Όλο το βράδυ ο Άλκης και η Ισμήνη μιλούσαν. Η Ισμήνη του είπε τα πάντα. Για τους γονείς της που έχουν δικό τους φούρνο και ζουν μόνιμα στη Θεσσαλονίκη. Για τη σχολή ζαχαροπλαστικής και τα τρία χρόνια που έζησε στη Γαλλία κάνοντας μεταπτυχιακό και δουλεύοντας ως εσωτερική σε σπίτια πλουσίων. Για τον τελευταίο σύντροφό της, που επειδή εκείνος δεν μπορούσε να κάνει παιδιά, της έριξε το φταίξιμο και της έσπασε τα πλευρά και για την απόφασή της να μείνει έγκυος από τράπεζα σπέρματος.
Ο Άλκης από την άλλη, της μίλησε για την πλούσια οικογένειά του που ζει στη Βιέννη. Για την ιατρική, τα μεταπτυχιακά και την πορεία του. Του μίλησε για την Άρνα, την γυναίκα του, που γνωρίστηκαν στη Βιέννη ένα καλοκαίρι και ερωτεύτηκαν παράφορα. Γύρισαν Ελλάδα, παντρεύτηκαν, αλλά μετά από δύο χρόνια σκοτώθηκε σε ένα ατύχημα με το αυτοκίνητό της. Ο Άλκης, παρά τα χρόνια της ιατρικής, δεν κατάφερε να τη σώσει. Η Ισμήνη του έσφιξε το χέρι και εκείνος της παραδέχτηκε πως είναι χρόνια μόνος και πως τη ζήλευε που έγινε μητέρα, γιατί το δικό του όνειρο έσβησε μαζί με την γυναίκα του μέσα σε εκείνο το αυτοκίνητο.
«Θα βρούμε μέσω DNA ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού, αλλά προς το παρόν θα δώσω εγώ αίμα! Έχω μηδέν θετικό, οπότε ας σου φανώ χρήσιμος!». Η Ισμήνη του χαμογέλασε και έκλεισε τα μάτια της. Το πρωί ο Άλκης δεν ήταν εκεί.
Ο Άλκης πέρασε τις δύο τελευταίες μέρες του Νοέμβρη σκεπτόμενος το ίδιο πράγμα. Του είχε κολλήσει στο μυαλό και δεν έβγαινε με τίποτα. Θυμήθηκε πως όταν ήταν φοιτητής, χρειάστηκε λεφτά και έμαθε πως στις τράπεζες σπέρματος δίνουν ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό στους δότες. Με μεγάλη χαρά τότε πήγε και έδωσε σπέρμα σε μια κλινική στη Θεσσαλονίκη. Κανείς δεν το είχε μάθει ποτέ και ξαφνικά, εμφανίστηκε η Ισμήνη, έγκυος από τράπεζα σπέρματος και δε από τη Θεσσαλονίκη. Δεν μπορεί να ήταν σύμπτωση!
Πήρε δείγμα αίματος από τη μικρή και μαζί με το δικό του, τα έστειλε για ταυτοποίηση. Έπρεπε να μάθει, γιατί ο Δεκέμβριος τον βρήκε σε μια κατάσταση που δεν είχε ξαναβιώσει. Από τη μια η καρδιά του χτυπούσε για την Ισμήνη με τρόπο πρωτόγνωρο. Με τρόπο που είχε ξεχάσει πως μπορούσε να νιώσει και από την άλλη, μπορεί να έχει μια κόρη που χαροπαλεύει στην μονάδα.
Οι σκέψεις του επιβεβαιώθηκαν αρχές Δεκεμβρίου. Η Μέλη ήταν δικό του παιδί. Η Ισμήνη είχε μείνει έγκυος από το δικό του σπέρμα. Είχε μια κόρη. Μια κορούλα που έπρεπε οπωσδήποτε να σωθεί για να την κρατήσει στην αγκαλιά του και να της προσφέρει όλο τον κόσμο. Όμως κάτι φοβήθηκε και εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Ζήτησε να τον αλλάξουν από γιατρό της Ισμήνης. Παράδωσε όλα τα χαρτιά και τον φάκελό της στον αντικαταστάτη του, έκλεισε το κινητό του και έφυγε. Η Ισμήνη τον περίμενε κάθε μέρα ξαπλωμένη στο κρεβάτι.
Είχε κάνει τρομερή βελτίωση και ήταν σίγουρη πως οφειλόταν σε εκείνον και σ’ όλα όσα ένιωθε δίπλα του. Τον ήθελε. Ναι, η Ισμήνη, τον ήθελε πολύ και θα του το έλεγε μόλις έβγαινε από εδώ μέσα. Το μόνο που την έκανε ευτυχισμένη ήταν η Μέλη. Η κόρη της που πάλευε κάθε μέρα μέσα στη θερμοκοιτίδα. Η μικρούλα ξεπέρασε πολλές δυσκολίες και κάθε μέρα, μεγάλωνε όλο και περισσότερο.
Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, ένα ακόμα σοκ ήρθε να ταράξει την ραγισμένη από τον Άλκη και ταλαιπωρημένη από το πρόβλημα υγείας, καρδιά της Ισμήνης. Η μικρή σταμάτησε να παίρνει βάρος εξαιτίας ενός μικροβίου που κόλλησε στο νοσοκομείο. Οι γιατροί της είπαν πως αν δεν άρχιζε να παίρνει βάρος αμέσως, δεν θα τα κατάφερνε. Η Ισμήνη ένιωσε να σπάει σε δύο κομμάτια και η πίεσή της ανέβηκε σε τρομακτικά υψηλά επίπεδα.
Με πολύ κόπο, οι νοσηλεύτριες και οι γιατροί κατάφεραν να την ηρεμήσουν. Της έδωσαν την αγωγή της και την άφησαν να ξαπλώσει. Εκείνη έκλαιγε όσο δεν είχε κλάψει ποτέ. Ενάμιση μήνα μέσα στο νοσοκομείο δίχως να ξέρει τι συμβαίνει με την κόρη της και μέσα σε όλα αυτά, είχε εξαφανιστεί και ο Άλκης. Η καρδιά της κάποια στιγμή θα την εγκατέλειπε και ήταν σίγουρη γι’ αυτό!
Μες στους λυγμούς της δεν άκουσε την πόρτα, ούτε έδωσε σημασία στον ήχο του βηματισμού.
«Ήρθα!», ψέλλισε ο Άλκης με σκυμμένο το κεφάλι.
Η Ισμήνη ακούγοντας τη φωνή του άρχισε να κλαίει περισσότερο και εκείνος έτρεξε κοντά της.
«Μην κλαις! Σε παρακαλώ… Εγώ φταίω! Είμαι δειλός και έφυγα. Δεν ήξερα πώς να τα διαχειριστώ όλα αυτά. Δεν ήξερα τι έπρεπε να σου πω, αλλά ούτε και τι ακριβώς να νιώσω για σένα και για εκείνη. Είναι όλα πολύ μεγάλα για μένα και αντί να σας σταθώ, έφυγα… Μη με μισήσεις! Ισμήνη, συγγνώμη!».
Είχε καταφέρει να συγκρατήσει τα δάκρυά της για να καταλάβει τι ακριβώς γινόταν εκείνη τη στιγμή. Να αποκρυπτογραφήσει τις λέξεις του. Να καταλάβει αν είναι καλά.
«Άλκη, τι συμβαίνει; Γιατί κλαις; Γιατί έφυγες; Τι έγινε;».
Ο Άλκης πήρε μια ανάσα. «Ισμήνη, η Μέλη είναι κόρη μου!».
Η Ισμήνη γούρλωσε τα μάτια και άφησε τα χέρια της να πέσουν βαριά δίπλα της. Ο Άλκης της είπε όλη την ιστορία, ενώ της επιβεβαίωσε και το όνομα της κλινικής. Για του λόγου το αληθές, τηλεφώνησε ο ίδιος στην κλινική με τα προσωπικά του στοιχεία και τον αριθμό μητρώου που είχε βρει καταχωνιασμένο στην ατζέντα του και επιβεβαίωσαν τα όσα είπε στην Ισμήνη. Σε κατάσταση σοκ, η Ισμήνη δεν μπορούσε να πιστέψει πως δίπλα της στεκόταν ο πατέρας της κόρης της. Ο άντρας που έκανε την καρδιά της να χτυπάει τόσο δυνατά, είναι ο πατέρας της Μέλης.
Μα, απαντήσεις ακόμα δεν είχε πάρει…
«Γιατί εξαφανίστηκες;», ρώτησε εμφανώς ταραγμένη.
«Γιατί δεν μπορούσα να διαχειριστώ όλα όσα ένιωθα για σένα, αλλά και τις τόσο σημαντικές για τη ζωή μου, νέες πληροφορίες. Πόσο μάλλον όταν εσύ είσαι στο κρεβάτι αυτό και η Μέλη παλεύει με νύχια και με δόντια για τη ζωή της αυτή τη στιγμή. Μόλις έμαθα για την κατάστασή της, έτρεξα κοντά σας. Κοντά σου…».
Με ένα θάρρος και ένα θράσος που δεν περίμενε ποτέ πως θα εκδήλωνε η Ισμήνη, τον τράβηξε κοντά της και τον φίλησε με πάθος. Ο Άλκης ένιωσε ένα τεράστιο βάρος να φεύγει από πάνω του και την έσφιξε στο σώμα του. Αυτό το φιλί ήταν το τέλος και η αρχή ενός αύριο γεμάτο αγωνία. Κοινής αγωνίας για την κόρη τους. Εκείνη που δεν μπορούσε να δει τους γονείς της αγκαλιασμένους.
Το επόμενο πρωί, τα νέα δεν ήταν ενθαρρυντικά για τη κατάσταση της Μέλης. Παρ’ όλη την αγωγή, θα έπρεπε να περιμένουν να κάνει αυτή η λοίμωξη τον κύκλο της. Το μωρό ήταν αδύναμο και δεν μπορούσε να σηκώσει πιο βαριά αγωγή. Ήταν θέλημα Θεού πια…
Ο Άλκης πήρε αγκαλιά την Ισμήνη και πήγαν μαζί στη θερμοκοιτίδα να δουν την πριγκίπισσά τους. Ήταν τόσο μικρή κι εύθραυστη, που η καρδιά της Ισμήνης δε θα άντεχε. Ο Άλκης, με δάκρυα στα μάτια, έμαθε τις εξελίξεις της υγείας της και βρέθηκε στο πλευρό της αγαπημένης του.
«Θέλω να χειρουργηθώ! Θέλω να με κάνεις καλά και μετά να ζήσουμε όλοι μαζί. Να μεγαλώσω την κόρη μου υγιής… Άλκη, θέλω να το κάνεις!», είπε η Ισμήνη με δάκρυα στα μάτια.
Ο Άλκης ήξερε πως η καρδιά της δε θα αντέξει την απώλεια της Μέλης και την ήθελε καλά για να μείνει δίπλα του. Πήρε την απόφαση να τη χειρουργήσει λίγο πριν την Πρωτοχρονιά. Η Ισμήνη ετοιμάστηκε για το χειρουργείο, φίλησε τη μαμά και την αδερφή της και με γιατρό τον Άλκη μπήκε στο χειρουργείο.
«Θέλω να ζήσεις, Ισμήνη! Θέλω να το παλέψεις για εμάς και το παιδί μας…», της είπε και τη φίλησε λίγο πριν τη νάρκωση. Εκείνη βάθυνε το φιλί. Του χαμογέλασε και κοιμήθηκε. Κανείς δεν ήξερε ότι η Μέλη νίκησε. Κανείς δεν ήξερε ότι η Μέλη τους περίμενε για να μεγαλώσει….
Ξημερώματα Πρωτοχρονιάς ο Άλκης και η Ισμήνη είχαν αγκαλιά τους τη Μέλη στη μονάδα νεογνών. Είχε νικήσει τη λοίμωξη, είχε βαρύνει και περίμενε να πάει στο σπίτι με τους γονείς της. Η Ισμήνη ανάρρωνε σταδιακά και ήθελε να πάει σπίτι ώστε να ξεκινήσει τη νέα της ζωή και ο Άλκης λάτρευε να τις χαζεύει γερές και δυνατές μετά από δύο ολόκληρους μήνες αγώνα.
«Σου υπόσχομαι πως του χρόνου την Πρωτοχρονιά θα είμαστε στο σπίτι μας. Μαζί! Εγώ, εσύ και τα παιδιά μας», είπε ο Άλκης και τη φίλησε στο κεφάλι.
………………………………………………………
Πρωτοχρονιά 2023. Σε ένα διαμέρισμα στα Πετράλωνα, οι κουρτίνες τραβήχτηκαν για να μπει το λιγοστό φως εκείνης της συννεφιασμένης ημέρας. Ένας άντρας χαμογελαστός φέρνει έναν δίσκο λιχουδιές στο κρεβάτι. Μια γυναίκα θηλάζει ένα νεογέννητο αγοράκι και ένα κοριτσάκι ενός έτους παίζει με ένα αρκουδάκι στα πόδια της.
«Στο είχα υποσχεθεί πριν ένα χρόνο;», ρώτησε ο Άλκης παίρνοντας τη Μέλη στην αγκαλιά του.
«Δεν μπορούσα να το φανταστώ!», ψιθύρισε η Ισμήνη για να μην ξυπνήσει τον Αίαντα που κοιμόταν του καλού καιρού.
«Θες να γίνεται το ίδιο για πάντα;», ρώτησε ο Άλκης και της έδωσε ένα δαχτυλίδι.
«Θέλω σαν τρελή, αλλά χωρίς να θηλάζω κάθε χρόνο κι ένα μωρό», είπε η Ισμήνη μες στα δάκρυά της.
«Σ’ αγαπάω, Ισμήνη!»
«Κι εγώ, Άλκη».
Κατερίνα Μοχράνη
ΤΕΛΟΣ
