Δώσε προσοχή όταν μιλάει το ένστικτο!

Πανικός! Να επιβιώσει, μόνο να επιβιώσει. Όταν θα έσωζε την ζωή της, θα μπορούσε να σκεφτεί καθαρά, να τα «βάλει κάτω» να δει τι συνέβη, πώς στην ευχή βρέθηκε σε αυτή την κατάσταση; Έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι, μα το κεφάλι της ζύγιζε εκατό κιλά. Θυμάται! Είχε πιει πολύ το προηγούμενο βράδυ. Είχε φύγει από εκείνο το μπαρ με κάποιον… ποιόν; Ένα θολό πρόσωπο, χόρευαν, γέλαγαν, εκείνος είχε όμορφο χαμόγελο, ένα τατουάζ πάνω από τον καρπό και μυρωδιά κανέλα. Μετά τίποτα. Πιάνει το κεφάλι καθισμένη στο πλάι και προσπαθεί να καταλάβει πού βρίσκεται. Ο χώρος δεν της θυμίζει απολύτως τίποτα, ένα κρεβάτι με μπερδεμένα σεντόνια και ένα παντζούρι μισάνοιχτο να θυμίζει πως έχει ξημερώσει για τα καλά. Στο κομοδίνο το τσαντάκι της, το ανοίγει με ελπίδα να βρει το κινητό της, αλλά μάταια, διότι δεν έχει μπαταρία. Το βλέμμα της «σταματά» στα χρήματα πάνω στο κομοδίνο. Διακόσια ευρώ και ένα σημείωμα για εκείνη. Τα αγνόησε με έναν μορφασμό αηδίας και διάβασε το σημείωμα.
«Σπρώξε την πόρτα όπως θα φεύγεις»

Σηκώθηκε παραπατώντας, έστρωσε κάπως τα ρούχα και τα μαλλιά και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Βγαίνοντας στον δρόμο, συνειδητοποίησε πως βρισκόταν μόλις δυο στενά πιο κάτω από το σπίτι της. Η πολυκατοικία δεν ήταν γνωστή, μια συνηθισμένη, αδιάφορη, παλιού τύπου πολυκατοικία, κανένας γνωστός δεν έμενε εκεί και είχε περάσει πολλές φορές από αυτό το σημείο, χωρίς να δώσει καμία σημασία.

Με πολύ κόπο, έφτασε στο διαμέρισμά της. Πέταξε τα ενοχλητικά παπούτσια από τα πόδια και έπεσε ξανά στο κρεβάτι, με ένα κεφάλι που βούιζε, χαμένη σε έναν άλλο κόσμο, βυθίστηκε σε έναν ύπνο λυτρωτικό. Ονειρεύτηκε την μητέρα της. Ήρθε σαν οπτασία λευκοφορεμένη και εκείνη οχτώ χρονών να την κοιτάει μες τα μάτια και να κλαίει. «Γιατί μητέρα; Γιατί με άφησες μόνη;». Να πάρει! Ξυπνά απότομα από το όνειρο, ακούει το εσωτερικό κουδούνι να κτυπά έντονα. Ανοίγει την πόρτα, η φίλη της από την σχολή, η Ανθή, μπαίνει με ορμή.
«Πού είσαι παιδάκι μου; Έχω ανησυχήσει, σε έχω πάρει τόσες φορές στο κινητό σου!»
«Δεν έχω μπαταρία… Συγνώμη…»
«Μην το ξανακάνεις αυτό! Είπαμε να πάμε για ένα ποτό μαζί τους, δεν είπαμε να χωριστούμε. Ποιος ξέρει τι θα μπορούσαν να σου κάνουν!»
«Ανθή, ποιοι; Δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα! Τι έγινε;»

Και της είπε τι συνέβη. Η Κορίν θυμήθηκε, από τα λεγόμενα της Ανθής, σύνδεσε τα κομμάτια στην μνήμη της και θυμήθηκε το προηγούμενο βράδυ. Ξεκίνησαν νωρίς να ετοιμάζονται, είχαν συμφωνήσει με τον καθηγητή τους. Εκείνες θα έβγαιναν με αυτόν και έναν φίλο του και εκείνος θα τις «πέρναγε» μάθημα, συν ό,τι πιούν πληρωμένα, χωρίς τίποτα περαιτέρω. Συμφώνησαν. Δεν ξέρω γιατί, αλλά συμφώνησαν!

Η βραδιά εξελίχθηκε όμορφα, παρά την διαφορά ηλικίας. Ο καθηγητής ήταν κατά βάση με την Ανθή, εκείνη ήταν με τον Άλκη, έναν μεσήλικα άνδρα, αρκετά γοητευτικό και λιγομίλητο. Κάποια στιγμή, από την τσέπη του καθηγητή βγήκαν χάπια. «Να γουστάρουμε περισσότερο. Αν θέλετε, παίρνετε…» τους είπε δήθεν αδιάφορα. Κοίταξε η μια την άλλη χωρίς να μιλούν, με τα μάτια προσπάθησαν να συνεννοηθούν. Η Κορίν έκανε την κίνηση και πήρε, μετά κατάπιε δυο, ο καθηγητής, η Ανθή και ο Άλκης δεν δοκίμασαν. «Τι ξενέρωτοι που είναι!» αναφώνησε ο καθηγητής, «Μόνο εσύ μικρή μου ξέρεις να διασκεδάζεις! Έλα, πάρε άλλο ένα και πάμε να χορέψουμε. Άλλο ένα μπουκάλι ουίσκι, πόσες φορές θα πρέπει να το ζητήσω πια;» φώναξε στους σερβιτόρους τραβώντας την Κορίν στην πίστα. Έπιναν και χόρευαν συνεχώς, πότε με τον καθηγητή και πότε με τον Άλκη. Η Ανθή συμμετείχε συγκρατημένα, η Κορίν συναινούσε σε όλα, ακόμα και όταν ο καθηγητής της πρότεινε να πάνε στο διαμέρισμά του, δεν έφερε καμία αντίρρηση. Δεν μπορούσε, δεν ένιωθε καλά… Μετά δεν θυμόταν τίποτα.

«Όχι Ανθή! Όχι! Μην μου πεις πως κοιμήθηκα με τον σιχαμένο!» φώναξε με κλάματα η Κορίν
«Κορίν, δεν ξέρω, αλήθεια δεν ξέρω τι έγινε! Με έφαγε η αγωνία, έφυγες με τους δυο παρέα. Προσπάθησα να σε συνεφέρω, γελούσες και με έδιωχνες. Και οι άλλοι δεν σε άφηναν όταν προσπάθησα να σε πάρω από αυτούς! Κορίν πόσο με τρόμαξες! Μπήκατε στο αυτοκίνητο και φύγατε! Ούτε ξέρω που πήγατε!»

Ο ήχος από το κουδούνι της κάτω πόρτας, διέκοψε την συζήτησή τους. Από την κάμερα του θυροτηλέφωνου, η Κορίν είδε δυο αστυνομικούς.
«Ναι;»είπε σχεδόν τρομοκρατημένη
«Η Κορίνα Τσεπαλίδου;»
«Ναι, η ίδια»
«Παρακαλώ να μας ακολουθήσετε στο τμήμα»

Περίμεναν αρκετή ώρα στο τμήμα μαζί με την Ανθή, μέχρι που τους πλησίασε ένα έντονο άρωμα κανέλας. Η Κορίν γύρισε το βλέμμα και είδε τον φίλο του καθηγητή να τους κοιτά με αυστηρό ύφος. Δεν άργησε να καταλάβει πως ήταν αστυνομικός. Τους εξήγησε πως ο καθηγητής μπήκε αυτόφωρο μετά την βραδιά τους, πως ευτυχώς τίποτα δεν έγινε το χθεσινό βράδυ, διότι ο καθηγητής συνελήφθη λίγο πριν την σεξουαλική πράξη και πως αν έπαιρνε τα χρήματα η Κορίν, θα ήταν υποχρεωμένος να συλλάβει και εκείνη. Τους έκανε αυστηρές συστάσεις και τις άφησε να φύγουν ντροπιασμένες για τις πράξεις τους. Πόσο ανόητη ήταν! Πώς αφέθηκε να φερθεί με αυτό τον τρόπο, πώς ευτυχώς δεν έμπλεξε από τύχη; Πόσο μεγάλη ντροπή ένιωσε με τον Άλκη; Ευτυχώς ήταν εκεί και πρόλαβε έναν πιθανό βιασμό της. Τεράστια ευγνωμοσύνη ένιωθε για αυτόν τον άνδρα.

Τις επόμενες ημέρες εξαρθρώθηκε ένα μεγάλο κύκλωμα human trafficking φοιτητριών και φοιτητών, με πρωτεργάτη τον καθηγητή τους και πολλούς ακόμα γνωστούς καθηγητές και αστυνομικούς. Η Κορίν ένιωσε την ανάγκη να επικοινωνήσει με τον Άλκη και να τον ευχαριστήσει ακόμα μια φορά. Ήταν ο προσωπικός σωτήρας της και δεν το έκρυψε πως της άρεσε! Του πρότεινε να βγουν και εκείνος δέχτηκε διστακτικά. Η βραδιά τους κυλούσε όμορφα, όμως εκείνη ένιωθε αμήχανα, δεν μπορούσε να χαλαρώσει, ίσως επειδή ακόμα τον ντρεπόταν που την είχε δει σε μια κατάσταση τόσο «έξω» από αυτήν! Δεν άκουσε τον ένστικτό της, το θεώρησε λάθος, ακόμα και όταν ο Άλκης την ρώτησε «Τι λες να πάρουμε αυτά, να χαλαρώσουμε λίγο;» και άφησε πάνω στο τραπέζι τέσσερα χάπια…

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading