Κόκκινη Κλωστή 15 & 16 – ΦΙΝΑΛΕ

Προηγούμενο

Στο σπίτι στη Ροδόπολη ακούγονταν φωνές. Ο Νίκος και η Ανθή καυγάδιζαν έντονα. Οι φωνές τους ακούγονταν πολύ δυνατά.

-Δεν μου είχες πει ότι τα κράτησες! Μου κρύβεις πράγματα ακόμη Νίκο!

-Δεν σου κρύβω τίποτα απολύτως!

-Πώς βρέθηκαν αυτά τα πράγματα στο σπίτι; ούρλιαξε η Ανθή

-Άσε τα πράγματα! Γιατί είπες στη Μαρίνα ότι μαζί τα αφήσαμε στο σπίτι; Δεν είχες ιδέα γι’ αυτά τα πράγματα! Εγώ τα έκρυψα εκεί!

-Για να σε καλύψω!

-Γιατί είπες στη Μαρίνα ότι η Βασιλική έπαιρνε ηρεμιστικά;

-Έπαιρνε!

-Δεν έπαιρνε Ανθή! Η Βασιλική δεν πήρε ποτέ ηρεμιστικά!

-Νομίζεις ότι τα ήξερες όλα για την “αγαπημένη” σου; του είπε ειρωνικά

-Ήξερες ότι είχαν γίνει τοξικολογικές στη Βασιλική και βρέθηκαν στο αίμα της ηρεμιστικά;

-Το ήξερα ναι!

-Και γιατί δεν μου το είπες;

-Η Βασιλική έπαιρνε χρόνια ηρεμιστικά Νίκο!

-Λες ψέματα Ανθή!

-Μιλάς εσύ για ψέματα; Με κορόιδευες 35 ολόκληρα χρόνια και αποκαλείς εμένα ψεύτρα;

-Έστω και τώρα έπρεπε να πούμε στη Μαρίνα όλη την αλήθεια!

-Τότε γιατί δεν της είπες ότι εσύ ευθύνεσαι για το θάνατο της μάνας της; Από σένα ήθελε να ξεφύγει η Βασιλική! Εξαιτίας σου σκοτώθηκε! 

Ο Νίκος στο άκουσμα αυτής της κουβέντας, άνοιξε την πόρτα και βγήκε απ’ το σπίτι. Η Ανθή τον άκουσε να βάζει μπροστά το αυτοκίνητο. Έπεσε στην πολυθρόνα διαλυμένη πια. Οι αποκαλύψεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Όλα γίνονταν τόσο γρήγορα! Όσα δεν είδαν το φως τα 35 τελευταία χρόνια, αποκαλύφθηκαν σε λίγες ώρες. Η ζωή που είχε καταφέρει να φτιάξει με τόσο κόπο, διαλυόταν μπροστά της σαν πύργος από τραπουλόχαρτα κι εκείνη δεν μπορούσε να κάνει τίποτα! Πρώτα η Μαρίνα, μετά ο Νίκος… οι άνθρωποι που λάτρευε πάνω κι απ’ τη ζωή της, την εγκατέλειπαν. Ήξερε καλά πως ακόμη κι αν επέστρεφαν, τίποτα πια δεν θα ήταν όπως πριν. Κι η Φανή, πώς θα αντιδρούσε σ’ όλα αυτά; Την κυρίευσε ο φόβος. Η Ανθή ξέσπασε σ’ ένα δυνατό κλάμα.

Ο Νίκος σταμάτησε το αυτοκίνητο σε μια ερημιά. Άνοιξε το παράθυρο κι άναψε ένα τσιγάρο. Ήξερε βαθιά μέσα του πως κάποια στιγμή θα συνέβαινε κι αυτό. Δεν το φανταζόταν έτσι όμως. Για την ακρίβεια δεν είχε ποτέ καταφέρει να βρει ποιος θα ήταν ο ιδανικός τρόπος να πει στη Μαρίνα ότι αυτός είναι ο πατέρας της. Θυμόταν πόσες φορές, απ’ όταν ήταν μικρή ακόμη, την έσφιγγε στην αγκαλιά του κι ήθελε να της το ψιθυρίσει. Πόσες φορές είχε νιώσει την ανάγκη να τα πει όλα στη Ανθή, πάντα όμως κάτι τον κρατούσε. Η Ανθή τον αγαπούσε πολύ, το ήξερε, αλλά όλο αυτό δεν ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε να το αντέξει. Την φοβόταν τη Ανθή. Φοβόταν κάποιες φορές τις αντιδράσεις της. Τον αγαπούσε, αλλά ήταν εκρηκτική σαν άνθρωπος, απρόβλεπτη… Ξαφνικά ήρθε στο μυαλό του η Φανή. Πώς θα αντιδρούσε όταν της μιλούσε η Μαρίνα; Ήταν σίγουρος πως η πρώτη που θα της έλεγε όσα έγιναν, ήταν η αδερφή της. Ήταν πολύ δεμένες οι δυο τους. Φοβόταν, φοβόταν μήπως με τα λάθη του έχανε τις κόρες του, αυτό δεν θα το άντεχε…

Πέρασαν πάνω από 30 χρόνια για να καταφέρει να πει την αλήθεια στη Ανθή, όμως πλέον της τα είχε πει όλα, η αντίδρασή της όμως… κάτι του έκρυβε. Τα ήξερε όλα από πριν του είπε… Η Ανθή… η τόσο εκρηκτική Ανθή, ήξερε κάτι τέτοιο και δεν αντέδρασε; Γιατί αφού δεν είχε ιδέα για τα πράγματα στο σάκο, είπε στη Μαρίνα ότι μαζί τον είχαν αφήσει εκεί; Αυτά τα πράγματα τα είχε αφήσει ο Νίκος στο σπίτι, αφού το άδειασαν κι μετακόμισαν στη Ροδόπολη. Ήταν κάποια απ’ τα πράγματα της Βασιλικής που δεν είχε το κουράγιο να πετάξει. Ήθελε να υπάρχουν κάπου, ακόμη κι αν δεν μπορούσε να τα μεταφέρει στο καινούριο τους σπίτι. Ήταν τα απομεινάρια αυτού του έρωτα. Κι αυτό με τα ηρεμιστικά που βρέθηκαν στο αίμα της Βασιλικής; Γιατί είπε στη Μαρίνα πως η μητέρα της έπαιρνε ηρεμιστικά; Ο Νίκος ήταν σίγουρος πως η Βασιλική δεν θα έπαιρνε ποτέ κάτι τέτοιο κι αν συνέβαινε, θα του το είχε πει. Η Βασιλική δεν του έκρυβε τίποτα! Θα έβαζε το χέρι του στη φωτιά γι’ αυτό! Κάτι δεν κολλούσε σ’ όλη την ιστορία… Η ευθύνη για όσα έγιναν, ήταν όλη δική του, αλλά κι η Ανθή δεν ήταν απόλυτα ειλικρινής. Η σκέψη που πέρασε απ’ το μυαλό του, τον έκανε ν’ ανατριχιάσει ολόκληρος. Πήρε το αυτοκίνητο και επέστρεψε στο σπίτι του.

-Εσύ της έδωσες τα ηρεμιστικά! φώναξε

-Τι; ψέλλισε η Ανθή

-Εσύ το έκανες! Έμαθες για τη σχέση μας κι ήθελες να την βγάλεις απ’ τη μέση!

-Όχι… εγώ… όχι!

-Εσύ το έκανες! Εσύ τη σκότωσες! την κρατούσε απ’ τα μπράτσα και την ταρακουνούσε

-Την αγαπούσα Νίκο! Δεν το έκανα!

-Την αγαπούσες μέχρι τη στιγμή που έμαθες ότι είχε δεσμό μαζί μου! Μετά τη μίσησες! Παραδέξου το!

Ο Νίκος είχε βλέμμα τρελού. Την κρατούσε τόσο σφιχτά που η Ανθή πονούσε.

-Πώς μπόρεσες να μου το κάνεις αυτό; της φώναξε

Το μέχρι πρότινος τρομαγμένο ύφος της Ανθής άλλαξε ξαφνικά. Τον έπιασε δυνατά απ’ τα μπράτσα και τον έσπρωξε. Ο Νίκος ξαφνιάστηκε. Τα μάτια της Ανθής ήταν βουρκωμένα, αλλά γεμάτα θυμό! Έντονο θυμό!

-Πώς μπόρεσα να στο κάνω αυτό;;; Εγώ;;; Πηδιόσουν μαζί της για 4 ολόκληρα χρόνια!!! Για 4 χρόνια με κοροϊδεύατε και γελούσατε πίσω απ’ την πλάτη μου! Για 4 χρόνια εγώ σας φρόντιζα και σας αγαπούσα κι εσείς βγάζατε τα μάτια σας!!! Εσύ ο άντρας μου κι εκείνη η “οσία” κολλητή μου! Το φίδι το κολοβό που έτρεφα στον κόρφο μου! Ναι! Εγώ της έριξα τα ηρεμιστικά! Ήθελα να πεθάνει! Ήθελα να πεθάνει, όπως πέθανα κι εγώ όταν έμαθα την αλήθεια!

-Θα σκοτωνόταν κι η Μαρίνα μαζί της! Πώς μπόρεσες να το κάνεις;

-Δεν ήξερα πως μετά την επίσκεψή μου στο σπίτι της, θα ένιωθε επιτέλους τύψεις και θα τρεπόταν σε φυγή! Της έριξα τα ηρεμιστικά στον καφέ της κι ήλπιζα πως θα πεθάνει μόνη κι αβοήθητη! Έκοψα το καλώδιο του τηλεφώνου πριν φύγω! Να μην μπορεί να ειδοποιήσει για βοήθεια. Το διπλανό διαμέρισμα ήταν ξενοίκιαστο, η Μαρίνα ήταν μικρή για να βοηθήσει…

– Έγιναν τοξικολογικές εξετάσεις, πώς δεν άκουσα ποτέ κάτι γι’ αυτό;

– Ήσουν πολύ ταραγμένος για ν’ ασχοληθείς με το οτιδήποτε! Θυμάσαι; Διαλυμένος ήσουν! Σαν ζωντανός – νεκρός περιφερόσουν! Έδωσα κατάθεση στην αστυνομία… τα τακτοποίησα όλα εγώ. Όπως πάντα! Όλα τα δύσκολα εγώ δεν τα φορτωνόμουν πάντα; Εσύ είχες να κλάψεις την αγαπημένη σου, πώς να σκεφτείς το οτιδήποτε άλλο; του είπε και τα μάτια της έμοιαζαν να στάζουν αίμα

Ο Νίκος πήγε μπροστά της και την χαστούκισε δύο φορές.

-Αυτό της άξιζε! Και σε σένα θα άξιζε το ίδιο, αλλά σ’ αγαπούσα τόσο, που ακόμη και μετά απ’ αυτά δεν μπορούσα να σου κάνω κακό! Η τιμωρία σου ήταν να χάσεις εκείνη!

-Τριάντα χρόνια μ’ άφησες να πιστεύω πως ευθύνομαι εγώ για το θάνατό της!

-Εσύ ευθύνεσαι! Εσύ κι εκείνη! Εσείς φταίγατε για όσα έγιναν! Εγώ σας αγαπούσα! Αν ήσασταν εντάξει, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί!

Ο Νίκος έπεσε στον καναπέ κι έκλεισε το πρόσωπό του στα χέρια του.

-Σκότωσες τη γυναίκα της ζωής μου! ψιθύρισε

-Εγώ είμαι η γυναίκα της ζωής σου! Εγώ είμαι η γυναίκα σου! Είμαστε δεμένοι με την κόκκινη κλωστή της μοίρας! Είμαστε προορισμένοι για να μείνουμε μαζί για πάντα! Μαζί! Εμείς οι δύο Νίκο!

-Πώς μπόρεσες;

-Εκείνη έφταιγε! Εκείνη που προσπάθησε να σε πάρει από μένα!

Ο Νίκος έκλεισε τα μάτια του κι έφερε στο μυαλό του, τη Βασιλική… Θυμήθηκε το πρώτο τους φιλί, την πρώτη φορά που έκαναν έρωτα… Θυμήθηκε τη φωνή της όταν του έλεγε “Σ’ αγαπώ”. Ήρθε στο νου του το χαμόγελό της, τα μεγάλα πράσινα μάτια της, το απαλό δέρμα της, το άρωμα του σώματός της, η αίσθηση των χεριών της πάνω του… Αυτή η γυναίκα ήταν το άλλο του μισό! Αυτό που η Ανθή αποφάσισε να κλέψει από κοντά του μ’ αυτόν τον τρόπο! Σηκώθηκε όρθιος κι όρμηξε έξαλλος πάνω στη Ανθή. Ήταν εκτός εαυτού…

*****

Κόντευαν έξι χρόνια από εκείνη τη μέρα… Από εκείνη τη μέρα που η Μαρίνα έμαθε την αλήθεια για την ταυτότητα του πατέρα της, από εκείνη τη μέρα που έμαθε το μεγαλύτερο μέρος της αλήθειας της ζωής της, γιατί όλη την αλήθεια δεν την έμαθε ποτέ. Δεν έμαθε ποτέ τον ρόλο που έπαιξε η Ανθή στον θάνατο της Βασιλικής. Ο Νίκος φρόντισε να μην χάσει η Μαρίνα για δεύτερη φορά τη μητέρα της. Οδήγησε ο ίδιος τη Ανθή στο θάνατο, λίγο πριν βάλει τέλος και στη δική του ζωή. Το σπίτι στη Ροδόπολη, μετά την εν βρασμώ δολοφονία της Ανθής απ’ τον ίδιο της τον άντρα και την αυτοκτονία του, έκλεισε για πάντα. Ούτε η Μαρίνα, αλλά ούτε κι η Φανή ήθελαν να ξαναπατήσουν εκεί. Λίγο αργότερα έβαλαν πωλητήριο, αλλά όλοι οι ντόπιοι γνώριζαν την ιστορία που διαδραματίστηκε σ’ εκείνο το σπίτι κι έτσι έμεινε απούλητο. Κανείς δεν έμαθε ποτέ γιατί ο Νίκος έφτασε σ’ αυτή την απονενοημένη πράξη. Κανείς δεν μπόρεσε ποτέ ούτε να υποθέσει γιατί ο Νίκος στραγγάλισε την ίδια του τη γυναίκα και μετά απαγχονίστηκε μπροστά στο πτώμα της.

Κόντευαν έξι χρόνια από εκείνη τη μέρα… κι όμως το θέαμα που αντίκρισαν οι δυο αδερφές όταν μπήκαν στο πατρικό τους, ήταν μια εικόνα που δεν μπορούσαν ακόμη να ξεχάσουν. Δεν μπόρεσαν ποτέ να συγχωρήσουν τον πατέρα τους γι’ αυτό που έκανε. Αντίθετα η Ανθή, ήταν στα μάτια τους εκείνη που υπόμεινε όλα τα ψέματα του άντρα της και που παρόλα αυτά είχε περίσσευμα αγάπης για όλους.

Λίγους μήνες μετά από εκείνη τη μέρα, η Φανή έφερε στον κόσμο ένα όμορφο κοριτσάκι με μεγάλα γαλάζια μάτια σαν της γιαγιάς της. Η μικρή βαφτίστηκε Ανθή, προς τιμήν της γιαγιάς που δεν έμελλε να γνωρίσει ποτέ. Η Φανή, όταν η Μαρίνα της μετέφερε όλα όσα είχε εκμαιεύσει απ’ τους γονείς τους, ήταν στην αρχή της εγκυμοσύνης της, χωρίς ούτε η ίδια να το ξέρει.

Εκείνος ο εφιάλτης, εκείνος που για χρόνια τυραννούσε τη Μαρίνα, έμοιαζε πια να έχει ξεθωριάσει στο μυαλό της. Για τη Μαρίνα ήταν ένα κουβάρι μνήμες, που παρέμεναν μέσα της για να μην την αφήσουν να ξεχάσει, για να της θυμίζουν πως η ζωή της χρωστούσε αλήθειες που θα έπρεπε να μάθει, αλήθειες που θα έπρεπε να αναζητήσει. Ήταν όμως αλήθεια ένα κουβάρι μ’ αναμνήσεις; Ήταν μια υπενθύμιση του υποσυνείδητού της; Μήπως δεν ήταν υπενθύμιση, αλλά προμήνυμα; Γιατί καμιά φορά η μοίρα παίζει περίεργα παιχνίδια…

Στο μικρό μας δαχτυλάκι υπάρχει ένα αγγείο που συνδέεται με την καρδιά. Βάσει ενός ιαπωνικού μύθου, στην άκρη του δαχτύλου αυτού, υπάρχει μια αόρατη κόκκινη κλωστή (συνέχεια του αγγείου που έρχεται απ’ την καρδιά μας) που μας συνδέει με την “αδερφή ψυχή” μας. Οι άνθρωποι που ενώνονται μ’ αυτή την κλωστή, είναι μοιραίο κάποια στιγμή της ζωής τους να συναντηθούν. Ο μύθος λέει πως όσο μακριά κι αν βρίσκονται αυτοί οι άνθρωποι, η μοίρα κάποια στιγμή θα τους φέρει κοντά. Η ζωή μπορεί να τα φέρει έτσι ώστε οι κλωστές αυτές να μπερδευτούν, να τεντωθούν… όμως ό,τι κι αν γίνει, δεν πρόκειται να σπάσουν. Οι “αδερφές ψυχές” θα βρεθούν ό,τι κι αν γίνει. Βάσει του μύθου, υπάρχουν ψυχές προορισμένες να είναι μαζί, στην ουσία ήταν μαζί πριν καν συναντηθούν, θα είναι μαζί ακόμη κι αν κάποτε απομακρυνθούν. Όση απόσταση κι αν τις χωρίζει, όσα εμπόδια κι αν εμφανιστούν μπροστά τους, ακόμη κι αν η ζωή τους χωρίσει τελικά, η μοίρα θα τους κρατάει δεμένους. Για πάντα…

Ίσως να υπάρχει στ’ αλήθεια αυτή η κόκκινη κλωστή. Ίσως να είναι ικανή να κρατά ενωμένους δυο ανθρώπους μαζί για πάντα. Κι ίσως η Μαρίνα κι ο Άρης να ήταν δεμένοι με την κόκκινη κλωστή της μοίρας. Ίσως αυτή ήταν που τους κράτησε μαζί, δεμένους, μέχρι το τέλος…

Κόντευαν έξι χρόνια από εκείνη τη μέρα κι η Μαρίνα με τον Άρη, είχαν αποκτήσει κι εκείνοι μια κόρη. Ένα όμορφο μελαχρινό κοριτσάκι σαν τη μητέρα της, με έντονα μαύρα μάτια σαν του πατέρα της, τη μικρή Βασιλική. Εκείνη τη μέρα, έκλεινε τα δύο της χρόνια… Εκείνη τη μέρα, οι γονείς της, της είχαν διοργανώσει ένα μεγάλο πάρτι για τα γενέθλιά της, στο εξοχικό του ζευγαριού στη Χαλκιδική. Η μικρή Βασιλική ήταν σαν άγγελος, ντυμένη μ’ ένα όμορφο λευκό φόρεμα, λευκά παπουτσάκια και χαριτωμένους λευκούς φιόγκους στα μαύρα μαλλιά της. Εκείνη τη μέρα, στο δρόμο προς Χαλκιδική ακούστηκε ένα δυνατό μπαμ. Ο οδηγός ενός άλλου αυτοκινήτου έχασε τον έλεγχο και καρφώθηκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Άρης. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα! Μαζεύτηκε κόσμος, ήρθαν ασθενοφόρα, αστυνομία… Ακούγονταν φωνές, ουρλιαχτά… μια κόκκινη κηλίδα αίματος στην άσφαλτο… “Δεν έχει σφυγμό!” ακούστηκε κάποιος να λέει…

Κική Γιοβανοπούλου

ΤΕΛΟΣ

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading