πραγματικά πιστεύεις πως θα γνώριζα κάτι τέτοιο και δεν θα σου μιλούσα;
-Όχι, με συγχωρείς, έχεις δίκιο. Απλά…
-Δεν χρειάζεται ν’ απολογείσαι Μαρίνα μου, καταλαβαίνω. Δεν ήταν λίγα όσα έγιναν!
Οι δυο αδερφές αγκαλιάστηκαν σφιχτά. Η σχέση τους ήταν από πάντα πολύ δυνατή. Το ότι τώρα έμαθαν πως είναι και βιολογικές αδερφές, δεν άλλαζε κάτι…
Κική Γιοβανοπούλου
Συνεχίζεται

One response to “Κόκκινη Κλωστή 13 & 14”
[…] Προηγούμενο […]