[Το κείμενο είναι μια παραλλαγή του «Μην σταματάς τη μουσική» (https://thebluez.gr/2023/09/
Έφτασαν στην κωμόπολη Υγρόκαμπος στις οκτώ το βράδυ, ενώ ο ήλιος ήταν ήδη μισο-εξαφανισμένος πίσω από το βουνό Βρώσος. Πέρασαν από την μια πλευρά της εκκλησίας (εκεί όπου ήταν η κύρια είσοδος/έξοδος, η οδός Υγροκάμπου, όπου υπήρχε και το μικρό ξενοδοχείο) ως την άλλη, όπου σταμάτησαν το αμάξι έξω από δύο σπίτια, τα οποία μοιράζονταν μια μικρή ανοιχτή αυλή/γκαράζ. Ο τριανταπεντάρης Στάθης έσβησε τη μηχανή, αναστέναξε και είπε με μια δόση μελαγχολίας «Φτάσαμε, λοιπόν». Είχε να έρθει στο χωριό του πατέρα του σχεδόν δέκα χρόνια. Είχε καλές αναμνήσεις από αυτό -παιχνίδια εντός της περιφραγμένης αυλής, χαμόγελα και γενικά ευχάριστη διάθεση από όλους, βόλτα στην κεντρική πλατεία, φαγητό μεσημέρι και βράδυ με παρέα θείους, θείες, ξαδέρφια και φυσικά την γιαγιά του. Ωστόσο, κάπου ανάμεσα εφηβεία και τα πρώιμα ενήλικα χρόνια αραίωσαν τις καλοκαιρινές διακοπές με τους δικούς του εδώ, έως ότου άρχισαν οι θάνατοι (της μητέρας, της γιαγιάς και τελικά του πατέρα του), οπότε και δεν ξανάρθε. Στο μεταξύ, χάθηκαν και με τους άλλους συγγενείς, ενώ βρήκε δουλειά στην Αθήνα και μια κοπέλα, την Άννα, που πλέον ήταν σύζυγός του και είχαν αποκτήσει τον τρίχρονο Κώστα, ο οποίος τώρα καθόταν στο πίσω κάθισμα, με τη ζώνη βαλμένη και παίζοντας με το παλιό Gameboy του πατέρα του –το οποίο το είχε κρατήσει γιατί, αν ερχόταν ποτέ εδώ, ήθελε να το έχει, για να θυμάται ακόμα πιο έντονα τα παλιά.
«Δεν είναι και άσχημα» σχολίασε η Άννα από την θέση του συνοδηγού, καθώς παρατηρούσε τα σπίτια. «Εκ πρώτης όψεως» τόνισε. «Ποιος ξέρει τι θα βρούμε μέσα στο σπίτι. Ποντίκια, κατσαρίδες, κάνα ανακόντα». Είδε το απορημένο βλέμμα του άντρα της. Του χαμογέλασε, όπως συνήθιζε όταν τον πείραζε.
«Μπαμπά, τι είναι το ανακόντα;» ρώτησε ο Κώστας, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του από το παιχνίδι.
«Ένα μεγάλο φίδι. Που δεν υπάρχει στην Ελλάδα».
«Ποιος λέει ότι δεν υπάρχει;» του είπε η Άννα.
«Η Βικιπαίδεια».
«Σοβαρή πηγή, τι να σου πω. Πάντως, το ανακόντα υπάρχει και στην Ελλάδα».
«Ναι; Πού;»
«Σε ζωολογικό κήπο».
«Την τελευταία φορά που πήγαμε σε μεγάλο ζωολογικό κήπο, δεν είδαμε κανένα ανακόντα στην πτέρυγα με τα ερπετά».
«Μπορεί να το τάιζαν ή να το ξεσκάτιζαν. Δεν θα ήθελαν να δει ο κόσμος ένα τέτοιο θέαμα. Εκτός αν έχουν μπλακ (black) χιούμορ. Ή μπράουν (brown) χιούμορ». Η Άννα γέλασε.
«Τι σημαίνει “ξεσκάτιζαν”;» ρώτησε ο Κώστας.
«Θυμάσαι όταν σου καθαρίζει ο μπαμπάς τα κακά από τον ποπό;»
«Ναι».
«Ε, αυτό σημαίνει το “ξεσκατίζω”».
«Το φίδι έχει ποπό, μαμά;»
Η Άννα γύρισε και κοίταξε τον γιο της. «Αν δεν έχει, μικρέ μου» του απάντησε «τότε είναι πραγματικά πολύ άτυχο πλάζζζζμα».
«Θεέ μου» σχολίασε ο Στάθης, ενώ ο γιος του χαμογελούσε και βγήκε από το αμάξι. Σύμφωνα με το θερμόμετρο του αμαξιού, η θερμοκρασία ήταν 28 βαθμοί Κελσίου. Ο αέρας ήταν δροσερός και ανακάτεψε τα μακριά ως τους ώμους ξανθά μαλλιά του Στάθη. Τα φύλλα στα δέντρα ανέμισαν, κάποια που είχαν πέσει μετακινήθηκαν στο τσιμέντο ή στο χώμα των παρακείμενων χωραφιών. Θυμόταν ότι τέτοια εποχή, μέσα Σεπτέμβρη, μπορούσες να καθίσεις με τα καλοκαιρινά σου έξω το βράδυ, ως τις δώδεκα περίπου, οπότε και θα αναγκαζόσουν να φορέσεις κάποια ζακέτα. Τώρα εκείνος φορούσε γαλάζιο καρό πουκάμισο, βερμούδα και αθλητικά, ενώ η γυναίκα του ήταν ντυμένη με σορτς και αμάνικη μπλούζα -τα σανδάλια της τα είχε βγάλει και καθόταν οκλαδόν στο κάθισμα- και ο γιος τους φορούσε κοντομάνικη μπλούζα με τον Μπαγκς Μπάνι, τζιν και σπορτέξ.
Παρατήρησε το πετρόχτιστο σπίτι της γιαγιάς του, με την σκουριασμένη αυλόπορτα και τα δέντρα με τους μύκητες και το διπλανό, σαφώς πιο εκσυγχρονισμένο και καθαρό μονώροφο σπίτι. Σε αυτό έμενε κάποτε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, με το οποίο είχαν ελάχιστες επαφές. Αυτό το κτίσμα δεν το θυμόταν τόσο καλά, γιατί δεν είχε μπει ποτέ μέσα, ούτε καν είχε ανέβει τα δύο σκαλιά που υπήρχαν στην εξωτερική του πλευρά, προς το κοινό γκαράζ. Μόνο τον τοίχο είχε δει και ένα μέρος του διαδρόμου και της σκάλας από το ισόγειο προς τον πρώτο. Ενίοτε είχε συναπαντηθεί με τον παππού ή την γιαγιά που έμεναν σε αυτό, αλλά μέχρι εκεί.
Στράφηκε όταν άκουσε τους οκτώ κτύπους της καμπάνας, η οποία ήταν ρυθμισμένη να «ανακοινώνει» την ώρα ανά τριάντα λεπτά, περίπου. Προσπέρασε με το μάτι του το δρόμο, κάποια παρκαρισμένα οχήματα, άλλα σπίτια και έμεινε να κοιτάζει την εκκλησία. Ήταν αρκετά μεγάλη για να χωράει το 1/3 του Υγροκάμπου, δηλαδή γύρω στους τριακόσιους ανθρώπους. Απ’ έξω ήταν κιτρινωπή, με περίβολο, όπου υπήρχε ένα σιντριβάνι με ψαράκια, μια βρύση, το πνευματικό κέντρο και μερικά δέντρα, όλα περικλεισμένα από έναν πολύ χαμηλό άσπρο τοίχο. Ο Στάθης θυμόταν που τον ξυπνούσαν πρωινιάτικα, αχάραγα κάποιες φορές, για να πάνε στον ναό. Τότε δεν του πολυάρεσε, ήθελε να κοιμάται πολλές ώρες το καλοκαίρι, αλλά ήταν μικρός και δεν είχε πολλές επιλογές. Όμως, είχε σκοπό να επανορθώσει για όλα εκείνα τα Όχι και τα κλάματα που έβαζε και στενοχωρούσε τους δικούς του. Αν και είχε παρατήσει την θρησκεία όταν έχασε και τον πατέρα του, θα πήγαινε έστω και μια φορά σε τούτη την εκκλησία. Άλλωστε, αμφέβαλλε αν θα έρχονταν ποτέ ξανά στον Υγρόκαμπο. Ούτε η Άννα, ούτε ο Κώστας, είχαν μεγαλώσει σε μέρη σαν αυτό, ενώ και στις διακοπές που έκαναν σε νησιά, φαινόταν ότι τους λείπει η πόλη από τις απαιτήσεις τους (μαγαζιά, υπολογιστές, Ίντερνετ), που δε βρίσκονται παντού ή εύκολα.
Όπως και να είχε, ό,τι έκανε τότε, σαν παιδί, θα το έκανε και τώρα, μαζί με την οικογένειά του. Αφού ήρθαν που ήρθαν, δηλαδή…
Τότε συνειδητοποίησε ότι άνοιξε και μια άλλη πόρτα του αμαξιού. Γύρισε και είδε την Άννα να πλησιάζει το γειτονικό σπίτι. «Πού πας;» τη ρώτησε.
Εκείνη σταμάτησε και τον κοίταξε. Ανασήκωσε το αριστερό φρύδι της. «Τι πού πάω; Στο σπίτι πάω. Α, ναι, ξέχασα τα κλειδιά. Πώς θα μπω, χωρίς αυτά, ε;»
«Δεν είναι αυτό το σπίτι, Άννα. Άσε τις μαλ… τις ανοησίες».
«Δεν είναι;»
Ο Στάθης αναστέναξε ξανά και έξυσε το κεφάλι του, αμήχανα. Ώρες-ώρες, αναρωτιόταν γιατί είχαν παντρευτεί. Αυτός ήταν σοβαρός, αυτή κορόιδευε με κάθε ευκαιρία που έβρισκε.
«Κρίμα». Η Άννα φούσκωσε τα μάγουλά της και έβγαλε τον αέρα. «Ποιες ήταν οι πιθανότητες να είναι…» σχολίασε και πήγε προς το σπίτι της γιαγιάς. Χάιδεψε τα κοντά μαύρα μαλλιά της. Έπιασε με τα χέρια της τα κάγκελα της αυλόπορτας και έριξε μια ματιά στην αυλή. «Μμμ, δε φαίνεται και τόσο κακό. Α, βλέπω, έχετε βάλει και αιρ κοντίσιον. Κάτι είναι κι αυτό».
Ο Στάθης δεν της έδωσε σημασία. Πήγε από την άλλη πλευρά του αμαξιού. Άνοιξε την πόρτα του Κώστα και έλυσε την ζώνη του. «Ώρα για να κατέβεις και εσύ, μεγάλε» του είπε. Άκουσε το ρουθούνισμα του γιου του, ο οποίος συνέχιζε να κοιτάει το παιχνίδι του και ένιωσε άλλο ένα σκίρτημα νοσταλγίας. Κι αυτός έτσι αντιδρούσε τότε, όταν ήταν στην ηλικία του Κώστα και έπρεπε να αφήσει το Gameboy.
Ξεκίνησαν να κατεβάζουν τα πράγματα δύο λεπτά αργότερα. Το ζευγάρι άφησε τον Κώστα σε μια καρέκλα της αυλής και πηγαινοερχόταν, ώσπου να μη μείνει καμιά τσάντα ή βαλίτσα.
Πριν καν τελειώσουν, ο Στάθης αντιλήφθηκε δύο πράγματα: έναν αλλόκοτο ήχο από το εσωτερικό του διπλανού σπιτιού, κάτι σαν Μπζζζτ, που ακουγόταν ανά μερικά δευτερόλεπτα, ενώ, όταν κοίταξε προς το κτίσμα, είδε μια φιγούρα να στέκεται στο μπαλκόνι. Ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα, με γκρίζα μαλλιά και γκρι φόρεμα, που κάπνιζε και έβλεπε τους αφιχθέντες. Ο Στάθης τη χαιρέτισε και εκείνη του ανταπέδωσε.
«Τι κάνεις;» τον ρώτησε η Άννα, που πέρασε από δίπλα του, κρατώντας δύο τσάντες (μία με φρούτα και λαχανικά, και μία με ό,τι είχε μείνει από το φαστφουντάδικο που είχαν σταματήσει για να πάρουν κάτι να φάνε). Έμεινε να τον κοιτάζει με τα πρασινωπά μάτια της. «Ποιον χαιρετάς, Στάθη;»
«Την ηλικιωμένη». Έδειξε στο μπαλκόνι. Αλλά παραξενεύτηκε.
Η Άννα κοίταξε. «Ποια ηλικιωμένη; Τι λες;»
Δεν υπήρχε κανείς εκεί.
«Μα…» έκανε να πει εκείνος, όμως σταμάτησε.
«Μη μου πεις ότι είδες την γιαγιά σου…» του είπε η Άννα.
«Όχι, όχι» της απάντησε. «Όχι, η γιαγιά μου δεν πήγαινε ποτέ σε αυτό το σπίτι. Ήταν… δηλαδή, μου φάνηκε πως είδα… την κυρά Φανή, αυτή που έμενε… Να σου πω, ακούς αυτόν τον ήχο;»
«Ποιον ήχο; Τα πουλιά;»
«Όχι αυτόν… Αυτόν» τόνισε.
Η Άννα συγκεντρώθηκε. Ένευσε. «Ναι, κάτι ακούγεται… Κάτι ηλεκτρικό… Δεν ξέρω τι είναι, αλλά δεν μου φαίνεται παράξενο».
«Όμως… Όμως…» ο Στάθης προσπάθησε να συνεχίσει, αλλά σταμάτησε ξανά. Κούνησε το κεφάλι του και χαμογέλασε. «Μάλλον, κουράστηκα από το ταξίδι» είπε.
«Ή απλά θέλεις να με τρολάρεις με ντόπιες κριπουλιάρικες λαμακιές».
«Λαμακιές; Τι είναι αυτό;»
Η Άννα είπε άηχα Μαλακίες, Στάθη. Μαλακίες.
«Όχι, Άννα». Ο Στάθης κλείδωσε το αμάξι και πλησίασε την γυναίκα του. Μιας και είχαν το ίδιο ύψος, δε χρειάστηκε να σκύψει για να τη φιλήσει και να της ψιθυρίσει «Αυτή είναι δική σου δουλειά, αγάπη. Εσύ τρολάρεις συνέχεια».
«Αυτό λέω και εγώ. Δεν θα μου πάρεις εσύ τη δουλειά. Βλάχε! Που μας έφερες στο κωριό». Του χαμογέλασε ξανά και απομακρύνθηκε. «Ε, παιχνιδιάρη» φώναξε στον Κώστα «για έλα να πλύνουμε χέρια και δόντια».
«Ναι, μαμά» είπε ο Κώστας και σηκώθηκε.
Ο Στάθης κοίταξε άλλη μια φορά προς το γειτονικό σπίτι. Ήταν τόσο καινούριο… Και η κυρά Φανή με τον άντρα της ήταν ήδη μεγάλοι σε ηλικία πριν από δεκαπέντε χρόνια… Και δεν είχαν παιδιά, απ’ όσο θυμόταν… Και ο ήχος, το Μπζζζτ, συνέχιζε να ακούγεται ανά διαστήματα…
Δεν ήξερε τι τον είχε πιάσει. Προχώρησε και μπήκε στην αυλή. Έκλεισε την πόρτα, την κλείδωσε και περπάτησε ως το χαμηλοτάβανο σπίτι της γιαγιάς του, όπου χάθηκε στο εσωτερικό του.
Τότε έκλεισε και η μπαλοκόπορτα του γειτονικού σπιτιού.
Μετά τις απαραίτητες καθαριότητες και αφού ξεκουράστηκαν λίγο, το συζήτησαν οι μεγάλοι και αποφάσισαν ότι θα έβγαιναν για φαγητό στην πλατεία του Υγρόκαμπου. Ετοιμάστηκαν και έφυγαν. Ο Κώστας, ήθελε δεν ήθελε, τους ακολούθησε. Πήγαν περπατώντας, μιας και η απόσταση ήταν μικρότερη των εκατό μέτρων. Πέρασαν δίπλα από παλιά σπίτια με μεγάλες αυλές, από οχήματα (σταθμευμένα ή κινούμενα), χαιρέτισαν άγνωστους ηλικιωμένους ή πιο νέους (πολλοί εκ των οποίων κοιτούσαν ιδιαίτερα την Άννα, αλλά όχι τόσο για το κοντό φόρεμα που είχε επιλέξει, όσο για τα κοντά μαλλιά της -που, δεδομένων των όσων ήξερε ο Στάθης για τις αντιλήψεις των ντόπιων, υπέθετε ότι τα έβρισκαν πολύ αντρικά για μια γυναίκα), ενώ από κάδους σκουπιδιών ή έξω από καφενεία και φαγάδικα πετάγονταν γάτες και σκυλιά.
Κάθισαν σε ένα από τα τραπέζια της πλατείας, το οποίο αντιστοιχούσε στην μοναδική πιτσαρία της κωμόπολης. Ήταν κάτω από ένα δέντρο, με τρεις πλαστικές καρέκλες γύρω του. Η θερμοκρασία είχε πέσει κι άλλο, αναγκάζοντάς τους να βάλουν τις ζακέτες τους, ενώ άλλα άτομα της ηλικίας τους φαίνονταν πιο άνετα με το κρύο. Σε δύο καφενεία, είχαν μαζευτεί παρέες γύρω από μεγάλες τηλεοράσεις και έβλεπαν ποδόσφαιρο, τρώγοντας και πίνοντας μπίρες ή κρασιά ή ούζα.
Παρήγγειλαν και μετά ο Στάθης άρχισε να δείχνει και να λέει διάφορα πράγματα από το παρελθόν: πού κάθονταν συνήθως με τους δικούς του (στο καφενείο απέναντι από το ένα και μοναδικό περίπτερο, όπου οι μεγάλοι έπιναν ούζο και έτρωγαν χταπόδι, ενώ εκείνος έπινε κόκα κόλα), ποιος έφτιαξε τη βρύση της πλατείας (ο ένας από τους θείους του), πόσα παιχνίδια είχε πάρει από το πιο μεγάλο μαγαζί με είδη δώρων… Προς τα ποιον από τους κάθετους δρόμους έμενε άλλος θείος του, στο σπίτι του οποίου πήγαινε αν ήθελε να παίξει σε λάπτοπ. Πού οδηγούσαν οι άλλοι δρόμοι. Πού ήταν το ανοικτό θέατρο, όπου γίνονταν συναυλίες και άλλες εκδηλώσεις. Τους μίλησε για την εκκλησία και πόσες φορές είχαν παίξει κρυφτό με τα ξαδέρφια του στον περίβολό της. Αναφέρθηκε και στο βουνό, τον Βρώσο, για τον οποίο είπε ότι πολύς κόσμος πήγαινε για ορειβασία.
Αυτό που δεν τους είπε ήταν οι φήμες. Οι φήμες για το γειτονικό σπίτι. Όχι τόσο γιατί δεν ήθελε να τους το πει, αλλά γιατί το είχε λησμονήσει. Κι αυτό ήταν μεγάλο λάθος.
Ο Κώστας δεν έδινε μεγάλη σημασία στα λεγόμενα του πατέρα του, αλλά η Άννα πρόσεχε όσα έλεγε ο άντρας της. Και φυσικά, δεν της είχε ξεφύγει το συναίσθημα που τόνιζε όσα εκείνος αφηγούνταν. Έκανε σαν μικρό παιδί που πάει μαζί με τους φίλους του στο αγαπημένο του παιχνιδάδικο και τους ξεναγεί, μην ξέροντας από πού να αρχίσει και τι να πρωτοπεί. Δεν τον είχε ξαναδεί έτσι και όφειλε να παραδεχτεί ότι της άρεσε και αυτή η πλευρά του χαρακτήρα του. Για αυτό και δεν τον διέκοψε, ούτε τον ειρωνεύτηκε.
Κάποιοι αναγνώρισαν τον Στάθη και του μίλησαν. Εκείνος δε φάνηκε να τους θυμάται, αλλά ήταν ευγενικός απέναντί τους.
Μια από τις ερωτήσεις που τους έκανε αφορούσε το σπίτι της κυρά Φανής. «Μένει κάποιος εκεί; Είχαν συγγενείς;»
Του είπαν πως όχι, ότι το σπίτι ήταν παρατημένο.
Ο Στάθης δεν σχολίασε τίποτα άλλο, παρά τους ευχαρίστησε.
Το φαγητό δεν άργησε να έρθει και άρεσε και στους τρεις. Η Άννα χρειάστηκε να κάνει παρατήρηση στον Κώστα για το Gameboy («Άφησέ το, μικρέ, δεν θα φύγει»), κάποια «περίεργα» βλέμματα άλλων θαμώνων προς την Άννα ειδικά δεν ξέφυγαν από το ζευγάρι, αλλά γενικά ήταν μια καλή βραδιά και κανείς δεν τους ενόχλησε.
Επέστρεψαν στο σπίτι γύρω στις έντεκα και μισή.
Μπζζζτ… (παύση) Μπζζζτ… (παύση) Μπζζζτ…
«Ακόμα ακούγεται» σχολίασε ο Στάθης.
Η Άννα είπε «Άστο να ακούγεται. Δεν είναι δικό μας πρόβλημα».
«Δεν ξέρω, δεν μου αρέσει».
«Ούτε εμένα μου αρέσει, αλλά δεν μας αφορά».
Καθώς ξεκλείδωνε, ο Στάθης έριξε μια ματιά προς το σπίτι της κυρά Φανής. Του φάνηκε πως είδε μια σκιά να στέκει στα κάγκελα του μπαλκονιού και καπνό να ανεμίζει, αλλά δεν θα έπαιρνε και όρκο.
Λιγότερο από μισή ώρα μετά, ο Κώστας (που ήδη είχε μισοκοιμηθεί), βρισκόταν στο κρεβάτι που κάποτε «ανήκε» στον μικρό Στάθη στο ένα από τα δύο δωμάτια, αυτό με την τηλεόραση –η οποία δεν λειτουργούσε πια. Το άλλο δωμάτιο, με τα δύο κρεβάτια, όπου κάποτε κοιμούνταν στο ένα η γιαγιά και στο άλλο οι γονείς του Στάθη, τώρα το κατέλαβαν εκείνος και η Άννα. Αλλά ξάπλωσαν στο μεγαλύτερο και πιο ψηλό από τα δύο κρεβάτια. Δεν κοιμήθηκαν αμέσως, μιας και είχαν ακόμα αρκετή όρεξη. Έκλεισαν την πόρτα και έβγαλαν τα ρούχα τους. Προσπάθησαν να είναι διακριτικοί, ή τουλάχιστον αυτό είχε αρχικά κατά νου ο Στάθης (όχι μόνο λόγω του παιδιού, μα επειδή σε αυτό το κρεβάτι κάποτε κοιμόταν η γιαγιά του), γιατί η Άννα φρόντισε να το ευχαριστηθούν και με το παραπάνω.
Το επόμενο πρωί, όπως έπραττε τα τελευταία τρία χρόνια που ερχόταν με τους γονείς του, σηκώθηκε πιο νωρίς από τους άλλους. Έφτιαξε καφέ, έφαγε μια τυρόπιτα που είχε περισσέψει από χθες και κάθισε σε μια καρέκλα στην αυλή, ώστε να βλέπει πέρα από την πόρτα, προς την εκκλησία και τον κεντρικό δρόμο.
Αναστέναξε.
Ξανά τα ίδια. Μπζζζτ… (παύση) Μπζζζτ… (παύση) Μπζζζτ…
Η καμπάνα σήμανε εννιά.
Ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να εμφανίζεται.
Κόσμος και οχήματα περιφέρονταν ενίοτε.
Τότε με την άκρη του ματιού του ο Στάθης «έπιασε» μια κίνηση προς τα πάνω.
Σήκωσε το βλέμμα, προσπέρασε τα φύλλα του δέντρου και είδε την ίδια ηλικιωμένη με το ίδιο φόρεμα να στέκεται στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου και να τον κοιτάζει. Έβγαλε τα γυαλιά ηλίου του, για να σιγουρευτεί.
Ναι, η γυναίκα ήταν εκεί πάνω. Σίγουρα.
Τη χαιρέτισε.
Του ανταπέδωσε.
«Γεια σας» της είπε. «Τι κάνετε; Εγώ είμαι ο Στάθης, ο εγγονός της Μαρίας».
Δεν του μίλησε. Έβαλε το τσιγάρο στο στόμα της, το έβγαλε, αλλά κουβέντα δεν είπε.
Όμως, είναι εκεί, σκέφτηκε. Τη βλέπω. Να πάρει η οργή, τη βλέπω!
Αλλά η Άννα χθες… είπε ότι δεν είδε καμία… Και οι χωριανοί είπαν ότι το σπίτι είναι άδειο…
Κι όμως, η ηλικιωμένη τον παρατηρούσε από ψηλά.
Όπως και ο ήχος: Μπζζζτ… (παύση) Μπζζζτ… (παύση) Μπζζζτ…
Ο Στάθης σηκώθηκε και ρώτησε την γυναίκα «Ακούγεται κάτι από το σπίτι σας. Τι είναι; Μήπως έχετε ξεχάσει ανοιχτό κάποιο ραδιόφωνο ή κάποια τηλεόραση;»
Η γυναίκα δεν μίλησε. Τον κοιτούσε.
«Κυρία Φανή;»
Τίποτα.
Αλλά πλέον αισθανόταν και το επίμονο βλέμμα της πάνω του.
Πήγε να της μιλήσει ξανά, όταν κατάλαβε ότι κάποιος στεκόταν κοντά του.
Ήταν η Άννα που κοιτούσε κι αυτή προς τα πάνω με σμιγμένα φρύδια και μορφάζοντας σαν να είχε δοκιμάσει κάτι αηδιαστικό. «Τι βλέπουμε;» ρώτησε. «Το φάντασμά μας είναι ακόμα εκεί;»
«Με δουλεύεις;»
«Όποτε θέλω». Του χαμογέλασε και τον φίλησε. Είδε την κούπα του. «Εμένα μου έφτιαξες καφέ;»
«Όχι».
«Ωωω, μα γιατί;» Τσίμπησε το μάγουλό του. «Ζεν είσαι καλό παιζί» του είπε και κίνησε για την κουζίνα.
«Είδες πολλά ποντίκια και ανακόντα;» της είπε.
Εκείνη, αφού δεν ήταν μπροστά ο Κώστας, σήκωσε το μεσαίο δάχτυλο, του έβγαλε τη γλώσσα και εξαφανίστηκε.
Ο Στάθης γέλασε. Κοίταξε ξανά προς τα πάνω. Δεν υπήρχε καμιά γυναίκα στο μπαλκόνι.
Μπήκε κι αυτός στο σπίτι, με τον ήχο να του τριβελίζει το μυαλό.
Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ…
Τις υπόλοιπες ώρες μέχρι το μεσημέρι, τις πέρασαν σε μια άλλη πόλη, παραθαλάσσια, όπου μπόρεσαν να λιαστούν και να κολυμπήσουν στα παγωμένα νερά της θάλασσας και μετά στα ακόμα πιο παγωμένα νερά του μικρού ποταμού που υπήρχε εκεί κοντά. Ο Κώστας, έστω και για λίγο, άφησε επιτέλους το παιχνίδι και διασκέδασε μαζί με τους γονείς του και άκουσε και μερικές ιστορίες που είχε να του διηγηθεί ο πατέρας του από τα παιδικά του χρόνια. Σε κάνα δυο στιγμές που δεν τους έβλεπε, εκείνοι φιλήθηκαν λίγο, όσο μπορούσαν.
Επέστρεψαν και ο ήχος δεν είχε μειωθεί καθόλου.
Ο Στάθης δεν άνοιξε την πόρτα του, όπως η Άννα. Έμεινε να κοιτάζει το σπίτι της κυρά Φανής, νιώθοντας να εκνευρίζεται ολοένα και πιο πολύ.
Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ…
«Θα κατέβεις, Σταθούκο, ή έχεις να πας πουθενά αλλού;» τον ρώτησε η γυναίκα του, όσο βοηθούσε τον γιο τους.
Αυτός δεν μίλησε, αλλά βγήκε από το αμάξι.
Μετά από το μπάνιο, έφαγαν.
Όταν ο μικρός πήγε για ύπνο, ο Στάθης είπε «Θα πάω να δω τι γίνεται. Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό επ’ αόριστον».
Η Άννα του είπε «Δεν είσαι υποχρεωμένος να πας. Και δεν μπορείς να πας. Δεν είναι δικό σου το σπίτι. Πώς θα μπεις;»
Πήγε να της πει Θα μου ανοίξει η γριά, αλλά αντί αυτού απάντησε «Αν δε βρω τρόπο, τότε θα πάρω τηλέφωνο τους μπάτσους. Μπορεί να υπάρχει κάποιο σοβαρό πρόβλημα, κάποιο βραχυκύκλωμα. Δεν θέλουμε να ακούσουμε κάνα Μπαμ!, έτσι δεν είναι;»
«Τότε πάρε τηλέφωνο αυτή τη στιγμή. Δε χρειάζεται να πας εσύ ο ίδιος. Ας βγάλουν άκρη εκείνοι».
Ο Στάθης κούνησε το κεφάλι. «Θα πάω να δω. Μπορεί και να μη χρειάζεται να καλέσουμε τους καραμπινιέρους».
Η Άννα δυσανασχέτησε. «Τι σε έχει πιάσει με αυτό το πράγμα; Δεν είναι δική σου δουλειά…»
«Συμβαίνει στην γειτονιά μας. Είναι δική μου δουλειά».
«Nope, δεν είναι». Έπιασε το κινητό της.
«Τι κάνεις εκεί;»
«Εσύ τι λες; Καλώ τους κατοστάρηδες».
«Τους ποιους;»
Η Άννα του χαμογέλασε με επιείκεια. «Το εκατό, αγάπη μου» απάντησε. «Το εκατό. Την αστυνομία».
«Άστο αυτό» της είπε και της έπιασε το χέρι. «Άννα, άφησέ το, σε παρακαλώ. Άννα».
Εκείνη δεν έσυρε το δάχτυλό της για να πραγματοποιηθεί η κλήση. Έβλεπε πώς την κοιτούσε ο άντρας της: την παρακαλούσε με τα κουταβίσια μάτια του. Για κάποιον λόγο, ήταν σημαντικό για εκείνον να κάνει πρώτα τη δική του έρευνα και μετά να φωνάξουν τους αστυνομικούς.
«Τι συμβαίνει, Στάθη;» τον ρώτησε και άφησε παράμερα το τηλέφωνό της. Σταύρωσε τα χέρια της μπροστά στο στήθος της και τον ατένισε με σοβαρό ύφος. «Γιατί θες να πας σε αυτό το σπίτι;»
Ο Στάθης κατέβασε το δικό του βλέμμα. Κούνησε τα χέρια του και ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν ξέρω, δεν… Απλά, πρέπει να το κάνω. Κάτι μου διαφεύγει, αλλά είμαι σίγουρος ότι πρέπει να πάω». Πριν του πει κάτι άλλο, την κοίταξε ξανά, της έπιασε το χέρι και της είπε «Έχε μου εμπιστοσύνη, οκέι;»
Φαινόταν πράγματι σίγουρος, η Άννα όφειλε να το παραδεχτεί.
Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ…
Κατένευσε. «Οκέι» του είπε. «Οκέι. Σε εμπιστεύομαι».
«Ωραία. Ωραία». Της φίλησε το χέρι και σηκώθηκε για να τη φιλήσει στο στόμα. Έπειτα, κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο.
«Στάθη; Να σου πω ένα μυστικό;»
Αυτός γύρισε προς εκείνη.
Η Άννα έκανε τα χέρια της χωνί και είπε όσο πιο ήσυχα μπορούσε «Δεν είσαι υποχρεωμένος να πας». Και του έκλεισε το μάτι.
Το απόγευμα, πριν σηκωθεί ο Κώστας, ο Στάθης βγήκε από το σπίτι. Ήταν ξεκούραστος και ντυμένος με μια κοντομάνικη μπλούζα, τη βερμούδα και τις σαγιονάρες του. Βγήκε από την αυλόπορτα και έριξε μια ματιά τριγύρω, κυρίως προς το δρόμο. Πέρασαν τρία τέσσερα οχήματα, αλλά χωρίς να σταματήσουν.
Άκουγε κελαηδίσματα, φύλλα που θρόιζαν, μια ή δύο γάτες που νιαούριζαν. Και τον αλλόκοτο θόρυβο: Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ…
Πλησίασε το άλλο σπίτι. Δοκίμασε την αυλόπορτα –κλειδωμένη. Αλλά τα κάγκελα έφταναν περίπου ως τον καβάλο του και ήταν φτιαγμένα με τέτοιο τρόπο ώστε μπορούσε και παιδί να τα σκαρφαλώσει.
Κι αυτό έκανε ο Στάθης και πέρασε στον περίβολο του σπιτιού. Αφουγκράστηκε, αλλά μόνο ο παράξενος ήχος ακουγόταν.
Περπάτησε κατά μήκος του εξωτερικού διαδρόμου, μακριά από το γκαράζ. Ο ήχος ολοένα και δυνάμωνε.
«Είναι κανείς εδώ;» φώναξε.
Δεν πήρε απάντηση.
Πέρασε από δύο παράθυρα, αλλά δεν μπορούσε να δει κάτι. Στο τρίτο, όμως, σταμάτησε για περισσότερη ώρα. Γιατί ήταν ανοιχτό.
Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ…
Ο Στάθης κοίταξε μέσα. Ήταν το μπάνιο του σπιτιού: λεκάνη, νιπτήρας, καθρέπτης, μια πόρτα που οδηγούσε στους άλλους χώρους.
«Είναι κανείς εδώ;» ρώτησε ξανά.
Καμιά απάντηση.
Άνοιξε το φακό του κινητού του και πιάστηκε από το κούφωμα του παραθύρου. Σκέφτηκε να σκαρφαλώσει. Ήταν λίγο πιο ψηλά από τα κάγκελα. Αλλά το άνοιγμα ήταν καλό, θα τον χωρούσε –άλλωστε, μετά βίας έφτανε τα εβδομήντα κιλά.
Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ…
Φώναξε και πάλι.
Μάταιος κόπος.
«Δε γαμιέται» είπε και με λίγη προσπάθεια βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα του μπάνιου.
Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ…
Έβγαλε το κινητό και προχώρησε, δοκιμάζοντας να σηκώσει όποιο διακόπτη έβρισκε. Αλλά δεν άναψε άλλο φως. Είχε μόνο το κινητό του.
«Κυρία Φανή;» φώναξε.
Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ…
Περπάτησε ως την πηγή του ήχου. Όμως, χρειάστηκε να καλύψει με τα χέρια τα αυτιά του, γιατί ο ήχος γινόταν ανυπόφορος.
«Κυρία… Φα-νή;»
Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ… Μπζζζτ…
«Κυρία;…»
Τότε είδε από πού πήγαζε ο ήχος.
Η οθόνη μιας παλιομοδίτικης τηλεόρασης στην μέση του σαλονιού ήταν ανοιχτή και τρεμόπαιζε σε ένα βαθύ γαλάζιο χρωματισμό, που διακοπτόταν από λευκές κάθετες γραμμές. Έβγαινε και μια άλλη λάμψη, από ένα καλώδιο της τηλεόρασης.
Ο Στάθης όρμησε και, σφίγγοντας τα δόντια από την ένταση του ήχου, την έσβησε, ενώ της έβγαλε και το καλώδιο.
Και μπόρεσε να ηρεμήσει από το αδιάκοπο ηχητικό σφυροκόπημα.
Ατένισε την τηλεόραση με το φως του κινητού του. «Εσύ δημιουργούσες όλον αυτό τον πανικό;» ρώτησε.
Τουκτ-τουκτ
Ο Στάθης έβγαλε μια κραυγή και στράφηκε.
Η ηλικιωμένη γυναίκα στεκόταν απέναντί του. Φορούσε το ίδιο γκρι φόρεμα. Μόνο που τώρα, υπό το φως του τηλεφώνου του, ο Στάθης μπορούσε να δει πως το δέρμα στο πρόσωπο, τα χέρια και τα πόδια ήταν σακουλιασμένο και γεμάτο σκούρες κηλίδες. Τα μάτια της ήταν μικρά και έμοιαζαν σαν να τα είχε μπήξει κάποιος μέσα στο κρανίο, ενώ το τσιγάρο έκαιγε στην άκρη των χειλιών της.
Στεκόταν εκεί και τον κοιτούσε.
Και εμπόδιζε την οποιαδήποτε απόπειρα να φτάσει ως την πόρτα.
«Κυρία Φανή; Εσείς είστε;» τη ρώτησε.
«Ναι, μικρέ Στάθη» του απάντησε με ψιθυριστή φωνή. «Εγώ. Μόνο εγώ». Και μετά, έκρωξε σαν πουλί. «Ή αυτό θα ήθελες».
Ο Στάθης δεν κατάλαβε τι εννοούσε η γυναίκα, αλλά σκέφτηκε ότι όντας τόσο μεγάλη σε ηλικία, πιθανότατα να είχε εμφανίσει Αλτσχάιμερ ή άνοια ή κάτι τέτοιο. «Τι; Είστε… είστε καλά; Έχω να σας δω πολλά χρόνια…»
«Και τι, σου έλειψα, νεαρέ;»
«Εννοώ…»
«Δεν έχει σημασία τι εννοείς. Δεν ξέρεις πού είσαι, έτσι δεν είναι; Δεν έχεις ιδέα τι συμβαίνει εδώ, σωστά; Η γιαγιά σου δεν σου είπε ποτέ, ούτε κανένας άλλος εδώ. Ήσουν μικρός όταν σταμάτησες να έρχεσαι στον Υγρόκαμπο».
«Δεν καταλαβαίνω…»
«Το ξέρω, παλικάρι μου. Το ξέρω». Η γυναίκα ένευσε. Αναστέναξε, βγάζοντας πολύ καπνό από μέσα της. Σήκωσε το χέρι και έδειξε την τηλεόραση.
Και τότε ο Στάθης τρόμαξε ξανά, καθώς η οθόνη ενεργοποιήθηκε.
«Κοίτα» τον διέταξε. «Κοίτα τι περιμένει τούτο τον κόσμο».
Ο Στάθης κοίταξε.
Και γούρλωσε τα μάτια του.
Σαν να υπήρχε κάμερα κάπου ψηλά στο δωμάτιο, είδε την Άννα και τον Κώστα, να κοιμούνται γαλήνια στο κρεβάτι του μικρού, όπως τους είχε αφήσει προ ολίγου.
Και μετά… το πλάνο μετακινήθηκε… μια φορά, δύο, τρεις… πλησίαζε προς την μητέρα και τον γιο… κοιτώντας τους από ψηλά… Και κάτι ακουγόταν, κάτι που ο Στάθης δεν μπορούσε να το διανοηθεί.
«Όχι» ψέλλισε. «Όχι… Τι… Τι συμβαίνει;» Έσκυψε και έπιασε στις χούφτες του την τηλεόραση, αφήνοντας το κινητό του να πέσει στο πάτωμα.
«Υπάρχουν κόσμοι» είπε η ηλικιωμένη γυναίκα, πίσω του. «Πέραν από το δικό μας. Και πλάσματα που περιμένουν να εισέλθουν σε όλους τους κόσμους. Θεοί! Αρκεί να βρεις και να ανοίξεις τις πύλες. Έψαχνα τόσα πολλά χρόνια, που δεν θυμάμαι καν από πού ξεκίνησα και πότε κατέληξα στον Υγρόκαμπο, όπου όλοι με απέφευγαν. Και εμένα και τον νεκρό άντρα μου». Έκρωξε πάλι. «Ένα τόσο μικρό μέρος, με τέτοιο όνομα. Ποιος θα το σκεφτόταν ότι κρύβει μια πύλη προς μια άλλη διάσταση; Και πως ένας θεός περιμένει να του πούμε να έρθει…»
«Όχι! Άννα, Κώστα! Ξυπνήστε! ΞυπνήΣΤΕ! ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕ!» ούρλιαζε ο Στάθης, κλαίγοντας. Ταρακούνησε την τηλεόραση, καθώς έβλεπε το πλάνο να κατεβαίνει προς την γυναίκα και τον γιο του. «ΟΧΙΙΙΙΙ!»
Ακούστηκαν κι άλλα ουρλιαχτά: από την ίδια την Άννα και τον Κώστα. Οι οποίοι βρίσκονταν στον αέρα και πλησίαζαν προς την τηλεόραση.
«Όχι… όχι» έκλαψε ο Στάθης και χάιδεψε παρατημένος την οθόνη. Είπε στην Φανή «Σε παρακαλώ… μην… μην τους σκοτώσεις… Σε παρακαλώ…»
«Εκείνον παρακάλα. Εκείνον Που Θα Βγει Από Τις Φλόγες. Εκείνον Που Θα Έρθει Για Εμάς. Το ηφαίστειο του Βρώσου θα εκραγεί σύντομα, παλικάρι μου. Και Αυτός θα βγει από τα σπλάχνα του…»
«ΟΧΙ!»
Ο Στάθης σηκώθηκε απότομα και επιτέθηκε στην Φανή. Άρπαξε το κεφάλι της και φώναξε «Ποιο ηφαίστειο; Ποιο ηφαίστειο; Δεν υπάρχει ηφαίστειο εδώ! Το βουνό του Υγρόκαμπου δεν… έχει… ΓΑΜΗΜΕΝΟ… ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ! ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ;»
Εκείνη του χαμογέλασε και φύσηξε καπνό στο πρόσωπό του. «Δεν σου είπαν ποτέ τίποτα. Για να σε προστατέψουν. Έφυγες και δεν έμαθες για τότε. Για εκείνη την ημέρα που παραλίγο να μπεις εδώ και να σε δώσω σε Εκείνον, όπως κάνω κάπου-κάπου και με άλλους, που κάνουν το σφάλμα να έρθουν και να δουν τι ακούγεται από το σπίτι μου. Γιατί, βλέπεις, Εκείνος χρειάζεται τροφή, για να γίνει πανίσχυρος και να μπορέσει και μόνος του να διαβεί το κατώφλι. Τρέφεται από ανθρώπους που τον αντικρίζουν και τρελαίνονται. Αλλά εσύ δεν πρόλαβες να τον δεις, γιατί σε άρπαξε ο πατέρας σου, πριν από εμένα. Και δεν σου είπαν… ή δεν θυμάσαι; Ήσουν πολύ μικρός όταν…»
Αλλά ο Στάθης δεν την άκουγε πια. Γιατί τα ουρλιαχτά του γιου και της γυναίκας του έγινε πιο ηχηρά. Άφησε την Φανή και έσπευσε στην τηλεόραση.
Και έμεινε άφωνος.
Γιατί στα μάτια της γυναίκας και του γιου του είδε μια μορφή ή Κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ του να περιγράψει. Ένα σκοτεινό Ον που γέμιζε τα βλέμματα όσων έκαναν το λάθος να βρεθούν κοντά του. Ένα πανάρχαιο Κακό που δεν έπρεπε να ιδωθεί από κανένα θνητό πλάσμα.
Και τότε θυμήθηκε τι του είχε πει η γιαγιά του: Μην πας ποτέ σε αυτό το σπίτι, Στάθη. Είναι τρομερό, διαβολικό. Κατοικείται από ανθρώπους που δεν πρέπει να συναντήσεις. Θέλουν το κακό μας, το κακό όλων. Έχω δει να μπαίνουν άνθρωποι εκεί και να βγαίνουν, να τους βγάζουν σαν… σαν άψυχα πράγματα. Δεν είπα τίποτα, ούτε εγώ, ούτε ο πατέρας σου, ούτε όσοι άλλοι ξέρουν, γιατί τους φοβόμαστε. Φοβόμαστε τι μπορούν να μας κάνουν. Τι μπορούν να κάνουν σε όποιον μπει στο χώρο τους. Μείνε μακριά τους, Στάθη.
Σάλια έσταξαν από το στόμα του Στάθη στο δάπεδο και ανακατεύτηκαν με τα δάκρυά του. Ούρα σκούρυναν το παντελόνι του και διέτρεξαν τα πόδια του σαν μικρά κίτρινα σκουλήκια.
«Ό-χι».
Όταν χάθηκαν ο Κώστας και η Άννα, ο Στάθης έπεσε αναίσθητος.
Τον βρήκε ο Κώστας. Ήταν πεσμένος στην αυλή τους και φαινόταν να κοιμάται. Ο μικρός ειδοποίησε αμέσως την μαμά του, η οποία προσπάθησε να συνεφέρει τον άντρα της, χωρίς αποτέλεσμα. Αλλά ανέπνεε, κι αυτό της έδωσε ελπίδα. Έτσι, πήρε τηλέφωνο το 166 και λίγη ώρα μετά ένα ασθενοφόρο έφτασε στον Υγρόκαμπο.
Η Άννα το ακολούθησε, μαζί με τον Κώστα, με το αμάξι τους. Προσπαθούσε να διατηρήσει την ψυχραιμία της και ταυτόχρονα να παρηγορήσει τον γιο της, αλλά και να σκεφτεί τι μπορεί να είχε γίνει, τι μπορεί να είχε πάθει ο Στάθης.
Μάνα και γιος έφυγαν από τον Υγρόκαμπο.
Μια μέρα μετά, οι κάτοικοι της κωμόπολης βγήκαν από τα σπίτια ή τα μαγαζιά τους, σταμάτησαν κάθε ασχολία και κοίταξαν πρώτα με περιέργεια, αλλά μετέπειτα με τρόμο προς τον Βρώσο.
Καπνός έβγαινε από την κορυφή του και κοκκινωπή λάβα χυνόταν από την τρύπα που είχε ανοιχτεί.
Παρέλυσαν στη στιγμή και είδαν το Πράγμα που βγήκε σε τούτο τον κόσμο.
Κάποιοι από αυτούς, κυρίως όσοι έμεναν κοντά στην εκκλησία, άκουσαν και ένα ηχηρό τρόπον τινά ανθρώπινο κρώξιμο.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
