Του είχε πει πως δεν της άρεσε να τραβάει την προσοχή και εκείνος γέλασε καθώς θυμήθηκε την πρώτη φορά που την είδε. Προσπαθούσε να κάνει πατινάζ στο παγοδρόμιο που είχε στήσει ο δήμος στην πλατεία για τις χειμερινές γιορτές και για κάποιο λόγο δεν έβρισκε καθόλου ισορροπία, σε σημείο που όχι μόνο έπεφτε συνεχώς και στριφογύριζε καθιστή, αλλά πολύ συχνά παράσερνε και άλλους πατινέρ να πέφτουν μαζί της, ώστε είχε καταφέρει να δημιουργήσει μια καραμπόλα ανθρώπων. Εκείνος έβλεπε το θέαμα και γελούσε και το θεώρησε ιδιαίτερα ευτυχές ότι το κλίμα των ημερών δεν επέτρεψε σε κανέναν να θυμώσει με αυτό το συμβάν. Αντιθέτως όλοι γελούσαν σε ένα εύθυμο χορό γέλιων που ολοένα αυξανόταν, καθώς ο κάθε ένας που προσπαθούσε να σηκωθεί και να τραβήξει κι άλλον μαζί του, κατέληγε να πέφτει πάλι κάτω στον πάγο και ξανά μανά από την αρχή.
Ερωτεύτηκε την παιδικότητά της. Το πώς γελούσε με την καρδιά της και το χαμόγελό της έλαμπε από αυθεντικότητα. Ενθουσιαζόταν με τα πιο μικρά, τα πιο απλά, τα θεωρητικά αυτονόητα. Και πιο πολύ διασκέδαζε στις παιδικές ταινίες και δραστηριότητες από ότι σε οτιδήποτε άλλο.
Ερωτεύτηκε το ότι παρόλα αυτά έκρυβε και μια γοητεία. Μεταμορφωνόταν ανάλογα με την περίσταση. Γινόταν η δραστήρια αθλητική γυναίκα που δεν μασούσε μπροστά σε τίποτα και ανέβαινε βουνά και διέσχιζε λαγκάδια σε πολύωρες πεζοπορίες. Γινόταν όμως και η στυγνή επαγγελματίας που διεκπεραίωνε τις υποχρεώσεις της στην ώρα της όσο πιεστικές προθεσμίες και να είχε, με την υψηλή ποιότητα ενός τελειομανή. Μα ήταν επίσης και η πανέμορφη γυναίκα με στυλ που ήξερε να ντύνεται και να καλλωπίζεται όμορφα, μαγνητίζοντας τα βλέμματα καθώς περπατούσε σαγηνευτικά πάνω στα ψηλοτάκουνά της.
Ερωτεύτηκε όλες αυτές τις μορφές της.
Εκείνη δεν θυμόταν γιατί τον αγάπησε. Ούτε αυτός ήξερε όμως να το προσδιορίσει. Γιατί δεν είναι μια στιγμή που σε κάνει να αγαπήσεις έναν άνθρωπο. Ο έρωτας σε κατακλύζει σταδιακά για το κάθε ένα από τα μικρά που γίνονται. Μπορεί απλά να γελάς και να διασκεδάζεις με την παρέα του άλλου και ξαφνικά γυρνάς μια στιγμή στο χώρο σου και ανακαλύπτεις ότι αυτό που νιώθεις είναι έρωτας. Γιατί αισθάνεσαι να το αναζητάς, όχι επειδή χρειάζεσαι αυτό το άτομο στη ζωή σου, αλλά γιατί το θες εκεί. Σαν ένα κομμάτι σου που δεν ήξερες ότι σου λείπει.
Κάπως έτσι του το είχε εξηγήσει κάποτε. Αλλά δεν του διευκρίνισε ποτέ τι ήταν αυτό που εκείνη είδε σε εκείνον. Ίσως να ήταν ο τρόπος που την κοιτούσε. Την κοίταζε στα μάτια και άστραφτε το βλέμμα του με το χαμόγελό του να απλώνεται πλατιά σε όλο του το πρόσωπο. Γλύκαινε η όψη του όταν ήταν μαζί της και όσο θυμωμένος ή κουρασμένος να ήταν από την δουλειά, μαζί της όλα ξαλάφραιναν. Ανυπομονούσε να την δει όταν ήταν χώρια, να την ακούσει, να της κρατήσει το χέρι και να νιώσει την καρδιά της να πάλλεται στο στήθος του. Μα κι εκείνη ησύχαζε κοντά του, σαν όλος ο κόσμος να χανόταν για μια στιγμή και να επανέρχονταν οι ισορροπίες που τους εφησύχαζαν πως όλα θα πάνε καλά γιατί είχαν ο ένας τον άλλον και ήταν εκεί μαζί.
Τώρα όμως δεν τα θυμόταν αυτά.
Ούτε τα ένιωθε.
Συνέβη ακριβώς εκεί που ξεκίνησαν όλα. Κι εκείνος κατηγορούσε τον εαυτό του για αυτό. Την είχε πείσει να πάνε για πατινάζ μαζί. Δυο χρόνια μετά εκείνη την πρώτη ιστορική πλέον καραμπόλα στο παγοδρόμιο. Σαν τον εγκληματία που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος, εκείνη τον ακολούθησε αρκετά πρόθυμα. Δεν του εξομολογήθηκε ποτέ όμως πως την διακατείχε ένα άσχημο συναίσθημα από το πρωί. Ένα σφίξιμο στο στομάχι που εξαπλωνόταν μέχρι την καρδιά και της έκοβε την αναπνοή. Το απέδωσε στο κρύο και την παγωνιά του αέρα και δεν έδωσε περαιτέρω σημασία. Ούτε όταν ζαλίστηκε σκύβοντας να βάλει τα παγοπέδιλά της δεν κατάλαβε τα σημάδια. Δεν είχε φάει καλά, ισχυρίστηκε προσπαθώντας να πεισθεί και η ίδια. Η θολούρα στην όραση όταν πάτησε στην πίστα επίσης δεν ήταν αρκετή για να την αποτρέψει. Απλά πήρε μια ανάσα και κατηγόρησε την κούραση της παγωμένης ημέρας για αυτό.
Και τότε έγινε. Έτσι ξαφνικά. Απροειδοποίητα. Σαν αστείο.
Πήγαινε καλά, είχε βελτιωθεί αρκετά στις μανούβρες στον πάγο τα τελευταία δυο χρόνια. Μα είχε μαζευτεί κόσμος τώρα εκεί και ένιωθε την πίεση να την περικυκλώνει ασφυκτικά. Μπέρδεψε τα πόδια της και μπουρδουκλώθηκε. Εκείνος δεν πρόλαβε να την κρατήσει, γιατί του είχαν κόψει το δρόμο κάτι νεαροί δεινοί πατινέρ που έτρεχαν κυκλικά γύρω γύρω. Ίσα που κατάφερε να την δει να πέφτει. Να πέφτει και να χτυπάει το κεφάλι στη λεπίδα του παγοπέδιλου ενός αθλητή που θεώρησε πρέπον να επιδείξει εκεί και τότε τις δεξιότητές του στο σπορ. Έπεσε παγώνοντας ολόκληρη την πίστα και εξαπλώνοντας μια απόκοσμη σιωπή. Σταμάτησαν όλοι επί τόπου καθώς το κεφάλι της προσγειώθηκε στον πάγο και γύρω του σχηματίστηκε μια τεράστια πορφυρή κηλίδα αίματος.
Το ασθενοφόρο έφτασε αμέσως. Πάντα υπήρχαν πρώτες βοήθειες επί ποδός εκεί. Γιατί μικροατυχήματα συνέβαιναν συχνά. Ευτυχώς που ήταν εκεί, γιατί εκείνοι την έσωσαν.
Παρέμεινε σε κώμα μια εβδομάδα με εκείνον άγρυπνο φρουρό δίπλα της να της κρατάει το χέρι.
Όταν ξύπνησε, πληροφορήθηκε ότι δύσκολα θα κατάφερνε να ξανακάνει πατινάζ, γιατί η ζημιά που της είχε γίνει, σήμαινε πως θα έπρεπε σιγά σιγά να μάθει να περπατάει από την αρχή.
Μα αυτό ήταν το λιγότερο που την απασχολούσε εκείνη τη στιγμή.
Το πρόσωπό της ήταν ζωγραφισμένο με αγωνία και φόβο μαζί. Δεν ένιωθε ασφαλής, πολύ απλά γιατί δεν ήξερε ποιος ήταν ο κύριος που της κρατούσε τόσο σφιχτά το χέρι και την κοιτούσε με μάτια δακρυσμένα. Δεν της θύμιζε κάτι η μορφή του.
Η μερική αμνησία που είχε υποστεί της είχε διαγράψει τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής της και μαζί κι αυτόν.
Στην αρχή δεν τον ήθελε καθόλου εκεί. Δεν τον ήξερε. Πώς μπορούσε να εμπιστευτεί έναν άγνωστο;
Εκείνος ήταν συντετριμμένος. Θα μπορούσε απλά να είχε φύγει. Να την είχε αφήσει και να είχε διαγράψει κι αυτός τα όσα έζησαν μαζί σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Μα δεν το έκανε.
Η καρδιά του δεν τον άφηνε, όσο κι αν η λογική του προσπαθούσε να τον αποτρέψει. Ο έρωτας μερικές φορές σε κωφεύει στη φωνή του μυαλού.
Έμεινε εκεί. Και προσπάθησε να την ξανακατακτήσει από την αρχή. Της συστήθηκε πάλι και της μιλούσε όπως όταν την πρωτοφλέρταρε. Οι κουβέντες τους μετατράπηκαν σε πολύωρες συναντήσεις και σιγά σιγά εκείνη άρχισε να ζεσταίνει κοντά του. Του εμπιστευόταν ιστορίες από την παιδική της ηλικία, όνειρα και σκέψεις που εκείνος τα ήξερε ήδη γιατί του τα είχε ξαναπεί. Μα εκείνη δεν το θυμόταν.
Πήγαιναν για βόλτες στη λίμνη, στην πλατεία, μετέπειτα στο παγοδρόμιο με την ελπίδα ότι κάτι θα επανάφερε πάλι την μνήμη της σε αυτόν.
Μα εκείνη δεν θυμόταν. Παρόλα αυτά τον ερωτεύτηκε πάλι. Για κανέναν άλλο λόγο πέραν του ότι ήταν εκεί. Παρόν, δίπλα της, να της κρατάει το χέρι και να την κοιτάει στα μάτια με μια γλυκύτητα και μια ελπίδα που δεν είχε ξανασυναντήσει σε άλλο άτομο.
Εκείνος την αγαπούσε ακόμα. Ακόμα κι όταν εκείνη δεν θυμόταν τίποτα από τα κοινά τους βιώματα, ούτε το αγαπημένο τους τραγούδι, τα ταξίδια τους, τις αστείες τους περιπέτειες. Ακόμα κι όταν εκείνος αντιθέτως θυμόταν τα πάντα: την κάθε λεπτομέρεια, το κάθε συναίσθημα, την κάθε τους στιγμή.
Απλά διερωτώταν τι ήταν τελικά χειρότερο: να τα θυμάσαι όλα τόσο έντονα σαν να τα ξαναζείς ή να μην θυμάσαι απολύτως τίποτα σαν να μην υπήρξαν ποτέ;
Μαρία-Χριστίνα Δουλάμη
