Ο Σημάκης

«Παντρεύεται η δούλη του Θεού Πασχαλίνα, το δούλο του Θεού Συμεών»… και κάπως έτσι, μαζί με πολλά χωράφια, σπίτι και τον καλύτερο καφενέ για προίκα, βρήκαν νύφη στο χαζό του χωριού. «Δεν θα ζήσει πολύ» της είπε η μάνα της «Μεγάλος είναι, πόσο να πάει ακόμη; Θα σου μείνουν τα προικιά, θα εξασφαλιστούν και τα παιδιά σου, αφεντικό στον καφενέ θα είσαι, τι θέλει αυτός ο καψερός; ένα φαΐ κι ένα κρεβάτι να γέρνει τη νύχτα». Καλά της ακούστηκαν όλα αυτά, τον ήξερε κιόλας τόσα χρόνια στο χωριό, ένα ήσυχο ανθρωπάκι ήταν, συνεχώς χαζογελούσε, έπαιζε μπάλα με τα παιδιά, σχοινάκι με τα κορίτσια, ούτε κουνούπι δε πείραξε ποτέ. «Θα τον πάρω» είπε χαμογελώντας πονηρά κι ας ήταν μόνο δεκάξι χρονών. Η πεθερά έκανε γάμο βασιλικό και γλέντι τρικούβερτο, επιτέλους να φροντίσει κάποιος άλλος τον Σημάκη, εβδομήντα φεύγα έπιασε, πόσο ακόμη να άντεχε; Χήρα από νωρίς, όλα στο κεφάλι της, τα χωράφια, το καφενείο, το σπίτι… Φτάνει πια, καιρός να πάει στην αδερφή της κι εκείνη μοναχή της ήταν, να κάνουν και το τάμα στην Τήνο όσο βαστάνε τα πόδια τους. Την άκουσε η Παναγιά κι έκανε το θαύμα της. Ολόκληρη νύφη της έστειλε, όμορφη και μικρή, να αντέξει στη δουλειά να σκαρώσουν και μπόλικα κουτσούβελα, τόση προίκα άφηνε η Αφροδίτη να πιάσει τόπο τουλάχιστον.

Ο Σημάκης δεν κατάλαβε και πολλά, του βάλανε κοστούμι και κάτι λιγδερό στα μαλλιά να γυαλίζουν, τριζάτα παπούτσια που του πέφτανε μικρά και διαρκώς τα έβγαζε, κρατούσε και κάτι λουλούδια που σχεδόν τα μάδησε, μετά ήρθαν τα ρύζια, εκεί το γλέντησε κανονικά, έφτυνε τα ρύζια στην Πασχαλίνα που μπαίνανε στο στόμα του, ξεκαρδιζόταν στα γέλια όλη την ώρα του μυστηρίου, στο τέλος παράτησε τη νύφη μόνη να χορεύει τον Ησαϊα, στρώθηκε στο πάτωμα να τα μαζεύει και να τα πετάει παντού. Γελούσε ο κόσμος, άλλοι κουνούσαν το κεφάλι με το τεφαρίκι γαμπρό που δώσανε στο κορίτσι και το κάψανε, θύμωνε ο παπάς, κοκκίνιζε η πεθερά, στα πέρα αμπέλια η νύφη, τέλος πάντων το βράδυ χόρεψε σαν κλαπατσίμπανο, έφαγε, ήπιε, του βάλανε κάτι σατέν πιζάμες χρυσαφιές και κοιμήθηκε του καλού καιρού. Περνούσαν οι μήνες, τα χρόνια, η νύφη έγκυος δεν έμενε, καημό η πεθερά να σκάσει, «Χαλασμένα τα εργαλεία της, κρίμα τα νιάτα της, η ξεβράκωτη που φορτωθήκαμε να τους ταΐζουμε οικογενειακώς!». Η Πασχαλίνα από την άλλη, περνούσε ζωή και κότα όλη μέρα, αφέντρα στον καφενέ, πετούσε από τη χαρά της. Κανέναν στο κεφάλι της, ο χαζός έπαιζε στους δρόμους, η γριά στα τσακίδια, ντυνόταν στολιζόταν και κωλοτριβόταν με τον ένα και τον άλλο, πήγαινε ο Σημάκης το βράδυ να φάει, τον έδιωχνε κακήν κακώς να συνεχίσει το παιχνίδι, ποιο φαΐ, ούτε ρούχα καθαρά, σαν τον λέτσο τον είχε. Όσο για τα βράδια, περνούσε ακόμη καλύτερα με διάφορους λεβέντες περαστικούς, που σταματούσαν στον καφενέ της να ξαποστάσουν. Ώσπου της ήρθε η κεραμίδα κι αγάπησε τον Γιάνναρο το θεριό, το πρωί όργωνε τα χωράφια της και το βράδυ το κορμί της, στον καφενέ, στην κάμαρά της, ο Σημάκης ούτως ή άλλως κοιμόταν στην κουζίνα. «Α ρε Λινάρα τι μου κάνεις!» φώναζε τα βράδια ο Γιάνναρος, «Τι θηρίο είσαι εσύ, κομμάτια γίνομαι!» απαντούσε η Λινάρα πιο δυνατά, άκουγε ο Σημάκης και κουκουλωνότανε φοβισμένος να κρυφτεί, μη και τον βρει το θηρίο που κάνει κομμάτια την Πασχαλίνα.

Ο καιρός περνούσε με τη Λίνα και το Γιάννο να πλέουν σε πελάγη ευτυχίας, της έσκασε και δυο αγόρια δίδυμα, ίσα που πρόλαβε να μάθει τα μαντάτα η Αφροδίτη και προτού προλάβει να δει τα παιδιά του παιδιού της, η καρδιά της την πρόδωσε στην αγκαλιά της αδερφής της. Η Πασχαλίνα έτρεχε και δεν έφτανε, τα μωρά, το μαγαζί, το χαζό που τάχα είχε για άντρα, τα χωράφια… αφού το θεριό άπλωσε την αρίδα του και καλοκάθισε μόνιμα πια στο σπίτι. Ως ο πατέρας των παιδιών κι αφέντης της καρδιάς της, έδινε μόνο διαταγές σε όλους κι όπου έβρισκε τον Σημάκη, τον σακάτευε στο ξύλο και τον πετούσε έξω, ώσπου τον έστειλε να κοιμάται με τα ζώα, καθώς δεν ήθελε να βλέπει τα χαζά μούτρα του. «Βούλατο μωρή! Μούγκα!» την έκοβε μόλις εκείνη του έλεγε «Κρίμα είναι…», της έριχνε και κάνα δυο ξανάστροφες γιατί κι αυτή πολλά του τα ‘κανε μετά τη γέννα, την έστρωνε και κάτω κάθε βράδυ, γιατί ο Γιάνναρος το θεριό είχε κέφια και απαιτήσεις.

Ένα βράδυ αργά άκουσε δυνατά κλάματα ο Σημάκης να έρχονται από το σπίτι, πεινούσε κιόλας, μέρες νηστικός, πήρε το δρόμο να δει τι συμβαίνει. Μπήκε σιγά, πλησίασε το δωμάτιο και κρυφοκοίταξε από τη χαραμάδα, τα μωρά κλαίγανε, ξεσήκωναν τον τόπο, ο Γιάνναρος κατακόκκινος και ιδρωμένος κουνιόταν σαν τρελός πάνω στην Πασχαλίνα κι εκείνη φώναζε «Φτάνει! Φτάνει! Δεν αντέχω, με πονάς!», θυμωμένος της άρχισε αμέτρητες δυνατές σφαλιάρες χωρίς να σταματάει τον ξέφρενο ρυθμό πάνω της, έκλαιγε κι η Πασχαλίνα μαζί με τα μωρά, μπλαβί το πρόσωπό της. Τρέχει ο Σημάκης και αρπάζει το βαρύ σίδερο της μάνας του, “καημένη Πασχαλίνα, τη σκότωνε το θεριό” και χωρίς δεύτερη σκέψη, μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο και του κοπάνησε μια γερή στο κεφάλι. Ξερός έπεσε πάνω στην Πασχαλίνα και μόλις αυτή κατάλαβε τι συνέβη του φώναξε «Σημάκη μου, άντρα μου, μη σταματάς! Μη σταματάς, βόηθα με!». Ε, δεν ήθελε άλλο ο Σημάκης, ό,τι πει η Πασχαλίνα, κοπανούσε ξανά και ξανά με το σίδερο, ώσπου δεν έμεινε τίποτα να θυμίζει τον όμορφο Γιάνναρο. Ο Σημάκης χαχάνιζε ευτυχισμένος που έσωσε το κορίτσι από του θεριού τα δόντια, η Πασχαλίνα στρίγκλιζε να την ακούσει όλο το χωριό «Τι έκανες; Τι έκανες Σημάκη; Βοήθεια! Βοήθεια!», ώσπου μαζεύτηκε ο κόσμος απ’ έξω και η χωροφυλακή μαζί, μπερδεύτηκε ο Σημάκης προς στιγμήν, αφού η Πασχαλίνα του είπε, αλλά συνέχισε τα χάχανα.

Σύμφωνα με αυτά που διηγήθηκε η Πασχαλίνα, αυτή τη φορά στάθηκε τυχερή, αφού ο Σημάκης κατά τύχη πήγε σπίτι και την έσωσε από το βιασμό και το ξύλο. Χρόνια την απειλούσε ότι θα σκοτώσει τον άντρα της και μετά τα μωρά τους αν μιλούσε κι αυτή αναγκασμένη υπέμενε αυτή τη ζωή. «Εγκαταστάθηκε στο σπίτι μας με το έτσι θέλω, έδιωξε τον καημένο τον άντρα μου να κοιμάται στα ζώα, έπαιρνε όλα τα λεφτά μας και τον άφηνε νηστικό και βρώμικο, ώσπου τελικά ο Σημάκης μου δεν άντεξε άλλο και τον σκότωσε πρώτος». Ο Σημάκης έγινε ήρωας στο χωριό, ο Γιάννος ξενομερίτης ήταν και ξεχάστηκε γρήγορα. Ο χαζός του χωριού φέρθηκε σαν πραγματικός άντρας, έσωσε την τιμή της γυναίκας του και τη ζωή των παιδιών του, στη δίκη έπεσε στα μαλακά, η απόφαση του δικαστηρίου τον έστειλε στο τρελάδικο λόγω της διανοητικής του κατάστασης, αλλά και του πρότερου ήρεμου βίου του, ως πότε θα έμενε εκεί θα το έκριναν οι γιατροί στο μέλλον.

Η Πασχαλίνα από την άλλη, κρατήθηκε για λίγο καιρό περίλυπη, ήσυχη και μαζεμένη για τους τύπους, στο τέλος μπουχτισμένη από την πολύ ησυχία και χωρίς κανένα ενδιαφέρον εκεί, ούτε κανένα αρσενικό της προκοπής να περνάει από τον καφενέ, πούλησε την περιουσία του ανδρός της, πήρε τα δίδυμα και εξαφανίστηκε από το χωριό. Εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα ωσάν πλούσια χήρα με μωρά, αγόρασε διαμέρισμα, βρήκε νταντά και άρχισε τα ξεπορτίσματα και τη μεγάλη ζωή σα να μην έγινε τίποτα. «Τελικά είχε δίκιο η μάνα» σκέφτηκε, «μπορεί να μη ψοφολόγησε ο Σημάκης, αλλά και καλά πέρασα και τα προικιά μου έμειναν και ξεμπέρδεψα μια κι έξω από αυτόν».

Δεν πέρασε πολύς καιρός κι η Λίνα βρήκε έναν καλοστεκούμενο συνταξιούχο με τα όλα του, τέρμα οι έρωτες, δεν γέμιζαν κοιλιά και έφερναν μπελάδες. Χρειαζόταν λεφτά, τα έξοδα ήταν μεγάλα, η περιουσία του Σημάκη σωνόταν σιγά σιγά. Τρελός και παλαβός ο Ιωακείμ με τη γυναίκα που του έριξε η τύχη στα πόδια του, νέα, όμορφη, καλοσυνάτη, ούτε το πολυσκέφτηκε, ούτε το καθυστέρησε, γρήγορα τη ζήτησε σε γάμο. Να τον παντρευτεί δεν μπορούσε, αλλά τη δουλειά της θα την έκανε. «Είναι νωρίς για παντρειές Ιωακείμ μου, με βγάζουν κι από το σπίτι, πού καιρός για χαρές και γλέντια;». Κάθε βράδυ όμως τον ξεζούμιζε «στάσου βρε Λινούλα, έχω και την καρδιά που παραπονιέται», «δεν έχεις ανάγκη εσύ, ταύρος είσαι» και δως του κάθε βράδυ να αγκομαχά και να προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με το αχόρταγο θηλυκό. Δεν πήγε και πολύ ο Ιωακείμ, κάτι μήνες ιδροκόπησε, κοπανήθηκε, ώσπου άφησε την τελευταία του πνοή πάνω στην Λινούλα, είχε φροντίσει όμως η όμορφη χήρα νωρίς νωρίς να πάρει τις υπογραφές για τα δύο διαμερίσματα.

Ξέκανε δυο γερόντια ακόμη στο κρεβάτι, δεν δυσκολεύτηκε να τρώει περιουσίες, ούτε ανθρώπινες ψυχές, δεν είχε κανένα ηθικό φραγμό αν επρόκειτο να αυγατίζει την περιουσία της, εξάλλου τα μετρητά φεύγανε σα νερό με τη ζωή που έκανε. Γέμισε τον τραπεζικό της λογαριασμό, φρόντισε και το μέλλον των παιδιών της «δόξα το Θεό, γεμάτος ο κόσμος από απελπισμένους, μοναχικούς, πεινασμένους για έρωτες» σκεφτόταν. Ώσπου στη ζωή της μπήκε ο Ζαχαρίας, έξυπνος, όμορφος, ψηλός, χήρος, χωρίς υποχρεώσεις, πρώην εργοστασιάρχης, με διάθεση για ζωή και ενέργεια νέου ανθρώπου. Όσο κι αν προσπαθούσε η Λίνα να κάνει τα ίδια που έκανε με τους υπόλοιπους, τόσο ο Ζαχαρίας ζητούσε παραπάνω, όσο κι αν το έπαιζε φτωχή χήρα και κατατρεγμένη, τόσο δεν ίδρωνε το αυτί του. «Να παντρευτούμε Λίνα μου κι όλα δικά σου». Μα πώς; Είδε αποείδε η Λίνα, άλλη λύση δεν βρήκε, μια και δυο αποφάσισε να επισκεφτεί τον Σημάκη στο τρελάδικο. Άκρη δεν έβγαλε, μετά τόσα χρόνια και διάφορες θεραπείες, ούτε που τη θυμόταν, ούτε και φυσικά ήταν σε θέση να υπογράψει χαρτιά διαζυγίου, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να τον βγάλει από εκεί ως σύζυγός του να τον πάρει υπό την προστασία της και θα τον τακτοποιούσε ανάλογα με την ησυχία της.

Έτσι κι έγινε, ο Σημάκης πιο τρελός από πριν, επέστρεψε στην αγκαλιά της Πασχαλίνας να τον φροντίσει, κάτι που η ίδια δεν είχε σκοπό. Ξεπαρατήθηκε ο Σημάκης σ’ ένα ανήλιαγο δωμάτιο, κατουρημένος και σκατωμένος ως το λαιμό, ενίοτε τον έστρωνε κι ένα χέρι ξύλο για τη μαύρη της τύχη. Ήλπιζε μια στο τόσο που έμπαινε, να τον δει σέκο να ξεμπερδεύει, αλλά ο Σημάκης δεν το έβαζε κάτω, χαχάνιζε κάθε που την έβλεπε και της φώναζε μέσα στις μύξες και τα αίματα «έλα στο θεριό, έλα στο θεριό». Οι μήνες περνούσαν κι ο Ζαχαρίας την πίεζε όλο και περισσότερο να παντρευτούν, στέρεψαν οι δικαιολογίες της, πια έπρεπε να αναλάβει δράση, ο Ζαχαρίας δεν ήταν σαν τους άλλους, η υπομονή του εξαντλούνταν, ως πότε θα την περίμενε;

Ξημερώματα μπήκε στο δωμάτιο του Σημάκη, η μπόχα του δωματίου της χτύπησε τα ρουθούνια, της ανακάτεψε το στομάχι, κινήθηκε γρήγορα κι αθόρυβα προς το κρεβάτι, άρπαξε το μαξιλάρι με σκοπό να τον πνίξει, να τελειώνει με δαύτον μια κι έξω. Ένας δυνατός πόνος στο πίσω μέρος του κεφαλιού της έκοψε την ανάσα, στα δευτερόλεπτα πριν το επόμενο θανάσιμο χτύπημα, μια γνώριμη φωνή της φώναζε όπως αυτή κάποτε «Σημάκη μου, άντρα μου, μη σταματά! Μη σταματάς, βόηθα με!» κι ο Σημάκης δεν σταμάτησε…

Magic Garden

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading