Η δουλειά είχε πέσει τις τελευταίες μέρες και ο κύριος Τάκης ένιωθε υπεύθυνος. Κάτι θα είχε κάνει λάθος. Η κοπέλα που δούλευε στο μαγαζί του τα τελευταία δύο χρόνια, η Στέλλα, ήταν πάντα ευγενική και αισιόδοξη και του έδινε συχνά κουράγιο. Τώρα το χρειαζόταν λίγο παραπάνω.
«Η κακοκαιρία δεν βοηθά στις μετακινήσεις», του θύμισε για να μην χάσει την ελπίδα του. «Μετά την κακοκαιρία βγαίνει ο ήλιος», έκλεισε εντελώς την πόρτα, γιατί εκτίμησε ότι το νερό θα έμπαινε μέσα.
«Δίκιο έχεις», αναστέναξε, αν και δεν έβλεπε την ηλιοφάνεια να επιστρέφει σύντομα.
Η μικρή επιχείρηση του κυρίου Τάκη, ήταν ένα ταπεινό μαγαζί σε μια γωνιά μιας ήσυχης γειτονιάς που μπορούσες να αγοράσεις τα πιο νόστιμα σάντουιτς. Ο κύριος Τάκης χήρεψε στα πενήντα του και τα τελευταία δέκα χρόνια αφοσιώθηκε στην δουλειά του, έχοντας για μόνη θηλυκή παρουσία δίπλα του την υπάλληλό του. Την έβλεπε σαν την κόρη που ποτέ δεν απέκτησε με την γυναίκα του. Πιστός μέχρι το τέλος, όπως είχε υποσχεθεί στην αγαπημένη του πριν την ζητήσει σε γάμο, κράτησε την υπόσχεσή του σαν φυλαχτό σε όλη του τη ζωή. Ούτε με την σκέψη δεν πεθύμησε ποτέ άλλη γυναίκα και ας έγινε στα νιάτα του περίγελος σε αντροπαρέες. Οι θεραπείες της του άφησαν μεγάλο χρέος, αλλά ούτε αυτό άφησε να του δημιουργήσει κακές σκέψεις, γιατί όλα έγιναν για μια ελπίδα. Για εκείνη. Το δάνειο όμως που πήρε πριν δεκαπέντε χρόνια για το χατήρι ενός «φίλου» του, τον είχε τσακίσει. Ο υποτιθέμενος φίλος πήρε τα λεφτά και του φόρτωσε το δάνειο, αφήνοντας τον κύριο Τάκη έρμαιο της τράπεζας.
«Πέρασα όλη τη ζωή μου Στέλλα, προσπαθώντας να βοηθήσω όπου μπορούσα. Φίλοι αποδείχτηκαν εχθροί, συγγενείς έγιναν ξένοι, άλλοι απλά εξαφανίστηκαν και η αγαπημένη μου πλέον ζει στην καρδιά μου και στα χέρια του Δημιουργού μας. Τι νόημα είχαν όλα αυτά; Ποιος ο λόγος να κοπιάσω τόσο για το καλό και να μείνω με το τίποτα; Τελικά αξίζει σε αυτήν την εποχή να είσαι καλός ή έχασα τον χρόνο μου δίνοντας τον εαυτό μου για τους άλλους και θα καταλήξω ένα κορόιδο και τίποτα άλλο;»
Η Στέλλα άκουγε με κατεβασμένα τα μάτια, γιατί ακόμα και ο πιο αισιόδοξος, χρειάζεται κάποιες φορές να σωπαίνει. Και αυτή ήταν μια τέτοια στιγμή. Είδε τον κύριο Τάκη να πετάει στον πάγκο έναν φάκελο που φαινόταν ότι ήρθε ξανά από την τράπεζα. Μαζί με την απειλητική επιστολή για κατάσχεση, ήταν σαν να πέταξε εκείνη τη στιγμή στον πάγκο άλλη μια ελπίδα για ανάκαμψη, άλλη μια ευκαιρία για ανακαίνιση, άλλη μια ανάσα για ζωή. Πόσες να είχε φυλάξει ακόμα;
Η Στέλλα σκέφτηκε καλά όσα άκουσε και πήρε μια απόφαση. Εκείνη τη στιγμή της φαινόταν παράτολμο αυτό που ήθελε να κάνει, αλλά πίστευε ότι στο τέλος θα γινόταν το θαύμα. Γιατί ήθελε να ζει σε μια κοινωνία που το καλό νικάει το κακό και αυτό χωρίς θάρρος δεν γίνεται.
Πέρασαν αρκετές κρύες βδομάδες με γκρίζα σύννεφα που κάλυπταν τον βρεγμένο ουρανό. Ο κύριος Τάκης ετοιμαζόταν να παραδώσει τα όπλα. Με το κλείσιμο της πόρτας εκείνο το βράδυ, παρέδιδε το μαγαζί του και ό,τι του είχε απομείνει, στην τράπεζα. Εκείνη και το κράτος ήταν πάντα απέναντι από τις μικρές επιχειρήσεις. Δεν έφτανε η παράλογη φορολογία, ήταν και οι τόκοι του δανείου και χίλια μύρια που τυλίγονταν σαν θηλιά γύρω από τον λαιμό του. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της καλοσύνη του ή όπως έλεγε της ανοησίας του, γιατί αυτό είχε αρχίσει να πιστεύει ότι σήμαινε στην σημερινή εποχή το να είσαι καλός.
Κλείδωσε την πόρτα και στάθηκε για μια στιγμή, γιατί ήθελε να φέρει στο μυαλό του κάποιες όμορφες στιγμές από τα προηγούμενα χρόνια. Γύρισε όμως απότομα το κλειδί για να μην αφήσει την ταινία να παίξει. Το τέλος ήταν τέλος.
«Δεν σου είπα, παιδί μου, να μην έρθεις απόψε;» ξαφνιάστηκε βλέποντας μπροστά του την Στέλλα. «Ποιος είναι εκεί;» προσπάθησε να διακρίνει την φιγούρα πίσω της.
«Τάκη, για πού το ‘βαλες;» ρώτησε χαμογελαστός ο γείτονας του, ο Γιάννης.
Δίπλα του ξεπρόβαλε η κυρά Μαρία η μοδίστρα και ο Μάνος που είχε το κουρείο στο πίσω στενό. Πλησίασε ο Στράτος ο λογιστής και η Ελένη η νηπιαγωγός. Σιγά σιγά φάνηκε να ‘ρχεται ο συνταξιούχος παπά Πέτρος, ο Λευτέρης ο μηχανικός με την γυναίκα του, η Αναστασία από το βιβλιοπωλείο, η Χριστίνα που πουλούσε κεριά στο μικρό της μαγαζάκι. Ο Μάριος από το καφενείο, ο Χρήστος από τον φούρνο, η κυρία Αγγελική με την αδερφή της που είχαν το ζαχαροπλαστείο στην πλατεία. Η Καίτη, η κυρία Παναγιώτα, η Γεωργία, ο Γιώργος και ο άλλος Γιώργος από το ψητοπωλείο. Όλη η γειτονιά και οι γύρω γειτονιές, ένα τσούρμο άνθρωποι στάθηκαν μπροστά στον κύριο Τάκη που του κόπηκε η φωνή όταν συνειδητοποίησε τι συνέβαινε. Ένας ένας πλησίαζε και του έδινε από έναν μικρό φάκελο που είχαν βάλει ό,τι μπορούσαν ή ακόμα και ό,τι είχαν. Και όσοι δεν κατάφεραν να έρθουν, έστειλαν και αυτοί τον δικό τους φάκελο.
«Μα γιατί;» βγήκε από το στόμα του κυρίου Τάκη ένας ήχος που έμοιαζε περισσότερο με κλάμα παρά για φωνή.
«Για τότε που μου έδωσες εκείνο το σάντουιτς, για τότε που μου είπες εκείνη την κουβέντα, για τότε που ήρθες και με βοήθησες, με πήγες στο νοσοκομείο, με τάισες, με στήριξες, εσύ μόνο με άκουσες, μου δάνειζες πάντα, μου έδινες συνέχεια…”
«Γιατί το καλό που έκανες έχει αξία», πήγε και τον αγκάλιασε η Στέλλα. «Γιατί θέλω να ζω σε αυτήν την κοινωνία. Που κανείς δεν είναι μόνος. Που τα θαύματα δεν τελειώνουν. Που το καλό νικάει. Θέλω να ζω σε μια κοινωνία αλληλεγγύης και αδερφοσύνης. Γιατί το να είσαι καλός δεν σημαίνει ότι δεν έχει αντίκτυπο. Και το πιο μικρό άγγιγμα αφήνει αποτύπωμα στην ζωή του διπλανού μας. Γιατί αυτό που μας έχουν πει ότι χρειαζόμαστε, δεν είναι οι πραγματικές μας ανάγκες. Ανάγκη της κοινωνίας μας είναι η αλληλοβοήθεια, η αγάπη, η κατανόηση, η αλληλεγγύη, η τιμιότητα, η θυσία για τον διπλανό μας. Οι αξίες αυτές που τις καταπατάνε κάθε μέρα τόσο πολύ, ώστε να τις κάνουν να μοιάζουν τόσο μικρές και ασήμαντες. Γι’ αυτό ας έχουμε τα χέρια μας ανοιχτά να αγκαλιάσουμε, τα μάτια μας ανοιχτά για να βοηθήσουμε και την καρδιά μας ανοιχτή να αγαπήσει. Αν είμαστε μαζί, κανείς δεν θα ‘ναι μόνος».
C.C.
