Κύριος & Κυρία Stanford

«Ναι βέβαια θυμάμαι τα πρώτα μου βήματα στα ξενοδοχεία. Τι θυμάμαι περισσότερο; Μα όλα φυσικά… Συνήθως δούλευα πρωινές βάρδιες, που σήμαινε ότι 07:00 θα έπρεπε να είμαι εκεί. Το ξύπνημά μου λοιπόν ήταν γύρω στις 05:30, μεσοβδόμαδα ή Σαββατοκύριακο, να πιώ στα γρήγορα ένα καφέ και να τρέξω στη δουλειά. Συνήθως τσάκωνα το νυχτερινό που σχολούσε εκείνη την ώρα να κοιμάται σε κάποια πολυθρόνα με ανοιχτό το στόμα και λίγο σάλιο να κρέμεται στην άκρη του χειλιού. Δύσκολες βάρδιες οι νυχτερινές, καταλάβαινα την κούραση, όμως σαν πειραχτήρι που ήμουν, πήγαινα στις μύτες των ποδιών μου και του ψιθύριζα στο αυτί το όνομά του κοφτά. Πεταγόταν τότε όρθιος έστρωνε τη στολή του και ανάμεσα στη ζάλη του φώναζε: «Όλα καλά, ξύπνιος είμαι». Γελούσα κάθε φορά.

Στην βάρδια ήμασταν δύο άτομα πάντα το πρωί. Αφού καθάριζα την υποδοχή από κούπες με ξεραμένο καφέ, σακουλάκια από πατατάκια και διάφορα φαγώσιμα σκόρπια από τους προηγούμενους, έπρεπε να φέρω καφέ και για τον υπεύθυνο βάρδιας. Βλέπετε υπήρχε το θέμα ότι ήμουν η μόνη γυναίκα στην υποδοχή κι αυτό σήμαινε πως σε θέματα καθαριότητας, φαγητού, καφέδων ήμουν υπεύθυνη νοικοκυρά. Ήταν αυτονόητο να ασχοληθώ εγώ. Στην αρχή δεν είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία, ούσα νεότερη και πρωτάρα υπάκουσα. Με το πέρασμα των χρόνων όμως εκνευριζόμουν απίστευτα, επειδή όμως σεβόμουν το χώρο της δουλειάς μου και τον ήθελα για μένα καθαρό, ήταν προτεραιότητα. Οι καφέδες στην πορεία κόπηκαν, όποιος ήθελε ας αγόραζε ή ας τον έφτιαχνε μόνος του. Θυμάμαι χαρακτηριστικά περίοδο εορτών που με ρώτησαν οι συνάδελφοι πότε θα τους φτιάξω μελομακάρονα να δοκιμάσουν, για να καταλάβουν αν ο μελλοντικός μου άντρας θα έμενε ευχαριστημένος από μένα. Την πρώτη φορά σοκαρίστηκα κι έφτιαξα μελομακάρονα τα οποία δεν τρωγόντουσαν. Η αλήθεια είναι υστερώ λίγο στη ζαχαροπλαστική. Τα βλέμματα οίκτου διαπέρασαν τα μηνίγγια μου και το αίμα δονούνταν στις φλέβες μου. Μάλιστα διακριτικός συνάδελφος ψιθύρισε «στο ράφι θα μείνεις με τέτοια μαγειρική». Την επόμενη χρονιά αγόρασα λοιπόν μελομακάρονα από το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς μου και τα πρόσφερα ως δικά μου. Μεγάλη επιτυχία. Σίγουρα θα καλοπαντρευόμουν. Το εφάρμοσα κάθε χρόνο. Ειδικά με τους κουραμπιέδες και το τσουρέκι το Πάσχα, ψηφιζόμουν υπάλληλος του μήνα κάθε φορά.

Αγαπούσα όμως τη δουλειά μου κι αυτό μετρούσε περισσότερο. Η επαφή με τον πελάτη, η επικοινωνία, η εξυπηρέτηση, οι ευχαριστίες στο τέλος της διαμονής τους, έχοντας περάσει όμορφα μαζί μας, όλα αυτά μου έδιναν δύναμη να συνεχίσω. Φυσικά και υπήρχαν δύστροποι πελάτες, γκρινιάρηδες, όλοι έχουν όμως το κουμπί τους κι εγώ είχα κι έχω ακόμα, αν θέλετε, το ταλέντο να το βρίσκω εύκολα. Γι’ αυτό και πάντα με καλούσαν σε τέτοιες περιπτώσεις, να διευθετώ το πρόβλημα, να κερδίζει τα εύσημα ο υπεύθυνος κι όλα να κυλάνε νεράκι.

Διψούσα για καινούρια πράγματα, έτσι έμαθα κρατήσεις και πωλήσεις. Παρακολούθησα σεμινάρια κι εφάρμοζα τις γνώσεις μου στη δουλειά με θετικό αποτέλεσμα. Υπήρξε ανταγωνιστικότητα από συναδέλφους, όμως δεν το έβαζα κάτω. Στόχος μου ήταν ν’ αλλάξω θέση, να πάρω προαγωγή και δούλευα προς την κατεύθυνση αυτή .

Έτσι ένα όμορφο απόγευμα, γνώρισα το ζεύγος Stanford. Μας επισκέπτονταν κάθε χρόνο λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα. Μεγάλοι στην ηλικία, όμως ευγενέστατοι, φιλικοί, με χιούμορ. Δούλευα πάντα τις μέρες που διέμεναν στο ξενοδοχείο μας, γιατί ευφραινόταν η ψυχή μου να τους χαζεύω. Η σχέση τους σε γέμιζε ελπίδα ότι η αγάπη υπάρχει και όλοι ίσως μια μέρα τη συναντήσουμε στη ζωή μας. Μόνιμοι κάτοικοι Λονδίνου, ευκατάστατοι πολύ, καθώς τα φιλοδωρήματα που μου άφηναν στο τέλος της διαμονής τους, ξεπερνούσαν τον μηνιαίο μου μισθό. Συνήθως μετά το σχόλασμα καθόμασταν και συζητούσαμε με τις ώρες για βιβλία, λογοτεχνία, κινηματογράφο, ταξίδια. Πόσες φορές με είχαν προσκαλέσει στο Λονδίνο να με φιλοξενήσουν σπίτι τους, να με ξεναγήσουν… Υπέροχοι άνθρωποι!

Είχαν βέβαια ένα ελάττωμα. Λόγω ηλικίας, κάθε κίνησή τους διαρκούσε πάνω από πέντε λεπτά. Μέχρι να έρθουν από το εστιατόριο του ξενοδοχείου στην υποδοχή, μια απόσταση ενός λεπτού, είχα εξυπηρετήσει τουλάχιστον πέντε πελάτες. Σαν κάτι ταινίες που όλα τρέχουν σε φρενήρεις ρυθμούς γύρω από τον πρωταγωνιστή κι εκείνος απτόητος συνεχίζει την πορεία του στο στόχο. Έτσι και το ζεύγος Stanford. Έκανα υπομονή όμως, γιατί η γλύκα των ματιών τους και οι ευγενείς κινήσεις τους με κέρδιζαν κάθε φορά. Οι υπόλοιποι συνάδελφοι, μου τους παραχωρούσαν με μεγάλη ευκολία κι εγώ αγκάλιαζα κάθε στιγμή μαζί τους.

Έξι χρόνια πέρασαν και κάθε χρόνο το αγαπημένο μου ζεύγος, τις συγκεκριμένες του ημερομηνίες εμφανιζόταν στο ξενοδοχείο. Μέχρι που μια χρονιά δεν ήρθε και δεν τους ξαναείδα από τότε. Οι συνάδελφοι ανακουφίστηκαν, εγώ όμως στεναχωρήθηκα. Σκέφτηκα ότι κάτι μπορεί να συνέβη, κάποια αναποδιά. Η απουσία τους μου κόστισε πολύ. Τους ένοιωθα λίγο σαν τον πάππου και τη γιαγιά που δεν είχα. Ταχυδρόμησα δύο-τρία γράμματα στη διεύθυνση που είχαμε αποθηκευμένη στα αρχεία μας, χωρίς απάντηση. Θα μου πείτε είναι δυνατόν να δεθείς έτσι με ανθρώπους που βλέπεις μια φορά το χρόνο για λίγες ώρες; Σε μένα συνέβη και η μελαγχολία ήταν εμφανής στη διάθεσή μου.
Με συγχωρείτε να πιώ λίγο νερό. Συνεχίζω…

Με την πάροδο του χρόνου, αποφάσισα να ασχοληθώ ακόμα περισσότερο με τις πωλήσεις και το ξενοδοχείο μου έδωσε την ευκαιρία να δουλέψω στο καινούριο τμήμα που οργανώθηκε. Έχανα την άμεση επαφή με τον πελάτη που τόσο λάτρευα, όμως η πώληση ήταν μεγάλη πρόκληση για μένα και δέχτηκα με χαρά. Μειονέκτημα η εχθρική συμπεριφορά και περιφρόνηση συναδέλφων, κάτι που κατά βάθος θεωρούσα βέβαιο ότι θα συμβεί, προσπάθησα όμως να μη με πτοήσει.

Το επόμενο βήμα για μένα ήταν δουλειά σε άλλο ξενοδοχείο, ίσως μεγαλύτερο. Ήμουν πλέον πάνω από δέκα χρόνια στην ίδια επιχείρηση κι όσο κι αν είχα δεθεί συναισθηματικά με το μέρος και κάποιους ανθρώπους, η αλλαγή με καλούσε.

Δε θυμάμαι αν σας εξιστόρησα πιο πάνω, όμως πιστεύω ότι το σύμπαν όταν θέλουμε κάτι πολύ, μας ακούει και η ευκαιρία δεν αργεί να έρθει. Το θέμα είναι αν θα την αρπάξουμε ή θα την αφήσουμε να μας προσπεράσει. Έτσι ένα πρωινό, καθώς απαντούσα ανέμελη το ηλεκτρονικό μου ταχυδρομείο, με καλούν από την υποδοχή, ενημερώνοντάς με ότι ο Κύριος Stanford θέλει να με συναντήσει. Καταλαβαίνετε την ταραχή μου. Επέστρεψαν; Ήταν καλοκαίρι, όχι χειμώνας και γιατί μόνο ο Κύριος Stanford; Η Κυρία πού βρισκόταν; Εκατομμύρια σκέψεις χόρευαν μανιασμένα στο μυαλό μου προκαλώντας μου πονοκέφαλο. Η λύση ήταν μία. Να πάω στην υποδοχή του ξενοδοχείου και να λύσω το μυστήριο. Με ιδρωμένα χέρια και κόμπο στο λαιμό πλησίασα. Διέκρινα από μακριά μια ψηλή, νεανική φιγούρα με γυαλιά. Πριν προλάβω να μιλήσω, ο ψηλός κύριος μου έτεινε το χέρι και με λονδρέζικη προφορά συστήθηκε αμέσως:
-Είμαι ο Κύριος Jonathan Stanford, εγγονός του ζεύγους Stanford. Είστε η δεσποινίς Σοφία;
-Ναι, απάντησα σαστισμένη.
-Πόσο χαίρομαι που σας γνωρίζω από κοντά! Έχω ακούσει τόσα για σας!

Ντράπηκα να σας πω την αλήθεια. Δεν ήξερα ότι είχαν παιδιά, πολύ περισσότερο εγγόνι. Δεν είχα ρωτήσει ποτέ. Ήταν τόσο λίγες οι στιγμές μαζί τους και τόσα πολλά αυτά που ήθελα να συζητήσουμε, που δε μου πέρασε ποτέ από το μυαλό να ρωτήσω. Ίσως αυτά να είναι κοινές δικαιολογίες, το βασικό όμως ήταν ότι ντράπηκα.

Ο Κύριος Stanford χαμογέλασε, καθώς η απορία σε συνδυασμό με τη ντροπή, ήταν ζωγραφισμένες σε όλο μου το πρόσωπο.
-Ήμουν σίγουρος ότι δε γνωρίζατε. Βλέπετε, δε συζητάμε ποτέ για την οικογένειά μας με άλλους. Είναι κάτι σαν επτασφράγιστο μυστικό. Αν και κάποιες φορές το θεωρώ λίγο υπερβολή. Να έρθω όμως στο λόγο της άφιξής μου. Συνδύασα δουλειές στην Αθήνα με τη διαμονή στο αγαπημένο ξενοδοχείο του παππού και της γιαγιάς μου. Θα μπορούσα να σας κεράσω ένα καφέ και να συζητήσουμε;

Τα έχασα είναι η αλήθεια και απλώς κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου, χωρίς να έχω επεξεργαστεί πλήρως τις πληροφορίες. Τι θέματα είχαμε να συζητήσουμε; Μπορείτε να φανταστείτε το σοκ, όταν έμαθα ότι στην Αγγλία η οικογένεια Stanford διαχειρίζεται τη μεγαλύτερη αλυσίδα ξενοδοχείων. Ότι ο μόνος λόγος που επισκέπτονταν το δικό μας ήμουν εγώ, καθώς θα μπορούσαν να διαμείνουν στα πιο ακριβά ξενοδοχεία της Αθήνας. Πίστευαν ότι είμαι τόσο καλή στη δουλειά μου, που έχανα το χρόνο μου εκεί και θα έπρεπε να ανοίξω τα φτερά μου και να πετάξω ξετυλίγοντας το ταλέντο μου. Τι να σας πω… ο Kύριος Jonathan με είχε αποστομώσει. Ταράχτηκα, μούδιασα, τα χέρια μου έτρεμαν. Έτσι μου εκμυστηρεύτηκε ότι ανοίγουν ξενοδοχείο στην Αθήνα και ήθελε να δουλέψω εκεί. Ο καφές οριακά δε χύθηκε στο τραπέζι.
-Μα πώς είστε σίγουρος ότι θα μπορέσω να τα καταφέρω; τραύλισα.
-Ο παππούς και η γιαγιά σας εμπιστεύονταν, είδαν σε σας μια σπιρτάδα. Πίστευαν ακράδαντα στο σωστό επαγγελματισμό σας. Άλλωστε η οικογενειακή επιχείρηση, μην ξεχνάτε, βασίστηκε ιδιαίτερα στο χάρισμα των παππούδων μου ν’ ανακαλύπτουν ταλέντα, να προβλέπουν. Τελευταία επιθυμία της γιαγιάς μου, αν ποτέ το βήματά μου έφταναν στην Αθήνα, να σας επισκεφτώ και να σας προτείνω δουλειά. Αρχικά εδώ Ελλάδα και ίσως αργότερα στο Λονδίνο, ανάλογα τις επιδόσεις σας φυσικά.
– Ο παππούς και η γιαγιά έχουν… ρώτησα.
– Ναι, έχουν… πριν τρία χρόνια περίπου. Μεγάλο πλήγμα για όλους…

Το βλέμμα του σκοτείνιασε, παρέμεινε όμως γλυκό και ειλικρινές. Δεν απάντησα βέβαια με την πρώτη, ήθελα να το σκεφτώ. Συμφώνησε. Το έχει αυτό ο Jonathan ε… με συγχωρείτε, ο Κύριος Stanford εννοώ. Σέβεται την άποψη του άλλου, το συζητάει. Θα ξεκινούσα βέβαια από την αρχή, υποδοχή, κρατήσεις, όλα. Η πιθανότητα να μετακομίσω στο εξωτερικό σε μια τεράστια ξενοδοχειακή μονάδα και ίσως σε περίοπτη θέση, ήταν αρκετά για να χτυπήσει η αδρεναλίνη μου κόκκινο. Γνώσεις κι ικανότητα είχα, δε φοβόμουν. Πίστευα στον εαυτό μου. Δέχτηκα τη θέση και σε δύο χρόνια μετακόμισα Λονδίνο κι ανέλαβα καθήκοντα Γενικού Συμβούλου όπου…»

-Με συγχωρείτε…
Ο δημοσιογράφος έκλεισε το κασετοφωνάκι και με κοίταξε παράξενα. Δεν πίστευε ότι έτσι εξελίχθηκε η κατάσταση. Το περίμενα βέβαια. Πώς να πιστέψεις ότι μια άγνωστη Ελληνίδα από το πουθενά, κατάφερε να εκτοξεύσει την ήδη επιτυχημένη επιχείρηση της πιο ευυπόληπτης οικογένειας του Ηνωμένου Βασιλείου, στα ύψη; Η επόμενη ερώτηση δε με ξάφνιασε.
-Να σας ρωτήσω;
-Παρακαλώ.
-Έχετε να κάνετε κάποια δήλωση για τον επικείμενο γάμο σας με τον εγγονό Stanford;

Κρίμα, κάποια πράγματα δεν αλλάζουν. Σηκώθηκα από την πολυθρόνα του γραφείου μου και κάλεσα τη γραμματέα μου να συνοδεύσει το δημοσιογράφο έξω.
-Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας, είπα. Να σας υπενθυμίσω ότι είναι Λόρδος Stanford για σας και όχι, δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο. Νόμιζα το περιοδικό σας δεν ασχολείται με κουτσομπολιά και είναι ιδιαίτερα δημοφιλές στον επαγγελματικό χώρο των ξενοδοχείων. Άλλωστε ονομάζεται Γυναικεία Επιχειρηματικότητα στα Ξενοδοχεία.
– Μια κουβέντα μόνο… μήπως αναλάβατε τη θέση αυτή καθαρά και μόνο λόγω αδυναμίας του Λόρδου Stanford στο πρόσωπό σας; φώναξε ο δημοσιογράφος, καθώς η γραμματέας μου τον έδιωχνε με ευγενικό τρόπο.

Μόλις έφυγε, πλησίασα το παράθυρο του γραφείου μου. Η θέα μαγευτική. Ο Τάμεσης φουρτουνιασμένος, όπως η ψυχή μου τώρα. Άναψα ένα τσιγάρο κι ας είχα υποσχεθεί στον Jonathan ότι θα το έκοβα. Σε τέτοιες στιγμές με ηρεμούσε. Θα έπρεπε να έχω συνηθίσει μέχρι τώρα, να έχω γίνει πιο σκληρή, πάντα όμως με ενοχλεί. Όταν ο Jonathan μου πρότεινε να παντρευτούμε, δίστασα. Οχτώ χρόνια διαφορά ηλικίας, δεν είναι και λίγο. Ξέρω όμως τον εαυτό μου και τις ικανότητές μου, πάντα πίστευα σε μένα κι ευτυχώς οι πράξεις και τα αποτελέσματα μιλάνε από μόνα τους. Πήρα μια βαθιά ανάσα κι έσβησα το τσιγάρο. Η συνάντηση του Διοικητικού Συμβουλίου ξεκινούσε σε δεκαπέντε λεπτά.

Elpida Petrova

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading