Η Λευκή Πριγκίπισσα – 2 / Φινάλε

Προηγούμενο

Λευκή

Κάθε φορά που ανοίγω τα μάτια μου, δεν μπορώ να πιστέψω πως αυτό είναι αληθινό. Κάθε φορά που ξυπνάω, τσιμπιέμαι για να σιγουρευτώ πως όλο αυτό δεν είναι όνειρο. Ξυπνάω από τον ήχο των κυμάτων που σκάνε στην μεγάλη μας βεράντα σε αυτήν την μικρή χώρα της Ευρώπης. Αυτήν την απόδραση εγώ την ονομάζω ταξίδι του μέλιτος, ενώ εκείνος ταξίδι για δουλειά. Φυσικά μένουμε σε διαφορετικά υπνοδωμάτια.

Ένας μήνας μακριά από το Αφγανιστάν και αυτό το ονομάζω παράδεισο! Είναι τόσα που πρέπει να συνηθίσω για να μην φαίνομαι περίεργη στον έξω κόσμο.

Φεύγοντας από το Αφγανιστάν, όλοι περίμεναν για αυτήν την ολοκλήρωση του γάμου. Όταν την επόμενη μέρα η Μπαχά συνειδητοποίησε πως στο κρεβάτι τα σεντόνια παρέμειναν υπέροχα λευκά, ταράχτηκε. Όλοι θα περίμεναν έναν απόγονο αργά ή γρήγορα και με αυτόν τον τρόπο δεν θα ερχόταν. Η Μπαχά, με τις φαεινές ιδέες της, αποφάσισε να σφάξει μια κότα για λίγο αίμα και έτσι μείναμε όλοι ήσυχοι, εκτός από τον Ορφέα, που μόρφασε στην πληροφορία αυτή. Δεν ήταν δα και τόσο τρομερό. Το τρομερό ήταν πως ο σύζυγός μου δεν ήθελε να με αγγίξει, επιβεβαιώνοντας τα λόγια όλων όσων με αποκαλούσαν φρικιό χρόνια τώρα. Έβγαινα και εγώ από την δύσκολη θέση με αυτόν τον τρόπο, αλλά αργά η γρήγορα θα περίμεναν όλοι έναν απόγονο. Φυσικά αν η εγκυμοσύνη δεν ερχόταν, θα έφταιγα εγώ. Έτσι συνηθίζεται.

Το δροσερό αεράκι μπήκε από τις ημιδιαφανές κουρτίνες. Δεν κλείνω τα παντζούρια το βράδυ. Προτιμώ να ξυπνάω με το πρώτο φως της ημέρας. Έχω τόσα να κάνω, ακόμη και χωρίς τον Ορφέα που λείπει τον περισσότερο χρόνο της ημέρας. Έχω καταλάβει, για την ακρίβεια ξέρω, πως οι δουλειές του δεν έχουν τίποτα το καθαρό. Και μόνο που έχει παρτίδες με τον πατέρα μου, αυτό τα λέει όλα.

Το πρώτο πράγμα που κάνω, είναι να ανοίξω την καφετιέρα και να την αφήσω να τρέχει καφέ, ώσπου το δωμάτιο γεμίσει από αυτό το υπέροχο άρωμα. Μετά, προσπαθώ ακόμη να μάθω αυτό το μαραφέτι που μου έδωσε ο Ορφέας. Ένα κινητό τηλέφωνο, που δεν είχα ιδέα πόσα πολλά πράγματα μπορείς να κάνεις με αυτό.

Η αλήθεια είναι πως όσο και αν απολαμβάνω την ελευθερία μου, δεν είμαι τόσο θαρραλέα όσο φανταζόμουν. Δυσκολεύομαι να βρω έξω μόνη. Νιώθω πιο ασφαλής όταν είμαι με τον Ορφέα και αυτό συμβαίνει κάνα δυο φορές την εβδομάδα, επειδή έχει καταλάβει πως διστάζω να βγω έξω χωρίς εκείνον. Είναι σαν να μου κάνει χάρη.

Πρώτα πρώτα, η αλλαγή είναι τεράστια. Ξυπνάω και δεν χρειάζεται να με κρύψω, αν και από συνήθεια, φέρνω τα μακριά μαλλιά μπροστά μου ή έχω πάντα μαζί μου ένα φουλάρι. Η μετάβαση είναι απότομη. Από όταν ήρθαμε στην Μάλτα, έπρεπε να καταβάλω μεγάλη προσπάθεια για να προσαρμοστώ. Για την ακρίβεια, η αλλαγή ξεκίνησε πριν την Μάλτα. Από όταν μπήκαμε στο ιδιωτικό τζετ του Ορφέα, που μου δόθηκε μία τσάντα με ρούχα που δεν ήξερα καν πώς να τα συνδυάσω. Στην αρχή, αυτή η κίνηση μου φάνηκε πολύ τολμηρή, αλλά μετά που κυκλοφορήσαμε μαζί στην πόλη, συνειδητοποίησα πως ο κόσμος εδώ αφήνει το περισσότερο δέρμα του ακάλυπτο.

Σε γενικές γραμμές, ο Ορφέας προσπαθούσε να μου μάθει πολλά σε λίγες μέρες. Άλλαξα το στυλ μου. Ξαφνικά, βρέθηκα με τζιν και πουκάμισα, ψηλοτάκουνα παπούτσια και πανάκριβες τσάντες. Το βράδυ, αν προέκυπτε κάποια έξοδος, είχα να διαλέξω ανάμεσα σε δεκάδες φορέματα, αποκλείοντας πάντοτε τα κοντά. Δεν έχω συνηθίσει όταν κοιτάζομαι στον καθρέπτη να βλέπω… εμένα. Ακόμη και ο κόσμος έξω, με κοιτάζει περίεργα. Ο Ορφέας λέει πως φταίει το ιδιαίτερο χρώμα των ματιών μου, μα εγώ νομίζω πως δείχνω τρομακτική. Άλλη μία αλλαγή ήταν αυτή στα μαλλιά μου. Ο Ορφέας επέμενε να πω στην κομμώτρια πως το λευκό χρώμα των μαλλιών μου είναι βαμμένο, μιας και δεν έχουν δει ποτέ τα μάτια τους κάτι τέτοιο σε φυσική απόχρωση. Τα μαλλιά μου κόπηκαν ως το στήθος μου και ωφέλειες κόπηκαν στο μέτωπό μου. Για να μην μιλήσω για το μακιγιάζ… Η Ευρώπη μπορεί να είναι ελεύθερη χώρα, αλλά μπορώ να παρατηρήσω μέχρι και εδώ καταπιεστικές συμπεριφορές ως προς τις γυναίκες. Θέλουν να δείχνουν τέλειες. Το παρατήρησα και μέσα από τα περιοδικά και από αυτά τα χαζοκούτια που παρακολουθούν οι άνθρωποι κάθε ώρα της ημέρας. Η τελειότητα πλασάρεται παντού με τον δικό τους τρόπο. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί όλες θέλουν να δείχνουν τόσο όμορφες, τόσο βαμμένες, τόσο αδύνατες ή ψηλές. Και η καταπίεση είναι παντού με τον δικό της τρόπο.

Έναν μήνα τώρα οι σκέψεις αυτές περιστρέφουν το μυαλό μου. Ανοίγω το ημερολόγιό μου για να τα καταγράψω όλα αυτά. Ξεφυλλίζοντάς το, παρατηρώ πόσα μυστικά κρύβονται μέσα στο μαύρο τετράδιο και όλα αυτά για να μην ξεχάσω όπως θέλουν.

Όσο είμαι εδώ, τα οράματα έχουν σταματήσει και κοιμάμαι πιο ήσυχη. Σκέφτομαι πως αν δεν ήταν η Μπαχά και ο Αιμάν, δεν θα ήμουν εδώ. Όλα αυτά τα χρόνια, ήξερα πολύ καλά τις δουλειές του βασιλιά. Όχι μόνο μέσω των οραμάτων μου, αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που κρυφάκουγα. Επίσης, είχα τους δύο έμπιστους ανθρώπους μου. Την Μπαχά και τον Αιμάν.

Όσο ήμουν στο χρυσό κλουβί μου, δεν περίμενα από κανέναν άντρα να με βοηθήσει. Ο Αιμάν όμως το έκανε. Αν και κοντινός σύμβουλος του πατέρα μου, ήρθε με κάποιον τρόπο κοντά μου. Ίσως γιατί ήταν εκεί στα οράματά μου και σε κάθε φορά που ήθελαν να με κάνουν να τα ξεχάσω. Ο καλύτερος τρόπος για να κάνεις κάποιον να ξεχάσει, είναι να τον τρελάνεις. Να τον υπνωτίσεις και εγώ έπρεπε να δείχνω πως αυτό πιάνει.

Μέτα από κάθε όραμα που έβγαινε αληθινό, αρκετές δόσεις ηρωίνης σε μικρό διάστημα τρυπούσαν τα χέρια μου. Άλλος ένας λόγος που ταράχτηκα όταν έπρεπε να μάθω στον νέο τρόπο ντυσίματος. Οπότε, πάντα διαλέγω τα πουκάμισα που μπορούν να καλύψουν τα χέρια μου.

Ο Αιμάν, που μέσα σε αυτές τις κρίσεις είχε δει το πρόσωπό μου, είχε ζητήσει το χέρι μου από τον πατέρα μου. Μπορεί να μην ήταν ο πιο πλούσιος, αλλά οι ικανότητές του σαν σύμβουλος και ο τρόπος που ερμήνευε τα οράματά μου, θα μπορούσαν να τον καταστήσουν σύζυγό μου. Η απάντηση του βασιλιά ήταν αρνητική. Ο Αιμάν, που ήταν εκεί σε ένα από τα τελευταία όραματά μου, τους έδιωξε όλους, λέγοντας πως αυτός θα αναλάβει την κατάσταση μέχρι τέλους. Περίμενα υπομονετικά άλλη μία δόση που θα με έκανε να υποφέρω, αλλά δεν ήρθε. Αντιθέτως, προσπάθησε να με συνεφέρει και να κάνει μία συμφωνία μαζί μου. Την συμφωνία της ελευθερίας μου. Το όραμα είχε ήδη δοθεί. Ένα από τα κομβόι θα εξαφανιζόταν από χέρια αντρικά και επισκέπτες θα έρχονταν στο παλάτι. Δεν ήξερα από ποιον θα εξαφανιζόταν, έτσι ο Αιμάν μού είπε πως ήταν ένα όραμα που θα πραγματοποιούταν επιτηδευμένα από εμάς. Θα κανόνιζε να εξαφανίσει το κομβόι και θα έπρεπε να εκμεταλλευτώ την συνέχεια του οράματος. Έτσι και έκανα. Λίγες μέρες μετά, έπαιξα θέατρο. Το όραμα φρόντισα να είναι ξεκάθαρο. Ο άντρας που θα ερχόταν θα έπρεπε να με παντρευτεί, ώστε το έθνος μας να φέρει εις πέρας την αποστολή του. Η αποστολή αναφερόταν σε εκείνη των Ταλιμπάν που με την βοήθεια του Ευρωπαίου, το Ισλάμ θα εξαπλωνόταν σε όλες τις Ηπείρους. Όταν το όραμα μεταφέρθηκε στον βασιλιά, για πρώτη φορά δεν έδινε δεκάρα για εμένα και τα οράματά μου, αν ήταν έτσι να επιτύχει τον στόχο του. Μόνο που έτσι, θα επιτύγχανα εγώ τον δικό μου. Είχα φτιάξει ένα σύγχρονο δούρειο ίππο. Οι Ευρωπαίου θα έμπαιναν στο παλάτι και από εκεί και πέρα όλα θα ήταν εύκολα.

Όταν όλα έγιναν με βάση το σχέδιο, πριν φύγω από το παλάτι, ο Αιμάν μου εξομολογήθηκε τον έρωτά του για εμένα και πως θα έρθει να με βρει όταν όλα τελειώσουν. Ήμουν πολύ ευγνώμων για όλα όσα έκανε για εμένα, αλλά δεν μπορούσα να ανταποκριθώ στα λόγια του όταν καλά καλά δεν ήξερα την σημασία τους. Όσο για το “όταν όλα τελειώσουν”… πολύ φοβόμουν την κατάληξη που εννοούσε.

Δεν κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα, αφού παρασύρθηκα γράφοντας και διαβάζοντας το ημερολόγιό μου. Η πόρτα χτύπησε απαλά και πριν προλάβω να απαντήσω, παρατήρησα πως ήμουν ακόμη με το μαύρο νυχτικό και την μεταξωτή ασορτί ρόμπα.
«Ενοχλώ;» εμφανίστηκε στην πόρτα ο Ορφέας με ένα γκρι κοστούμι και κάτι σφίχτηκε μέσα μου
«Γεια» είπα αμήχανα και ένιωσα να με κοιτάει από πάνω προς τα κάτω όπως καθόμουν στο γραφείο με τα πόδια σταυροπόδι να είναι ακάλυπτα. Πρώτη φορά με έβλεπε έτσι.
«Ε, σκεφτόμουν…» είπε τρίβοντας το ελαφρώς αξύριστο πιγούνι του, «Είναι Παρασκευή και απόψε έχει θερινό σινεμά. Φαντάστηκα πως θα σου άρεσε. Είναι μία γλυκανάλατη ταινία από αυτές που αρέσουν σε εσάς τις γυναίκες» λέει χαμογελώντας
«Δεν έχω πάει ποτέ σινεμά» λέω φυσικά. Ακόμη και την πρώτη ταινία την είχα δει μαζί του εδώ, στο σπίτι, όταν καθόμασταν σε διαφορετικούς καναπέδες με ποπ κορν. Μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον να βλέπω σκηνές δράσης και απαγωγές που έφταναν την αγωνία στα ύψη. Ήταν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα που έχω κάνει στην ζωή μου, όσο απλοϊκό και αν ακούγεται αυτό.
«Α…» απαντάει ο Ορφέας μαγκωμένος «θα ήθελες;»
Κουνάω το κεφάλι μου καταφατικά πολλές φορές από τον ενθουσιασμό.
«Εντάξει λοιπόν. Θα σε περιμένω κάτω στις εννιά» λέει και υποχωρεί με ένα ελαφρύ κλείσιμο στην πόρτα
Για κάποιο λόγο απόψε ήθελα να βάλω κάτι που να φαίνομαι όμορφη. Επίσης, είναι μια καλή ευκαιρία για να μάθω να χρησιμοποιώ όλα αυτά τα καλλυντικά που μου έχουν δοθεί.

Ορφέας

Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να την σκέφτομαι με τόσους τρόπους μέσα στην μέρα. Θέλω να πω, είναι απλώς μια όμορφη κοπέλα. Τίποτα παραπάνω. Δεν είναι δα και η πρώτη που βλέπω. Αλλά κάτι με τραβάει σε εκείνη. Μοιάζει με ανεξερεύνητη θάλασσα.

Όσο την περιμένω στο μεγάλο σαλόνι που έχει θέα την θάλασσα, βάζω ένα ποτήρι κρασί και το απολαμβάνω αργά με απαλή μουσική που δεν παρατηρώ καν τον ήχο όταν φτάνει στα αυτιά μου. Θα μπορούσα να δουλεύω τώρα, αλλά δεν έχω κέφι. Αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ παλαιότερα. Όποτε, τι με έχει πιάσει τώρα; Μάλλον χρειάζομαι ξεκούραση που δεν έχω δώσει ποτέ ως τώρα στον εαυτό μου.

Όταν πια περνάει η ώρα και χωρίς να το καταλάβω, ένας ήχος με επαναφέρει από τις σκέψεις μου. Σαν να ακούω τακούνια. Όχι σαν. Είναι ήχος από τακούνια. Γυρνάω το κεφάλι μου και μετά βίας κρατιέμαι να μην αναρωτηθώ ποια γυναίκα είναι αυτή. Η γυναίκα μου… ντυμένη στα λευκά. Λινά λευκά ρούχα που πέφτουν κομψά γύρω από το σώμα της. Μαύρα ψηλά πέδιλα και έντονο μακιγιάζ με χείλη στο χρώμα της μαυροδάφνης.
«Δεν ήμουν σίγουρη τι φοράμε για να πάνε στο σινεμά» λέει χωρίς να κάνει κάποια ερώτηση, αλλά καταλαβαίνω πως θέλει την επιβεβαίωση για αυτά που φοράει.
«Είσαι… τέλεια» καταφέρνω να πω χωρίς να είμαι σίγουρος αν χρησιμοποιώ τις κατάλληλες λέξεις.
Το χαμόγελό της απλώθηκε στο αλαβάστρινο πρόσωπό της. Άπλωσα το χέρι μου για να με ακολουθήσει, πράγμα που δεν είχε ξαναγίνει. Η σωματική επαφή με κάνει να νιώθω κάπως άβολα μαζί της. Ίσως επειδή ξέρω από πού προέρχεται και ποσό ασυνήθιστο είναι αυτό για εκείνη.

Λευκή

Προσπαθώ να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας, μόνο και μόνο για να μην χάσω κάποιο καρέ. Έχω μείνει με το στόμα ανοιχτό και συνειδητοποιώ πόσα χρόνια διασκέδασης έχω χάσει. Και αυτή η ταινία είναι πολύ διαφορετική από την προηγούμενη. Έχει κάτι το ρομαντικό και το τρυφερό και… και το ερωτικό. Κάποιες σκηνές με έκαναν να νιώσω άβολα. Χάρηκα όταν το σκοτάδι απλώθηκε για τα καλά γύρω μας, έτσι δεν χρειαζόταν να ντρέπομαι για αυτά που βλέπω. Πού να ήξερα πως το γυμνό είναι κάτι τόσο σύνηθες για τους ανθρώπους εδώ; Και ο τρόπος που το ζευγάρι αυτό αγγιζόταν στην τεράστια οθόνη δεν μου θύμιζε τίποτα, μα θέλω να το νιώσω με τον άνθρωπο που κάθεται δίπλα μου. Με τον Ορφέα. Αφού είμαστε παντρεμένοι, γιατί να κοιμόμαστε χώρια; Κάτι τέτοιο δεν τον έχω ρωτήσει όσο και αν θέλω. Και είναι πολλά αυτά που θέλω να τον ρωτήσω, αλλά υποχωρώ για ακόμη μια φορά κρατώντας τα πάντα μέσα στο μυαλό μου, αφήνοντάς τα να πλάθονται μόνα τους.

Όταν η ταινία τελείωσε, μού πρότεινε να πάμε για φαγητό. Πώς να έλεγα όχι, όταν θα μπορούσα να έχω παραπάνω χρόνο μαζί του;

Περπατώντας στην Βαλέτα, παρατηρούσα τα αδιάκριτα βλέμματα των γυναικών να πέφτουν πάνω του και αναρωτήθηκα πώς το έκαναν αυτό χωρίς καμία ντροπή και δισταγμό. Ακόμα και όταν κάποιο βλέμμα από άντρα έπεφτε πάνω μου, ένιωθα πως ήθελα να κρυφτώ. Ένιωθα άβολα και δεν μου άρεσε, πόσο μάλλον όταν συνοδεύομαι από τον Ορφέα. Μετά από μια μεγάλη νύχτα, που με έπεισε να πιω κρασί για πρώτη φορά στην ζωή μου (μιας και το αλκοόλ είναι απαγορευμένο στο Ισλάμ) γυρίσαμε σπίτι αργά. Σχεδόν ξημέρωμα μπορώ να πω. Που αυτό ίσως να μεταφράζεται και ως νωρίς το πρωί.

Ένιωσα χαλαρή και έφταιγε σίγουρα το κρασί για αυτό. Το ίδιο φάνηκε να δείχνει και ο Ορφέας, που έδειχνε πανέμορφος μέσα στο γαλάζιο πουκάμισό του με το άσπρο παντελόνι.

Με το που φτάσαμε σπίτι, έλυσα τα πέδιλά μου που με είχαν πονέσει πια. Ο Ορφέας προχώρησε προς την κουζίνα χωρίς να χρειαστεί να ανάψει κάποιο φως, μιας και ο ουρανός άρχισε ήδη να ξεντύνεται από το μαύρο της νύχτας.

Ακόμα και ο τρόπος που πίνει νερό από το μπουκάλι είναι κάπως… μού προκαλεί κάτι που δεν θέλω να σταματήσω να τον κοιτάζω.
«Ορφέα» λέω απαλά χωρίς να υπολογίζω πως όσα πω θα ακουστούν δυνατά «γιατί δεν έχουμε κάνει ακόμα αυτό που έκανε το ζευγάρι στην ταινία;»

Πνίγεται με το νερό. Και με κοιτάει με γουρλωμένα μάτια.
Σιωπή. Ησυχία.
Και αν δεν τον ελκύω; Βασική προϋπόθεση του Δυτικού κόσμου.

Αφήνει το μπουκάλι στην άκρη και με πλησιάζει αργά με τα μάτια μας να μιλούν. Μακάρι να μου έλεγε τι σκέφτεται. Τα βήματά του όλο και μεγαλώνουν. Χωρίς να το καταλάβω κάνω πίσω, μέχρι που κολλάω επάνω στον δροσερό τοίχο. Ο Ορφέας με πλησιάζει, βάζοντας τις παλάμες του δεξιά και αριστερά από το κεφάλι μου, εγκλωβίζοντάς με στον εαυτό του. Και στον δικό μου εαυτό. Τόσο όμορφο εγκλωβισμό δεν έχω ξαναζήσει. Και έχω περάσει ολόκληρα εικοσιτέσσερα χρόνια σε έναν εγκλωβισμό πολυτελείας.

«Τι θες από εμένα Λευκή;» ρωτάει πλησιάζοντας επικίνδυνα τα χείλη του στα δικά μου. Μπορώ και διακρίνω τις ελαφριές ρυτίδες που σχηματίζουν τα χείλη του όταν χαμογελάει. Αυτές τις λίγες φορές που χαμογελάει, αφού τις περισσότερες φορές δείχνει θλιμμένος. Θέλω πολύ να μάθω γιατί δείχνει θλιμμένος ένας άντρας που τα έχει όλα. Μα δεν τολμάω να το κάνω αυτό.
«Δεν- δεν ξέρω» νιώθω μπερδεμένη και δεν έχω απάντηση στα συναισθήματά μου.
«Μήπως αυτό;» ρωτάει και πριν το καταλάβω, νιώθω τα χείλη μας να ενώνονται σαν κομμάτια από ένα σκορπισμένο παζλ.

Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω ή πώς να κινηθώ. Το μόνο που νιώθω είναι έναν ηλεκτρισμό να με διακυβεύει ολόκληρη. Τα χέρια του δεν μένουν πια δίπλα στο κεφάλι μου. Ακουμπάνε τα μάγουλά μου και όσο οι παλάμες του μετακινούνται προς τον λαιμό μου, η ένταση όλο και μεγαλώνει. Σαν να ανέβηκε ξαφνικά η θερμοκρασία και αυτά που φοράω που φαίνονται πολλά.

Διστακτικά πιάνω το πουκάμισό του σαν να χρειάζομαι να κρατηθώ από κάπου. Προσεύχομαι αυτό το φιλί να κρατήσει για πάντα. Δεν συμβαίνει όμως.
«Λευκή. Γιατί το ζήτησες αυτό;»
Πώς εξηγώ κάτι τέτοιο;
«Δεν έπρεπε;» νιώθω κάπως ντροπιασμένη.
«Το ήθελες;»
Όλες οι ερωτήσεις μας έχουν για απάντηση μια ερώτηση.
«Πολύ» λέω χαμηλώνοντας το βλέμμα.
Μου ανασηκώνει το κεφάλι με τα ακροδάχτυλά του κάνοντας με να τον κοιτάξω.
«Έλα μαζί μου» λέει χαμηλόφωνα δίπλα στο αυτί μου και νιώθω ένα σφίξιμο στο στομάχι μου.

Δεν συνηθίζω να εμπιστεύομαι ανθρώπους, όταν εκείνοι μόνο με εκμεταλλεύονταν, αλλά για κάποιον λόγο ο,τι και αν μου ζητήσει ο Ορφέας εγώ θα του το δώσω. Νιώθω ασφάλεια και ζεστασιά δίπλα του.

Με πηγαίνει ως την κάμαρά του που χωροταξικά είναι όμοια με την δίκη μου, απλώς είναι σε πιο σκούρα χρώματα. Επιπλέον μυρίζει με το άρωμά του. Σανταλόξυλο και κανέλα.
Κάπως έτσι, ζούμε την πρώτη νύχτα του γάμου έναν μήνα μετά και όλα είναι πολύ καλύτερα από ό,τι μου είχε περιγράψει η Μπαχά. Όλα είναι πολύ καλύτερα από ότι τα είχα φανταστεί. Αφήνομαι σε εκείνον και δείχνει να τα κάνει όλα με δεξιότητα και προσοχή. Θα είναι άραγε έτσι πάντα ή μόνο στην αρχή;

Ορφέας

Εγώ στην κουζίνα να μαγειρεύω. Το είδαμε και αυτό! Αλλά τι να κάνω; Τα Σαββατοκύριακα η γυναίκα για το σπίτι λείπει, όποτε δεν μπορούμε να μείνουμε και νηστικοί. Εξάλλου, είναι το τελευταίο Σαββατοκύριακο στην Μάλτα. Αύριο φεύγουμε για Ελλάδα. Οι δουλειές εδώ τελείωσαν και από την Αθήνα θα μπορώ να ελέγχω καλύτερα τα πράγματα. Ειδικά τώρα που οι δουλειές στην Μέση Ανατολή τρέχουν με τρελή ταχύτητα. Αυτά μου έκανε ο γάμος. Άνοιξε μέτωπα. Ήθελα να ‘ξέρα τι θα τα κάνει τόσα όπλα ο Σάχης. Σκασίλα μου! Το χρήμα ρέει και όσο ρέει, εμένα δεν με νοιάζει.

Αρχίζω να τραγουδάω, πράγμα που συμβαίνει σπάνια. Μόνο όταν είμαι σε πολύ καλά κέφια. Είμαι; Ναι. Είμαι. Τα πράγματα άλλαξαν πολύ σε μια νύχτα. Δεν είμαι παρορμητικός και ούτε πλανεύομαι από σειρήνες, αλλά τούτη η κοπέλα έγινε μία. Έγιναν όλα πολύ συνειδητά και αυτό με τρομάζει. Ποια είναι αυτή η γυναίκα, τέλος πάντων; Με μια συμφωνία άρχισαν όλα και από όταν την παντρεύτηκα πέφτω με την σκέψη της στο μαξιλάρι μου. Περισσότερο ένιωθα προστατευτικός απέναντι της, αλλά είχα μια συνεχή ανάγκη να βρίσκομαι δίπλα της φροντίζοντάς την. Ίσως από την εικόνα που είχε αποτυπωθεί στο μυαλό μου από την πρώτη νύχτα στο παλάτι. Και αν όλο αυτό το είχα φανταστεί; Όχι, όχι. Όλα είχαν συμβεί και ήταν αληθινά. Θέλω να την ρωτήσω για τα σημάδια στα χέρια της. Δεν μπόρεσα χθες. Θα την έφερνα σε δύσκολη θέση, αλλά δεν βγαίνει από το μυαλό μου η ιδέα πως κάτι συμβαίνει. Δεν είναι μια απλή πριγκίπισσα. Δεν είχε μόνο αυτόν τον ρόλο στο παλάτι. Εξυπηρετούσε κάποιον σκοπό, απλώς δεν ξέρω ποιον.
«Τραγουδάς» λέει η φωνή πίσω μου, όσο πράγματι τραγουδάω και έχω χαθεί στις σκέψεις μου.
«Ναι» χαμογελάω όσο βγάζω τα αυγά από το τηγάνι. «Το κάνω καμία φορά»
«Τραγουδάς ωραία» δείχνει εντυπωσιασμένη και δεν ξέρω αν αυτό είναι το μεγαλύτερο μου χάρισμα.
«Ευχαριστώ» της δείχνω την καρέκλα για να καθίσει. «Καφέ;»
«Έπρεπε να με ξυπνήσεις να σε βοηθήσω» λέει ενοχικά και ξέρω πού το πάει.
«Λευκή, μπορώ και μόνος» αποφασίζω να της γεμίσω την κούπα καφέ πριν σηκωθεί για να το κάνει μόνη.
«Ξέρεις, δεν συνηθίζεται όλο αυτό στο Αφγανιστάν»
«Ποιο; Το να σου κάνω έρωτα ή να σου φτιάχνω πρωινό;»
Κοκκινίζει μην έχοντας τι να πει, αλλά εγώ το διασκεδάζω.
«Το δεύτερο» λέει παίρνοντας τον καφέ στα χέρια της. Φοράει μια μακριά ρόμπα και αυτό είναι όλο.

Πρέπει να την ρωτήσω. Τώρα.
«Λευκή. Σχετικά με χθες…» ξεκινάω να λέω αλλά με διακόπτει αμέσως.
«Ήταν υπέροχα. Δεν ξέρω αν το μετάνιωσες, αλλά εγώ όχι»

Ένα κύμα ανακούφισης με πλημμυρίζει και το στήθος μου ξεφουσκώνει από την ανάσα που κρατούσα εκεί.
«Δεν έχω μετανιώσει τίποτα. Και χαίρομαι που σου άρεσε» κάνω τον γύρο του πάγκου πλησιάζοντάς την.
«Δηλαδή… θα το έκανες ξανά αυτό μαζί μου;» ρωτάει και δεν έχει καταλάβει πόσο ποθητή μού είναι.
«Για πολλές νύχτες της ζωής μου»
Τα λόγια βγαίνουν χωρίς να τα επεξεργαστώ. Είναι απλά οι σκέψεις μου. Η αλήθεια μου. Εγώ.

Περνάμε την μέρα μαζί στο κρεβάτι. Αν περνούσα την μέρα εγώ μόνος στο κρεβάτι θα ήταν μια μέρα χαμένη. Μια μέρα μη παραγωγική και μη δημιουργική και θα τιμωρούσα τον εαυτό μου για αυτό. Παρόλα αυτά, η μέρα μαζί της δεν περιλαμβάνει τίποτα από όλα αυτά.
«Ξέρεις, στο λέω τελευταία στιγμή, αλλά αύριο θα πρέπει να φύγουμε για Αθήνα» ανακοινώνω έχοντάς την γυμνή στην αγκαλιά μου κάτω από τα απαλά σεντόνια
«Αύριο;» Δείχνει έκπληκτη.
«Δεν ήμουν σίγουρος αν θα σου έλεγα να έρθεις μαζί μου ή να μείνεις εδώ, αλλά μετά από μια τέτοια μέρα σίγουρα δεν θέλω να μείνεις μακριά μου»

Βλέπω την ανησυχία στα μάτια της να ξεθωριάζει.
«Θα είναι τα πράγματα όπως εδώ; Θα έχεις δουλειά και θα σε βλέπω ελάχιστα;»
«Θα έχω αρκετή δουλειά και θα δημιουργώ χρόνο για εμάς σε κάθε ευκαιρία»

Τι έκανα ένα μήνα ο χαμένος; Χρειαζόταν ένα άγγιγμα. Ένα μονάχα άγγιγμα για να καταλάβω πως η Λευκή μπορεί να κάνει την ζωή μου λίγο πιο φωτεινή. Μέχρι τώρα άσπρη μέρα έβλεπα μόνο όταν χιόνιζε. Τώρα θα την βλέπω κάθε μέρα δίπλα της.

Λευκή

Η προσαρμογή στην Αθήνα είναι εύκολη. Έτσι και αλλιώς κάθε τι που κάνω είναι ευκολότερο από όταν έφυγα από το Αφγανιστάν.
Δεύτερος μήνας μακριά από αυτό το μέρος. Και πρώτος μήνας στην Αθήνα και εύχομαι να μην αλλάζουμε μέρη κάθε λίγο και λιγάκι. Μου αρέσει να ταξιδεύω μαζί του, αλλά όχι για ολικές αλλαγές.

Ο Ορφέας δουλεύει πολύ, όπως έκανε και στην Μάλτα, μόνο που εδώ πράγματι περνάει όλο τον ελεύθερο χρόνο του μαζί μου. Ανυπομονώ όταν γυρίζει από την δουλειά και ακόμα περισσότερο όταν εργάζεται από το σπίτι. Προσμένω για την στιγμή που θα ακούσω το κλειδί του γραφείου να γυρνάει δυο φορές, πράγμα που σημαίνει ότι τα καθήκοντά του για την ώρα τελείωσαν.

Κάποιος θα έλεγε πως η ρουτίνα είναι σκέτη πλήξη. Για εμένα κάθε άλλο. Η ρουτίνα που έχουμε δημιουργήσει είναι η ευκαιρία μας για την κανονικότητα, αφού η πραγματικότητά μας δεν έχει τίποτα το κοινό. Υπολόγιζα όμως χωρίς κάτι το σημαντικό. Υπολόγιζα σαν να μην υπάρχουν όσα θα μπορούσαν να ταράξουν την ζωή μου πηγαίνοντας με πάλι στο μηδέν.

Σχεδόν έξι μήνες μετά, η είδηση πως οι Ταλιμπάν εξαπλώνονται ολοένα και περισσότερο στην Μέση Ανατολή και στην Ασία, ανατάραξε τον πολιτικό κόσμο. Τίποτα δεν μου κάνει εντύπωση. Τα οράματα είχαν σταματήσει όσο ήμουν με τον Ορφέα, όμως τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα. Τα ψέματά μου είχαν πιάσει τόπο και σαν να έβγαιναν αληθινά. Αν ο Ορφέας δεν τροφοδοτούσε τον Σάχη με όλο αυτόν τον εξοπλισμό, τίποτα δεν θα γινόταν. Ο ίδιος όμως το ξέρει;

Όλον αυτόν τον καιρό, αναγκάστηκα να πω στον Ορφέα για τα οράματα, αποκρύπτοντας φυσικά το κομμάτι που επινόησα το δικό μου όραμα για να αποκτήσω την ελευθερία μου. Του εξιστόρησα όλες τις στιγμές που προσπάθησαν να με κάνουν να ξεχάσω με απανωτές δόσεις ηρωίνης, ακόμα και αν αυτό δεν είχε αποτέλεσμα. Όμως δεν το ήξεραν. Έτσι θυμάμαι κάθε λεπτομέρεια από κάθε όραμα που τους έχει δώσει προβάδισμα για να βρίσκονται μέχρι εδώ.

Το βράδυ αυτό, θεώρησα πως θα ήταν ένα ακόμα συνηθισμένο βράδυ που εγώ και ο Ορφέας θα κοιμόμασταν αγκαλιά, ενώ στην πραγματικότητα ο καθένας κοιμάται με τις αμαρτίες του. Εγώ επειδή επινοώντας το όραμα του γάμου μας κήρυξα έναν ανεπίσημο πόλεμο και ο Ορφέας γιατί ήταν βασικό πιόνι ενός επικίνδυνου παιχνιδιού με την βασίλισσα, εμένα.

Το κορίτσι περπατάει μέσα στο άδειο χολ, ακολουθώντας το μονοπάτι που σχηματίζεται από το φως του φεγγαριού πάνω στο βελούδινο χαλί. Το κορίτσι ανοίγει τις βαριές ξύλινες πόρτες, την μια μετά την άλλη, δημιουργώντας έναν εκκωφαντικό ήχο, ώσπου φτάνει στο κέντρο ενός χώρου όπου η ησυχία είναι πολύ δυνατή.
Μονάχα οι απαλές ανάσες της ακούγονται και η μουσική από το αεράκι που μπαίνει από τα ανοιχτά παράθυρα. Μα το αεράκι φέρνει και μια μουσική τόσο απαλή. Τόσο σιγανή. Τέτοια γαλήνη δεν είχε ξανά βιώσει.
Τότε, μια φιγούρα ξεπετάγεται κάνοντας την μουσική να δυναμώσει ξανά.
Το κορίτσι δεν τρομάζει, όπως συνήθιζε να κάνει. Αντιθέτως το χαμόγελο της απλώθηκε στο πρόσωπό της.
«Πάει καιρός από όταν ειδωθήκαμε» λέει απαλά.
«Σου έλειψα;» ρωτάει η σκοτεινή φιγούρα.
«Πολύ» απαντά και τρέχει στην σκιά για να την αγκαλιάσει. Η αγκαλιά της όμως δεν γεμίζει ποτέ. Μένει άδεια και κρύα. Συνεχίζει να κοιτάει την σκιά έκπληκτη.
«Λυπάμαι. Αλλά δεν είναι γραφτό μας να είμαστε μαζί. Δεν θα συναντηθούμε ποτέ ξανά» λέει η σκιά με θλίψη.
«Γιατί;» ρωτάει το κορίτσι με δάκρυα που ανεβαίνουν στα μάτια.
«Γιατί είσαι ελεύθερη πια»
«Μα είμαι από όταν σε γνώρισα»
«Πάντα κάπου ανήκες»
«Και πώς ελευθερώθηκα;»
«Σκότωσες τον βασιλιά» χαμογελάει η σκιά που είναι γνώριμη.
«Και εσύ; Γιατί έγινες σκιά;» τα μάτια της πριγκίπισσας τρέχουν ασταμάτητα με δάκρυα.
«Ας μου έλεγες την αλήθεια. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να χαθώ»

Ορφέας

«Λευκή, Λευκή, έλα, είσαι καλά. Είσαι ασφαλής!» επαναλαμβάνω βλέποντάς την να έχουν γυρίσει τα μάτια της και ξέρω ακριβώς τι συμβαίνει φοβούμενος όσα θα ακολουθήσουν, γιατί δεν έχω ιδέα τι βλέπει.
Τα παραμιλητά της χάνονται με σκόρπιες λέξεις όπως σκιά, βασιλιάς, χαμός και δεν ξέρω τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Είμαι χαμένος στην μετάφραση.

Όταν πια ηρεμεί, μετά από πολλά λεπτά με κοιτάζει φοβισμένη όπως το πρώτο βράδυ που περάσαμε μαζί στο παλάτι. Αυτό δεν είναι καλό σημάδι.
«Λευκή, είναι όλα εντάξει;» την ρωτάω σαν να θέλω να μάθω για το μέλλον που μόνο εκείνη ξέρει.
«Ορφέα, είμαστε σε πόλεμο»

Λευκή

«Ορφέα, είμαστε σε πόλεμο» λέω και πρέπει να βάλω τις σκέψεις μου σε τάξη.

Αν ο Ορφέας είναι η σκιά, αυτό σημαίνει πως… θα τον χάσω. Και ο βασιλιάς; Θα πρέπει να βρω έναν τρόπο να τον σκοτώσω εγώ; Τα οράματα δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρα. Πάντα έρχονταν σαν γρίφοι που έπρεπε να λύσεις, αλλά τέτοιο μπέρδεμα δεν είχα ξαναδεί. Η κοπέλα ήμουν εγώ. Ναι, ήμουν σίγουρα εγώ.
Και αν ο βασιλιάς πρέπει να πεθάνει για να βρω την αληθινή ελευθερία, τότε και ένας ολόκληρος λαός θα λυθεί από τα δεσμά του.
«Τι είδες;»

Δεν μπορώ, δεν αντέχω να του πω πως θα έρθει μία μέρα που δεν θα είμαστε μαζί.
«Ορφέα, ο βασιλιάς πρέπει να πεθάνει» λέω σιγανά μην τυχόν και μας ακούσει κανείς. «Δες γύρω μας τι γίνεται. Είμαστε συνένοχοι σε έναν πόλεμο. Τι θα συμβεί αν το συνεχίσουμε όλο αυτό;»

Σκύβει το κεφάλι του και δεν λέει τίποτα.
«Τι συμβαίνει, Ορφέα;»
Κάτι κρύβει. Το ξέρω. Το νιώθω. Είναι η διαίσθησή μου που δεν κάνει ποτέ λάθος.
«Ο Σάχης θέλει τον επόμενο μήνα να μπουν οι Ταλιμπάν στην Ευρώπη. Μάντεψε ποιος πρέπει να κάνει την δουλειά»
«Όχι! Όχι, Ορφέα. Αυτό δεν γίνεται. Η Ευρώπη θα μπει σε πόλεμο. Θα χαθεί κάθε ελευθερία. Θα χαθούν όλα»
«Και τι θα κάνω; Αν δεν το κάνω, την επόμενη μέρα ίσως να είμαι νεκρός»
«Θα είναι αυτός. Πρέπει να πάω Αφγανιστάν» λέω αποφασισμένη.
«Δεν σε αφήνω να πας εκεί. Είναι επικίνδυνα»
Έχει δίκιο. Η κατάσταση σε ένα εξάμηνο έχει εξαγριωθεί, αλλά δεν γίνεται αλλιώς.

Χρειάστηκα μονάχα μερικές μέρες να τον πείσω. Δεν θα κινούσαμε καμία υποψία. Θα συνέχιζε τις δουλειές του πηγαίνοντας με τα νερά του πατέρα μου και εγώ θα έκανα μία μικρή επίσκεψη στην χώρα που γκρεμιζόταν σιγά σιγά. Ο Ορφέας έστειλε μαζί μου και δύο μπράβους του και έτσι ξεκίνησε η αποστολή στο Αφγανιστάν.

Κανείς δεν με περίμενε. Πόσο μάλλον τόσο αλλαγμένη. Έκανα την εμφάνισή μου στο παλάτι φορώντας μονάχα το χιτζάμπ. Πολλοί δεν αναγνώρισαν το αμάξι που κατέφθασε στο παλάτι, αλλά ούτε και εμένα την ίδια. Η Μπαχά ήταν εκείνη που έτρεξε να με καλωσορίσει και ο Αιμάν κρυβόταν πίσω από τις μεγαλοπρεπείς κολώνες του παλατιού.
«Πες μου τώρα, τι σε έφερε εδώ; Για καλό δεν ήρθες» ρωτάει η Μπαχά μόλις μένουμε μόνες στην παιδική μου κάμαρα.
«Μπαχά, είχα όραμα»

Η Μπαχά με κοιτάει με θλίψη σαν να πρόκειται να της πω το πιο φοβερό γεγονός. Όντως, αυτό σκοπεύω να κάνω.
«Τι είναι;»
«Υπάρχει ένας τρόπος για να σταματήσει ο πόλεμος» λέω ψύχραιμα σαν να είναι απλά τα πράγματα.
«Πες μου»
«Κάθε πρωί, θέλω να ρίχνεις στο τσάι του Σάχη αυτές εδώ τις σταγόνες» λέω και βγάζω από την τσάντα μου ένα μικρό μπουκαλάκι χωρίς ετικέτα.
«Τι είναι αυτό;» το παίρνει διστακτικά στα χέρια της
«Ας πούμε ηρεμιστικό» λέω χωρίς καμία τύψη.
«Λευκή, αν με πιάσουν, θα με κρεμάσουν» λέει με τρόμο.

Θλίψη, τρόμο. Ξέρει άλλα συναισθήματα και αυτή εδώ πέρα;
«Δεν θα σε πιάσει κανείς. Μονάχα μερικές σταγόνες το πρωί και σε μία εβδομάδα θα έχουν τελειώσει όλα»

Άραγε, όταν πας να εξοντώσεις το κακό με κακό, δεν είναι σαν να γίνεσαι ένα με αυτό; Η διαφορά μας είναι ότι ο ήρωας θα σκοτώσει έναν, ενώ ο κακός θα τους σκοτώσει όλους. Ας έχει λοιπόν. Το ξεκίνημα της ζωής μου ήταν βίαιο. Και όπως αρχίζει κάτι, έτσι είναι γραφτό να πορευτεί.

Οι μέρες στο παλάτι κυλούσαν προσποιούμενη πως όλα πάνε καλά. Την τρίτη μέρα άρχισαν τα συμπτώματα του δηλητηρίου που δεν άφηναν πίσω τους αποτυπώματα. Μόλις όλα τελείωναν σε λίγες μέρες, ο Ορφέας θα ερχόταν να με πάρει να γυρίσουμε μαζί Ελλάδα.
«Γιατί με αποφεύγεις;» η φωνή του Αιμάν γλίστρησε στα αυτιά μου καθώς έκοβα μερικά τριαντάφυλλα.
«Δεν σε αποφεύγω. Απλώς δεν έχω βρει ακόμη τον χρόνο να σου μιλήσω» λέω ψέματα γιατί τα αισθήματα δεν είναι αμοιβαία.
«Αν χρειαστείς οτιδήποτε θα είμαι εδώ» λέει και ξέρω πως το εννοεί. Το έχει δείξει άλλωστε.

Ορφέας

Μένουν μόνο τέσσερις μέρες για τον θάνατο του Σάχη, μέχρι το δηλητήριο να ποτίσει για τα καλά το μέσα του και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Δυστυχώς για την ώρα δεν μπορώ να κάνω πίσω σε ό,τι και αν ζητήσει, μιας και δεν πρέπει κανείς να υποψιαστεί το σχέδιό μας.

Σε τέσσερις μέρες θα φύγω για Αφγανιστάν. Θέλω η Λευκή να γυρίσει πίσω ασφαλής και μαζί μου. Μένει μόνο να μαζέψω μερικά προσωπικά της αντικείμενα γιατί σίγουρα θα τα χρειαστεί, αφού το δικό μου σχέδιο δεν είναι να γυρίσουμε Ελλάδα, αλλά να φύγουμε για Ίμπιζα. Ανοίγει νέα δουλειά εκεί και πιστεύω πως θα της αρέσει να περάσουμε μία μικρή περίοδο σε αυτό το μέρος.

Έχω παραγγείλει μερικά καινούργια ρούχα για εκείνη, αλλά μαζεύω ό,τι άφησε πίσω. Ανοίγω το συρτάρι του κομοδίνου και πέφτω πάνω σε κάτι που δεν έχω ξαναδεί. Μοιάζει με ατζέντα. Ξεφυλλίζω μερικές σελίδες, αλλά μοιάζει με καταγραφή γεγονότων και δεν είναι στα αραβικά. Γράφει στα αγγλικά και είναι το ημερολόγιό της. Ξέρω πως είναι κάτι προσωπικό και δεν πρέπει να παραβιάσω την ιδιωτικότητά της, αλλά αρχίζω να διαβάζω και να παρασύρομαι σε αυτό.
Είναι αναφορές στον τελευταίο χρόνο. Δεν μαθαίνω πράγματα που δεν μου έχει πει, είναι όμως διαφορετικό να έχεις στα χέρια σου λεπτομερής στοιχεία, μέχρι που φτάνω στο σημείο που όλα αλλάζουν…

Πίστευα πως η Λευκή είναι πιο λευκός άνθρωπος στον κόσμο. Πως μέσα της δεν έχει πονηριά. Να που έκανα λάθος. Όλα είναι ένα ψέμα, βγάζοντας νόημα πολλά από όσα έγιναν. Το “ναι” από τον Σάχη για τον γάμο ήταν πολύ εύκολο και οφειλόταν στο ψέμα της. Είπε ψέματα, επινοώντας ένα ολόκληρο όραμα. Εκείνη και ο Αιμάν οφείλονται για εκείνο το χαμένο κομβόι. Αν δεν ήταν εκείνη πίσω από όλα αυτά, ποτέ δεν θα έφτανα στο Αφγανιστάν και ποτέ δεν θα ξεκινούσε αυτός ο πόλεμος. Δεν ήταν τυχαία γεγονότα. Η Λευκή είχε κινήσει τα νήματα ώστε να βρεθώ εκεί, να κάνω συμφωνία με τον Σάχη και να φύγει από την φυλακή της. Ποιος μου λέει πως η Λευκή δεν κρύβεται πίσω από όσα συμβαίνουν τώρα; Εξάλλου, αν πεθάνει ο Σάχης ο θρόνος θα πάει στην Λευκή. Και αν ο Αιμάν είναι εραστής της; Νομίζω πως το κεφάλι μου θα εκραγεί. Δεν είμαι σίγουρος ποια είναι η αλήθεια σε αυτά που διαβάζω.

Ο ηλίθιος! Που πίστεψα πως βρήκα την ιδανική. Αλλά έτσι είναι, ο διάολος δεν φεύγει από την κόλαση. Η κόλαση είμαι εγώ και ο διάολος πηγαινοέρχεται. Ε, λοιπόν, δεν με ξέρει καλά. Όλα τελειώνουν εδώ. Πρέπει μόνο να μετρήσω αντίστροφα.

Την τελευταία μέρα που υποτίθεται πως θα έφευγα με το ιδιωτικό μου τζετ για να βρω την Λευκή, δεν έκανα τίποτα από ότι ήταν προγραμματισμένο. Νιώθω τόσο προδομένος που θα το πληρώσει με το ίδιο νόμισμα. Καθηλώνω το ιδιωτικό τζετ και με ένα τηλεφώνημα φροντίζω η ασφάλεια που έστειλα μαζί της στο Αφγανιστάν να επαναπατριστεί. Θα φύγω μακριά, όσο πιο μακριά γίνεται για να τελειώσω με αυτή την ιστορία. Θα γίνω μία σκιά που δεν γνώρισε ποτέ και είναι ελεύθερη να κάνει ό,τι θέλει.

Λευκή

Ο θάνατος του Σάχη συγκλόνισε ολόκληρο το παλάτι. Είναι περίεργο να στέκομαι πάνω από το πτώμα του πατέρα μου και να μην νιώθω τίποτα. Από τα δικά μου χέρια έφυγε και από τα δικά μου θα τελειώσει αυτή η τρέλα που θα ξεκινούσε στην Ευρώπη.

Ο Ορφέας θα έρθει από στιγμή σε στιγμή. Έπρεπε να είναι ήδη εδώ, αλλά οι στιγμές περνάνε και βγαίνοντας στην σάλα που ετοιμάζονται τα διαδικαστικά της κηδείας, βλέπω τους δύο μπράβους να αναχωρούν από το παλάτι.
«Τι συμβαίνει;» τους φωνάζω προφταίνοντάς τους.
Κοιτάζονται μεταξύ τους χωρίς να λένε τίποτα.
«Ρώτησα τι συμβαίνει. Πείτε μου!» απαιτώ.
«Έχουμε εντολή από το αφεντικό να εγκαταλείψουμε το παλάτι. Μας περιμένει πίσω»
«Μα θα ερχόταν σήμερα» τους λέω.
«Η πτήση του ακυρώθηκε. Έχουμε εντολή να επιστρέψουμε»
«Ναι, το άκουσα αυτό, αλλά δεν μπορείτε να φύγετε χωρίς εμένα»
«Η πτήση περιλαμβάνει μόνο εμάς τους δύο» λέει ο ένας αυστηρά και προχωράνε προς την έξοδο σαν να μην υπάρχω.

Τι στο καλό γίνεται; Πρέπει να επικοινωνήσω με τον Ορφέα. Η κλήση μου απορρίπτεται ξανά και ξανά και δεν ξέρω τι κάνω. Πρέπει απλώς να συνεχίσω σαν να μην συμβαίνει τίποτα και είναι δύσκολο. Είναι μία επανάληψη που ακολουθεί ως αργά την νύχτα και ένα χάος επικρατεί σε όλο την χώρα.

Κρύβομαι στο πιο ψηλό της σημείο του παλατιού, σε εκείνο της κάμαράς μου και από το παράθυρό μου βλέπω μία επανάσταση να εξαπλώνεται. Να που κάτι καλό βγήκε από την επιστροφή μου στο κλουβί. Μόνο που αυτή την φορά είμαι απόλυτα ελεύθερη. Χωρίς κανέναν βασιλιά και παρατημένη από μία αγάπη πολλά υποσχόμενη.

Αρχίζω σιγά σιγά να βγάζω από πάνω μου κάθε περιττό ύφασμα, μέχρι που μένω με ένα μακρύ ημιδιάφανο νυχτικό. Λύνω τις πλεξούδες μου και αφήνω τα μαλλιά μου να ξεχυθούν. Βγάζω τα παπούτσια μου και αφήνω τα πέλματά μου να αγγίξουν το κρύο πάτωμα. Περπατάω σε όλο το παλάτι μέχρι να βρεθώ έξω από αυτό. Περπατάω σαν υπνωτισμένη με το προσωπικό του παλατιού να με κοιτάει περίεργα, αλλά να μην με σταματάει.

Παίρνω μία βαθιά ανάσα μόλις ο αέρας εισέρχεται στα πνευμόνια μου. Ο ουρανός έχει σκοτεινιάσει και το γεμάτο φεγγάρι μού κάνει σινιάλο από ψηλά. Ο αέρας έχει μυρωδιά από φωτιά και μπαρούτι. Η χώρα φλέγεται.

Τελικά τα οράματα δεν κάνουν ποτέ λάθος. Ο βασιλιάς πέθανε, ο Ορφέας έγινε μία σκιά και η πριγκίπισσα ελευθερώθηκε. Αυτή η ιστορία δεν ήταν μία ιστορία αγάπης. Αυτή η ιστορία γράφτηκε για την ελευθερία και την επανάσταση. Για το καλό που μπορεί να γίνει κακό και τέλος για τον έρωτα που μπορεί να αφήσει πίσω του σκιές να σε στοιχειώνουν τα βράδια. Πλέον, δεν είχε καμία σημασία. Το πεπρωμένο είναι ανοιχτό και εγώ μπορώ να πάω όπου θέλω σε αυτόν τον απέραντο πλανήτη.

Αν βρεθείτε ποτέ στην Μέση της ανατολής και ακούσετε γλυκιές μελωδίες, μην παρασυρθείτε από αυτές. Ίσως ο Ορφέας να αναζητάει την πριγκίπισσά του. Ίσως και η πριγκίπισσα να τραγουδάει για την ελευθερία της.

Έτσι και αλλιώς, στο χέρι της πριγκίπισσας είναι η συνέχεια. Φήμες λένε πως η Λευκή την επόμενη μέρα πήρε ένα αεροπλάνο ψάχνοντας για τον Ορφέα της. Άλλοι λένε πως έμεινε στην χώρα της φτιάχνοντας ένα νέο ειρηνικό έθνος. Τελικά, η ζωή δεν είναι παρά ένα παιχνίδι δυνατοτήτων και επιλογών. Μερικές φορές το τέλος είναι μόνο η αρχή. Η αρχή ενός νέου οράματος.

Ελευθερία Τσιντάρη

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading