Ο αστυνόμος Καλίδης κοίταξε βαριεστημένος το θέαμα. Το σώμα ενός άνδρα σε προχωρημένη σήψη βρισκόταν καθισμένο σε μια μεγάλη αναπαυτική πολυθρόνα. Το κορμί έγερνε στο πλάι και το πρόσωπό του ακουμπούσε πάνω σε ένα παχύ ανοικτό βιβλίο ακουμπισμένο πάνω στο πλατύ χέρι της πολυθρόνας. Έξυσε την χοντρή κοιλιά του και κοίταξε γύρω του το τακτοποιημένο μα σκονισμένο δωμάτιο. Δεν υπήρχαν σημάδια πάλης, η πόρτα ήταν κλειδωμένη από μέσα και χρειάστηκε να την παραβιάσουν για να μπουν και το πτώμα δε φαινόταν να έχει κάποιο τραύμα.
«Τι μπόχα!» έγρουξε ξαφνιασμένη η νέα υπαστυνόμος του τμήματος ανθρωποκτονιών, η Σίβυλλα Μανιαδάκη, καθώς έμπαινε στο δωμάτιο.
«Θα σταματήσει να σε ενοχλεί σε λίγο. Να αναπνέεις από το στόμα» τη συμβούλευσε ο αστυνόμος κι έπειτα την αγνόησε πάλι κι άρχισε να κοιτά με ενδιαφέρον τα ποτά που βρίσκονταν πάνω σ’ ένα παλιομοδίτικο τρόλεϊ.
«Είναι δολοφονία;» ρώτησε η υπαστυνόμος μέσα από τη μάσκα, η οποία δεν βοηθούσε ιδιαίτερα με το θέμα της μυρωδιάς.
«Δε μοιάζει… Μα για σιγουριά θα περιμένουμε τον ιατροδικαστή» μουρμούρησε ο αστυνόμος και βγήκε από το σπίτι.
Η υπαστυνόμος προσπάθησε να βγάλει τα δικά της συμπεράσματα. Κοίταξε την περίεργη στάση του σώματος. Η πολυθρόνα βρισκόταν κάτω από το παράθυρο, ενώ δίπλα της υπήρχε ένα τραπεζάκι μ’ ένα φωτιστικό διαβάσματος. Μια αχτίδα φωτός από το ανοιχτό παράθυρο έπεφτε πάνω στο βιβλίο. Πλησίασε το λιπόσαρκο λείψανο και το εξέτασε προσεκτικά. Δε φαινόταν να υπάρχει κάποιο τραύμα. Εκείνο όμως που της έκανε εντύπωση ήταν το βιβλίο. Η ανάσα της κόπηκε. Το βιβλίο, της φάνηκε γνωστό. Πού το είχε ξαναδεί; Κι όμως ήταν σίγουρη ότι το είχε ξαναδεί. Πάλι αυτή η εκνευριστική αίσθηση dejavu. Φόρεσε τα γάντια της και ανασήκωσε ελαφρά το κεφάλι. Κοίταξε το δερματόδετο φθαρμένο βιβλίο με τα κιτρινισμένα άγραφα φύλλα. Ούτε ένας λεκές δεν υπήρχε πάνω του, παρόλο που εκεί ακουμπούσε το κεφάλι. Κοίταξε τη λεκιασμένη από τα υγρά του σώματος πολυθρόνα και το βιβλίο με απορία. Πώς γίνεται; Να τοποθετήθηκε μετά; Η εικόνα του βιβλίου να ρουφά άπληστα μια σταγόνα αίμα εμφανίστηκε σαν πυροτέχνημα στη σκέψη της…
«Καλά είναι δυνατόν; ακούστηκε μια ενοχλημένη φωνή! Δε σου μάθανε ότι δεν πρέπει να ακουμπάς το πτώμα πριν έρθει ο ιατροδικαστής;». Η Σίβυλλα κοίταξε τον ηλικιωμένο ιατροδικαστή απολογητικά, μα εκείνος αρνήθηκε να της ρίξει έστω κι ένα βλέμμα μόνο έγρουξε δυνατά «Έξω! Τώρα!».
«Γνωρίστηκες βλέπω με τον ιατροδικαστή μας!» της είπε ο Καλίδης όταν βγήκε από το διαμέρισμα μειδιώντας ειρωνικά.
«Λοιπόν, κύριε ιατροδικαστά, ποια είναι τα συμπεράσματά σας;» ρώτησε με ειρωνικό πομπώδες ύφος ο Καλίδης. Ο ιατροδικαστής πήρε το μπλοκάκι του, σάλιωσε το δάχτυλό του και γύρισε μερικές σελίδες προτού μιλήσει.
«Πέθανε από αφυδάτωση. Δεν υπάρχει κανένα τραύμα, κανένα σημάδι, απλά κάθισε εκεί και πέθανε από τη δίψα…», απάντησε εκείνος ισιάζοντας τα γυαλιά του.
«Μάλιστα, τέλεια! Οπότε η υπόθεση έκλεισε! Πάμε να γράψουμε την αναφορά μας!» προέτρεψε ευχαριστημένος την υπαστυνόμο που στεκόταν δίπλα του ο Καλίδης.
«Μα… » προσπάθησε να προβάλει αντίσταση εκείνη.
«Τι μα; Εμείς είμαστε το τμήμα ανθρωποκτονιών. Δεν υπάρχει ανθρωποκτονία εδώ, άρα!»
«Μα είναι δυνατόν να πεθάνει κάποιος από αφυδάτωση, όταν η κουζίνα ήταν τρία μέτρα πιο πέρα; Είχε άνοια, εγκεφαλικό; Τι τον εμπόδισε να πιει νερό;»
«Καλή ερώτηση, υπαστυνόμε… Ήταν υγιής, όσο υγιής μπορεί να είναι ένας εβδομηντατετράχρονος άντρας, θα έλεγα ότι έπαθε θερμοπληξία… Αν κατά τη διάρκεια του θανάτου του ήταν καλοκαίρι… Σκέφτομαι να κάνω τοξικολογικές…».
«Ορίστε! Θερμοπληξία! Ωραιότατη αιτία θανάτου!» τους έκοψε απότομα ο αστυνόμος Καλίδης
«Ναι, μα δεν ήταν καλοκαίρι κι έπειτα είναι και το βιβλίο…» επέμενε η υπαστυνόμος. Ο ιατροδικαστής και ο αστυνόμος την κοίταξαν με απορία.
«Ε, τι το βιβλίο;»
«Δε σας φαίνεται περίεργο που δεν έχει λεκέδες από σωματικά υγρά και που οι σελίδες του είναι άδειες;»
«Λοιπόν, εγώ πάω να γράψω την αναφορά! Δε νομίζω ότι έχει νόημα να κάνουμε τοξικολογικές, χάσιμο χρόνου…» είπε βαριεστημένα ο Καλίδης.
«Ναι, μα…»
«Εσύ κάνε ότι θες! Μα πίστεψέ με, δεν είναι αυτή η υπόθεση που θα σε αναδείξει…», της φώναξε καθώς έκλεινε η πόρτα πίσω του ο αστυνόμος.
«Πάντως τώρα που το λες και εμένα μου φάνηκε περίεργο…Όχι τόσο το να πεθάνει κάποιος από αφυδάτωση, σπάνιο μεν, αλλά όχι περίεργο στην ηλικία του… Μα το βιβλίο…» έσβησε τη σιωπή ο ιατροδικαστής και πήγε στον πάγκο και τράβηξε ένα σακουλάκι όπου μέσα υπήρχε το παλιό φθαρμένο βιβλίο. Φόρεσε τα γάντια του και η Σίβυλλα βιάστηκε να κάνει το ίδιο. Έβγαλε το βιβλίο και το απέθεσε πάνω στον πάγκο. Ξεφύλλισαν το βιβλίο με μια λαβίδα. Οι κιτρινισμένες σελίδες ήταν κενές, μα χωρίς κανένα σωματικό υγρό ή αίμα…
«Δεν έχει τίτλο… Μόνο αυτό το σύμβολο» μουρμούρισε ο ιατροδικαστής κλείνοντάς το ώστε να δει εκείνη το σύμβολο.
«Όντως, παράξενο… Μοιάζει σαν να είναι τρία γυναικεία πρόσωπα ενωμένα στο πίσω μέρος του κεφαλιού… Να είναι η τρίσωμη Εκάτη;».
«Τώρα που το λες, ναι, αυτό είναι! Με εντυπωσιάζεις, υπαστυνόμε, που γνωρίζεις τη θεά Εκάτη!». Η Σίβυλλα δεν απάντησε μόνο ξεφύλλισε ξανά το βιβλίο. «Να είναι γραμμένο με αόρατο μελάνι;» αναρωτήθηκε φωναχτά η Σίβυλλα.
«Θα μπορούσε… Κάτσε!» είπε ο ιατροδικαστής με έξαψη και πλησίασε το βιβλίο σε μια λάμπα πυρακτώσεως. Περίμεναν λίγο όταν η καρδιά της Σίβυλλα αναπήδησε από το ξάφνιασμα, της φάνηκε ή είδε αχνά γράμματα και εικόνες να εμφανίζονται; Ο ιατροδικαστής από την άλλη δεν έμοιαζε να είδε κάτι. Η Σίβυλλα τον κοίταξε εξεταστικά. Είχε ακόμη αυτό το βλέμμα προσμονής στα μάτια. Τα αχνά γράμματα εμφανίστηκαν πάλι όπως και μια εικόνα, η εικόνα της μάντισσας Σίβυλλα όπως την είχε ζωγραφίσει ο Μικαελάντζελο στην Κάπελα Σιξτίνα. Η Σίβυλλα ένιωσε την ανάσα της να κόβεται από την έξαψη και γούρλωσε τα μάτια της.
«Τίποτα…», είπε ξαφνικά ο ιατροδικαστής και ξεφύσηξε απογοητευμένος. Η Σίβυλλα πετάρισε τα μάτια της σαστισμένη, τα γράμματα χάθηκαν πάλι. Το τηλέφωνο του ιατροδικαστή και της Σίβυλλα χτύπησαν σχεδόν ταυτόχρονα. Ο ιατροδικαστής έκλεισε απότομα το βιβλίο, το έβαλε σε μία σακούλα και έπειτα στο κουτί με τα υπάρχοντα του πτώματος. «Λοιπόν, δεν έχει νόημα. Έχουμε ένα σωρό υποθέσεις… Δε γίνεται να χάνουμε τον χρόνο μας…» είπε ενοχλημένος κι έβγαλε τη ρόμπα του.
*****
«Κυρία Μανιαδάκη, έρχεστε λίγο στην είσοδο;». Η Σίβυλλα σηκώθηκε από το γραφείο της και κατευθύνθηκε προς τα εκεί. Καθώς πλησίαζε, είδε έναν συνάδελφο να της κάνει νόημα. Δίπλα του στεκόταν μια καλοβαλμένη μεσήλικη γυναίκα, φορούσε λευκό κομψό ταγιέρ που ερχόταν σε αντίθεση με το μαύρο κορακί μαλλί της και το μελαχρινό πρόσωπό της. Το βλέμμα της είχε κάτι το ζωώδες, που σε έκανε να νιώθεις παγωμάρα, μα της Σίβυλλας της φάνηκε τρομερά οικείο, σα να είχε ξανασυναντήσει αυτήν τη γυναίκα.
«Κυρια Μανιαδάκη, η κυρία Φαρμακίδου» έκανε τις συστάσεις ο συνάδελφός της.
«Χάρηκα…» είπαν και οι δύο ταυτόχρονα δίχως να το εννοούν.
«Η κυρία Φαρμακίδου επιμένει ότι δεν της έχουμε επιστρέψει όλα τα αντικείμενα του εκλιπόντος ξαδέρφου της…» είπε βιαστικά ο νεαρός ανθυπαστυνόμος «…από την υπόθεση Φαρμακίδη, του κυρίου που πέθανε από θερμοπληξία…» πρόσθεσε φανερά εκνευρισμένος. Η Σίβυλλα τον κοίταξε ερωτηματικά. «Πριν τρεις μήνες…» επέμενε ο συνάδελφός της και η Σίβυλλα ετοιμάστηκε να του την πει χοντρά. Πού να θυμόταν μια υπόθεση πριν από τρεις μήνες και για ποιο λόγο να ξέρει τι έγιναν τα προσωπικά του αντικείμενα; Ας πήγαινε στο αρχείο…
«Λείπει ένα πολύ σημαντικό βιβλίο ξέρετε. Το οποίο είναι οικογενειακό κειμήλιο…» είπε τότε ανυπόμονα με βραχνή φωνή η κυρία Φαρμακίδου, μόλις είδε τον νεαρό να φεύγει. Το βλέμμα της Σίβυλλας έπεσε πάνω στο ασημένιο περίτεχνο κολιέ που φορούσε, ήταν μια γυναίκα με αρχαιοελληνικό φόρεμα, τρία κεφάλια και έξι χέρια που κρατούσαν διάφορα αντικείμενα. Απέμεινε για λίγο να το κοιτά προβληματισμένη. Το μυστηριώδες βιβλίο, η Εκάτη… Ξαφνικά ένιωσε τρομερή έξαψη, θυμούμενη την υπόθεση. Κοίταξε την Φαρμακίδου στα μάτια. Το κρύο βλέμμα της την έκανε να ανατριχιάσει.
«Μάλιστα, θα κοιτάξω στο αρχείο και θα σας ενημερώσω…» προσπάθησε να καθησυχάσει τη γυναίκα και να κερδίσει λίγο χρόνο. Η γυναίκα την έκοψε ανυπόμονη.
«Ο συνάδελφός σας έχει ήδη κοιτάξει. Σας παρακαλώ πολύ, πρέπει να βρούμε το βιβλίο!»
«Σας είπα…»
«Δεν καταλαβαίνετε! Εσείς θα έπρεπε να καταλαβαίνετε καλύτερα από κάθε άλλον! Το βιβλίο είναι επικίνδυνο, αν πέσει σε λάθος χέρια! Μπορεί να σκοτώσει! Το έχετε δει! Μην το αγγίξετε!» είπε γραπώνοντάς τη με δύναμη από το μπράτσο και ξαφνικά σταμάτησε και κοίταξε γύρω της μετανιωμένη και χαμηλώνοντας τη φωνή της σύρισε, «Κι ακόμη πιο επικίνδυνο, αν πέσει σε χέρια γνώστη…».
Η Σίβυλλα ένιωσε την αδρεναλίνη να την πλημμυρίζει, η εικόνα της γυναίκας με μαύρο μακρύ φόρεμα μπροστά σε έναν πάγκο γεμάτο βότανα έλαμψε στην άκρη του μυαλού της. Φαρμακίδες δε λέγονται οι μάγισσες της Θεσσαλίας που χρησιμοποιούσαν τα βοτάνια για να φτιάξουν φάρμακα; αναρωτήθηκε.
«Ναι» είπε με βραχνή η κυρία Φαρμακίδου, σα να απαντούσε στο άηχο ερώτημά της. Η Σίβυλλα τινάχτηκε.
«Τι εννοείτε;» τραύλισε
«Πρέπει να το βρούμε…» επέμενε η γυναίκα και ξάφνου την παράτησε σύξυλη και βγήκε.
Η Σίβυλλα αντί να επιστρέψει στο γραφείο της, πήγε στο αρχείο. Ο νεαρός υπαστυνόμος βρισκόταν εκεί.
«Δεν είναι εδώ», την έκοψε ανυπόμονα προτού μιλήσει, «το έλεγξα πολλές φορές!» την πληροφόρησε. Εκείνη του έγνεψε θετικά. «Να κοίτα, δεν έχει καταγραφεί, καν!» της είπε και της έδειξε τη λίστα. Η Σίβυλλα κοίταξε με απορία το τετράδιο. Το στόμα της συσπάστηκε και προβληματισμένη κίνησε για το νεκροτομείο.
«Καλησπέρα…»
«Καλησπέρα, Σίβυλλα!» την καλωσόρισε η ιατροδικαστής χωρίς να πάρει το βλέμμα της από την τομή που άνοιγε εκείνη τη στιγμή σε ένα πτώμα.
«Ψάχνω τον ιατροδικαστή Ζαλπή».
«Καλή τύχη!»
«Τι εννοείς;»
«Ο Ζαλπής έχει πάρει άνευ αποδοχών εδώ και δύο μήνες και είπε να μην τον ενοχλήσει κανείς!»
«Δεν έχετε επικοινωνήσει καθόλου μαζί του;»
«Τσ…» είπε η ιατροδικαστής χτυπώντας την γλώσσα της στον ουρανίσκο. «Γιατί τον ψάχνεις;» ρώτησε βλέποντας το προβληματισμένο ύφος της.
«Δεν ψάχνω αυτόν… Ψάχνω ένα βιβλίο…»
«Ααα, μάλιστα, το βιβλίο!» έκανε η νεαρή γυναίκα και ο ήχος από τα ελαστικά γάντια που βγαίνουν μαστιγώνοντας τα χέρια ακούστηκε. Η Σίβυλλα την κοίταξε ερωτηματικά.
«Είχε πωρωθεί μ’ ένα βιβλίο, που προσπαθούσε να βρει το μυστικό του, όπως έλεγε… Και δεν επέτρεπε σε κανένα να το αγγίξει»
«Ένα κόκκινο παλιό δερματόδετο με κενές σελίδες;»
«Ναι, αυτό… και μετά πήρε άδεια».
«Μαίρη, σε πειράζει να ανοίξω το κομπιούτερ του;»
«Εμένα; Σκασίλα μου! Με πειράζει που μου άφησε δέκα πτώματα χωρίς ποτέ να γράψει την αναφορά… Κάνε ότι θες!» της είπε δείχνοντας το γραφείο.
Η Σίβυλλα κάθισε στο κομπιούτερ του ιατροδικαστή και άνοιξε το ιστορικό. Σχεδόν όλες οι σελίδες που είχε επισκεφθεί ο ιατροδικαστής τις τελευταίες μέρες πριν φύγει, αφορούσαν το σύμβολο που υπήρχε στο βιβλίο, αποκρυφισμό και μαύρη μαγεία. Ψαχούλεψε τα συρτάρια του. Βρήκε ένα μπλοκ Α4 όπου υπήρχαν κακογραμμένες σημειώσεις και σχέδια συμβόλων. Προσπάθησε να τις διαβάσει, μα σύντομα πονοκεφάλιασε. Ήταν φανερό πως ο ιατροδικαστής φαινόταν να έχει πειστεί πως το συγκεκριμένο βιβλίο έκρυβε το μυστικό της αθανασίας μέσω της μεταφοράς της ψυχής σε νέο σώμα. Ανάμεσα στα χαρτιά του βρήκε και κάμποσα καρτελάκια από μάντισσες, μάγισσες και καθηγητές πανεπιστημίου ιστορικούς και μη… Η Σίβυλλα δεν είχε πια καμία αμφιβολία. Έπρεπε σύντομα να βρει τον ιατροδικαστή. Δεν της άρεσε καθόλου όλο αυτό και σίγουρα έπρεπε να επικοινωνήσει με την Φαρμακίδου…
Ξημέρωνε όταν κατάφερε να φθάσει στην πόρτα του εξοχικού του ιατροδικαστή, χάρις τη βοήθεια ενός τοπικού αρχιφύλακα. Είχε ήδη ερευνήσει όσο μπορούσε πιο διακριτικά το σπίτι του στην Αθήνα, το οποίο φαινόταν ακατοίκητο καιρό και εκεί βρήκε τις πληροφορίες για το εξοχικό σ’ ένα μικρό χωριό της Ευρυτανίας. Ο φιδωτός επικίνδυνος δρόμος ως εκεί την είχε κρατήσει σε εγρήγορση, όμως τώρα ένιωθε εξαντλημένη. Όσο κι αν χτύπησαν, δεν τους άνοιξε κανείς, παρόλο που το αμάξι του ιατροδικαστή ήταν στο γκαράζ, ενώ μια ζοφερή μυρωδιά σήψης πλανιόταν στον αέρα. Η Σίβυλλα δεν είχε πια καμία αμφιβολία για το τι επρόκειτο να αντικρίσει. Κοίταξαν μέσα από τα παράθυρα, μα οι τραβηγμένες κουρτίνες δεν τους έδιναν ορατότητα. Αποφάσισε να κάνει τον κύκλο του σπιτιού, όπου βρήκε ένα ανοιχτό παράθυρο στον πάνω όροφο. Ήταν πολύ κουρασμένη για να ασχοληθεί με τους τύπους. Σκαρφάλωσε ως εκεί και σύρθηκε μέσα στο δωμάτιο, έπειτα κατέβηκε στο ισόγειο βάζοντας την μπλούζα της στη μύτη της προσπαθώντας να αποφύγει τη μυρωδιά. Το πτώμα του ιατροδικαστή βρισκόταν στο πάτωμα του σαλονιού πρηνηδόν, ακριβώς όπως το είχε δει σαν εικόνα όταν χτύπαγε την πόρτα του. Γύρω του είχε απλωμένα ένα σωρό βιβλία και χαρτιά με σημειώσεις και σχέδια. Κάτω από το κορμί του ξεχώρισε το βιβλίο. Ο νεαρός αστυφύλακας ακούστηκε πίσω της να ενημερώνει για την εύρεση του πτώματος. Χωρίς να το σκεφτεί η Σίβυλλα, άπλωσε το χέρι της και πήρε το βιβλίο. Χρυσά γράμματα εμφανίστηκαν στο εξώφυλλο και από το ξάφνιασμα της έπεσε κάτω. Τα γράμματα εξαφανίστηκαν αμέσως, μα είχε προλάβει να διαβάσει τη λέξη “Σιβυλλικά”. Τι στο καλό; Αναρωτήθηκε καθώς γονάτισε πάνω από το βιβλίο. Γιατί σε αυτήν έγραψε, Σιβυλλικά; Όση ώρα πέρασε μελετώντας τις σημειώσεις του ιατροδικαστή ήταν σίγουρη ότι αναφερόταν στο βιβλίο με τον τίτλο “Τα μυστικά της αθανασίας”. Σήκωσε το βιβλίο και το κράτησε προσεκτικά με τα δυο της χέρια “Σιβυλλικά οράματα και πώς να τα κατανοήσετε” εμφανίστηκε όλος ο τίτλος. Η ανάσα της κόπηκε! Σιβυλλικά οράματα! Το όνειρο της να μάθει τα πάντα για τις περίεργες εικόνες γεγονότων που έβλεπε προτού καν τις ζήσει, όπως και η γιαγιά της, από όπου πήρε το προφητικό όνομά της γινόταν επιτέλους πραγματικότητα!
«Τι βιβλίο είναι αυτό; Δεν έχει τίτλο;» τη ρώτησε ο νεαρός. Η Σίβυλλα ένιωσε το σαγόνι της να κρεμά. Πώς δεν έχει τίτλο; Τον διαβάζει καθαρά… “Σιβυλλικά οράματα και πώς να τα κατανοήσετε” σκέφτηκε. Θα μιλά για τις Σίβυλλες, τις αρχαίες μάντισσες. Μήπως αυτό είναι κάποια από τα οράματά της; Ξαφνικά προέταξε το βιβλίο και ο αστυφύλακας το πήρε απορημένος.
«Έχει τίτλο; Τι λέει;» τον ρώτησε επιτακτικά. Εκείνος είχε γουρλώσει τα μάτια.
«Τι στο καλό!» ψέλλισε κοιτώντας το βιβλίο μαρμαρωμένος.
«Τι τίτλο, λέει;» του ούρλιαξε τώρα η Σίβυλλα.
«“Πως να γίνεις διάσημος”» τραύλισε ο νεαρός. Η Σίβυλλα στάθηκε για λίγο να επεξεργαστεί την πληροφορία. Ο νεαρός πασπάτεψε με τα γυμνά του χέρια το βιβλίο, το εξέτασε απ’ όλες τις πλευρές και ξεφύλλισε για λίγο τις σελίδες. Σφύριξε συνεπαρμένος.
«Ουουου, έχει εδώ ένα σωρό…»
«Για το πώς να γίνεις διάσημος;» τον ρώτησε εκνευρισμένη η Σίβυλλα, που τόση ώρα προσπαθούσε να λύσει το μυστήριο του ότι ο καθένας διάβαζε κάτι διαφορετικό και γιατί ξαφνικά εμφανίστηκε ο τίτλος, ενώ όταν το επεξεργαζόταν με τον ιατροδικαστή παρέμεινε κενό.
«Ναι…» ψέλλισε εκείνος και έπειτα την αγνόησε ξεκινώντας να διαβάζει. Η Σίβυλλα άρπαξε το βιβλίο και το ξεφύλλισε και η ίδια. Όλες οι σελίδες είχαν εικόνες και πληροφορίες για οράματα, προφητείες, τα μαντεία και τις μάντισσες… σύντομα βυθίστηκε στα γραφόμενα.
«Δώσ’ το μου!» ακούστηκε επιτακτική η φωνή του νεαρού και έκανε να της το αρπάξει από τα χέρια, μα εκείνη το κρατούσε σφιχτά. «Έλα δώστο μου» επανέλαβε στρυφνά εκείνος και την έσπρωξε πίσω με δύναμη, ενώ ταυτόχρονα τραβούσε αποφασιστικά το βιβλίο. Η Σίβυλλα παραπάτησε πάνω στα μουλιασμένα από σωματικά υγρά χαρτιά και βιβλία που βρίσκονταν στο πάτωμα και σωριάστηκε δίπλα στο πτώμα. Το γυάλινο βλέμμα του ιατροδικαστή την έκανε να ανατριχιάσει. Τον είδε να ξεφυλλίζει το βιβλίο σαλιώνοντας το δάχτυλό του και οι κινήσεις του να γίνονται πιο αργές, βασανιστικά αργές, εκείνος όμως μοιάζει να μην το έχει καταλάβει καθώς είναι συνεπαρμένος από αυτά που διαβάζει… τόσο που ξεχνά ότι πρέπει να φάει και να πιει νερό, ώσπου καταρρέει. Όλα έγιναν ξεκάθαρα. Κοίταξε τον νεαρό που είχε καθίσει στην πολυθρόνα και είχε ανοίξει το πορτατίφ για να βλέπει καλύτερα. Έμοιαζε να βρίσκεται σε έξαψη καθώς διάβαζε με μεγάλη προσήλωση το βιβλίο, ενώ τα γυμνά χέρια του έτρεχαν πάνω στις σελίδες. Η Σίβυλλα έβγαλε ένα ζευγάρι γάντια και τα φόρεσε βιαστικά. Έπειτα άρπαξε το βιβλίο και το πέταξε έξω από το παράθυρο σπάζοντας το τζάμι. Ο νεαρός την κοίταξε στην αρχή, ξαφνιασμένος και έπειτα απορημένος, μα αμέσως μετά σηκώθηκε και έκανε να βγει έξω από το σπασμένο παράθυρο. Η Σίβυλλα τον άρπαξε τυλίγοντας το μπράτσο της στο λαιμό του προτού κόψει τα χέρια του στο σπασμένο παράθυρο και τον έσυρε ως την κουζίνα όπου άνοιξε τη βρύση και έβαλε τα χέρια του από κάτω και έπειτα το κεφάλι του.
«Τι κάνεις;» της ούρλιαζε ο αστυφύλακας.
«Το βιβλίο έχει δηλητήριο, ηλίθιε!» του ούρλιαξε και μόλις τον είδε να σαστίζει και να ηρεμεί, τον παράτησε κι έπειτα έβγαλε τα γάντια της κι έπλυνε κι αυτή τα χέρια της πολύ σχολαστικά.
«Τι στο καλό συμβαίνει;» τη ρώτησε έπειτα από λίγο.
«Το μόνο που ξέρω να σου πω, είναι ότι αυτό το βιβλίο είναι πολύ επικίνδυνο. Πολύ επικίνδυνο!» επανέλαβε.
«Τι εννοείς;»
«Τι εννοώ! Κοίτα τον! Σκοτώνει κόσμο! Σίγουρα έχει κάποιο είδους δηλητήριο, ίσως κάποια τοξίνη στις σελίδες του, συνηθισμένο κόλπο τα παλιά χρόνια. Λόγω του δηλητηρίου, όσο το διαβάζεις, τόσο πιο πολύ εκτίθεσαι. Ποιος ξέρει τι έχει αυτό, αλλά από ότι φαίνεται προκαλεί παράλυση και στο τέλος πεθαίνεις από αφυδάτωση, όπως αυτός!» του είπε και έδειξε το πτώμα του ιατροδικαστή. Ο νεαρός έξυσε το κεφάλι του και απέμεινε να κοιτά το πτώμα αποσβολωμένος.
«Και τα γράμματα; Πώς εμφανίστηκαν ξαφνικά τα γράμματα;» τη ρώτησε.
Η Σίβυλλα φόρεσε ένα καινούργιο ζευγάρι γάντια και έψαξε να βρει μια καλή νάιλον σακούλα. «Δεν εμφανίστηκαν ξαφνικά» τον διαβεβαίωσε, «Είναι παραισθήσεις, όπως και όλα όσα γράφει, επειδή εκτεθήκαμε στην τοξίνη…» του είπε με σιγουριά. Ο νεαρός ξεφύσησε σα να ξεφούσκωσε.
«Νομίζω ότι χρειάζομαι λίγο αέρα! Δεν αισθάνομαι καλά…» είπε και άνοιξε την πίσω πόρτα και βγήκε. Η Σίβυλλα τον ακολούθησε και έτρεξε κατά εκεί που είχε πετάξει το βιβλίο. Το έπιασε προσεκτικά φορώντας τα γάντια. Κανένας τίτλος δεν εμφανίστηκε αυτήν τη φορά. Το βιβλίο ήταν επικίνδυνο, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Το αν η εξήγηση που έδωσε στον νεαρό έστεκε ή ήταν η μισή αλήθεια, ή πολύ μακριά από την αλήθεια που υποπτευόταν εκείνη, ακόμη και αν δεν είχε καμία λογική, δεν είχε καμία σημασία. Το βιβλίο που διάβαζε τον πόθο του καθενός, έπρεπε να εξαφανιστεί προτού κάνει κακό και σε άλλους ανθρώπους.
Λίγες μέρες μετά παρέδιδε το βιβλίο στα χέρια της Καλλιόπης Φαρμακίδου.
«Θα είναι ασφαλές;» την ρώτησε.
«Ναι, στο υπόσχομαι. Η οικογένειά μου το φυλάει για αιώνες και αυτήν την φορά θα φροντίσουμε να μην ξανακλαπεί…» ακούστηκε καθησυχαστική η φωνή της.
«Θα ένιωθα πιο σίγουρη αν καταστρεφόταν, αλλά όσο κι αν προσπάθησα, δεν τα κατάφερα» είπε η Σίβυλλα αναλογιζόμενη τις προσπάθειες που έκανε να το κάψει, να το σκίσει…να το μουλιάσει κι ότι άλλο μπόρεσε να σκεφτεί. «Κάτι το προστατεύει… Κάτι σκοτεινό, το μόνο σίγουρο…»
«Ναι και αυτό το κάτι έγινε πιο δυνατό, χάρις τη θυσία του ξαδέρφου μου και του ιατροδικαστή. Οι ανόητοι, βρήκαν να πεθάνουν πάνω του…» μουρμούρησε προσπαθώντας να συγκρατήσει την οργή της η Καλλιόπη Φαρμακίδου. Η Σίβυλλα την κοίταξε λυπημένη, τίποτα πια δεν έμοιαζε να την εκπλήσσει. Χθες μόλις, στην προσπάθεια της να καταστρέψει το βιβλίο, κόπηκε στο χέρι και είδε έντρομη το βιβλίο να ρουφά και να εξαφανίζει τις κηλίδες αίματος, ακριβώς όπως είχε δει όταν πρωτοαντίκρυσε το βιβλίο, προφανώς όπως εξαφάνισε και τα υγρά του Φαρμακίδη και του Ζαλπή. Τότε ήταν που το πήρε απόφαση να επικοινωνήσει με την Καλλιόπη, την ιέρεια της Εκάτης, της προστάτιδας από το κακό.
«Σε ευχαριστώ και πάλι και αν ποτέ θελήσεις να μάθεις για αυτό που σου συμβαίνει, ξέρεις πώς να με βρεις…» είπε μ’ ένα μυστηριώδη τόνο η Καλλιόπη, η οποία της γύρισε την πλάτη και προχώρησε προς το σταυροδρόμι. Η Σίβυλλα πέτρωσε καθώς της φάνηκε ότι το σώμα της Καλλιόπης χωρίστηκε στα τρία και το κάθε ένα ακολούθησε διαφορετικό δρόμο…
«Η τρισυπόστατη Εκάτη…» ψέλλισε σαστισμένη καθώς κοιτούσε τις σκιές να χάνονται στα σκοτάδια της πόλης.
Αναστασία Χ.
