7/8

-Να σου πω, κατέβηκαν από χθες για τον αγώνα αύριο, ο Λουκάς με την Λένα απ’ τ’ Αλιβέρι. Μένουν από χθες στα πεθερικά τους στον Βύρωνα. Θα κατέβουν κέντρο για βόλτα από νωρίς και ύστερα θ’ ανέβουν προς Περισσό. Θες να πεταχτούμε το βραδάκι να τους δούμε, να τσακίσουμε και εκείνα τα ωραία καλαμάκια στην πλατεία Βενιζέλου;
-Ναι, πάμε, ευκαιρία, έχει μειωθεί και η κίνηση στους δρόμους.
Ο διάλογος αυτός έγινε ξημερώματα Δευτέρας 7 Αυγούστου, πηγαίνοντας για δουλειά με τον άνδρα μου.

Πολλές φορές άλλα σχεδιάζεις και τελείως διαφορετικά προκύπτουν. Γύρω στις 11 το πρωί, δέχομαι κλήση στο γραφείο από μια πολύ καλή φίλη Μαδριλέζα καθηγήτρια! Κάθε χρόνο, σχεδόν δυο καλοκαιρινούς μήνες τοyς περνάει στην Ελλάδα, τον τόπο καταγωγής της. Φυσικά, εν αντιθέσει μ’ εμένα, είναι τόσο αεικίνητη που φέτος έχει ήδη «περιοδεύσει» σε Εύβοια, Αίγινα, Χαλκιδική, Βελιγράδι, Θεσσαλονίκη, Αρχαία Επίδαυρο… και βρήκε τρύπα στο φορτωμένο πρόγραμμά της να μας δει. Αποκλειστική μας ευκαιρία σήμερα ή την Τετάρτη, μετά κληρώνει και αναχωρεί για Σαντορίνη να διδάξει! Αναγκαστικά πρέπει να διαλέξουμε ή να συνδυάσουμε. Νωρίς την φιλενάδα απ’ τα εξωτερικά για μια βουτιά στα γαλανά νερά και αργότερα τους εγχώριους για μια παγωμένη μπύρα! Τα μιλήσαμε, τα συμφωνήσαμε.

Όντως βρισκόμαστε λίγο μετά τις τρεις και βουρ για θάλασσα. Στο τέταρτο, παρά το απαλό αεράκι, δυο τσουπωτές γοργόνες και ένας… μάγκας πλατσουρίζουν και χαζεύουν τα ψαράκια στα ακροδάκτυλά τους. Εγώ και ο σύζυγος, μπήκαμε-βγήκαμε κολυμπώντας πέρα απ΄τις σημαδούρες στ’ άπατα, γύρω στις πέντε φορές. Η Σοφία, η Μαδριλέζα δύο. Τι δύο όμως! Ωριαίο κολύμπι έκαστη, απλωτές, ξαπλωτές, πεταλούδα, ύπτιο, τρόμαξα μην βγει Μακρόνησο και την ψάχνουμε με την ακτοφυλακή! Πότε πήγε έξι, κανείς μας δεν κατάλαβε. Λέει η φιλενάδα μου, δεν πάμε να τσιμπήσουμε κάτι, γιατί με πείνασε η αλμύρα και η πάλη με τα κύματα; Κοιταζόμαστε το ζεύγος, είχαμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας το επόμενο ραντεβού. Αλλά πάλι, που θα ξαναδούμε την Σοφία, το 2024 και αν! Οπότε τα μαζεύουμε και πάμε σε ψαροταβέρνα παρακείμενη, πάνω στο γιαλό!

-Αχ, πως λέγεται εδώ; με ρωτά η Σοφία.

-Κακιά θάλασσα, της απαντώ, κατ’ ευφημισμό υποθέτω, συμπληρώνω!

Εκείνο το κομμάτι της ακτής, τελείως ακύμαντο, σαν ήρεμη λίμνη. Με τις ακτίνες του ήλιου που βασίλευε, είχε πάρει ένα ασημέρυθρο χρώμα. Να τσιμπολογάμε και να κρατιόμαστε να μην ξαναβουτήξουμε στην ξελογιάστρα αγκάλη της! Άπειρες φωτογραφίες, κόντεψα εγώ να νιώσω τουρίστρια στα μέρη μου! Χαμογελαστοί με μισογεμάτα ποτήρια ουζάκι, με πηρουνιασμένο πλοκάμι χταποδιού και με φόντα τον ορίζοντα που σμίγει ειδυλλιακά με το πέλαγος! Ένα στιγμιότυπο, αποτυπωμένο στην αιωνιότητα!

Πώς κάνει και μου βγάζει το κινητό, πάνω στο κλικ, «σαν σήμερα»! Κοιταζόμαστε αμφότεροι. Διότι ενώ εγώ μπορεί να θυμάμαι αριθμούς τηλεφώνων απ’ την εποχή των σταθερών με το στρεμματικό καλώδιο, σε ημερομηνίες, χρονολογίες, γενέθλια το απόλυτο εγκεφαλικό μηδέν! Συνειδητοποιούμε πως έχουμε επέτειο γάμου! Χωρίς καμία οργάνωση, πώς μας έκατσε, κατά λάθος «ρομαντικά»! Κατάλαβε η πλάση πως αν περίμενε από εμάς… Και εκεί που γελάμε και οι τρεις με το ανύπαρκτο θυμητικό μας, ξάφνου πίσω μας στα εκατό μέτρα, μια αναμπουμπούλα, ένα ασθενοφόρο, ένα αστυνομικό όχημα… γυρνάμε τα κεφάλια. Τότε ακριβώς κουβαλάνε σε μαύρη πλαστική σακούλα έναν πνιγμένο!

Κάτι παιδάκια που παίζανε στα βράχια, είδαν τον άνδρα μπρούμυτα και νομίζανε πως κολυμπούσε. Ευτυχώς ένας ενήλικας συνοδός, κατάλαβε και ενημέρωσε. Για πότε εξαφανίστηκε η ευτυχισμένη ακρογιαλιά, αποχρωματίστηκε το μπλε-ροζ της και βάφτηκε μες το μυαλό μωβ-μαύρο. Μάθαμε πως ήταν πατέρας τριών παιδιών που ανασύρθηκε νεκρός και χτυπημένος στο κεφάλι! Μαγκωμένοι, βουβοί ξαφνικά, μας πήρε αρκετό χρόνο να συνέλθουμε. Η μαγική εικόνα του γαλάζιου ουρανού βούλιαξε και παγιδεύτηκε στα μαύρα φύκια… σηκωθήκαμε να φύγουμε αργότερα απ’ ότι υπολογίζαμε, συγκλονισμένοι. Η ζωή συνεχίζεται, τροχός που γυρνά αέναα, αφήνοντας πίσω του θύματα!

Είχαμε πάρει τον δρόμο του γυρισμού, η ώρα κόντευε εννέα. Ο καλός μου κατάλαβε, εγώ δε θα συνεχίσω μαζί του την έξοδο. Ο ίδιος επέμενε πως θα κάνει ένα ντους σπίτι και θα κατέβει να δει το φιλικό ζευγάρι για καμιά ωρίτσα στην Νέα Φιλαδέλφεια. Τελικά μέχρι να αφήσουμε σε μια στάση την Σοφία και να γυρίσουμε, τον είχε πιάσει ένα ασταμάτητο χασμουρητό. Νικήθηκε απ’ την εξάντληση, ήταν και στενάχωρο αρκετά το απόγευμα και κάπως έτσι καταλήξαμε αμφότεροι νυσταγμένοι στο σπίτι, περασμένες δέκα.

Το επόμενο πρωί, 6.30, ξεκινάμε για δουλειά. Πιάνω το κινητό ν’ ανοίξω τον ήχο, πέφτει το μάτι μου στην είδηση του φονικού. Μαχαιρώσανε φίλαθλο που άφησε την τελευταία του πνοή δίπλα σε ένα ψυγείο περιπτέρου. Πλάκες ποτισμένες άλικη ψυχή, που ποτέ δε θα μυρίζουν το ίδιο. Που ένας δε βρέθηκε να κάνει μια σωτήρια επίδεση, που ούτε το θύμα δεν πρόλαβε να δει τον θάνατο που τον γράπωσε σφικτά απ’ τον πήχη. Που βρέθηκαν τόσοι ορκισμένοι φονιάδες να καταδιώκουν αυτόν, εν καιρώ ειρήνης, μέχρι το μοιραίο χτύπημα.

Το σοκ της είδησης, το πώς κοιταχτήκαμε… με κάνει και ντρέπομαι η σκέψη μου, πως σωθήκαμε: συγκυριακά δεν βρεθήκαμε και εμείς εκεί. Γιατί αυτοί που ήταν, δεν υπολόγισαν το μέγεθος του κινδύνου. Γιατί η νεανική ορμή ξεγελά την λογική, όχι τον θάνατο. Γιατί η τυφλωμένη προσκόλληση σ’ ένα σύμβολο στυλιαρίζει το δώρο της ύπαρξης. Γιατί το γήπεδο μετατράπηκε από χώρο πανηγυρισμού σε βωμό και ο περίβολός του σε κενοτάφιο.

Αδιανόητο για το δικό μου γυναικείο μυαλό. Αν είναι θέμα φύλου! Πιθανότερο που δεν είχα απ΄τα μικράτα μου, καμία εξοικείωση με όπλα. Ούτε έναν κυνηγό στο οικογενειακό περίγυρο. Μήτε ψαρά! Γέννημα-θρέμμα Αθήνας, με καλοκαίρια στην ακριτική Καρωτή, την αποκλειστική επαφή που είχα, ήταν τα ξεγυμνωμένα κλαριά που φοβίζαμε τις κατσίκες να μην σκαλίζουν τον κήπο. Μόλις που ανεμίζανε τις βίτσες, τα τετράποδα καταλαβαίνανε! Ίσως πάλι οι άνδρες, να μάθανε να φέρονται διαφορετικά απέναντι στην βία. Υπάρχει και μια στρατιωτική θητεία στην μέση. Ή να μεταφράζουν επίκτητα, με λάθος αποκωδικοποίηση την αρρενωπότητα, αντί της προστασίας, του αλληλοσεβασμού που κρύβει ο όρος. Η ντομπροσύνη δεν ζευγαρώνει ποτέ με την οποιαδήποτε κακοποίηση! Σε μένα είναι τόσο παράλογο που δε χωρά στο νου για να το κατανοήσω!

Εγώ απλώς θα σκύψω απ’ το βάρος το κεφάλι, σε αυτούς που άφησε πίσω του ο σκοτωμένος γιος: ισόβια μαυροφορεμένες καρδιές. Ποια μεταμέλεια, ποια τιμωρία, ποια ομολογία γυρνά πίσω τον χρόνο; Η βίαια ξεριζωμένη ψυχή γίνεται δίνη που ρουφά στο κενό της, τους δικούς της. Αν μπορούσα να σταθώ πίσω απ’ την μάνα του -όχι μπροστά της, πώς να την αντικρίσω- με κατεβασμένο βλέμμα, να ψιθυρίσω για συγχώρεση. Ένα συγνώμη για όσους ήταν εκεί ενώ δεν έπρεπε. Ένα δεύτερο συγνώμη για όσους δεν ήταν ενώ έπρεπε! Το τρίτο συγνώμη, για μας που δεν ήμασταν από τύχη! Αρνούμαι συνειδητά να δεχτώ πως πολιτισμένοι άνθρωποι το έτος 2023 επιβιώνουν ή πεθαίνουν από μια λάθος ζαριά! Επειδή αυτό το συμπέρασμα είναι άμοιρο ευθυνών, απαλλάσσει τους άμεσα εμπλεκόμενους και μη!

Ενώ δεν μπορούσα να συγκρατήσω μια πεζή ημερομηνία επετείου, η μοίρα μου έδωσε ένα γερό χαστούκι, αξέχαστο! Φρόντισε η 7/8 να χαραχτεί στην συλλογική μνήμη, να υπενθυμίζει με τον πιο βάρβαρο τρόπο την αξία της ζωής! Θα ήθελα να έχω την σιγουριά πως στο μνήμα του νεαρού μάρτυρα θα θαφτεί βαθιά το μόρφωμα του χουλιγκανισμού. Μάλλον ζητάω πολλά. Ας ξέρω καλά, πως μόνο έτσι θ’ αποδοθεί ο απόλυτος σεβασμός π’ αξίζει στον νεκρό, είναι η απτή δικαιοσύνη που περνά απ’ το χέρι του καθενός μας… σ’ ένα παιδί που ψυχορράγησε στο πεζοδρόμιο, στο ζεστό αίμα του που έτρεχε ποτάμι, εκεί μέσα πνίγηκε ο φανατισμός και η εκδίκηση. Ειδικά η τελευταία όπως λένε, δεν είναι πιάτο που τρώγεται κρύο. Το έσπασε σε χίλια θρύψαλα μια τέτοια σφαγή και τα σκόρπισε ο αέρας, να τα εισπνεύσουμε, μια ανάσα συνειδητοποίησης: Όντας θνητοί, κανείς ή τίποτα δε θα γυρίσει πίσω τον αμνό! Η θυσία του, ας φωτίσει το λυτρωτικό θαύμα, ας βροντοφωνάξει: ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ!

Μαρίτσα Καρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading