Τροφός σε δυο πατρίδες… (Μέρος 2ο)

Προηγούμενο

Πογκανέστι, περιφέρεια Χινκέστι, Μολδαβία, Ιούλιος του 1987

Η δεκάχρονη Αλιόνα τεντώνεται στο κρεβάτι της. Είναι Κυριακή, χουζούρεψε αρκετά. Καθώς ντύνεται, ανακαλύπτει δυο μικρά σημαδάκια στο δεξί πήχη του χεριού της. Τρέχει να τα δείξει στην μητέρα της. Δίδυμες ελίτσες φυτρώνουν, της λέει, ίσα που διακρίνονται τα κεφαλάκια τους! Παρέα τους θα περάσει την εφηβεία, μαζί θα μεγαλώσουν. Το κορίτσι τις βλέπει σαν τις ρίζες που την δένουν με τον τόπο της. Της κρατάνε συντροφιά όταν βουτά στις λίμνες και τα ποτάμια που περιβάλλουν το χωριό της. Και εκτός από ένα μικρό σακίδιο, είναι το μοναδικό μυστικό «σημάδι» που αισθάνεται πως κουβαλά απ’ την πρώτη της πατρίδα, όταν αναγκάζεται να μεταναστεύσει στη δεύτερη, για δουλειά το φθινόπωρο του 1997. Την Ελλάδα.

Εκεί θα γνωρίσει τη θάλασσα. Θα μαγευτεί, θα κολυμπήσει, θα θυμηθεί τα κρύα τρεχούμενα νερά στα μέρη της, θα νοσταλγήσει, θα στενοχωρηθεί και θα πάρει δύναμη απ’ τις ελίτσες της που αντέχουν, αυτό πρέπει να κάνει και η ίδια. Και τα χρόνια περνάνε στην ξενιτιά…

Παιανία, Απρίλιος του 2001

Η Αλιόνα τινάζεται απ’ τον ύπνο της, κατατρομαγμένη. Δεν είδε ακριβώς εφιάλτη, μα μια μαυροφορεμένη γυναίκα. Περπάταγε στο πεζοδρόμιο και την πλησίασε. Της είπε, να πας να δεις το χέρι σου. Έτρεξε στην απέναντι μεριά του δρόμου να την αποφύγει. Και ξύπνησε! Σχεδόν κάθε βράδυ κοιμόταν και αναπολούσε τις στιγμές στο πατρικό της, που η μαμά της κανάκευε αυτήν και τις αδελφές της. Αλλά το αποψινό, δεν μπορούσε να θυμηθεί αν τις ονειρεύτηκε, παρ’ εκτός την μαυροφόρα! Σηκώθηκε ανταριασμένη, έπρεπε να πλυθεί, να ηρεμήσει, είχε ολόκληρη μέρα μπροστά της. Με εργασία και χαρά, ξεχάστηκε. Κοντά μεσάνυχτα ξάπλωσε να ξεκουραστεί. Ξανά τα ίδια. Η μαυροφόρα στον ύπνο της, να της λέει αύριο να πας να δεις το χέρι σου. Τι της συνέβαινε; Δεν είχε ξημερώσει καν, τέντωσε τον αγκώνα της να φθάσει το πορτατίφ. Όπως το άναψε, σκάλωσε στο καλώδιο του και την έπιασε φαγούρα. Πήγε να ξυστεί, κοκκίνισαν τα νύχια της. Οι ελίτσες της, κλαίγαν με αίμα αντί για δάκρυα! Αυτή τη φορά έπρεπε να μιλήσει σε κάποιον. Ευτυχώς η γιαγιά-Ρένα, την ορμήνεψε σαν μάνα.

Να κάνεις ό,τι σου είπε παιδί μου, αμέσως. Τι θα πάθω, να μείνω χωρίς την βοήθειά σου μια μέρα; Έχει ωραιότατα γεμιστά από χθες που μαγείρεψες. Στου Συγγρού, εκεί θα στις κοιτάξουν. Θα σου καλέσω εγώ ταξί, θα το πληρώσω. Δεν μπορώ να σε συνοδέψω, αλλά θα είμαι πάνω απ’ το τηλέφωνο. Ό,τι χρειαστείς κάλεσέ με, θα μηνύσω και την κόρη μου, να γνωρίζει.

Ολομόναχή της, με τους δικούς της στην Μολδαβία, χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν, διάβηκε την πόρτα του Νοσοκομείου. Δεν αργήσαν να την εξετάσουν. Στο μυαλό της ήταν σίγουρη πως δεν ήταν κάτι, θα της δίναν αλοιφή ή κάποιο επίθεμα και θα έφευγε. Μπορεί στον ύπνο της να γρατσουνίστηκε. Όμως όλα διαλύθηκαν όταν άκουσε, πρέπει να σας δουν για κακοήθεια στον πάνω όροφο. Της δώσανε κάτι προφορικές οδηγίες, ούτε κατάλαβε, της είχαν κοπεί τα πόδια. Σαν ρομπότ ανέβηκε τις σκάλες, χαμένη στις σκέψεις της. Αν την ρωτάγανε, τι, ποιον θα ζητούσε, δεν ήξερε, δε θυμόταν απ’ την θολούρα της. Μπροστά της στο διάδρομο, λουσμένο με το φως του ήλιου που έσκαγε απ’ τον προθάλαμο, αντίκρισε ένα ψηλό, ανοιχτόχρωμο άνδρα. Ρώσος θα είναι, μονολόγησε. Χάρηκε που εντόπισε κάποιον απ’ τα μέρη της, σανίδα σωτηρίας. Πήρε θάρρος να τον πλησιάσει για οδηγίες, ας τον ακολουθούσανε άλλοι δύο. “Συγνώμη, έχω αυτό -έδειξε το παραπεμπτικό- πού πρέπει να πάω;”. Της απηύθυνε τον λόγο, “Τι έχεις, κοπέλα μου;”. Του έτεινε το χέρι της, ούτε να εξηγήσει δεν μπορούσε. Κατάλαβε απ’ την ομιλία του, αν και πελαγωμένη, πως ήταν Έλληνας και μάλιστα ιατρός που επισκεπτόταν τους αρρώστους του. Τι γκάφα έκανε! Καταντράπηκε για το θράσος της, δεν καλομίλαγε και την γλώσσα, κατέβασε το κεφάλι, περιμένοντας να την επιπλήξει. Όμως ο άνδρας ήταν ευγενέστατος, της συνέστησε να περάσει στο βάθος, τελευταία πόρτα αριστερά και να περιμένει να έρθει ο υπεύθυνος καθηγητής.

Με την καρδιά στα δόντια και τους χτύπους της σαν τύμπανα στ’ αυτιά της, έκατσε να περιμένει στο ψυχρό εξεταστήριο. Σχεδόν μία ώρα μετά, μπήκε ο ίδιος άνθρωπος! Αυτός ήταν ο αρμόδιος γιατρός! Έκπληκτη έμεινε η Αλιόνα. Και θαμπώθηκε απ’ την προσοχή και την φροντίδα που της έδειξε. Κατέληξε πως η επέμβαση εκτομής των σπίλων ήταν υπερεπείγουσα. Θα την προγραμμάτιζε άμεσα, το πολύ μεθαύριο. Αν και είχε το διπλό της ανάστημα, η Αλιόνα σήκωσε ψηλά την ματιά της και τον παρακάλεσε. Σ’ εκείνη την αίθουσα, αυτός ήταν ο θεός της! Δεν μπορούσε να αφήσει και άλλη φορά την γιαγιά που φρόντιζε. Ικέτεψε, σχεδόν δάκρυσε, ό,τι ήταν να γίνει έπρεπε να γίνει τώρα. Της απάντησε ότι είναι πολύ δύσκολο, κλείνανε τα χειρουργεία σε λίγο. Τότε, άρχισε να του εξιστορεί το όνειρό της με την μαυροφορεμένη γυναίκα. Αν δεν ήταν αυτή να την προειδοποιήσει στον ύπνο της, θα σκούπιζε το τραύμα με αντισηπτικό και θα το αγνοούσε.

Ο γιατρός κοίταξε με το καθάριο του βλέμμα, στο δικό της το θολωμένο. Σήκωσε το τηλέφωνο, περίμενε έξω, της έκανε νόημα. Σε λιγότερο από πέντε λεπτά την προετοίμαζαν για την επέμβαση. Οι ελιές αφαιρεθήκαν και θα στελνόταν για περαιτέρω εξετάσεις.

Η Αλιόνα έφυγε ανάλαφρη, ας είχε την έννοια της βιοψίας στο πίσω μέρος του μυαλού της. Βαθιά μέσα της, ένιωθε περίεργα που τις αποχωρίστηκε, ήταν σαν να έκοψε τα δεσμά απ’ την καταγωγή της. Κοίταξε απ’ το παράθυρο. Ένα λιόδενδρο λυγούσε τα κλαδιά του στον αέρα, τα φύλλα του γυάλιζαν στον ήλιο. Το θέαμά του, την παρηγόρησε! Αποφάσισε. Δεν υπήρχε λόγος να αναστατώσει τις αδελφές της. Δε θα έλεγε σε κανέναν τίποτα. Σχεδόν. Μόνο σ’ έναν επιθυμούσε να μιλήσει. Τον φίλο και συμπατριώτη της που συνάντησε το ’97. Την κράτησε απ’ το μπράτσο λίγο πριν πέσει καθώς κατέβαινε λαθραία απ’ το φορτηγάκι στα Μεσόγεια. Την βοήθησε τότε, την σύστησε στην γιαγιά-Ρένα, πίστευε πως θα την ξαλάφρωνε τώρα. Αύριο ήταν η καθιερωμένη τους βόλτα για καφέ. Θα πήγαινε ίσα να του εξηγήσει & θα έφευγε. Ήθελε να ξεκουραστεί, να σκεφτεί. Έδειξε κατανόηση ο νεαρός. Έτσι φάνηκε δηλαδή.

Τις επόμενες βδομάδες, αντί να την καλέσει, να της πει μια κουβέντα παρηγοριάς, εξαφανίστηκε! Δυο φορές δοκίμασε η Αλιόνα να τον βρει, της απάντησαν, λείπει. Άφησε μήνυμα, δεν την πήρε πίσω ποτέ. Κατάλαβε με άσχημο τρόπο, πως κάθε εμπόδιο για καλό. Αν δεν της συνέβαινε αυτό, δε θα ανακάλυπτε με τι παλιάνθρωπο πήγε να μπλέξει! Λένε, παπούτσι απ’ τον τόπο σου, μα της έπεσε φαρδύ και το έχασε στο δρόμο. Ε, θα πέταγε στα σκουπίδια και το άλλο, ν’ αγοράσει σωστό ζεύγος στο νούμερό της!

Ευτυχώς γι’ αυτήν, τ’ αποτελέσματα της ιστολογικής μετά την ευρεία εκτομή βγήκαν πεντακάθαρα. Μελάνωμα που αν αργούσε άλλον έναν μήνα να διαγνωστεί θα ήταν πια αργά για τη ζωή της! Επιπτώσεις απ’ το τραγικό δυστύχημα στις 26 Απριλίου του 1986, στον Πυρηνικό Σταθμό Παραγωγής Ενέργειας του Τσερνόμπιλ. Τώρα μπορούσε να εξιστορήσει τι της συνέβη στους συγγενείς της στην Μολδαβία. Και στον μικρό κύκλο γνωστών που είχε κάνει εδώ. Ήξερε πως θα το μάθαινε και ο εξαφανισμένος λεγάμενος. Ο οποίος αντέδρασε με την ευχάριστη είδηση, λες και δεν τρέχει μία, λες και δεν είχε ανοίξει η γη να τον καταπιεί για καιρό! Μάλιστα την κάλεσε στο πανηγύρι που θα γινόταν στην πλατεία της Ζωοδόχου Πηγής, στην γιορτή του πολιούχου μεθαύριο. Είχε κρατήσει τραπέζι για τριάντα νοματαίους. Τον διαβεβαίωσε πως θα πήγαινε, ήταν ευκαιρία να το ρίξει έξω, να γλεντήσει την νίκη της, να πιούν στην υγειά της!

Ανήμερα, πριν την δύση ήταν τα πάντα έτοιμα στρωμένα, τα όργανα θα ξεκινούσαν στις εννέα. Είχε περιποιηθεί τον εαυτό της η Αλιόνα, είχε βαφτεί ελαφρά και φορούσε ένα γαλάζιο φόρεμα σε γραμμή άλφα, που την κολάκευε πολύ. Περήφανη, διασχίζοντας τον κόσμο που είχε ήδη συνωστιστεί, έφθασε στο μαγαζί. Στρογγυλοκάθισε. Σε δευτερόλεπτα, λες και την μύρισε, σκάει παραμερίζοντας τους όρθιους, το χαμένο κορμί! Και κοκαλώνει. Γιατί σηκώνεται η Αλιόνα, να τον συστήσει στον συνοδό της! Το πόσο ευχαριστήθηκε την έκφρασή του, από αλαζονικό άτι μεταμορφώθηκε σε λαβωμένο… γαϊδούρι!

Παιανία, 2 Μαΐου 2023

Η Αλιόνα ακόμα χαμογελά στο είδωλό της στον καθρέφτη, όποτε θυμάται το αποσβολωμένο ύφος του. Έπαιξε θέατρο η ίδια, του χρειαζόταν, παράσταση ζωής όπως αποδείχτηκε αργότερα. Την εγκατέλειψε την στιγμή που τον είχε περισσότερο ανάγκη. Διψούσε για γλυκό νερό και αυτός την πέταξε στον αλμυρό γυαλό. Μα πιο πολύ, χαίρεται με την ψυχή της, αυτό το «σωτήριο» ξημέρωμα, εξαιτίας της δικής της μαυροφορεμένης γυναίκας! Ξυπνά κάθε χρόνο νωρίς, με τόση ευφορία, με περίσσια ζέστα στην καρδιά της. Παρακολουθεί την λειτουργία, προσεύχεται και ανάβει το πρώτο κεράκι στην Παναγία που την έσωσε. Είναι σίγουρη πως εκείνη ήταν στον ύπνο της, τότε! Το δεύτερο είναι για τον επίγειο βοηθό της Παρθένου. Τον γιατρό της, που ακόμα την παρακολουθεί στον ετήσιο δερματολογικό της έλεγχο, να συνεχίσει ακούραστα να προσφέρει θεραπεία στις ασθένειες του κόσμου.

Οι σκούρες ελιές ξεριζώθηκαν οριστικά απ’ την μνήμη και το κορμί της, για να σπαρθεί με φωτεινούς ανθρώπους, φρέσκες εμπειρίες και μοιρασμένες χαρές. Ενώ τα ομώνυμα δένδρα αειθαλή και στητά, την χαιρετάνε τα πρωινά που ανοίγει τα παντζούρια της! Άλλωστε μόλις πετάμε έξω τα παλιά, τότε μπορούν να εισέλθουν τα καινούργια…

Μαρίτσα Καρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading