«Πώς είπες το όνομά της;» ρώτησε η Κατερίνα την κόρη της όταν την άκουσε να μιλάει για την καινούργια της δασκάλα.
«Ναταλί».
«Ναταλί τί;»
«Ναταλί Παπαδοπούλου. Γιατί ρωτάς, μαμά;»
«Τίποτα, παιδί μου», απάντησε αλλά από μέσα της ευχήθηκε να ήταν σύμπτωση.
Μερικές μέρες μετά, η Ντίνα γύρισε έξαλλη από το σχολείο.
«Σήμερα πήρα την εργασία για το γενεαλογικό δέντρο και μάντεψε τί μου είπε η κυρία Ναταλί! Ότι είμαστε συγγενείς! Καλά βρε μάνα γιατί δεν μου το είπες; Πρώτη μου ξαδέρφη είναι, ρεζίλι έγινα!», έβγαλε την εργασία και την άφησε απότομα πάνω στο τραπέζι.
«Τι να σου πω, καρδούλα μου…», μαζεύτηκε και αγκάλιασε τους ώμους της. Τί να της έλεγε;
«Ότι έχω τόσους συγγενείς εν ζωή από την πλευρά του μπαμπά, μήπως; Γιατί να μην τους γνωρίσω;»
«Αυτή είναι μια πολύ καλή ερώτηση. Άκου, ο μπαμπάς σου ήταν πολύ διαφορετικός από την οικογένειά του. Μέχρι που πίστευα ότι ήταν υιοθετημένος και το έψαχνα κιόλας. Δεν ταίριαζε στην οικογένεια και μάλιστα τον είχαν κάνει πέρα. Δεν μιλούσαμε για αυτό το θέμα γιατί τον πονούσε αφάνταστα. Εσύ ήσουν πολύ μικρή τότε».
«Τα ακούω σαν δικαιολογία όλα αυτά, είναι αίμα μας και θέλω να έχω επαφές μαζί τους, νομίζω ότι έχω αυτό το δικαίωμα. Την Κυριακή είναι τα σαράντα της Θείας Τίτας, της μαμάς της Ναταλί, στο χωριό. Και θα πάμε!» έδωσε τελεσίγραφο στην μάνα της.
Δεν είχε ξημερώσει καλά καλά η μέρα του Θεού όταν βγήκαν μαυροφορεμένες από το σπίτι και ξεκίνησαν με το αυτοκίνητο παρέα με τις πρώτες αχτίνες του ήλιου. Το μπλε τ’ ουρανού φωτιζόταν όλο και περισσότερο στην διαδρομή, μέχρι που είδαν την πινακίδα να τους καλώς ορίζει έξω από το χωριό και έστριψαν δεξιά. Το χωριό ήταν αρκετά πυκνοκατοικημένο για το μέγεθός του. Πέρασαν έξω από σχολεία, καφενεία, φούρνους και διάφορα καταστήματα μέχρι να δουν την μεγάλη εκκλησία να ξεπροβάλει μπροστά τους.
Η Ντίνα κατέβηκε πρώτη και κοίταξε ενθουσιασμένη το πλήθος κόσμου που ήταν μαζεμένο στον προαύλιο της εκκλησίας. Κάποιοι από αυτούς μπορεί να ήταν σόι της. Όσο πλησίαζαν, αντικαθιστούσε το πλατύ χαμόγελο με ένα ελαφρύ μειδίαμα. Η μαμά της είχε ένα φυσικό πένθιμο ύφος στο παρουσιαστικό της. Κανείς δεν τους υποδέχτηκε, όπως περίμενε η Ντίνα που παρά τα δεκαεφτά της χρόνια συνήθως δεν ήταν τόσο αφελής.
Μπήκαν στο ναό, προσκύνησαν, άναψαν το κεράκι τους και κάθισαν σε δύο κενές θέσεις κοντά στον πρόναο. Την ώρα της Θείας Ευχαριστίας πλησίασαν με ευλάβεια και κοινώνησαν. Κανείς δεν πλησίασε για να μεταλάβει από τους συγγενείς.
Η πολυπόθητη ώρα είχε πλέον φτάσει. Οι συστάσεις θα γίνονταν στον χώρο του καφέ. Ήταν σίγουρη ότι λίγα λεπτά έμεναν ώστε να γίνει δεκτό μέλος της οικογένειας. Σκέφτηκε πόσες ξαδέλφες να είχε άραγε εκτός από τη Ναταλί, πρώτες, δεύτερες, τρίτες. Με τι να ασχολούνταν, πώς να περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους; Τι συμβουλές να της έδιναν οι νέες τις θείες; Μήπως όμως την αντιπαθούσαν;» κούνησε απότομα το κεφάλι λες και ήθελε να διαλύσει το σύννεφο των σκέψεων. Η αλήθεια θα έλαμπε από στιγμή σε στιγμή.
Παραδόξως, τα τραπέζια ήταν στρογγυλά και μακριά το ένα από το άλλο. Ο φωτισμός σκοτεινός και ο χώρος μύριζε κάτι παλιό και θλιμμένο σαν από όνειρο που δεν θες να θυμάσαι.
«Τι περίμενες, χρυσό μου, μνημόσυνο είναι», διάβασε την έκφρασή της η μητέρα της, την τράβηξε απαλά από το χέρι και την οδήγησε στο κεντρικό τραπέζι για να συλλυπηθούν. Όλα τα κοκκινισμένα μάτια έπεσαν πάνω τους.
«Ζωή σε εσάς Θεία Τίνα. Μάρκο, Ναταλί, Σόφι, Ελίζ, Κάρλα», τους χαιρέτησε όλους η Κατερίνα με μια ελαφρά υπόκλιση του κεφαλιού και έκανε ένα βήμα πίσω.
«Κατερίνα, σε ευχαριστούμε για την παρουσία σου», πήρε το λόγο η θεία Τίνα, η γηραιότερη στο τραπέζι. «Η αδελφή μου σε εκτιμούσε ιδιαίτερα γιατί αγαπούσες και φρόντιζες τον αδελφό μας ως το τέλος».
Η Κατερίνα δεν απάντησε σε αυτό, παρά στάθηκε ξανά δίπλα στην κόρη της και της έπιασε το χέρι.
«Αυτή είναι η εξαδέλφη μας, η Ντίνα, η οποία τυγχάνει να είναι μαθήτρια μου στο λύκειο», την σύστησε η Ναταλί με ένα ελαφρύ χαμόγελο και σαν να φωτίστηκαν λίγο τα γαλάζια της μάτια που είχαν ξεθωριάσει από το κλάμα.
«Κάθισε κορίτσι μου, κάντε χώρο», πρόσταξε η θεία Τίνα. «Κατερίνα, εσύ έλα δίπλα μου», σήκωσε την Κάρλα και της έδειξε με μια κίνηση του χεριού την νέα της θέση δίπλα στην Ντίνα.
«Πώς τα πηγαίνεις στο σχολείο;» ξεκίνησε την κουβέντα η Κάρλα. Ήταν γύρω στα τριάντα, πολύ αδύνατη και κουνούσε έντονα τα χέρια της κάνοντας τα πολλά χρυσά βραχιόλια της να μετακινούνται πάνω κάτω στον καρπό της.
«Φανταστικά, τελειώνω φέτος και ανυπομονώ για την σχολή», ένιωσε αμέσως άνετα η Ντίνα.
Γρήγορα σχηματίστηκε ένα πηγαδάκι γύρω της. Έμαθε ότι η Κάρλα, κόρη της θείας Τίνας, είχε μείνει χήρα. Την συντηρούσε η πεθερά από την Ελβετία μετά τον ξαφνικό χαμό του άντρα της σε εκείνο το τρομερό δυστύχημα, μιας και ήταν μοναχοπαίδι. Η Ελίζ και η Σόφι ήταν αδελφές της Ναταλί. Εκείνες ήταν αρκετά μεγαλύτερες, κοντά στα σαράντα, έμοιαζαν σαν δίδυμες επειδή ντύνονταν, χτενίζονταν και βάφονταν ολόιδια. Ήταν χωρισμένες και οι δύο. Η συγχωρεμένη η θεία Τίτα ποτέ δεν είχε δει με καλό μάτι τους άντρες τους επειδή ήταν ξένοι. Άγνωστος ο λόγος που αυτό το σόι επέλεγε Γάλλους, Ελβετούς, Ιταλούς για συζύγους. Ήταν σίγουρη ότι μέχρι να κλείσει τα μάτια τα κορίτσια της θα είχαν χωρίσει. Και έπεσε μέσα. Παιδιά δεν είχε κάνει καμία τους.
«Ούτε κατάρα να είχαμε, τελικά καλά έλεγε η μαμά ότι ο γάμος είναι κακό πράγμα», θυμήθηκε τα λόγια της η Ναταλί. «Καμία μας δεν πέτυχε σε αυτό το θέμα. Εμένα διαλύθηκαν τρεις αρραβώνες μου, δεν προσπαθώ ξανά, το πήρα απόφαση. Πλέον έχω αφοσιωθεί στη δουλειά μου».
Κάποια στιγμή η Ντίνα κατάφερε και γύρισε τη συζήτηση γύρω από τον πατέρα της, όσο και αν η μαμά της που το είχε καταλάβει προσπαθούσε να την αποθαρρύνει.
«Ο θείος Γιάννης ήταν υπέροχος άνθρωπος, πράος, ποτέ δεν έλεγε όχι και βοηθούσε όποιον τον χρειαζόταν. Δεν ξέρουμε τον λόγο που δεν του μιλούσε η Ρόζα. Για την ακρίβεια σε κανέναν μας δεν μιλούσε, πήρε μια μέρα τα παιδιά της και εξαφανίστηκε», ανασήκωσε τους ώμους η Ναταλί.
«Δεν ξέρω γιατί μας το έκανε αυτό η θεία», σκούπισε τα δάκρυά της η Σόφι.
«Ζωή σε σας, σας χαιρετούμε», πλησίασε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι στο τραπέζι τους.
«Να είστε καλά, ελάτε να σας συνοδεύσω», είπε η Ναταλί και πιάστηκε από την καρέκλα της Ντίνας για να σηκωθεί.
«Να πηγαίνουμε και εμείς σιγά σιγά», σχεδόν παρακάλεσε απελπισμένα η μάνα της και η Ντίνα έπιασε απρόθυμα την τσάντα της και σηκώθηκε.
«Δεν βρίσκω το πορτοφόλι μου, μα πού χάθηκε;» ταράχτηκε η Ντίνα και άρχιζε να ψάχνει στο πάτωμα μήπως της έπεσε.
«Με εσάς όλο και κάτι χάνεται», της ξέφυγε της Κατερίνας.
Η Θεία Τίνα την άκουσε, κοίταξε αγριεμένα τα λουλούδια στο βάζο και αυτά μαράθηκαν.
«Πρόσεχε, Κατερίνα», της είπε τονίζοντας την κάθε λέξη. «Έλα εσύ εδώ, Ντίνα, να σε αποχαιρετήσω ιδιαιτέρως», την κάλεσε δίπλα της.
Η Ντίνα έκρυψε το τρέμουλο που άρχισε να κυριεύει το κορμί της μετά από αυτό που είδε και πήγε διστακτικά κοντά της.
«Πάρε αυτό», ψιθύρισε στο αυτί της και της έδωσε κρυφά ένα πολύ μικρό βιβλίο και ένα χρυσό φυλαχτό. «Είναι για προστασία. Θέλω να ξέρεις πως είμαστε εδώ για σένα. Και επειδή ξέρω ότι πας για γιατρός, θέλω να σου μάθω ένα κόλπο για να βοηθάς περισσότερο κόσμο. Σε μια στιγμή έκτακτης ανάγκης, θα πάρεις ένα μαχαίρι, θα κόψεις λίγο εδώ αυτό το σημείο στο χέρι σου και το αίμα…»
«Αντίο θεία», πετάχτηκε σαν ελατήριο η Ντίνα από τη θέση της και σχεδόν έτρεξε έξω να βρει τη μαμά της.
Την είδε να μιλάει με τον Μάρκο, τον άντρα της συγχωρεμένης θείας Τίτας. Ήταν ο μόνος άντρας της οικογένειας. Προς το παρόν.
«Μου έδωσε αυτό», τους διέκοψε και έβγαλε το φυλαχτό και το βιβλιαράκι από την τσάντα της και τους τα έδειξε.
«Εκεί βάλτα», την συμβούλεψε ο Μάρκος και έδειξε τον κάδο στον προαύλιο της εκκλησίας.
«Και το πορτοφόλι;»
«Αυτό ξέχνα το. Σου πήραν και το κινητό;» την ρώτησε.
Η Ντίνα ανακάτεψε σοκαρισμένη την τσάντα της.
«Ευτυχώς είναι εδώ».
«Ό, τι σου δίνει να το πετάς», την συμβούλεψε ο Μάρκος. Αυτή η συμβουλή ηχεί μέχρι και σήμερα στα αυτιά της.
«Πώς θα βγάλω την χρονιά με την Ναταλί, μου λέτε;»
«Θα τα καταφέρεις», την καθησύχασε ο Μάρκος. «Έχεις σκεφτεί πού θες να περάσεις;» άλλαξε θέμα για να την ηρεμήσει.
«Ναι, στην Κρήτη, ευτυχώς είναι μακριά. Έχω ήδη αγοράσει με την κληρονομιά που μου άφησε ο μπαμπάς, ένα σπίτι λίγο πιο έξω από την πόλη. Με βλέπω να φεύγω και να μην ξαναγυρίζω».
«Στην Κρήτη έχτισα αρκετά σπίτια στα νιάτα μου. Πλέον έχω βγει στη σύνταξη και σκέφτομαι να γυρίσω πίσω στην Ιταλία. Αγαπώ πολύ την Κρήτη και το αγαπημένο μου ήταν ένα μικρό σπιτάκι στο Ρέθυμνο, με κόκκινα κεραμίδια κοντά σε ένα εκκλησάκι της Παναγίας. Εκεί έχει μια υπέροχη θέα στο βουνό και από την άλλη φαίνεται λίγο η θάλασσα. Αυτό μόνο στην Κρήτη γίνεται. Επίσης θυμάμαι ότι στην πλατεία είχε μια…»
«Κρήνη;»
«Ναι! Είχε κοντά και όμορφα μικρά μαγαζάκια το ένα μάλιστα είχε κήπο με…»
«Κούνιες;»
«Ναι», παραξενεύτηκε ο Μάρκος.
Η Ντίνα έβγαλε το κινητό και του έδειξε τις φωτογραφίες που είχε βγάλει από το σπίτι.
«Αυτό είναι!» αναφώνησε ο Μάρκος.
«Απίστευτο! Το σπίτι που αγόρασα το έχτισε ο θείος μου. Και σε γνώρισα σήμερα! Αλήθεια τώρα; Δεν το πιστεύω! Το έχτισες εσύ και τόσα χρόνια μετά το αγόρασα εγώ; Ούτε μια στο εκατομμύριο!»
«Σου εύχομαι μια όμορφη ζωή, κορίτσι μου».
«Αχ βρε Μάρκο, πάντα ήσουν αγαθός και καλοσυνάτος. Κράτα γερά», τον αγκάλιασε η Κατερίνα και έφυγαν με την Ντίνα.
«Τουλάχιστον σου έμεινε η ωραία ανάμνηση από το σπίτι ότι το έχτισε θείος σου», της είπε η μαμά της όσο πήγαινα προς το αυτοκίνητο.
«Αχ βρε μαμά πόσο δίκιο είχες τελικά που δεν ήθελες να ξέρω για το σόι του μπαμπά».
«Κοριτσάκι μου, εσύ επέμεινες «γιατί να μην τους γνωρίσω;»
Υ.Γ. οι πρωταγωνίστριες μας δεν είχαν ξανά καμία επαφή με το σόι και δεν τους ενόχλησε ποτέ. Προς το παρόν.
C.C.
