Προσπαθώντας ν’ αγγίξει το όνειρο…

Όταν την γνώρισα, ήταν ήδη 45 χρονών. Περάσαμε 5 χρόνια μαζί πριν να μπορέσει να αφεθεί, να με εμπιστευτεί και να μου ανοίξει την καρδιά της. Αφορμή η νέα εξωσωματική που θα έκανε σε λίγες μέρες. Ήταν ευάλωτη, ήθελε κάπου να μιλήσει, να τα πει να ξαλαφρώσει, οι λέξεις με τα βίας έβγαιναν από το στόμα της. Σε μια στιγμή αδυναμίας, μου διηγήθηκε την ιστορία της.

Φειδωλές οι πιθανότητες, αλλά υπήρχε ακόμα ελπίδα. Τουλάχιστον μέσα της. Η όψη της δεν μαρτυρούσε τίποτα από όλο εκείνον τον Γολγοθά που είχε διαβεί χρόνια ολόκληρα. Μονοπάτια δύσκολα, με πολλές κακοτοπιές και κουρελιασμένες ελπίδες. Πολλά από τα όνειρά της κείτονταν σε εκείνο το παγκάκι στο λιμανάκι, που αρέσκονταν να πηγαίνει, να κάθεται να χαλαρώνει, να αδειάζει το κεφάλι από τις σκέψεις της αναζητώντας μια ελπίδα φωτός.

Σε αλλάζει ο κόσμος τελικά. Η πίεση από τον περίγυρο ήταν αφόρητη. Γόνος πολύτεκνης οικογένειας από χωριό. Όλα τα αδέρφια της είχαν από τρία παιδιά. Μόνο εκείνη δεν είχε. Ο ρόλος της γυναίκας ήταν να παντρευτεί και να τεκνοποιήσει. Η προοδευτικότητα δεν είχε επισκεφθεί ακόμα τον τόπο τους. Σε αυτές τις μεταμοντέρνες εποχές, το νησί τους παρέμενε απόρθητο φρούριο του συντηρητισμού. Παρόλο που έφυγε από το νησί και πήγε στην μεγαλούπολη για να γλυτώσει, το κατεστημένο την κυνηγούσε. Όσο και αν η λογική της υπαγόρευε ότι δεν ήταν η προϋπόθεση για την ευτυχία της, ο εσωτερικός της κόσμος ήταν σε σύγκρουση, αναζητώντας τον πόθο, τον σκοπό της συνεχώς. Ένα παιδί στην αγκαλιά της.

Πόσες φουρτούνες θα είχε γλυτώσει, αν είχε διαλέξει διαφορετικό συνεπιβάτη σε αυτήν την διαδρομή… Ο Λάμπης, πρωτομάστορας του συντηρητισμού και του καθωσπρεπισμού, ήθελε διακαώς να διαιωνίσει το είδος του. Για την μανούλα του, που κάθε φορά τον ρωτούσε για το πολυπόθητο εγγόνι και για τη στείρα νύφη που του ανεμάζωξε και ότι θα φτάσει η ώρα να κλείσει τα μάτια της και κλάματα και γέλια μωρού δεν θα έχουν αντηχήσει στο σπιτικό της. Μοναχογιός ο Λάμπης, αδυναμία στη μανούλα, το θύμα η Μαρία. Μετά από ένα αρκετό αριθμό αποτυχημένων προσπαθειών ερωτικής συνεύρεσης και προσπάθειας, αποφάσισαν να δοκιμάσουν άλλους τρόπους, μιας και δεν μπορούσε να αποδεχτεί ο Λάμπης ότι δεν ήταν ικανοί να φέρουν τον πολυπόθητο γόνο στον κόσμο, οπότε υπέβαλλε την Μαρία σε τόνους εξετάσεων, να βρουν ποιο ήταν το πρόβλημα που δεν μπορούσε να συλλάβει. Το αποτέλεσμα τους ισοπέδωσε. Ο Λάμπης ήταν “τζούφιος”. Ο Λάμπης, ο δυο μέτρα άντρας χωρίς σπόρους! Ισοπεδώθηκε όλο του το είναι, κλείστηκε στο σπίτι δεν μιλούσε με κανέναν για καιρό. Ξαφνική αδιαθεσία μήνυσε στους γύρω του. Η Μαρία από την άλλη καταχάρηκε που δεν είχε τίποτα να αποδείξει σε κανέναν, που όλες οι τύψεις και οι ενοχές που την κατέκλυζαν τόσο καιρό εξανεμίστηκαν. Αλλά τώρα έπρεπε να διαλέξει. Να παρατήσει τον Λάμπη και να εκπληρώσει με κάθε τρόπο το όνειρό της, αυτό του παιδιού, με κάποιον άλλον ή να συμπαρασταθεί στον άνθρωπό της και απλά να κατακρεουργήσει τα θέλω της; Η απάντηση ήρθε βεβαίως βεβαίως δια στόματος Λάμπη. «Η ετυμηγορία είναι ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος, αλλά δεν μπορεί να δηλωθεί στην κοινωνία, υπάρχει ένας εγωισμός και ένα ανδρισμός που πρέπει να διατηρηθεί. Η υπόληψη πάνω από όλα, άρα το δικαστήριο δηλώνει ότι ένοχη είναι η Μαρία. Ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία είναι που δεν μπορεί να κάνει παιδιά. Ως εκ τούτου, αποφασίζεται ως οικογένεια που έχει ένα σκοπό να εκπληρώσει, να προχωρήσει στην διαδικασία της εξωσωματικής.» Η Μαρία φαντάστηκε τον εαυτό της να απλώνει τα χέρια της μπροστά για να της περάσουν τις χειροπέδες και τον αστυνομικό να τη συνοδεύει στη φυλακή…

Η διαδικασία της εξωσωματικής επίπονη, φάρμακα, ορμόνες, σωροί εξετάσεων, ψυχολογική και σωματική κούραση. Το πιο εξουθενωτικό η αναμονή του αποτελέσματος. Εκεί το μυαλό τρελαίνεται, πλάθει σενάρια με τη δική του φαντασία, παλεύουν οι προσδοκίες με την πραγματικότητα, η θετική σκέψη με την απογοήτευση και τούμπαλιν. Το αποτέλεσμα αρνητικό! Σωριάστηκε στο πάτωμα, έπειτα στο κρεβάτι για βδομάδες ολόκληρες. Η απογοήτευσή της εμφανής σε κάθε πτυχή του κορμιού και του προσώπου της. Ξαναγύρισε στη δουλειά, οι υποχρεώσεις έτρεχαν και έπρεπε να μαζέψουν λεφτά για την επόμενη. Μια περιουσία ολόκληρη κόστιζε η διαδικασία για το όνειρο. Ξαναπροσπαθούν τη δεύτερη. Την τρίτη, την τέταρτη. Ο γιατρός πάτησε φρένο. Δεν μπορούσε να της κάνει άλλη, δεν επιτρεπόταν, ήδη είχαν παραβεί το επιθυμητό όριο, ήδη είχε καταπονηθεί οικτρά το σώμα της και η ψυχή της. Της εξήγησε τη συνέχεια, ότι θα έβαζε σε κίνδυνο την υγεία της. Είχε πεισμώσει. Μια συνάδελφος από την δουλειά, της πρότεινε έναν άλλο. Την ανέλαβε. Χωρίς αποτέλεσμα. Πέμπτη προσπάθεια, έκτη, αποτέλεσμα μηδέν.
Στην έβδομη είναι που μου άνοιξε την καρδιά της. Ήταν πολύ αγχωμένη. Δεν μπορούσε να κουβαλάει άλλο στους ώμους της την καταδίκη ότι ήταν στείρα, παρόλο που δεν ήταν. Με τόσο θέατρο είχε μπει πια στο πετσί του ρόλου. Ένιωθε ένοχη και ανεπαρκής. Αντί να τα διαλύσει όλα και να γράψει νέο σενάριο για τη ζωή της, παρέμενε σταθερή στην τραγωδία της. Ήταν η τελευταία της ελπίδα. Ο «χασάπης», έτσι ήταν το παρατσούκλι του στην πιάτσα, της είχε δηλώσει ότι αυτή θα είναι η τελευταία. Ακόμα και στην παρανομία υπάρχουν όρια.

Το αποτέλεσμα αρνητικό ξανά. Η ψυχή της δεν άντεξε, κατέρρευσε. Αλλά ούτε και το σώμα της. Καρκίνος στο στήθος. Οι συνέπειες των τόσων φαρμάκων και ορμονών που έκαναν πάρτι στο σώμα της τόσα χρόνια. Αρνιόταν να πεθάνει από μοναξιά, προτιμούσε να πεθάνει από ελπίδα. Αξιοποίησε τον φόβο της για να μείνει ζωντανή, στο κάτω κάτω ήξερε να επιβιώνει, θα το έκανε για άλλη μια φορά. Αυτή τη φορά όμως για την ίδια.

Στάθηκα δίπλα της όσο καιρό πάλευε με τον καρκίνο. Στιγμή δεν έφυγε η εκπλήρωση του παιδιού από το μυαλό της.
Κάποια στιγμή με πήρε τηλέφωνο. Μου μιλούσε ψιθυριστά. Μου μίλησε για τις υιοθεσίες που γίνονται παράνομα. Είχε ξεπεράσει κατά πολύ την επιτρεπτή ηλικία για να μπορέσει να υιοθετήσει. Άλλωστε πολύ χρονοβόρα διαδικασία και δεν υπήρχε άλλος χρόνος. Μου μίλησε πως μανάδες πάνε και γεννάνε στα νοσοκομεία και αφήνουν τα παιδιά τους εκεί, πως τα υποψήφια ζευγάρια δηλώνουν το ενδιαφέρον τους, πως γίνεται η συναλλαγή μεταξύ τους και πως με μια ψεύτικη κοιλιά δείχνοντας στους άλλους ότι είσαι έγκυος, ξαφνικά κρατάς μια ψυχή στα χέρια σου. Το σκεφτόταν. Δεσμεύτηκε να οδηγήσει τις σκέψεις της εκεί που θα γαλήνευε η καρδιά της.

Άλλη μια φορά μιλήσαμε στο τηλέφωνο έκτοτε. Μου φάνηκε σαν αποχαιρετισμός, χωρίς όμως να ειπωθεί ποτέ το αντίο. Κάναμε καιρό να ξαναμιλήσουμε. Όταν την αναζήτησα, το τηλέφωνό της ανύπαρκτο. «Ο αριθμός που καλέσατε, δεν αντιστοιχεί σε συνδρομητή.» Στα social ανενεργή. Της έστελνα μηνύματα, ούτε διαβάστηκαν ποτέ. Την έψαξα στη δουλειά, παραιτήθηκε ξαφνικά. Θα γυρνούσε πίσω στο νησί. Στους γονείς της.Έτσι δήλωσε.
Πέρασε ο καιρός…
Στα social είδα ξάφνου κινητικότητα. Είχε κάνει like σε σελίδες με βρεφικές τροφές, σε εταιρείες με παιδικά παιχνίδια και ρούχα. Γύρισα πίσω στο χρόνο, στα λόγια της και τότε κατάλαβα…
Την φαντάστηκα να χαμογελά ανακουφισμένη και ευτυχισμένη!

Stella

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading