Είμαστε η τελευταία πόλη. Όχι μόνο της χώρας μας, αλλά όλου του γνωστού κόσμου του πλανήτη. Δεν έχει μείνει τίποτα άλλο. Πέραν από τα σύνορα της πόλης μας στα βόρεια και στα νότια με τις επόμενες που βρίσκονται -λάθος, βρίσκονταν- εκεί, κανένα σημείο ζωής! “Όπου κι αν πας”, μας λένε όσοι ήταν αρκετά θαρραλέοι για να πάνε να δουν τι υπάρχει, “δεν θα βρεις κανέναν ζωντανό. Βασικά, τίποτα ζωντανό γενικά. Ό,τι κινούνταν, δεν ζει. Ό,τι έστεκε, έχει γίνει ένα μάτσο μπάζα και αποκαΐδια. Πτώματα παντού, καταστροφή παντού. Θάνατος παντού!” Αυτά μας λένε.
Ξέρουμε ότι θα έρθει και η δική μας σειρά. Δεν υπάρχει περίπτωση να γλιτώσουμε, είναι βέβαιο. Δεν έχουμε καμία πιθανότητα να ζήσουμε για πολύ ακόμα. Θα μας επισκεφτούν κι εμάς. Όπως κάνουν εδώ και πολλά χρόνια. Απ’ ό,τι μας έλεγαν στις ειδήσεις, “οι Πειρατές (όπως τους αποκαλούσαν τα μίντια) επιτίθενται αδιακρίτως σε όλους τους ανθρώπους της Γης. Σε κάθε πόλη και χωριό, ισοπεδώνοντας τα πάντα με τα εξελιγμένα όπλα τους… Δεν αφήνουν τίποτα όρθιο”. Κι άλλα τέτοια έλεγαν τα ΜΜΕ, όταν υπήρχαν κι αυτά.
Δεν ξέρουμε ποιοι ακριβώς είναι. Ούτε πόσοι. Ούτε γιατί κάνουν ό,τι κάνουν. Δεν έχουμε απολύτως καμιά ιδέα γι’ αυτούς, πέραν του βασικότερου ίσως: ότι είναι φονιάδες. Τρομοκράτες. Υπάρχουν πολλοί όροι για να τους χαρακτηρίσεις, αλλά ποιο το νόημα; Ότι, αν ξέρεις το πώς σκέφτεται κάποιος ή τι δυνατότητες και αρνητικά και θετικά έχει, μπορείς -όπως είχα ακούσει να λένε στρατιωτικοί (όταν υπήρχαν κι αυτοί)- να τον εξουδετερώσεις; Ας γελάσω! Όλες οι χώρες είχαν το χρόνο, ή έστω αρκετό, να μάθουν γι’ αυτούς τους Πειρατές, όλες οι μεγάλες δυνάμεις της Γης, κι όμως δεν τα κατάφεραν. Έβαλαν, όπως έλεγαν, λυτούς και δεμένους, ό,τι καλύτερο είχαν στη διάθεσή τους, για να βρουν οτιδήποτε χρήσιμο για τον κοινό εχθρό όλων των χωρών. Αλλά, πέραν των προφανών, ότι δηλαδή έρχονται από τη θάλασσα με πολλά πλοία και εκτοξεύουν τηλεκατευθυνόμενους πυραύλους στα μέρη που επισκέπτονται, τίποτα άλλο δεν ξέρουμε. “Ρίχνουν ασυστόλως”, είχε πει ένας γνωστός συνταγματάρχης. “Και όχι μόνο σε παραλιακά μέρη, όχι. Τα πυρά τους χτυπάνε και όποιο άλλο μέρος υπάρχει κοντά εκεί που έχουν προσαράξει… Αποκλείεται να είναι γήινοι… Είναι πέραν των δυνατοτήτων μας, δυστυχώς. Δοκιμάσαμε τα πάντα, δεν γίνεται τίποτα. Είναι άτρωτοι”. Α, ξέχασα, γνωρίζαμε και αυτά που είχε πει περίλυπος και καταπονημένος ο συνταγματάρχης. Συγνώμη.
Ποιος είμαι; Έχει κάποια σημασία; Δε νομίζω. Κάποτε, πριν είκοσι χρόνια, όταν γεννήθηκα, είχε. Τότε που όλα κυλούσαν με τους συνηθισμένους ρυθμούς. Τότε που ο κάθε ενήλικας πήγαινε στη δουλειά του και πάλευε να βγάλει τα προς το ζην. Τότε που τα παιδιά έπαιζαν με ηλεκτρονικά και πήγαιναν σχολείο και μάθαιναν, μάθαιναν, μάθαιναν. Τότε που οι πολιτικοί έταζαν και ο κόσμος τους πίστευε. Τότε που οι θρησκείες και οι φιλοσοφίες είχαν κάποιο νόημα. Τότε, ναι, είχε αξία να είσαι κάποιος. Τώρα, όχι. Η ταυτότητα του καθενός δεν λέει τίποτα. Γιατί; Μα επειδή θα πεθάνεις! Αν δεν έχεις ήδη πεθάνει, δηλαδή.
Μαύρες σκέψεις κάνω. Προχωρώ με το ποδήλατό μου στον ένα από τους δύο κεντρικούς δρόμους. Δεν κινούνται άλλα οχήματα, πέραν από ποδήλατα. Ή αναπηρικά αμαξίδια. Υπάρχουν στην πόλη μας και ΙΧ και τζιπ και μηχανές, αλλά κανείς δεν μετακινείται μ’ αυτά. Γιατί να το κάνει άλλωστε; Δεν μένουμε στην πρωτεύουσα ή σε κάποια άλλη μεγάλη πόλη, όπου οι αποστάσεις είναι τεράστιες. Και, εδώ που τα λέμε, ο κόσμος επιθυμεί να χρησιμοποιεί όσο περισσότερο γίνεται τις δικές του φυσικές δυνάμεις. Παλιά τα χρησιμοποιούσαν βέβαια για τις μετακινήσεις τους και μέσα στην πόλη. Αλλά όχι πια. Τις τελευταίες τους ώρες δεν θέλουν να πεθάνουν μέσα ή καβάλα σ’ ένα όχημα. Αυτό νομίζω εγώ, για να είμαι ειλικρινής.
Προχωρώ, λοιπόν. Δεν τρέχω. Δεν βιάζομαι να πάω κάπου. Τα καταστήματα λειτουργούν. Το μεγάλο εμπορικό ειδικά, που βρίσκεται στον άλλο μεγάλο δρόμο, τον παραλιακό, πρέπει να είναι κατάμεστο. Θα πάω αργότερα κι από κει. Προς το παρόν, απλώς περιφέρομαι. Η μέρα είναι όμορφη, με ήλιο και ασυννέφιαστο και καταγάλανο ουρανό. Κάνει ζέστη, αλλά όχι πολύ. Ένα απαλό αεράκι σου προσφέρει μια ευχάριστη αίσθηση δροσιάς. Είναι Αύγουστος, τέλη βασικά. Ακόμα φοράμε τα κοντομάνικα και τα σορτσάκια, όπως και οι κοπέλες (όλων των ηλικιών, παρακαλώ!), μόνο που κάποιες από αυτές προτιμάνε τις κοντές φούστες ή κάποιο φόρεμα. Στα πόδια, κυρίως σανδάλια ή παντόφλες, βλέπεις. Η αύρα της πόλης είναι ευχάριστη. Η δυστυχία έχει παραμεριστεί. Στην αρχή, όταν ξεκίνησε αυτό το παγκόσμιο λουτρό αίματος και καταστροφής, ήμασταν όλοι φοβισμένοι και δυστυχισμένοι γιατί ξέραμε ότι το τέλος έρχεται.
Τώρα απλά περιμένουμε. Δεν φοβόμαστε, δεν έχει νόημα. Κάνουμε ό,τι κάναμε και πριν ξεκινήσει το μακελειό. Προσπαθούμε να μην το σκεφτόμαστε. Ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε όταν έρθει η ώρα, όταν εκείνοι έρθουν. Γι’ αυτό και ζούμε όσα μας προσφέρει ο Θεός (ναι, ακόμα και τώρα, πιστεύω στο υπέρτατο Ον και την άλλη ζωή, αλλά χωρίς να πηγαίνω συχνά εκκλησία). Εκμεταλλευόμαστε το κάθε τι. Την κάθε στιγμή. Την κάθε ευκαιρία. Πάμε βόλτες, παίζουμε, κάνουμε σεξ, πάμε για μπάνιο. Ζούμε. Ακόμα.
“Γεια σου, Νίκο!” μου λέει μια κυρία. Είναι η κυρία Γεωργία που έχει το μπακάλικο, δίπλα στο κουρείο. Μεγάλης ηλικίας γυναίκα. Χαμογελά. Έχει ωραίο χαμόγελο και μακριά μαλλιά, πιασμένα σε κότσο.
“Γεια σας!” της λέω και σταματώ το ποδήλατο μπροστά της. Δεν έχει πελάτες, οπότε κάθεται στην παλιά ξύλινη καρέκλα που έχει δίπλα στην πόρτα του μαγαζιού της. “Τι κάνετε σήμερα, κυρία Γεωργία;”
“Καλά είμαι, αγόρι μου. Εσύ;”
“Πολύ καλά”, λέω. Ισχύει, αλλά όχι εντελώς, φυσικά. Ούτε και η ίδια είναι καλά, όχι όσο αφήνει να εννοηθεί. “Ο κύριος Χρήστος;”
“Ε, τον ξέρεις τον μπάρμπα!” μου απαντά χαρωπά. Αποκαλεί τον άντρα της “μπάρμπα”, γιατί, όπως λέει, σκέφτεται άσχημα πράγματα συνέχεια και είναι κατατονικός. Συνεχίζει: “Όλο βλακείες λέει και κάθεται σαν μουντρούχος μέσα στο σπίτι. Του λέω, βγες λίγο έξω που ‘χει καλή μέρα, αλλά, μπα, τίποτα. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω”.
“Μάλιστα. Ε, εντάξει, έχει κι αυτός τα δικά του”.
Από πίσω μου ακούγεται η φωνή του κυρίου Κώστα, του κουρέα, που κι αυτός κάθεται σε μια δική του καρέκλα έξω από το μαγαζί του. “Επ, γεια σου μικρέ!”
Γυρίζω και του λέω: “Γεια σας, κύριε Κώστα! Καλά είστε;”
“Φυσικά και είμαι καλά”, μου απαντά και γελά. Λίγα δόντια του έχουν απομείνει. Όπως και μαλλιά. Είναι εβδομήντα και συνεχίζει να δουλεύει. Το λέει η καρδούλα του.
“Δεν βλέπεις τι ωραία μέρα έχει; Μου φτιάχνει τη διάθεση! Κοίτα ουρανό! Χάρμα οφθαλμών!”
“Έχετε δίκιο, αναμφίβολα”.
“Μήπως θες να κουρευτείς, μικρέ Πάνου;”. Τον πατέρα μου τον αποκαλεί “γέρο Πάνου” και την μητέρα μου “όμορφη κυρία Βάσω”. Όλες τις γυναίκες τις αποκαλεί “όμορφες κυρίες”. Ο γερο-Κώστας πάντα παινεύει τις γυναίκες. Αλλά και με τους άντρες δεν είναι πολύ λιγότερο ευγενικός. Οι κυρίες, όμως, έχουν την τιμητική τους, όπως και να το κάνουμε.
“Μπα, όχι, κύριε Κώστα. Μια άλλη φορά”, του απαντώ. Αλλά σκέφτομαι ταυτόχρονα, Αν υπάρξει άλλη φορά.
“Ξέρεις πού θα με βρεις, πάντως, ε;” με ρωτά. “Αν θελήσεις να ξεφορτωθείς μερικά από τα χρυσαφένια μαλλιά σου”.
Η κυρία Γεωργία λέει: “Τι λες, ρε Κώστα; Άκου, χρυσαφένια μαλλιά! Πες, ξανθά, ρε παιδί μου, όχι χρυσαφένια”. Και γελά.
Κοκκινίζω λίγο, είμαι σίγουρος. Του λέω: “Φυσικά και ξέρω”.
Έρχεται ένα παιδί από την άλλη κατεύθυνση. Ένα μικρό αγόρι. Τρέχει και κάνει ομολογουμένως επικίνδυνες μανούβρες για να αποφύγει τους περαστικούς. Αλλά κανείς δεν του λέει τίποτα. Δεν του φωνάζουν, δεν το βρίζουν, παρόλο που μπορεί να πέσει κάτω ή πάνω σε κάποιον και να τον γκρεμίσει. Χαίρεσαι να βλέπεις τέτοιες εικόνες.
Σταματά απέναντί μου. Λαχανιασμένο, παίρνει γρήγορες ανάσες. Είναι γύρω στα δέκα, λεπτοκαμωμένο. Έχει μαύρα μαλλιά, κουρεμένα και καστανά μάτια. Φορά μια άσπρη φανέλα κι ένα σορτσάκι και, αντίθετα από πολλούς άλλους, αθλητικά παπούτσια. Έχει ιδρώσει. Δεν έχει σχολείο κι είναι χαρούμενος. Όχι τόσο, βέβαια, όσο ήταν κάποτε τα παιδιά σε τέτοιες περιπτώσεις, αφού το σχολείο του δεν υπήρχε πια. Καταστράφηκε πριν δυο βδομάδες, όταν χτυπήθηκε η πόλη στα βόρεια. Ούτε εγώ ή άλλο ενήλικο παιδί πάμε πανεπιστήμιο ή ΤΕΙ ή σε άλλη σχολή. Δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο στην πόλη μας. Κι όπου υπήρχε, δεν υπάρχει πια. Δυστυχώς, κάποια παιδιά από δω που έτυχε να είναι στην πόλη που φοιτούσαν την ημέρα καταστροφής της, δεν επέστρεψαν ποτέ. Εγώ φτηνά τη γλίτωσα. Πήγαινα στην πρωτεύουσα του νομού, που βρίσκεται πολλά χιλιόμετρα μακριά. Πήγαινα σε μια ιδιωτική σχολή μαγειρικής. Δεν έμενα εκεί, πηγαινοερχόμουν -εκτός από κάποιες φορές. Οδηγούσα και έτσι έπαιρνα το ΙΧ του πατέρα μου. Αυτός εργάζεται ως μαραγκός στην πόλη μας και δεν έφευγε (τότε που υπήρχε κάπου να πάει) συχνά. Εργάζομαι στο τοπικό καφενείο, με μερική απασχόληση, και στο μαγαζί του πατέρα μου κι έτσι έχω κάποιο μικρό εισόδημα. Και μπορούσα να πηγαίνω τότε στη σχολή. Αλλά όταν καταστράφηκε η πρωτεύουσα, εγώ ήμουν εδώ, δεν είχα μάθημα. Δεν χαίρομαι που δεν θα ξανα-έχω.
Τον ξέρω τον μπόμπιρα και τον χαιρετώ: “Πού πας, βρε Μήτσο, έτσι τρέχοντας;” Κι όταν βλέπω πως ακόμα βαριανασαίνει: “Καλά, πάρε μια ανάσα πρώτα, μη μας πάθεις και τίποτα!”
Οι δυο ηλικιωμένοι γελάνε.
Όταν επιτέλους καταφέρνει να βρει το ρυθμό της αναπνοής του, λέει στην κυρία Γεωργία: “Θα ήθελα ένα καρπούζι, κυρία Γεωργία”.
“Καλημέρα και σε σένα, μικρέ”, του λέει. “Για πάμε μέσα να δούμε ποιο είναι το πιο ωραίο καρπούζι που έχω”.
Πετάγεται τότε ο κύριος Κώστας και ρωτά: “Δε μου λες, μικρέ, μήπως θέλεις κι ένα ωραίο κούρεμα;”
Το αγόρι παραξενεύεται για μια στιγμή. Λέει: “Κύριε Κώστα, προχθές με κουρέψατε, δεν θυμάστε;”
“Α, ναι; Ε, τι να κάνω, γιε μου, γερνάω. Είχα και πολλούς πελάτες τελευταία…”. Όλοι ξέρουμε πως η τελευταία του δήλωση δεν ισχύει και γελάμε. Κάνει χιούμορ με τον εαυτό του. Ωραίος τύπος ο άτιμος!
Η κυρία Γεωργία λέει: “Μην σε παραξενεύει, ο γερο-Κωστής δεν βλέπει και πολύ καλά χωρίς τα γυαλιά του. Ούτε η μνήμη του είναι καλή”.
Ο μικρός γελά. Το ίδιο κι εγώ. Δεν είναι κάνα φοβερό αστείο, φαντάζομαι, αλλά μας κάνει. Όλα τα αστεία μάς κάνουν. Μην ξεχνάτε, είναι οι τελευταίες μας μέρες, δεν έχουμε και πολύ χρόνο για να μην γελάμε όταν υπάρχει ευκαιρία.
Ο κύριος Κώστας λέει: “Τι είπατε, όμορφη κυρία;” Δήθεν πως δεν άκουσε.
“Αυτό που άκουσες, γερο-μπαρμπέρη!” του απαντά. “Κι άσε τις όμορφες κυρίες. Έχεις τη δική σου όμορφη κυρία”.
Ανασηκώνοντας τα φρύδια του, δήθεν θιγμένος, λέει: “Φυσικά κι έχω την δική μου όμορφη κυρά! Και της το λέω κι εκείνης κάθε μέρα, και ξέρεις πόσο χαίρεται να τ’ ακούει; Ουουου, πολύ! Το χαμόγελό της φτάνει μέχρι τα αυτιά της. Κάτι τέτοιες στιγμές μου θυμίζει εκείνη την όμορφη νεαρή κυρία που κυνηγούσα όταν την γνώρισα. Γίνεται πάλι δεκαοχτώ κι εγώ νιώθω σαν εικοσάρης που έχει όλη τη ζωή μπροστά του να ζήσει μαζί της! Ποια αρθριτικά και ποια προβλήματα! Όταν βλέπεις μια όμορφη κυρία να γελάει, είναι σαν να χάνονται όλα τα κακά του κόσμου! Πάντα είναι ωραίο να λες σε μια κυρία πως είναι όμορφη, ανεξάρτητα από το αν είναι γυναίκα σου ή γνωστή σου. Θυμάμαι στην εποχή μου…”
“Καλά, άρχισε με την εποχή του!” λέει η κυρία Γεωργία γελώντας. “Έλα, πάμε μέσα, μικρέ, να σου βρούμε ένα ωραίο μεγάλο καρπούζι”. Και, χαιρετώντας εμένα, μιας και ήξεραν ότι θα έφευγα, μπήκαν στο μαγαζί της.
Λέω εγώ: “Γεια σας, κύριε Κώστα, τα λέμε!”
“Έγινε, μικρέ! Πήγαινε να βρεις κι εσύ καμιά όμορφη νεαρή κυρά, αν δεν έχεις. Κι αν θελήσεις κάποια στιγμή να μου δώσεις λίγα από τα ωραία σου μαλλάκια…”
“Ξέρω πού θα σας βρω, ναι!”
Συνεχίζω να προχωρώ. Οδεύω προς το τέλος της πόλης. Της τελευταίας πόλης του κόσμου. Αυτής που περιμένει το τέλος που βρήκε και τις άλλες. Μια μικρή παραθαλάσσια πόλη είμαστε. Σε λίγο καιρό, όσος κι αν είναι αυτός, δεν θα είμαστε. Θα έχουμε γίνει σκόνη.
Όσο για την “όμορφη νεαρή κυρά” που ανέφερε ο κυρ-Κώστας υπήρξε, ναι. Μια συμφοιτήτρια στη σχολή. Είχαμε σχέση τρεις μήνες. Μαρία την έλεγαν. Ήταν από την πρωτεύουσα. Όμορφη. Πολύ όμορφη. Κι έξυπνη, περισσότερο από μένα. Μου άρεσε από την πρώτη στιγμή, αλλά άργησα να της το πω. Βλακεία μου! Θα είχαμε κι άλλο χρόνο για να αναπτυχθεί η σχέση μας. Ίσως… ίσως είχαμε προλάβει να παντρευτούμε. Να πεθαίναμε σαν αντρόγυνο. Κάποια βράδια, όταν έμενα σπίτι της -στο δικό μου δεν είχε έρθει, δυστυχώς-, στο κρεβάτι, μετά τον έρωτα που είχαμε κάνει, μιλούσαμε. Μου είχε πει αυτή τη σκέψη, να παντρευτούμε και να πεθάνουμε σαν ζευγάρι. Της άρεσε πολύ η ιδέα. Την εύρισκε ρομαντική. Συμφωνούσα μαζί της.
Τώρα η Μαρία δεν υπάρχει. Πέθανε τότε που καταστράφηκε η πρωτεύουσα. Όταν το έμαθα, έκλαψα. Φώναξα. Έβρισα. Καταράστηκα. Οι γονείς μου με άφησαν να ξεσπάσω. Με καταλάβαιναν.
Θέλω να κάνω άλλη σχέση;
Ναι. Μου αρέσει ο έρωτας. Σε κάνει να νιώθεις ότι είσαι αιώνιος νέος. Σε αναζωογονεί. Είσαι ευτυχισμένος και βλέπεις παντού την ελπίδα και την ευτυχία. Θέλω όσο δεν παίρνει να ερωτευτώ! Δεν ξεπερνάς την πρώτη αγάπη. Ποτέ. Αλλά μπορείς να αφεθείς σε άλλη. Αν οι συγκυρίες είναι οι κατάλληλες, αν η πρώτη αγάπη δεν υπάρχει πια, μπορείς να αγαπήσεις ξανά.
Δεν έχει προκύψει ακόμα κάτι άλλο σε μένα.
Βλέπω πολλά λουλούδια γύρω μου. Ο κόσμος εδώ ανέκαθεν σεβόταν τη φύση. Εντάξει, σε όσο μεγαλύτερο βαθμό είναι εφικτό αυτό. Ναι, οδηγούσαν οχήματα που γεμίζουν ρύπους τον αέρα. Ναι, ψαρεύουν ακόμα και τώρα. Και ναι, πιάνουν κάνα λαγό όταν είναι η περίοδος του κυνηγιού. Αλλά δεν πετάμε σκουπίδια στην παραλία. Ούτε στους δρόμους. Φροντίζουμε να κρατάμε αυτή την πόλη καθαρή. Πάντα, όπως μου έχουν πει οι δικοί μου, γινόταν αυτό. Και πάντα θα γίνεται. Ως το αναπόφευκτο τέλος μας. Κόκκινα, μωβ και κίτρινα λουλούδια στολίζουν την περιοχή μας. Μεγάλα πράσινα δέντρα στέκουν σε πολλά σημεία και μέσα στην πόλη. Χωράφια καλλιεργήσιμα υπάρχουν, επίσης. Είμαστε ωραία πόλη!
Παίρνω στροφή στη γωνία που υπάρχουν τα δυο τελευταία σπίτια και κατευθύνομαι προς την παραλία. Περνάω δίπλα από ανθρώπους που ξέρω και με ξέρουν. Λίγο-πολύ, όλοι γνωριζόμαστε. Και συμπαθούμε ο ένας τον άλλο. Δεν υπάρχει κακία ή μίσος. Τσακωμοί ναι, κάποιες φορές, αλλά τίποτα το ιδιαίτερο. Ό,τι σύγκρουση υπάρχει, λύνεται γρήγορα. “Δεν έχουμε καιρό για αρνητισμό”, λένε οι γονείς μου. Κι όλοι το πιστεύουμε, όπως βλέπω καθημερινά. Εγώ, όμως, κρίνοντας από τον εαυτό μου, θεωρώ πως σκεφτόμαστε και αρνητικά πράγματα κατά καιρούς.
Βλέπω το φάρο, που παλιά δούλευε, μιας και η πόλη είχε λιμάνι. Γλάροι πετάνε γύρω του και πάνω από την θάλασσα. Πού και πού, κάποιος “κάνει ελεύθερη πτώση” και πιάνει κάνα ψάρι. Κρώζουν. Είναι ωραίοι, μ’ αρέσουν. Ενοχλητικοί για τους ψαράδες, αλλά εμένα μου αρέσει το λευκό χρώμα τους και η ελευθερία που έχουν. Μπορούν να πετάνε μακριά, να βλέπουν άλλα μέρη. Μ’ αρέσουν!
Κόσμος κυκλοφορεί στην παραλιακή οδό. Άνθρωποι όλων των ηλικιών. Περπατούν, χαζεύουν, μιλάνε, γελάνε, φιλιούνται. Κάποιοι, πολλοί, κολυμπούν στην όμορφη θάλασσά μας. Παλιά, δυστυχώς, δεν ήταν τόσο καθαρή, εξαιτίας των αποβλήτων που έπεφταν μέσα της από απέναντι, από την άλλη μεριά της και πολλά χιλιόμετρα μακριά από εμάς, από την άλλη πόλη που βρισκόταν εκεί. Είχε καταστραφεί κι αυτή πρόσφατα. Ακούγαμε τις εκρήξεις, αχνά βέβαια, αλλά κατανοητά. Δεν υπήρχε αμφιβολία για το τι ακουγόταν. Εκείνο το πρωινό ήμουν στο μαγαζί. Η μητέρα μου, που δεν εργάζεται πια (δούλευε στο νοσοκομείο, στην πόλη στα βόρεια, ως νοσηλεύτρια), ετοίμαζε φαγητό στο σπίτι. “Παλεύαμε” με μια πόρτα με τον πατέρα μου για τον γείτονα, τον κύριο Στέλιο. Όταν ακούστηκε η πρώτη έκρηξη. Τότε σταματήσαμε. Κοιταχτήκαμε. Στο βλέμμα του είδα δυστυχία και πόνο και λύπη. Φαντάζομαι πως κι αυτός το ίδιο είδε στο δικό μου. Γιατί έτσι αισθανόμουν. Μετά ήρθαν κι άλλες εκρήξεις. Μπαμ-μπαμ-μπαμ-μπαμ! Διαδοχικές και καταστρεπτικές. Αμέτρητες μου φάνηκαν. Κάποιοι κάτοικοι ισχυρίστηκαν πως είδαν το πλοίο που τις έριχνε. Ήταν στην παραλία, είπαν και το είδαν να έρχεται, να σταματά, να ρίχνει. Φοβήθηκαν, είπαν, ότι θα ερχόταν και σε μας. Ότι θα προσάραζε και θα μας έριχνε. Και θα μας σκότωνε. Και θα διέλυε την πόλη μας.
Αλλά δεν ήρθε. Όταν τέλειωσε, έφυγε. Χάθηκε, αφήνοντας πίσω του μόνο θάνατο. Δεν καταλάβαμε γιατί, μιας και είχε φτάσει πολύ κοντά μας, αλλά έτσι έγινε. Όπως και την άλλη φορά, με την πόλη στα βόρεια.
Όλοι σκεφτήκαμε τότε το ίδιο: θέλουν, όποιοι κι αν είναι, να έχουμε το φόβο μέσα μας. Και να είμαστε στην αναμονή του θανάτου μας. Να έχουμε μια μικρή ελπίδα ότι μας ξέχασαν ή ότι θα μας αφήσουν να ζήσουμε. Αλλά κανείς από μας δεν πιστεύει κάτι τέτοιο. Δεν τρέφουμε αυταπάτες. Θα έρθουν. Και δεν θα μείνει τίποτα από μας και την πόλη μας.
Χαιρετώ και με χαιρετάνε. Όλοι γνωριζόμαστε, λίγο-πολύ. Λέμε τα νέα μας. Πώς τα πάμε. Οι δικοί μας πώς είναι. Τα ζώα μας (όσοι έχουμε), αυτά; Τα παιδιά; Οι ηλικιωμένοι; Όσοι δεν μπορούν να βγουν έξω μια τόσο ωραία μέρα; Κάνουμε ό,τι κάναμε πάντα.
Φτάνω στο μεγάλο εμπορικό. Το καμάρι αυτής της πόλης. Διώροφο, σύγχρονο, όμορφο. Εντυπωσιακό για μικρή πόλη. Έχει μαγαζιά με παιχνίδια, φαστφουντάδικα, κινηματογράφο και πολλές καφετέριες. Κόσμος παντού μέσα του. Βλέπω ανθρώπους να κάθονται στις καρέκλες καφετεριών στο ισόγειο. Μιλούν και γελάνε και πίνουν τον καφέ τους. Μικρά παιδιά παίζουν στην παιδική χαρά. Ωραίες εικόνες. Χαρούμενες, πλήρως αντίθετες με ό,τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον.
Προχωρώ λίγο παραπέρα στην οδό. Κάνω καμιά δεκαριά φορές πεντάλ.
Σταματώ.
Ξάφνου, ακινησία παντού.
Όχι, Θεέ μου, κάνε να μην είναι αυτό που νομίζω, λέω μέσα μου. Θέλω να το πιστέψω. Θέλω, ανάθεμα! Θέλω να μην έχει έρθει η καταραμένη η ώρα. Θέλω να ζήσω κι άλλο. Να ζήσω τη συνηθισμένη καθημερινότητα αυτής της πόλης. Να συνεχίσω να βλέπω τους ανθρώπους της, τους δικούς μου ανθρώπους. Όλους! Δεν θέλω να πεθάνω. Δεν θέλω να τελειώσουν όλα. Όχι ακόμα, να πάρει η ευχή! Δεν θέλω να είναι τώρα αυτό το μέλλον!
Γυρίζω το κεφάλι μου αριστερά. Αργά και με τα μάτια μου κλειστά.
Τα ανοίγω.
Είναι εκεί.
Έχει φτάσει.
Μακρύ, μαύρο, σταματημένο παράλληλα με την παραλία. Δεν μπορώ να διακρίνω πολλές λεπτομέρειες. Βρίσκεται μακριά. Μοιάζει, μπορώ να πω, με τα δικά μας τα πολεμικά. Εκτός από το χρώμα. Αυτό είναι μαύρο σαν το θάνατο που σκορπάει. Σίγουρα και η σημαία του θα είναι ανάλογη. Όπως και οι καρδιές αυτών που το οδηγούν.
Αν και δεν είμαι σίγουρος, διακρίνω φιγούρες να κινούνται πάνω του. Δεν ξέρω ποιοι είναι, ούτε τι θέλουν, οι αναθεματισμένοι. Δεν ξέρω γιατί το κάνουν αυτό. Όμως, ξέρω τι θα κάνουν.
“Ε, κοίτα!” λέει ένας δίπλα μου. Δεν τον κοιτώ. Άλλωστε, μου δείχνει το πλοίο. “Κοίτα, κάτι εμφανίζεται στα πλάγια του πλοίου”. Με παραξενεύει η φωνή του. Δεν είναι φοβισμένη. Είναι… χαλαρή! Χριστέ μου!
Καταλαβαίνω τι εννοεί. Στην πλευρά του πλοίου που βλέπουμε κάτι μικρές πόρτες, ή κάτι τέτοιο, ανοίγουν. Προσπαθώ να εστιάσω. Τα καταφέρνω σε κάποιο βαθμό. Βλέπω αυτές τις μικρές πόρτες να ανοίγουν προς τα πάνω. Βλέπω και τα σχοινιά που τις ανοίγουν. Όπως επίσης, βλέπω…
“Θεέ μου!” ψιθυρίζω. Μένω με το στόμα ανοιχτό. Έχω σταματήσει να εστιάζω τώρα. Δάκρυα έρχονται στα μάτια μου. Είδα ό,τι δεν ήθελα. Τον τρόπο με τον οποίο θα έρθει στον μικρό μας παράδεισο ο θάνατος. Είδα τα σκοτεινά μάτια. Δεν ξέρω πώς μου έρχεται αυτή η παρομοίωση, αλλά αυτό πιστεύω πως είναι.
Ωστόσο, όταν μιλάω, δεν τα αναφέρω έτσι. Λέω, πάλι ψιθυριστά: “Μα αυτά είναι κανόνια!”
“Τι; Κανόνια;”
“Ναι”, απαντώ, αλλά δεν έχω ουσιαστικά το νου μου στον κύριο δίπλα μου. “Παλιά κανόνια. Απ’ αυτά στις ταινίες με… σαν αυτά στους Πειρατές της Καραϊβικής”.
Μου φαίνεται αδιανόητο. Αυτά τα πράγματα δεν χρησιμοποιούνται εδώ και… δεν ξέρω, αιώνες, μάλλον. Στην εποχή που είχαμε πια όπλα, αυτά ήταν πολύ πιο σύγχρονα από αυτά που είδα. Όπλα πιο ισχυρά από τούτα. Αναρωτιέμαι πώς στον κόρακα είναι δυνατόν αυτοί οι Πειρατές να καταφέρουν να καταστρέψουν τον κόσμο με αυτά τα παλιομοδίτικα κανόνια. Είχαμε τόσα όπλα…
Δεν σκέφτομαι τίποτα άλλο, όμως.
Γιατί αρχίζουν οι ριπές.
Ένα-ένα, τα σκοτεινά αυτά μάτια αστράφτουν. Πετούν φωτιές. Ακούγονται εκρήξεις από κει. Αλλά αυτά που εκτοξεύονται δεν είναι μπάλες κανονιού. Είναι πύραυλοι! Μικροί κόκκινοι πύραυλοι. Κατευθύνονται προς τα εδώ. Είναι πάνω από δέκα. Τους βλέπω. Πλησιάζουν. Χριστέ μου, έρχονται! Έρχονται!
Ύστερα, εκτοξεύονται κι άλλοι. Κι άλλοι. Κι άλλοι. Αμέτρητοι. Πανίσχυροι. Με φονικό σκοπό.
Γύρω μου κανείς δεν κουνιέται. Όλοι έχουμε σταματήσει και κοιτάμε σαν χάνοι. Δεν κάνουμε τίποτα. Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, έτσι κι αλλιώς. Είναι πιο ισχυροί από εμάς. Έχουν όπλα. Πιο σύγχρονα απ’ ό,τι πίστευα όταν τα είδα. Πιο ισχυρά από τις καραμπίνες που έχουν κάποιοι κάτοικοι εδώ. Μας ρίχνουν κατά ριπάς.
Ουρλιαχτά. Κοιτάζω. Βλέπω ανθρώπους να εκρήγνυνται. Να διαλύονται. Χέρια, πόδια. Κεφάλια. Εκτοξεύονται παντού. Αίματα παντού. Διαμελισμένα κορμιά. Ένα, δύο, τρία. Και τα κτίρια. Σπίτια, μαγαζιά, όλα καταστρέφονται. Γκρεμίζονται. Φωτιές παντού. Θάνατος παντού. Δεν μένει τίποτα όρθιο. Κολόνες πέφτουν, μια πάνω σε ένα σκυλί. Το μπαλκόνι ενός σπιτιού πλακώνει τρεις ανθρώπους. Ένας άντρας διαμελίζεται βγάζοντας ένα στερνό ουρλιαχτό. Μια γάτα πάνω που πήδησε σε έναν φράχτη ανατινάζεται από έναν πύραυλο μεγαλύτερο της σε μέγεθος. Ένα νεαρό ζευγάρι φιλιέται, ώσπου τους χτυπάνε δυο πύραυλοι και γίνονται μια μάζα αίμα και κόκαλα. Ένας ηλικιωμένος κάνει να τρέξει με τη μαγκούρα του, αλλά ένας πολύ πιο ταχύς πύραυλος τον σταματά πετυχαίνοντάς τον στο πίσω μέρος του κεφαλιού και τον διαλύει. Μια γυναίκα που προ ολίγου αγνάντευε στο μπαλκόνι του σπιτιού της γουρλώνει τα μάτια της και, πριν προλάβει να φωνάξει, δεν έχει κεφάλι. Ένας νεαρός που κάνει τζόκινγκ, βλέποντας έναν πύραυλο να έρχεται από δεξιά του, επιταχύνει, αλλά δυο δευτερόλεπτα αργότερα τα πόδια του (μαζί με ένα μέρος της κοιλιάς του) συνεχίζουν μόνα τους, ώσπου σταματούν και πέφτουν στο έδαφος. Ένας παλιός συμφοιτητής μου που γλίτωσε από την καταστροφή της πρωτεύουσας τρέχει πίσω από μια κοπέλα, μέχρι που αυτός διαλύεται. Η κοπέλα γυρίζει να δει, βλέπει, ανοίγει το στόμα, βγάζει μια κραυγή και μετά, μέσα σε μια έκρηξη, τον ακολουθεί στο θάνατο.
Χάος παντού!
Μια ξαφνική δυνατή κραυγή στο μυαλό μου.
Τρέχα!
Χωρίς να το σκεφτώ, το κάνω. Γυρίζω από κει που ήρθα και κάνω πεντάλ όσο πιο γρήγορα μπορώ. Θέλω να ξεφύγω από αυτό που συμβαίνει. Θέλω να σωθώ. Να ζήσω. Θέλω να πάω σπίτι και να πω στους γονείς μου να φύγουμε μακριά. Να μην πεθάνουμε εδώ, έτσι. Θέλω να ζήσω. Να ερωτευτώ ξανά. Να μάθω πράγματα. Ίσως… ίσως ζουν κι άλλοι. Μπορεί να μην πέθαναν όλοι οι άνθρωποι στα προηγούμενα χτυπήματα των Πειρατών. Μπορεί να έχουν μαζευτεί κάπου, σ’ ένα μέρος και να ετοιμάζουν την αντεπίθεση. Θέλω να συμμετέχω κι εγώ. Να διαλύσω αυτά τα καθίκια. Να τους δείξω τι μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι που θέλουν να επιβιώσουν απέναντι στον κατακτητή, όποιος κι αν είναι αυτός.
Κάνω μανούβρες. Επικίνδυνες. Πύραυλοι έρχονται από τα δεξιά μου. Τους αποφεύγω. Περνάνε πίσω μου, μόλις στο σημείο που βρισκόμουν. Από μπροστά μου, αφού κοιτάω για να μην με πετύχουν. Τα καταφέρνω. Κανείς δε με βρίσκει. Κάποιος σφυρίζει πάνω από το κεφάλι μου. Ξυστά περνά, νιώθω τη ζέστη που εκπέμπει.
Να κι άλλος. Πίσω μου, λίγα εκατοστά πριν να ήμουν εκεί και…
Κι άλλος. Μπροστά μου, λίγα εκατοστά μετά να ήμουν εκεί και…
Με έχουν βάλει στόχο, να πάρει η ευχή!
“Δεν θα με πετύχετε!” λέω. “Γαμημένα καθίκια, δεν θα με πετύχετε!” φωνάζω και κλαίω.
Είμαι ακριβώς έξω από το μισο-κατεστραμμένο εμπορικό. Κάνω ακόμα πιο γρήγορα πεντάλ, βλέποντας κι άλλους πυραύλους να έρχονται με μεγάλη ταχύτητα. Το κτίριο καταρρέει. Πρέπει να απομακρυνθώ τάχιστα. Τζάμια και τοίχοι πέφτουν δίπλα μου και πίσω μου.
Γαμώτο! λέω μέσα μου. Τα πόδια μου αρχίζουν να με πονούν. Δεν είμαι γυμνασμένος και τα υποβάλλω σε μεγάλη δοκιμασία. Σε λίγο θα αρχίσουν τα τραβήγματα και ό,τι άλλο επέρχεται από τέτοια προσπάθεια. Πόσο θα αντέξουν; Η καρδιά μου, στο μεταξύ, χτυπά σαν τρελή. Και ιδρώνω, ιδρώνω, ιδρώνω.
Μια γυναικεία φωνή μπροστά και αριστερά, μέσα στο ισόγειο του εμπορικού, λέει σαν να είδε κάτι ωραίο και σπάνιο: “Α, ένας πύραυλος!”
Μετά, τρία πράγματα συμβαίνουν σε διάστημα δυο δευτερολέπτων, ή κάπου τόσο.
Ένα: σταματώ το ποδήλατο.
Δύο: από μπροστά μου περνά ένας πύραυλος
Τρία: δεν ξανακούω την γυναικεία φωνή. Μόνο μια αηδιαστική έκρηξη.
Σκέφτομαι: Τελικά ήρθαν. Το τέλος ήρθε.
Τρέχα, τρέχα, τρέχα! φωνάζει η φωνή στο κεφάλι μου. Πάω να ξεκινήσω, αλλά δεν προλαβαίνω. Έκανα λάθος που σταμάτησα, έστω και για λίγο.
Ακούω έναν ήχο να πλησιάζει.
Σκέφτομαι: Δεν είμαστε πια η τελευταία πόλη.
Κάνω να γυρίσω το κεφάλι μου δεξιά.
Σκέφτομαι: Δεν θα ξαναδώ αυτούς τους ανθρώπους. Τους δικούς μου ανθρώπους.
Τότε κάτι με χτυπά.
Ένας στιγμιαίος πόνος. Ένα κάψιμο στα πλευρά και…
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
