Κύκλοι και Ελλείψεις – 5

Προηγούμενο

Και οι δυο όροφοι του αρχοντικού ήταν κατάφωτοι. Οι μεγάλες ξύλινες μεσόπορτες είχαν ανοίξει για να εξοικονομηθεί ο μεγαλύτερος δυνατόν χώρος και οι μπαλκονόπορτες και τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα. Μουσική, χαρούμενες κουβέντες και γέλια ακούγονταν μέχρι την παραλία. Μυρωδιές από εκλεκτά φαγητά μπερδεύονταν με αυτές του γιασεμιού και του νυχτολούλουδου. Η σάλα είχε γεμίσει ήδη με κόσμο, την αφρόκρεμα του νησιού. Και όχι μόνο οι εφοπλιστές και οι μεγαλέμποροι, αλλά και οι τοπικές αρχές, οι δάσκαλοι, οι τραπεζίτες, ο γιατρός και φυσικά ο συμβολαιογράφος. Όλοι ένας κι ένας. Οι γυναίκες έκαναν επίδειξη τις καινούργιες τουαλέτες τους και οι άντρες κουβέντιαζαν για την πολιτική καπνίζοντας το πούρο τους. Οι νεαροί γλυκοκοίταζαν τις κοπέλες και οι κοπέλες έκρυβαν πίσω απ’ τις βεντάλιες τα κόκκινα μάγουλα και τα δροσερά χαμόγελά τους.

Τα βλέμματα όλων γύρισαν στη μεγάλη σκάλα καθώς εμφανίστηκαν οι νεαρές οικοδέσποινες. Τα κορίτσια τυλιγμένα σε λευκά μεταξωτά και με τα μαργαριτάρια τους – δώρο του πατέρα – κατέβαιναν με χάρη τα σκαλιά. Πόση σημασία είχαν δώσει σ’ αυτή της εμφάνισή τους! Ένα βήμα πιο μπροστά η Ναυσικά, που αναζητούσε με το βλέμμα της τους γονείς της ανάμεσα στον κόσμο. Ξαφνικά τους είδε παρέα με τους Γεωργαντήδες. Καθώς μετατοπίστηκε λίγο ο πατέρας της, είδε και τον Αχιλλέα να κουβεντιάζει μ’ ένα νέο καλοβαλμένο άνδρα. Την ίδια στιγμή αυτός ο νέος άνδρας σήκωσε το βλέμμα του στις δυο νεαρές οικοδέσποινες και το βλέμμα του έσμιξε με αυτό της Ναυσικάς. Η Ναυσικά πρόσεξε αμέσως ένα λοξό χαμόγελο να διαγράφεται κάτω απ’ το περιποιημένο μουστάκι και στο βλέμμα του μια περιπαικτική διάθεση. Σαν να τις περιγελούσε. Ήταν ειρωνεία, υπεροψία ή απλώς αυτοπεποίθηση; Ή μήπως έπαιζε;

Η Ναυσικά δεν είχε χρόνο να τα ερμηνεύσει όλα αυτά, αλλά τι περίεργο… ένιωσε την ίδια στιγμή οργή και πρόκληση, ενόχληση αλλά και περιέργεια. Ίσιωσε το κορμί της, ανασήκωσε το κεφάλι της και προχώρησε προς το μέρος τους, σκορπώντας χαμόγελα και χαιρετούρες στους καλεσμένους. Η Αντιγόνη ακολουθούσε από κοντά κοιτώντας χαμηλά με συστολή. Η Ναυσικά γύρισε και της έκανε νόημα να ισιώσει το κορμί της κι έτσι είδε για πρώτη φορά τον Μάρκο Γεωργαντή. Δεν πίστευε στην τύχη της, ο νέος ήταν πολύ γοητευτικός.

Οι δυο θυγατέρες πλησίασαν τη μικρή συντροφιά με διαφορετικές πρώτες εντυπώσεις. Η Ναυσικά τον βρήκε ωραίο αλλά υπεροπτικό και η Αντιγόνη τον ερωτεύθηκε με την πρώτη ματιά. Έγιναν οι συστάσεις και ο Μάρκος υποκλίθηκε ελαφρά φιλώντας τα χέρια των κοριτσιών κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, δίνοντας ωστόσο μια ατμόσφαιρα επισημότητας κάπως μυθιστορηματική. Της Ναυσικάς της ξέφυγε ένας αναστεναγμός που ο Μάρκος τον πρόσεξε και το βλέμμα του έγινε ακόμα πιο ειρωνικό και θριαμβευτικό. Η μουσική στη σάλα δυνάμωσε προσκαλώντας τους καλεσμένους ν’ αρχίσει ο χορός.
«Χορεύουμε;» είπε ο Μάρκος κι έτεινε το μπράτσο του στη Ναυσικά και όχι την Αντιγόνη.

Εκείνη δεν απάντησε, μόνο του έδωσε το χέρι της και προχώρησαν προς το κέντρο της σάλας. «Τουλάχιστον ξέρει από τρόπους” σάρκασε μέσα της, “ξεκινάει τον χορό με μένα που είμαι η μεγαλύτερη.» Σύντομα τους μιμήθηκαν κι άλλα ζευγάρια. Όση ώρα χόρευαν, η Ναυσικά ένιωθε το χέρι του να της σφίγγει τη μέση και με τον τρόπο αυτό να την πιέζει προς το δικό του σώμα, πράγμα που την έκανε πότε να ιδρώνει πότε να ανατριχιάζει. «Μα γιατί το κάνει αυτό;» σκεφτόταν, «μας βλέπουν όλοι!» Κοίταξε με τρόπο γύρω της, αλλά κανείς δεν φαινόταν να τους παρατηρεί. «Μα καλά ξέχασε ότι έχει έρθει εδώ για την Αντιγόνη;». Τον κοίταξε κλεφτά στο πρόσωπο και τον είδε να της χαμογελά αλαζονικά. Ήθελε να αντιδράσει, να τον προσβάλλει να τον χαστουκίσει αν ήταν δυνατόν. Κάτι τέλος πάντων, αρκεί να σβήσει αυτήν την έπαρση από πάνω του. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι βρήκε τον «δάσκαλό” της στην επιστήμη της υπεροψίας και αυτό την αναστάτωνε. Ήταν άραγε μόνο αυτό; «Τι άλλο;» θα απαντούσε, γιατί δυσκολευόταν να ερμηνεύσει τα σημάδια.

Όταν τελείωσε το μουσικό κομμάτι, ο Μάρκος την συνόδεψε με αβροφροσύνη στη συντροφιά των γονιών τους. Αυτός ήταν ο πρώτος και ο τελευταίος του χορός εκείνο το βράδυ. Ο Μάρκος μετά χόρεψε με όλες σχεδόν τις κοπέλες και πολλές φορές με την Αντιγόνη, δηλώνοντας κατά κάποιο τρόπο την προτίμησή του, αλλά ποτέ ξανά με εκείνη. Κι όμως εκείνη όσους χορούς και να χόρεψε μετά, το χέρι του Μάρκου ένιωθε στη μέση της. Πολλές φορές διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους, αλλά αμέσως και οι δυο απέστρεφαν το κεφάλι. Η Ναυσικά τον παρατηρούσε συνέχεια με τη άκρη του ματιού της να συνομιλεί και να γελά με όλες, ενώ την ίδια να την αγνοεί και της ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι. Γιατί; Ζήλευε; Η Αντιγόνη; Δεν ζήλευε η Αντιγόνη; Κοίταξε προς το μέρος της. Είδε την αδελφή της με κατακόκκινα μάγουλα και αστραφτερά μάτια μ’ ένα μόνιμο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη της. Την είδε να χαριεντίζεται, να εξασκεί όλα τα γνωστά θηλυκά τεχνάσματα ώστε να έχει όλη του την προσοχή που άλλοτε εκείνος της την έδινε και άλλοτε όχι. «Μα καλά δεν τον βλέπουν; Κανείς δεν καταλαβαίνει;». Αναζήτησε με τα μάτια της την Ανέζα, ήθελε να μιλήσει με κάποιον και με την Ανέζα είχαν πάντα άριστη επικοινωνία και συνεννόηση. Την είδε να περιφέρεται ασταμάτητα ανάμεσα τους καλεσμένους μ’ ένα δίσκο στο χέρι. Δεν ήταν κατάλληλη η ώρα.
Κάποια στιγμή βγήκε έξω στη βεράντα να πάρει λίγο αέρα. Την έπνιξε η μυρωδιά του γιασεμιού και κατέβηκε στην αυλή. Άκουσε πίσω της βήματα και στράφηκε να δει. Ήταν ο Μάρκος.
«Ζεσταθήκατε κι εσείς;» τη ρώτησε.
«Ίσως!» του απάντησε κοφτά, «Ιούλιος εξάλλου και με τόσο χορό…»

Εκείνος ένιωσε την ειρωνεία της. Σειρά της τώρα να ειρωνεύεται.
«Είστε όμορφη!» της πέταξε ξαφνικά.

Η Ναυσικά ορθάνοιξε τα μάτια της με έκπληξη και συγχρόνως ένιωσε ένα φτεροκόπημα μέσα της. Αγνόησε το φτεροκόπημα και πέρασε στην αντεπίθεση. Δεν θα άφηνε αυτόν τον ψωρουπερήφανο τύπο να την χειραγωγήσει.
«Τι κόλακας! Το ίδιο λέγατε και στις άλλες μέσα, φαντάζομαι!»

Ο Μάρκος, έμπειρος, αντιλήφθηκε την ένταση.
«Σας πρόσβαλα;» τη ρώτησε ευθέως. Και δεν ήξερε κανείς αν το εννοούσε ή ειρωνευόταν πάλι.
«Αλίμονο! Πώς σας ήρθε αυτό;». Δεν μπορούσε να τον κατηγορήσει βέβαια ούτε για το κομπλιμέντο, ούτε για τον τρόπο που την χόρεψε. Θα μπορούσε να την βγάλει τρελή και ότι όλα είναι της φαντασίας της. Ήταν μάστορας ο τύπος, αλλά και η ίδια δεν ήταν χαζή.
«Μήπως λοιπόν δεν σας αρέσουν οι φιλοφρονήσεις; Αν και δεν ήταν ακριβώς φιλοφρόνηση. Διαπίστωση ήταν. Είστε πράγματι όμορφη!».

Η Ναυσικά ένιωσε ξανά αυτό το προδωτικό φτεροκόπημα μέσα της αλλά το αγνόησε και πάλι.
«Ευχαριστώ» είπε στεγνά. «Θα σας συμβούλευα όμως να φυλάτε τις φιλοφρονήσεις σας και τις διαπιστώσεις σας για την αδελφή μου. Θα ‘ταν πιο σοφό εκ μέρους σας.»
«Θα τις μοιράζω εκεί που νομίζω» απάντησε εκείνος λίγο θυμωμένα και συνέχισε πιο μαλακά «νόμισα ότι μετά… μετά το χορό μας…»

Η Ναυσικά τον έκοψε «Τον χορό μας! Μετά τον χορό μας, δεν ξαναχορέψαμε. Θα σας πάτησα φαίνεται» κάγχασε.

Ξαφνικά βαρέθηκε τις νύξεις και τους υπαινιγμούς και συνέχισε «Με συγχωρείτε, αλλά να, μ’ έχει πιάσει πονοκέφαλος απ’ τη ζέστη… απ’ τη μυρωδιά του γιασεμιού… Με συγχωρείτε!». Τα είπε όλα πολύ γρήγορα κι έτρεξε πίσω σαν να την κυνηγούσαν χίλιοι διαβόλοι. Αν ξέρει αυτός να κάνει θέατρο, ξέρει και κείνη.
Απασχολημένη καθώς ήταν να δραπετεύσει, δεν τον κοίταξε στο πρόσωπο. Αν τον έβλεπε, τότε θα έβλεπε και τις αλλαγές στην έκφρασή του. Δυσπιστία και απορία στην αρχή, μετά περιέργεια και αποφασιστικότητα συνδυασμένες μ’ ένα πολύ εύγλωττο χαμόγελο. Πουθενά αλαζονεία, πουθενά υπεροψία.

Εκείνο το βράδυ καμιά απ’ τις δυο τους δεν κοιμήθηκε. Η Αντιγόνη έφτιαχνε σχέδια για αρραβώνες και νυφικά και η Ναυσικά μπερδεμένη όσο ποτέ, παρέπαιε ανάμεσα στην επιθυμία και την περηφάνια. Ξαναζούσε τις στιγμές και πότε αναστατωνόταν και πότε οργιζόταν. Της άρεσε ο Μάρκος. Της άρεσε σαν άντρας και την προκαλούσε σαν χαρακτήρας. Είχε νιώσει την έλξη, δεν ήταν της φαντασίας της. Θα ‘θελε πολύ να την διεκδικήσει το αρσενικό ή τουλάχιστον να μπορούσε να το διεκδικήσει η ίδια. Για πρώτη φορά ένιωσε ανταγωνιστικά με την αδελφή της και δεν ήταν δίκαιο για την Αντιγόνη. Γιατί να τα φέρει η τύχη έτσι; Και βέβαια δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να γίνει αιτία ενός σκανδάλου. Μπορούσε, ναι μπορούσε να τα θάψει όλα μέσα της. Είχε την δύναμη να το κάνει αυτό; Με τίποτα δεν θα ‘θελε να πληγώσει την Αντιγόνη. Προς Θεού δεν έπρεπε να καταλάβει τίποτα. Ή μήπως ήδη το κατάλαβε; Μπα όχι δεν… μήπως οι άλλοι; Πρέπει να είναι πολύ προσεκτική, γιατί ο Μάρκος τώρα θα επισκεπτόταν πολύ συχνά το σπίτι τους. Και πάλι πώς θα αντιμετώπιζε η ίδια τις επόμενες μέρες και βδομάδες; Πώς θα αντιμετώπιζε τον Μάρκο, πώς θα αντιμετώπιζε την Αντιγόνη που θα της έλεγε τα μυστικά της, όπως πάντα άλλωστε; Ναι, ήταν δυνατή και μπορούσε να τα θάψει όλα μέσα της κι αν… αν ο Μάρκος ήταν σωστός άντρας… αυτός θα ‘πρεπε να ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Παρά τις γενναίες της αποφάσεις, κάπου βαθιά μέσα της ήλπιζε να κάνει ο Μάρκος κάποια κίνηση.

Κλειώ Μαυρουδή

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

One response to “Κύκλοι και Ελλείψεις – 5”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading