Η γιαγιά μου η Βασιλική

Είναι 7 το πρωί. Αρχίζει να γλυκοχαράζει. Από μακριά ακούγεται ο ήχος της καμπάνας. Η λειτουργία ξεκινά. Ρίχνει λίγο κρύο νερό στο πρόσωπό της για να ξυπνήσει.

Η επιδερμίδα της ροδαλή, χωρίς ίχνος ρυτίδας. “Γιαγιά τι βάζεις στο πρόσωπό σου και είναι τόσο ωραίο;”. Γελά δυνατά με αυτό το χαρακτηριστικό γέλιο της και μου απαντά. “Σαπνάκι”.

Τα μάτια της γαλάζια σαν την βαθιά θάλασσα. Εκείνο το καθαρό γαλάζιο, που σε κάνει να θέλεις βουτήξεις μέσα τους και να μάθεις όλα τα μυστικά της.

Τα μαλλιά της κατάξανθα σαν ήλιος. Πλεγμένα σε δύο μακριές κοτσίδες. Τις ξεμπλέκει ευλαβικά και χτενίζεται με αργές κινήσεις. Τις ξαναμπλέκει και τις κάνει στεφανάκι γύρω από το κεφάλι της.

Μαύρη φούστα, μαύρη δαντελωτή μπλουζίτσα, μαύρη καλτσοδέτα έως το γόνατο και μαύρο παπούτσι με λίγο τακουνάκι. Βάζει το λουλουδάτο της μαντήλι και ξεκινά για την εκκλησία. Συντροφιά της, το μικρό πορτοφολάκι που έχει κάτω από την μασχάλη της.

Σαν όνειρο ακούω τα τακούνια της στις σκάλες. “Γύρισε η γιαγιά, σήκω!” φωνάζω στην αδελφή μου. Τρέχουμε με λαχτάρα και την αγκαλιάζουμε. “Πηγαίνετε να ντυθείτε, κάνει κρύο, θα ανάψω το τζάκι και θα σας βάλω να φάτε”.

Καθόμαστε γύρω από το τζάκι. Κουρνιάζω στην αγκαλιά της. Τα ροζιασμένα της χέρια με σφίγγουν δυνατά και μου σκάει ένα μεγάλο φιλί. Αχ αυτές οι αγκαλιές και τα φιλιά της γιαγιάς!

Φρέσκα κουλουράκια, γάλα, ελληνικός καφές κρυφά από την μαμά και σιταράκι. Είχε μνημόσυνο σήμερα στην εκκλησία. Την παρατηρώ που βουτά το κουλουράκι στον καφέ. Σιγά σιγά, με περισυλλογή απολαμβάνει τον καφέ της. Τα μάγουλά της αναψοκοκκινίζουν από ευχαρίστηση. “Φάτε φάτε καμάρια μου, φάτε για να μεγαλώσετε”. Καταβροχθίζω τα κουλούρια και το σιτάρι με γρήγορες κινήσεις. Ξαπλώνω στα γόνατά της και μένω εκεί έως να με πάρει ο ύπνος πάλι.

Κοιτάζω την φωτογραφία της απέναντί μου. Περάσαν τα χρόνια. Μεγάλωσα. Μεγάλωσε και η γιαγιά. Πήγε 98 χρονών. Τα πυρόξανθα μαλλιά της, πήραν έναν μεταλλικό άσπρο χρώμα. Τα μάτια της παρέμειναν γαλάζια και το πρόσωπό της ροδαλό σαν να μην πέρασε μια μέρα. Έως την τελευταία της πνοή.

Εμένα η γιαγιά μου, μου έμαθε να χαμογελώ, να απολαμβάνω τις αγκαλιές, να αγαπώ τον ελληνικό καφέ και να γεύομαι με ευχαρίστηση εκείνο το γλυκό κόκκινο κρασί από το χωριό.

Εσένα;

Πηνελόπη Κυριαζή

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading