Όλα ξεκίνησαν όταν αποφάσισα να μετακομίσω. Οι γονείς μου είχαν πεθάνει σε ένα αυτοκινητιστικό πριν μερικούς μήνες και δεν άντεχα να μένω στο πατρικό μας πια. Όλα θύμιζαν στιγμές συγκινητικές, η κάθε γωνιά, το κάθε αντικείμενο. Ξεκίνησα να πακετάρω προσπαθώντας να μην κλαίω με το καθετί που ανακάλυπτα και με γυρνούσε στην παιδική και όχι μόνο ηλικία μου. Αναζητούσα την αλλαγή και τι πιο ανατρεπτικό από μια μετακόμιση, μια καινούρια ζωή.
Το δωμάτιό μου το άφησα τελευταίο, λόγω συναισθηματικής φόρτισης, όπως θα φαντάζεσαι. Όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα κι έπιπλα, περίμεναν υπομονετικά είτε στοιβαγμένα σε κούτες, είτε τυλιγμένα με νάιλον. Τα βράδια όπως τριγυρνούσα ανάμεσά τους, ένα ρίγος με διαπερνούσε θαρρείς και κάποιος ή κάτι θα ξεπεταγόταν από μέσα ή από πίσω τους. Κάποιος δαίμονας με μάτια φιδιού. Εκείνη τη μέρα έσυρα το κρεβάτι για να τυλίξω το κόκκινο χαλί. Ξέρεις, αυτό που άρεσε τόσο πολύ στη μαμά. Δεν είχα αποφασίσει τι θα το έκανα. Τότε την είδα. Στο πάτωμα μια συρόμενη πόρτα. Πώς ήταν δυνατόν; Πώς δεν την είχα παρατηρήσει ποτέ μου; Ταράχτηκα ομολογώ.
“Λες από εδώ να εμφανίζονται τα τέρατα που ακούμε από τους μεγάλους;” σκέφτηκα.
Αλλά πάλι, εγώ δεν τα πίστευα αυτά ποτέ. Να το όμως που κάτι συνέβαινε. Με πολύ αργές κινήσεις την άνοιξα. Διέκρινα άσπρα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο κενό. Δεν ήξερα τι να κάνω. Κι αν εγκλωβιζόμουν μέσα στα σκοτάδια μαζί με τα ανύπαρκτα ή μάλλον υπαρκτά τέρατα; Η περιέργειά μου ξεπέρασε το φόβο. Βρήκα ένα σπάγκο και τον έδεσα στην κανονική πόρτα του δωματίου για να βρω το δρόμο της επιστροφής. Σκέφτηκα τον Μίτο της Αριάδνης. Μην ξεχνάς ότι η Μυθολογία ήταν το φόρτε μας σωστά; Πήρα μαζί και το κινητό μου, άναψα τον φακό του και σιγά σιγά κατέβηκα τις σκάλες.
Η είσοδος του δωματίου μου τώρα αχνοφαινόταν. Αν και κατέβαινα, είχα την αίσθηση ότι απλά περνούσα το δρόμο απέναντι. Ο διάδρομος στενόμακρος, απροσδιορίστου χρώματος, μύριζε κλεισούρα και ναφθαλίνη, σα να μην τον είχε περπατήσει ποτέ άνθρωπος. Τα χέρια μου είχαν ιδρώσει και φοβόμουν μήπως γλιστρήσει ο σπάγκος και χαθώ. Δε θυμάμαι μετά από πόση ώρα συνάντησα άλλη μια πόρτα, αυτή τη φορά με χερούλι. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο έντονα που νόμιζα ότι δε θα προλάβαινα να την ανοίξω, θα έσκαγα πάνω της με κρότο. Ακούμπησα το αυτί μου. Άκουσα απροσδιόριστες φωνές και φασαρία, μέχρι που κάποιος φώναξε το όνομά μου: Σοφία. Τότε την άνοιξα. Βρέθηκα ανάμεσα σε ρούχα, φουστάνια και παπούτσια. Φαντάζεσαι την έκπληξή μου όταν συνειδητοποίησα πως βρισκόμουν στη ντουλάπα μου. Τα φύλλα της ήταν μισάνοιχτα και μπόρεσα να διακρίνω τους ανθρώπους στο δωμάτιο. Εκεί, πάνω στο κρεβάτι, στη μέση ακριβώς, καθόμουν… Εγώ. Αμέσως έπιασα το στόμα μου με το χέρι για να μην ουρλιάξω. Ο σπάγκος ίσα που δε μου ξέφυγε. Τα ίδια μαύρα, κοντά μαλλιά, τα ίδια μπλε μάτια. Εγώ και στην ντουλάπα και στο κρεβάτι.
Σίγουρα ονειρευόμουν. Αποφάσισα να τσιμπήσω το μάγουλό μου να δω αν είμαι ξύπνια, όταν μια αγαπημένη φωνή μου γαργάλισε το αυτί. Μια φωνή που μου είχε λείψει τόσο πολύ! Που με ξυπνούσε τα πρωινά με τραγούδια και γέλια. Η φωνή της μαμάς! Πλησίασε στο κρεβάτι και κάτι είπε. Ίδια όπως τη θυμόμουν, ευγενική, με στρογγυλό πρόσωπο και μεγάλα καστανά μάτια. Τα δάκρυα κύλησαν χωρίς να το πάρω χαμπάρι. Σε λίγο εμφανίστηκε και ο μπαμπάς, με εκείνα τα μοναδικά χέρια που όταν σε αγκάλιαζαν όλες οι έννοιες και οι στεναχώριες εξαφανίζονταν στο λεπτό. Τράβηξε τη μαμά από τον αγκώνα και βγήκαν από το δωμάτιο. Στη συνέχεια Εγώ ξάπλωσα ευχαριστημένη, πλημμυρισμένη από αγάπη κι ευτυχία, έβαλα ακουστικά και αποκοιμήθηκα.
Γύρισα εξαντλημένη στο δωμάτιό μου. Έκλεισα την πόρτα κι έβαλα τα κλάματα τόσο δυνατά που φοβήθηκα μήπως ακουστώ μέχρι την άλλη πλευρά. Ήταν άδικο. Άδικο να έχεις εσύ τους γονείς μας κι εγώ όχι. Γιατί; Από την άλλη πλευρά τι ήταν όλο αυτό; Παράλληλο σύμπαν;
Το σκέφτηκα πάνω από μια βδομάδα διεξοδικά. Έχασα τον ύπνο μου. Κάθε βράδυ σε επισκεπτόμουν για να επιβεβαιώσω ότι όλα αυτά δεν ήταν μια παραίσθηση. Απορούσα πώς δεν είχες ανακαλύψει κι εσύ την πόρτα νωρίτερα. Η επιχείρηση μετακόμιση αναβλήθηκε μέχρι νεωτέρας. Λίγο πριν καεί ο εγκέφαλός μου το αποφάσισα. Το ξέρω, το ξέρω δεν είναι εντελώς σωστό, γιατί πάλι η μια από τις δύο είναι αδικημένη, αλλά τουλάχιστον δεν είμαι εγώ.
Η επιχείρηση απαγωγή του εαυτού μου λίγο έλειψε να καταστραφεί. Φοβήθηκα ότι το χλωροφόρμιο στο πανί που σου σκέπασα το πρόσωπο δε θα έπιανε. Έτσι κι αλλιώς μόνο στις ταινίες το είχα δει. Το να σε σύρω επίσης μέχρι εδώ και να ανέβω σκάλες δεν ήταν εύκολο. Δεν ήξερα ότι ήμασταν τόσο βαριές. Από αύριο ξεκινάω δίαιτα. Θα αναρωτιέσαι επίσης γιατί είσαι δεμένη με χειροπέδες στο κρεβάτι και φιμωμένη.
Αρχικά ήθελα να σου εξηγήσω το σκεπτικό μου, το οποίο θα καταλάβεις και από μόνη σου πόσο λογικό είναι. Βλέπεις, αποφάσισα να πάρω τη θέση σου στον εκεί κόσμο ή όπως αλλιώς λέγεται. Φυσικά εσύ δε θα πρέπει να εμφανιστείς ποτέ, οπότε θα κάψω αυτό το σπίτι κι εσένα μαζί. Δεν πρέπει να υπάρξουν περαιτέρω εκπλήξεις. Μην ταράζεσαι και μην κλαις. Θα αγαπάω τους γονείς μας και για τις δυο μαζί. Δεν ήμουν έτοιμη να ζήσω χωρίς αυτούς ακόμα. Θέλω κι άλλο, όσο μπορέσω. Ξέρω η μυρωδιά της βενζίνης προκαλεί τάση για εμετό, οπότε δε θα σε κρατήσω άλλο. Θέλω να μου έχεις εμπιστοσύνη. Δε θα μας απογοητεύσω. Θα πετάξω τον αναπτήρα μέσα στο δωμάτιο, θα κλείσω την πόρτα και τρέχοντας θα κατέβω τα σκαλιά. Προλαβαίνω. Μην τρελαίνεσαι και μη χτυπιέσαι όλα θα πάνε καλά. Είμαστε δυνατές το ξέρεις.
Σε χαιρετώ Σοφία και θα δώσω πολλά πολλά φιλάκια στη μαμά και στο μπαμπά.
Ανυπομονώ να τους σφίξω στην αγκαλιά μου και πάλι.
Elpida Petrova
