Κύκλοι και Ελλείψεις – 4

Προηγούμενο

Ο Κωνσταντής ξεκουβάλησε την βαλίτσα του από το αμάξι και ανέβηκε τα λίγα σκαλιά του σπιτιού του. Ήταν κομμάτια απ’ την κούραση, αλλά ήταν και ευχαριστημένος. Τα ταξίδια του είχαν πάει καλά. Έβγαλε τα σκονισμένα ρούχα και έκανε ένα γρήγορο μπάνιο. Αναζωογονημένος απ’ το μπάνιο φόρεσε καθαρά ρούχα και βγήκε βιαστικά πάλι απ’ το σπίτι. Τράβηξε για το σπίτι του Αγησίλαου.

Του άνοιξε η Φεριντέ, η μεγαλόσωμη Τουρκάλα υπηρέτρια που μόλις τον είδε άρχισε να τσιρίζει με χαρά. Έτρεξαν τότε έντρομοι στη πόρτα και ο Αγησίλαος κι η γυναίκα του, η Μαντούλα. Μόλις είδαν τον Κωνσταντή ήρθε η καρδιά τους στη θέση της.
«Τι φωνάζεις κακομοίρα και τρομάξαμε! Σύρε, ετοίμασε ούζα, μεζέδες, έχουμε μουσαφίρη!» κραύγασε η Μαντούλα.

Οι άντρες αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν.
«Σαν τα χιόνια!» είπε ο Αγησίλαος, μόλις κάθισαν. «Αυτή τη φορά το παράκανες. Πάνε τέσσερις μήνες από τότε που έφυγες».
«Θα τα πούμε Αγησίλαε, θα τα πούμε. Ο Θωμάς;» ρώτησε με αγωνία.
«Μια χαρά είναι το παιδί. Είναι επάνω με τις μικρές μου. Ξέρεις, του μαθαίνουν γράμματα!» γέλασε ο Αγησίλαος. Γέλασε κι ο Κωνσταντής.
«Το παιδί είναι θησαυρός!» συνέχισε ο Αγησίλαος «Τόσο ήσυχο και ντροπαλό, σχεδόν δεν σε κοιτάει στα μάτια, αλλά και τόσο φιλότιμο και εργατικό! Δεν φαντάζομαι να ήρθες για να μου τον πάρεις, θα με σκοτώσει η Μαντούλα!».

Χαμογέλασε περήφανα ο Κωνσταντής. «Δεν είχε ποτέ του δεύτερη ευκαιρία Αγησίλαέ μου. Αυτό είναι.»
«Και να τον δεις, άνθισε παιδί μου, ηρέμησε, έβαλε κρέας επάνω του – σιγά μη γλύτωνε απ’ τη Μαντούλα – άλλο παιδί μου έφερες και άλλο θα δεις».
«Τι ιστορία είναι πάλι αυτή με τα γράμματα;» είπε χαρούμενα ο Κωνσταντής.
«Α, βαλθήκανε οι δικές μου να του κάνουν τις δασκάλες, λίγο ανάγνωση και γραφή, λίγο αριθμητική. Ξέρεις, σε δουλειά να βρισκόμαστε, αλλά τα καταφέρνει, να δεις πώς τα καταφέρνει! Κάτσε να στον φωνάξω. Φεριντέ! Α, μέχρι να ‘ρθει ο Θωμάς να σου πω… έχω νέα για τον πατέρα σας».
“Ωχ, πες μου!”
«Ε να, έχει γίνει τελείως μονόχνωτος, δεν μιλάει σε κανένα και όταν του μιλάνε δεν απαντάει, μόνο στα μαγέρικα πάει και μπεκροπίνει. Κοίτα πώς κατάντησε…»
«Κρίμα. Αλήθεια σου λέω λυπάμαι, αλλά μόνος του έσπρωξε ως εκεί τα πράγματα. Δεν ξεπέρασε ποτέ τον θάνατο της μάνας.»
«Σώπα τώρα έρχεται ο Θωμάς».

Πράγματι ο Θωμάς δεν είχε πια σχέση με το χλωμό, καχεκτικό αγόρι που είχε φτάσει στο σπίτι των Βελλίνηδων κάποιους μήνες πριν. Είχε ψηλώσει, είχε πάρει βάρος, το λευκό του δέρμα είχε ροδοκοκκινίσει, τα μάτια του έλαμπαν, είχε αντρέψει. Τα δυο αδέλφια αγκαλιάστηκαν σφιχτά και μετά κουβέντιασαν. Ο Θωμάς φαινόταν χαρούμενος και ήρεμος και αυτό δεν φαινόταν μόνο στην εξωτερική εμφάνιση, αλλά και στον λόγο του. Μιλούσε και έλεγε στον Κωνσταντή για την καινούργια του ζωή και τις καινούργιες του συνήθειες με την χαρά ενός μικρού παιδιού. Γλώσσα δεν έβαζε μέσα του. Ο Κωνσταντής επιπλέον πρόσεξε ότι ο λόγος του ήταν πιο συγκροτημένος και λιγότερο ασύντακτος. Το παιδί είχε γαληνέψει, είχε φύγει ο τρόμος απ’ τα μάτια του. Είχε πραγματικά κάνει το καλύτερο για τον Θωμά φέρνοντάς τον στο σπίτι του Αγησίλαου. Του άξιζε λίγη κανονική ζωή.

Λίγο αργότερα πίνοντας το ουζάκι τους και τσιμπολογώντας τον μεζέ, ο Κωνσταντής ενημέρωνε τον Αγησίλαο για το ταξίδι του και τα σχέδιά του.
«Πήγα σε χωριά πιο βαθιά, βρήκα οικογένειες που μπορούν να μου προμηθεύουν εμπόρευμα, αγόρασα κιόλας αρκετά κιλά. Έκανα καλές συμφωνίες. Θα βάλω και ξερά φρούτα, ξέρεις, δαμάσκηνα, σύκα, βερύκοκα τέτοια. Τώρα το πρώτο που θα κάνω είναι να νοικιάσω μια μεγαλύτερη αποθήκη και να πάω ένα ταξίδι στην Ελλάδα.»
«Στους πελάτες σου;»
«Όχι μόνο. Και για καινούργιους πελάτες. Τα προϊόντα είναι εξαιρετικά. Μωρέ έχω μεγάλα σχέδια. Σκέφτομαι να βγω και στην αγορά της Ευρώπης, Ιταλία, Γαλλία, Αγγλία, πιστεύω πως υπάρχουν καλές προοπτικές.»
«Ναι, βρε Κωνσταντή, γιατί όχι! Αρκεί μόνο να είσαι σίγουρος για τους προμηθευτές σου, μη σε κρεμάσουν.»
«Δικοί μας είναι οι περισσότεροι και θα τους πληρώσω καλά. Ήδη έχω δώσει προκαταβολές.»

«Αλήθεια, πώς τα είδες τα πράγματα με τους Τούρκους, εσύ που πήγες πιο μέσα;»
«Κοίτα, ήσυχοι είναι οι περισσότεροι, φτωχαδάκια, εμάς μας έχουν από κοντά για ένα κομμάτι ψωμί». Σώπασε για λίγο και μετά συνέχισε.
«Υπάρχουν όμως και οι φανατισμένοι κι αυτοί είναι άγριοι. Αλήτες που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Αυτούς μαζεύει ο Μουσταφά Κεμάλ και τους στρατολογεί. Τους δίνει στόχο και δικαιολογία στην οργή τους. Έχει χάρισμα αυτός ο άνθρωπος, ξέρει να φανατίζει τον κόσμο.»
«Ναι, αλλά τους δίνει και όπλα.»
“Δυστυχώς. Ας είναι καλά οι φίλοι του οι Γερμανοί” είπε ειρωνικά ο Αγησίλαος.
«Τον φοβάμαι. Ξέρεις, μπορεί να ξεφύγουν τα πράγματα».
«Εύκολα, πολύ εύκολα. Δημιουργεί στρατό κυρίως από αποβράσματα, απειθάρχητους, βίαιους με ανεξέλεγκτες αντιδράσεις.»

«Να μην ξεχνάμε όμως και τους δικούς μας. Μαθαίνω απ’ τους αδελφούς μου στο νησί για τα σχέδια του Βενιζέλου και πραγματικά ελπίζω. Έχει και την Αντάντ από πίσω του, μην το ξεχνάμε αυτό».
«Ε, σ’ αυτό βασίζομαι κι εγώ. Όπως και να ‘χει, εμείς εδώ δεν έχουμε πρόβλημα, η Σμύρνη ήταν πάντα ελληνική και χριστιανική. Και όχι μόνο είμαστε η πλειοψηφία, αλλά τους στηρίζουμε και με τις δουλειές μας, κυρίως με το εμπόριο.»
«Έτσι λέω κι εγώ. Εμείς είμαστε από πάντα εδώ και δεν είχαμε ποτέ προβλήματα με τους Τούρκους».
«Ο καιρός θα δείξει… γιατί έτσι και γίνει κάτι, εγώ θα καταταχτώ», είπε συλλογισμένα ο Κωνσταντής.

Το ίδιο βράδυ, το τραπέζι στο σπίτι του Αγησίλαου ήταν γεμάτο απ’ όλα τα καλά και το κρασί έρεε άφθονο. Η ατμόσφαιρα ήταν εύθυμη και αστείες ιστορίες και γέλια δέσποζαν κατά τη διάρκεια του δείπνου. Οι ανησυχίες κι οι φόβοι είχαν απομακρυνθεί για λίγο και γιόρταζαν την επιστροφή του Κωνσταντή όπως μόνο οι Έλληνες-Ανατολίτες ήξεραν να γιορτάζουν. Ο Κωνσταντής δεν χόρταινε να κοιτάζει τον Θωμά να βγαίνει λίγο-λίγο απ’ το καβούκι του και να συμμετέχει στα γέλια και στα αστεία. Το παιδί είχε περισσότερες δυνατότητες απ’ όσες νόμιζε και ο ίδιος ακόμα και η ασφάλεια και η ηρεμία ήταν το γόνιμο έδαφος για να καρπίσουν. Βούρκωσε από περηφάνεια και αγάπη αλλά συνήλθε γρήγορα. Ήταν μέρα χαράς σήμερα και τα δάκρυα δεν είχαν χώρο απόψε, εξάλλου, δεν θα τον είχαν και για πολύ κοντά τους αφού ετοίμαζε το ταξίδι του για την Αθήνα, με πλοίο των Βελλίνηδων φυσικά.

Κλειώ Μαυρουδή

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

One response to “Κύκλοι και Ελλείψεις – 4”

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading