Το σπίτι

Η Ελένη είχε μόλις κλείσει την πόρτα του παιδικού δωματίου, όταν άκουσε τον Αχιλλέα να μπαίνει στο σπίτι.
«Πώς είναι;» πήγε κοντά του και του έπιασε τα χέρια ταρακουνώντας τον άθελά της.
«Τα ίδια», της είπε όσο πιο μαλακά μπορούσε, βλέποντας τα μάτια της να ψάχνουν μια άλλη απάντηση. «Η μαμά σου δεν καλυτέρεψε», διάλεξε τις λέξεις του προσεχτικά. «Όμως θα δοκιμάσουμε μια άλλη θεραπεία».
«Μια «άλλη» θεραπεία αποτελείωσε τον παππού μου. Κατάλαβα. Σε ευχαριστώ που πήγες, καλέ μου. Μήπως είδες τον αδερφό μου, τον πατέρα μου;».

Ο Αχιλλέας σούφρωσε το στόμα και η Ελένη δεν ρώτησε κάτι άλλο. Πήγαν στην κουζίνα και έφαγαν βραδινό, ενώ συζήτησαν πώς πέρασαν την μέρα τους. Εκείνος στον δήμο, εκείνη στο σπίτι με τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια στο δημοτικό και ένα κοριτσάκι στην κούνια. Μόνο εκείνοι ήξεραν τι περνούσαν για να τα μεγαλώσουν και να φροντίζουν και την μαμά ταυτόχρονα. Τυχαία είχαν μάθει ότι βγήκε η σύνταξή της μαμάς και την καρπώθηκε ο αδερφός της. Ο Τάσος, εκτός του ότι δεν είχε συνδράμει στην φροντίδα της από τότε που αρρώστησε, δεν είχε βοηθήσει ούτε οικονομικά.
«Δεν πειράζει. Έχει ο Θεός», έλεγε και ξανάλεγε εκείνη.
«Δεν πας έτσι μπροστά, μην είσαι κορόιδο», της απαντούσε. «Βάλε γυναίκα στο μωρό και στην μάνα και έλα στο μαγαζί».
«Δύο είστε εκεί, τι με θέλετε κι εμένα; Εξάλλου παντού μπορούν να μας αντικαταστήσουν, εκτός από την οικογένειά μας».
«Ίδια από μικρή. Εσένα Ελένη, οι αξίες σου έχουν μείνει στον προηγούμενο αιώνα», κούνησε το κεφάλι και έκλεισε το τηλέφωνο.

Τα έξοδα όμως έτρεχαν και ο Αχιλλέας δεν κατάφερνε να βάζει πολλά στην άκρη. Είχε αποφασίσει να ζητήσει δάνειο από την τράπεζα για να αγοράσουν δικό τους σπίτι, αλλά περίμενε πρώτα την έγκριση της Ελένης.
«Όχι και πάλι όχι. Είναι μεγάλο βάσανο το δάνειο. Είναι άδικο αυτό!», πήγαινε πάνω κάτω στο σαλόνι και εκείνος την παρακολουθούσε απελπισμένος.
«Κορίτσι μου, με το δάνειο θα καταφέρουμε να πάρουμε ένα καινούργιο σπίτι. Δικό μας σπίτι. Κουράστηκα στο νοίκι τόσα χρόνια. Δεν βγαίνουμε άλλο έτσι!».
«Έλα βρε γλυκέ μου, ο αδερφός μου και μαγαζί και το πατρικό του πατέρα μου και εγώ σε δάνειο. Είναι σωστό τώρα αυτό;».
«Άσε τους στις επιλογές τους και έχει ο Θεός, έτσι δεν λες;»

Μερικές μέρες αργότερα, ο Αχιλλέας κατάφερε και την έπεισε και ετοιμαζόταν να ξεκινήσει τις διαδικασίες με την τράπεζα. Δεν ήταν μόνο η αποκατάσταση της οικογένειάς του με ένα σπίτι που θα ήταν επιτέλους δικό τους, ήταν και ένα τέλος στον ψυχολογικό πόλεμο που εισέπρατταν από την πλευρά της οικογένειας της γυναίκας του. Αν είχαν ποτέ σκοπό να τους δώσουν κάτι από την περιουσία, θα τους έβγαζαν πρώτα την ψυχή, να την πάρουν στα χέρια τους και σαν αντάλλαγμα θα τους έδιναν κάτι.

Ο Τάσος όταν έμαθε τα νέα, βρήκε μια ακόμα ευκαιρία να πιέσει την Ελένη να μπει στην επιχείρηση. Ήταν μια κίνηση που προσπαθούσε να καταφέρει τον τελευταίο χρόνο.
«Έλα από κοντά να τα πούμε τουλάχιστον πρόσωπο με πρόσωπο».

Η Ελένη είχε μήνες να τους δει, αλλά παρόλα αυτά κανόνισε το επόμενο πρωινό να περάσει από το μαγαζί. Πήγε από την πίσω πόρτα ώστε να καταφέρει να περάσει πιο άνετα το καρότσι από την ράμπα.
«Μην ανησυχείς πατέρα, έχε μου εμπιστοσύνη, ούτε που θα καταλάβει τίποτα. Ο λογιστής είναι μέσα, θα τα κανονίσει αυτός. Τέλος στα βάσανά μας! Έξοδα και δάνεια δεν ήθελε η αδελφούλα; Εσύ κράτησε αυτό το θλιμμένο ύφος για τις επόμενες μέρες γιατί θα περάσει από εδώ. Κάνε υπομονή μέχρι να πέσουν οι υπογραφές και θα δούμε αν είναι τόσο αγία όσο το παίζει. Στα λόγια είναι πρώτη. Έχει ο Θεός και έχει ο Θεός τόσα χρόνια, από μικρή νόμιζε ότι ήταν καλύτερή μου. Δεν νιώθει αδικημένη που τα πήρα όλα εγώ; Τώρα που θα τα βάλουμε όλα πάνω της, να δούμε στην πράξη τι πραγματικά είναι».

Η Ελένη έφυγε σχεδόν τρέχοντας για το νοσοκομείο. Στον δρόμο σκεφτόταν όλα αυτά που άκουσε και έστειλε ηχητικό μήνυμα στον άντρα της.
«Προφανώς και δεν εννοούσε ο αδερφός μου ότι θα μου δώσει το μαγαζί και το πατρικό όταν είπε ότι θα τα βάλει όλα πάνω μου, αλλά ό,τι κρύβεται πίσω από αυτά. Χρέη βέβαια, χρέη! Πιθανόν είναι στα όρια να τους τα πάρει τράπεζα και θέλουν να τα φορτώσουν σε εμένα. Άκου εκεί να δουν τι πραγματικά είμαι εγώ!».

Έφτασε ταραγμένη στο νοσοκομείο, αλλά τουλάχιστον κατάφερε να κρύψει ότι έκλαιγε λίγα λεπτά πριν. Μπήκε στο δωμάτιο της μητέρας της και την είδε καθισμένη στο κρεβάτι με έναν άγνωστο κύριο να στέκεται όρθιος δίπλα της. Παρατήρησε ότι κρατούσε κάποια χαρτιά στα χέρια του. Χαιρέτισε χαμηλόφωνα και έβγαλε το μωρό από το καρότσι. Πλησίασε αργά στο προσκέφαλο της μαμάς της. Ήταν φανερά εξουθενωμένη από την νέα θεραπεία, αλλά πήρε την μικρή και αναθάρρεψε βλέποντάς την στην αγκαλιά της. Ζήτησε από την Ελένη να κάτσει δίπλα της στην καρέκλα.
«Λενιώ, ο κύριος Γιάννης είναι συμβολαιογράφος. Η αδερφή της μαμάς μου, η αγαπημένη μου θεία Ελένη, εκείνη που με μεγάλωσε και έχεις το όνομά της, πέθανε πριν μια βδομάδα. Μου άφησε το εξοχικό της σπίτι που είναι σε ένα χωριό λίγο έξω από την πόλη. Εγώ θέλω με την σειρά μου να το αφήσω σε εσένα».

Η Ελένη δεν ήταν έτοιμη για αυτή την ξαφνική αλλαγή, αλλά δεν θα έκανε το λάθος να πει όχι. Συμφώνησε αμέσως να υπογράψει τα συμβόλαια για να έρθει στην κατοχή της αυτό το σπίτι. Πήρε την μαμά της από το νοσοκομείο και μέσα σε λίγες μέρες είχε ήδη μετακομίσει στο καινούριο της σπίτι στο χωριό. Το σπίτι αυτό χωρούσε άνετα την οικογένειά της και η μαμά της είχε ξεχωριστό δωμάτιο. Αυτό το δωμάτιο όμως πολύ σύντομα άδειασε. Η μαμά της δεν άντεξε άλλο την μάχη που γενναία έδινε. Όλα τα έξοδα της ταφής τα ανέλαβε η οικογένεια της Ελένης. Στις δύσκολες αυτές ώρες που περνούσε, ο πατέρας και ο αδερφός της δεν σταματούσαν να τηλεφωνούν και να την παρακαλούν να τους βοηθήσει να μη χάσουν το μαγαζί και το πατρικό σπίτι. Εκείνη το μόνο που τους είπε, είναι ότι έχει ένα διαθέσιμο δωμάτιο.

Η επόμενη φορά που συνάντησε τον Τάσο, ήταν λίγα χρόνια μετά, στην κηδεία του πατέρα τους. Ο Τάσος είχε μείνει με τις συνέπειες των επιλογών του, που τον είχαν καταντήσει μόνο και άστεγο.

Η Ελένη και ο Αχιλλέας του θύμισαν την πρότασή τους να έρθει στο σπίτι, στο δωμάτιο που έμενε η μαμά. Θα κατάφερνε έτσι να αναπληρώσει τον καιρό που έχασε με τα ανίψια του από την ζωή τους.
«Γιατί το κάνεις αυτό; Πώς μπορείς να με δέχεσαι πίσω μετά από αυτό που πήγα να σου κάνω;».
«Εσύ ήθελες να δεις τι πραγματικά είμαι αδερφέ μου. Έμαθες τώρα ότι δεν είναι κορόιδο όποιος αγαπάει αληθινά. Ότι δεν είναι ανόητος όποιος συγχωρεί. Ότι δεν είναι χαμένος όποιος πορεύεται με ειλικρίνεια. Ότι η οικογένεια είναι ιερός δεσμός, που η αξία της δεν χάνεται στους αιώνες. Όποιος τιμά τις αξίες του, είναι δικαιωμένος γιατί έχει την συνείδησή του ήσυχη και με αυτήν κοιμάται κάθε βράδυ».

Με δάκρυα στα μάτια δέχτηκε την βοήθειά τους και πήγε να μείνει μαζί τους μέχρι να μπορέσει να βρει μια δουλειά και να πατήσει ξανά στα πόδια του. Αυτή τη φορά με περισσότερη σύνεση και τιμιότητα στο ξεκίνημα της νέας του ζωής. Και αυτό ήταν ένα μάθημα που του έμαθε η μικρή του αδερφή.

C.C.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading