O κλόουν ήταν κρυμμένος πίσω από τους θάμνους και περίμενε… Καραδοκούσε κάθε μέρα για να περάσεις και να ξεπροβάλλει να σε κάνει να γελάσεις. Κάθε φορά μάταια προσπαθούσε, με ανέκδοτα, γκριμάτσες και τρικ… Τον κοιτούσες ενοχλημένος, σαν η φωνή του να έκανε “παράσιτα” στη σιωπή σου, ή μάλλον στις ηχηρές σου σκέψεις. Φαινόσουν από μακριά πως ήσουν χαμένος σε δαύτες, δεν κοιτούσες τριγύρω. Ενίοτε μάλιστα σκόνταφτες από τα πετραδάκια που διέκοπταν στο πέρασμά σου. Το βλέμμα σου είχε αλλάξει… Είχε γίνει σκοτεινό και άγριο, ενώ τα χαρακτηριστικά σου είχαν συνοφρυωθεί. Μοιράστηκα με τον κλόουν τα αγαπημένα σου αστεία, εκείνα που όσες φορές και να άκουγες, γέμιζες το δωμάτιο με γέλια. Κάποια πρωινά σου τα είπε κι αυτά όσο πιο παραστατικά μπορούσε, μα δεν έδωσες καμία σημασία, σαν να τα είχες ξεχάσει.
Πέρασαν πολλές μέρες, ο κλόουν είχε αρχίσει να κουράζεται από την αποτυχημένη του αποστολή. Δεν ήταν και επαγγελματίας άλλωστε… Ήταν η πρώτη φορά που αναλάμβανε αυτό το πόστο. Ήταν ένας φίλος παλιός, που η κατάθλιψη τον είχε οδηγήσει στην πλήρη παραίτηση, είχε όμως ένα απίστευτο χάρισμα μέσα στον πόνο του να σε κάνει να γελάς, έστω για λίγα δευτερόλεπτα να ξεχνάς αυτό που σε απασχολεί και να αφήνεσαι. Κάποια μέρα του μίλησα για σένα και του ζήτησα αυτή την περίεργη, αλλόκοτη χάρη… να προσπαθεί κάθε πρωί, να αρχίσεις τη μέρα σου με χαμόγελο, να νιώθεις πως υπάρχει έστω κάποιος ενοχλητικός, που πασχίζει να σου φτιάξει το κέφι. Εκείνος θεώρησε πως η αποστολή να κάνει κάποιον χαρούμενο θα δώσει μία νότα αισιοδοξίας στη μουντή του καθημερινότητα κι έτσι μετά από λίγο δέχθηκε.
Θα ήθελα πολύ να προσπαθήσω να συμβάλλω με κάποιο τρόπο σε αυτό, αλλά ήταν αδύνατο, δε μιλούσαμε πια κι έφταιγα μονάχα εγώ… Προσπάθησες να έρθεις κοντά μου με κάθε τρόπο, μα άθελά μου σε έδιωχνα μακριά, όσο και αν το ήθελα απεγνωσμένα. Είχα αφήσει να με καθορίζει εκείνο το μαχαίρι που ήταν καρφωμένο στην πλάτη μου. Δεν είχε σημασία ποιος μου το είχε καρφώσει, πότε και γιατί. Σημασία είχε πως η λαβή προεξείχε και σε χτυπούσε κάθε φορά που πάσχιζες να με πλησιάσεις. Σημασία είχε πως δεν έκανα καμία προσπάθεια να το αφαιρέσω, μη θέλοντας να αποκαλύψω, αλλά και να αποδεχθώ την έκταση και το βάθος της πληγής μου. Σημασία είχε πως όλα αυτά τα σκέφτηκα εκ παραδρομής, αφότου αποχώρησες… Αποδέχθηκα την απουσία σου με το χαμένο ύφος του δειλού, συγκρατώντας στα άδυτα του μυαλού μου έναν χείμαρρο από ανείπωτα λόγια. Μάθαινα για σένα από μακριά, δίχως να σου δείχνω πόσο νοιάζομαι. Έτσι προσπαθούσα και με αυτό το δειλό τέχνασμα να σου φτιάχνω τη μέρα, μα μάταια, η προσπάθειά μου αποδείχθηκε ατελέσφορη.
Ώσπου έφτασε η μέρα, που κουράστηκα να είμαι παθητικός θεατής της ζωής σου. Βαρέθηκα να είμαι παθητικός αποδέκτης της καθημερινής κρύας σου στάσης. Τότε ζήτησα από τον κλόουν, να μου μάθει τους τρόπους με τους οποίους έφτιαχνε σχέδια με μπαλόνια. Το εξασκήσαμε πολύ, ώσπου ένα πρωί βρέθηκα στη θέση του. Δίχως να λογαριάσω τα γεμάτα περιέργεια βλέμματα των περαστικών, σε περίμενα δίχως στολή, έχοντας στο παγκάκι δίπλα μου ακουμπισμένα μερικά μπαλόνια. Πέρασες βιαστικά, θέλοντας να αποφύγεις τον ενοχλητικό κλόουν, μα με είδες με την άκρη του ματιού σου και σταμάτησες κοιτώντας με σαστισμένος. Δίχως να μιλώ, άρχισα να φτιάχνω μία καρδιά από μπαλόνια κι έπειτα σου την έδωσα. Την κράτησες στα χέρια και τότε σου είπα «Σε αγαπώ. Εγώ έστελνα τον κλόουν να σε περιμένει κάθε μέρα, γιατί ήθελα ο κόσμος να φωτίσει ξανά από το χαμόγελό σου, έστω για λίγο» και τότε… παραδόξως χαμογέλασες και μου άπλωσες το χέρι σου ξανά.
Ιωάννα Χαντζαρά
