Τι και αν δεν τα γέννησε; Τα μεγάλωσε και ήταν το ίδιο. Μπορεί να μην ήταν παιδιά της κοιλιάς, αλλά της καρδιάς και αυτή η σχέση ήταν δυνατότερη από την φύση. Τα μεγάλωσε με στοργή και αγάπη, τους δίδαξε να αγαπούν και να δίνονται, το ίδιο και ο άντρας της. Ο Λάμπρος και ο Θεόφιλος ήρθαν να φωτίσουν την ζωή τους και έτσι αγνοί και αγαθοί άνθρωποι όπως ήταν οι ίδιοι, παρέλειψαν (ή πίστεψαν ίσως πολύ στην καλοσύνη των ανθρώπων), να τους διδάξουν πως δεν εμπιστευόμαστε όλο τον κόσμο, δεν θέλουν όλοι το καλό μας.
Ο Λάμπρος ήταν ακόμα μωρό και δεν θυμόταν την φρίκη του πολέμου που έζησε, το μίσος που σκότωσε την βιολογική του μητέρα και διέλυσε την πατρίδα του. Μόνο ένα σημάδι από κάψιμο στην πλάτη, έδειχνε τον αδιανόητο τρόμο που έζησε, φωτιά που ξέσπασε από βομβαρδισμό, πλήθος ανθρώπων να τρέχουν να σωθούν, γυναικόπαιδα και εκείνο μωρό στην αγκαλιά της μητέρας να κλαίει, ανήμπορο, με μόνη ασφάλεια το καταφύγιο της αγκαλιά της!
«Ψυχούλα μου, πόσο βασανίστηκες!» ψιθύρισε η Αργυρώ όταν τον κράτησε αγκαλιά πρώτη φορά, ανάμεσα στα τόσα παιδιά που είχε στο δωμάτιο. Εκείνη την ημέρα, ακόμα ένα ζευγάρι μάτια την παρακολουθούσαν με μεγάλη προσοχή, από την απέναντι γωνία του δωματίου.
«Κυρία, πάρτε και εμένα μαζί σας!» την ικέτευσε ένα παιδί, όχι παραπάνω από επτά χρονών. Τα ματάκια του θλιμμένα και μελαγχολικά, ήταν ένα παιδί πανέμορφο, μα τόσο λυπημένο. Κρατώντας το μωρό Λάμπρο, γέμισαν υγρό πόνο τα μάτια της, την βρήκε μια ριπή βαθιάς θλίψης ευθεία στην καρδιά, μακάρι να μπορούσε να πάρει και αυτό το παιδί στο σπίτι της. Ήξερε πως ήταν δύσκολο, σχεδόν απίθανο, μα πόνεσε η καρδιά της, δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτό το βλέμμα!
«Θα ήθελα πολύ να έρθεις σπίτι μου και θα το προσπαθήσω, μα μέχρι τότε μπορώ να σου υποσχεθώ πως θα έρχομαι να σε βλέπω. Πώς είναι το όνομά σου;»
«Θεόφιλος»
«Πόσο όμορφο όνομα! Σου έχουν πει τι σημαίνει;»
«Φίλος με τον Θεό, κυρία. Μα δεν καταλαβαίνω πώς ο Θεός που είναι φίλος μου, πήρε τους γονείς μου; Μήπως εσείς μπορείτε να μου πείτε, κυρία;». Η Αργυρώ δαγκώθηκε, δεν ήξερε τι ν’ απαντήσει. Δεν είχε τίποτα να πει. Τι να πει σ’ ένα παιδί που έχασε τους γονείς του, ποια απάντηση ήταν η σωστή; Υπήρχε αλήθεια ανθρώπινη απάντηση σε αυτή την ερώτηση;
Η Αργυρώ κράτησε την υπόσχεσή της και επισκεπτόταν τον Θεόφιλο κάθε εβδομάδα, κάποιες φορές οικογενειακώς, με τον άντρα της και το νέο μέλος της οικογένειας, τον Λάμπρο, με γλυκά και παιχνίδια, καινούρια ρούχα, ακόμα και όταν μεγαλώνοντας άλλαξε δομή, πιστοί φρουροί, η οικογένεια, δεν τον ξέχασε ποτέ. Έκανε τεράστιες προσπάθειες το ζευγάρι, ενάντια στην γραφειοκρατία των υιοθεσιών για τον Θεόφιλο, θυμόντουσαν τα χρόνια αναμονής με τον Λάμπρο και απλά έλπιζαν σε ακόμα ένα θαύμα. Παρόλες τις δυσκολίες όμως, κάθε δεύτερη Κυριακή, αφού υπέγραφαν τα κατάλληλα έγγραφα, έπαιρναν από την δομή τον Θεόφιλο και πότε πήγαιναν εκδρομή, πότε βόλτα, άλλες φορές έμεναν σπίτι και χαίρονταν την οικογενειακή θαλπωρή. Αυτό άρεσε και στα δυο παιδιά τους, δεν χόρταινε ο ένας την παρέα του άλλου και η διαφορά ηλικίας δεν τους δημιουργούσε κανένα εμπόδιο, το αντίθετο μάλιστα, ο Θεόφιλος απολάμβανε τον ρόλο του μεγάλου προστατευτικού αδελφού.
Τα παιδιά μεγάλωναν με την στήριξη των θετών γονιών και ενώ για τον Λάμπρο ήταν αυτονόητο, για τον Θεόφιλο δεν ήταν τόσο. Δεν ζούσε κάθε ημέρα μαζί τους, συναντιόντουσαν δυο φορές την εβδομάδα και αυτό μέχρι που ο Λάμπρος μπήκε στην εφηβεία. Ο κυρ Παναγιώτης είχε θέματα με την υγεία του και η μετακίνηση στις δομές τον ενοχλούσε ιδιαίτερα, μα η Αργυρώ δεν το έβαζε κάτω. Πήγαινε τον έβλεπε, του άφηνε χρήματα και όσες φορές δεν μπορούσε, τον έπαιρνε τηλέφωνο να μάθει τα νέα του. Δυστυχώς όσο και αν προσπάθησαν να επισπεύσουν την υιοθεσία, δεν τα κατάφεραν, λόγω του ότι οι γονείς του ήταν ζωντανοί. Χρήστες ουσιών που προσπαθούσαν να επανέλθουν, χωρίς επιτυχία τις περισσότερες φορές. Κάπως έτσι, ο Θεόφιλος ένιωσε την ανάγκη να επιβιώσει σε ένα δύσκολο περιβάλλον, ξεκινώντας να κάνει παρέα με συνομήλικους της δομής, θέλοντας να ανήκει σε μια οικογένεια, ομοίων χαρακτηριστικών. Κατάλαβε πως θα έπρεπε να δικτυωθεί αν ήθελε να μείνει όρθιος μέχρι τα δεκαοχτώ του και ο κυρ Παναγιώτης του είχε υποσχεθεί, πως θα του έβρισκε μια δουλειά να μπορεί να γίνει και οικονομικά ανεξάρτητος μόλις ενηλικιωνόταν. Έπρεπε απλά να κρατήσει γερά μέχρι να κλείσει τα δεκαοχτώ.
Ο Λάμπρος, ήταν ένα παιδί συνειδητοποιημένο, σοβαρό, μα θλιμμένο. Όταν η Αργυρώ και ο Παναγιώτης του είπαν την αλήθεια, με αφορμή την προσπάθεια υιοθεσίας του Θεόφιλου, ένιωσε την καρδιά του να σπάει, μια ξαφνική μοναξιά τον πλημμύρισε και στον πρόσωπο του Θεόφιλου είδε έναν φίλο, βασανισμένο σαν εκείνον, με μια κοινή μοίρα που τους ένωσε υπό την σκέπη του Παναγιώτη και της Αργυρώς. Παρόλο που καταλάβαινε και λάμβανε αγάπη από την Αργυρώ και τον Παναγιώτη, ήταν θυμωμένος και η εφηβεία δεν τον βοηθούσε να ηρεμήσει. Μίλαγε με τον Θεόφιλο συχνά, και κάποιες φορές βγαίναν και μαζί με τα παιδιά από την δομή. Τα χρήματα δυστυχώς λιγοστά στα περισσότερα παιδιά της παρέας και οι μικροκλεψιές ήταν σε κάθε έξοδό τους, συχνές. Ο Θεόφιλος και ο Λάμπρος όταν καταλάβαιναν πως η φάση πήγαινε προς εκεί, δεν ακολουθούσαν. Δεν το θεώρησαν σοβαρό να το αναφέρουν, δεν ήθελαν άλλωστε να είναι οι «ρουφιάνοι» της παρέας, το είχαν υπό έλεγχο, θεωρούσαν.
Κάποιες φορές όμως δεν αρκεί η ανατροφή της οικογένειας, κάποιες φορές συμβαίνει να βρεθείς στον λάθος τόπο και χρόνο. Ο Λάμπρος ήταν πάντα υπό την προστασία του Θεόφιλου, ήταν ο φύλακας άγγελός του, το βλέμμα του ήταν στραμμένο πάνω στον μικρό. Εκτός από εκείνο το βράδυ, που η Λόλα ζήτησε να μείνουν μόνοι τους. Πήρε τον μικρό απόμερα και του ζήτησε μια χάρη. Μια χάρη για τα μάτια μιας κοπέλας στην καρδιά του Λάμπρου ήταν υπόσχεση και εκείνη όμορφη, θα μπορούσε να είναι μαζί της, αν ίσως, έκανε την χάρη που του ζητούσε. Θα πούλαγε μαζί της «σκόνη», χρωστούσε χρήματα η Λόλα, είχε διορία μέχρι το βράδυ. Θα την έσωζε αν την βοηθούσε, του είπε με βουρκωμένα μάτια. Και εκείνος επιρρεπής στην μοναξιά, δέθηκε μαζί της καταστροφικά. Δεν άκουγε κανέναν, σπίτι του έγινε ο δρόμος και δουλειά του η παρανομία. Και όταν ένιωσε παντοδύναμος και εκτός νόμου, για να μην έχει γνώμη, κρίση και άποψη, φρόντισαν να τον εθίσουν στην ηρωίνη. Χωρίς συνείδηση, μόνο με μια συνεχόμενη ανάγκη ικανοποίησης του εθισμού του, έκλεβε ότι έβρισκε, γινόταν βίαιος, απάνθρωπος. Οι γονείς του είχαν απελπιστεί, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να τον τραβήξουν μακριά από τον δρόμο, χωρίς επιτυχία. Το ίδιο και ο Θεόφιλος… και τι δεν του έλεγε; Μέχρι και τα «αφεντικά» βρήκε να τους δώσει αντάλλαγμα χρήματα, να αφήσουν τον αδελφό του. Πώς όμως αναδύεσαι στην επιφάνεια, όταν ο βούρκος σε τραβά προς τα κάτω; Πώς γίνεσαι άνθρωπος ξανά, όταν ξέρεις πόσες φορές έχεις γίνει απάνθρωπος; Πόσα μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος;
Εκείνο το βράδυ η Αργυρώ το είχε πάρει απόφαση, θα πήγαινε να τον βρει, να του μιλήσει ακόμα μια φορά για την αγάπη της. Μπήκε στα στέκια τους, έψαχνε το πρόσωπό του, ρώταγε για εκείνον, έλπιζε, με προσμονή έλαμπαν τα μάτια της. Τον είδε ξαπλωμένο σε ένα χαρτοκιβώτιο, ταξίδευε σε άλλους κόσμους, σκιά του εαυτού του, ένας άνθρωπος που δεν γνώριζε, ένα παιδί τόσο ευάλωτο, σκελετωμένο και μόνο. Έσκυψε τον αγκάλιασε, κλάματα πλημμύρισαν το πρόσωπό της.
«Παιδί μου! Γιατί παιδί μου;» τον ρώτησε με βουβό πόνο. Ένα χέρι ακούμπησε τον ώμο της, μια ψυχή αγκάλιασε την δική της. Όρθιος στεκόταν από πάνω της ο Θεόφιλος.
«Μάνα θα σε βοηθήσω να τον πάρουμε από εδώ, έλα σήκω σε λίγο θα μας αναζητήσουν»
Πρόλαβαν, τον έβγαλαν τον Λάμπρο από το γκέτο, οι γονείς τα πούλησαν όλα και άλλαξαν χώρα μαζί με τα δυο παιδιά τους, τα μοναδικά πολύτιμα αποκτήματα της ζωής τους! Πάλεψαν πολύ για την απεξάρτηση του Λάμπρου από τα ναρκωτικά, πιστός συμπαραστάτης ο Θεόφιλος, «ο φίλος του Θεού», που μπήκε στην ζωή τους να τους σώσει, ο πιο δυνατός μαχητής από όλους, το παιδί με τα θλιμμένα μάτια μοίρασε χαρά και ελπίδα σε όλους, λύτρωσε και λυτρώθηκε!
Ελένη Ρέγγα

One response to “Ο φίλος του Θεού”
[…] Ο φίλος του Θεού Το καταφύγιο των πονεμένων ψυχών […]