“Θα μου δώσετε ένα μολυβάκι; Γεια σου. Με ακούς; Ένα μολυβάκι μόνο θέλω…»
Όλοι στο χωριό την ήξεραν την Κατερίνα την τρελή. Δεν ήταν η μόνη περίεργη του χωρίου, μα σίγουρα ήταν η πιο ήσυχη. Και η πιο προβλέψιμη. Ήθελε μόνο ένα μολυβάκι. Πήγαινε συχνά στα σπίτια και ενίοτε και στο σχολείο του χωρίου ζητώντας το ίδιο. Πολλές φορές γινόταν κουραστική. Επέμενε πολύ. Δεν έφευγε μέχρι να πάρει αυτό που ήθελε. Ένα μολυβάκι.
Καμιά φορά, όλο και κάποιος της έβαζε τις φωνές. Μα αυτή εκεί, χτυπούσε την εξώπορτα του σπιτιού μέχρι να της ανοίξεις. Κολλούσε το πρόσωπό της στο τζάμι του παραθύρου και προσπαθούσε να δει μέσα στο σπίτι. Η αλήθεια ήταν πως αυτό το πρόσωπο ήταν λίγο τρομακτικό, δυο μάτια γουρλωμένα, μύτη γαμψή και ένα στόμα μαύρο. Τα δόντια της ήταν ελάχιστα και αυτά που υπήρχαν ήταν σχεδόν όλα μαύρα. Κανείς δεν αναρωτήθηκε γιατί ήταν έτσι. Κάποτε κάποιος είχε δοκιμάσει να της πιάσει την κουβέντα, μα το μόνο που άκουγε ήταν πως ήθελε ένα μολυβάκι.
Και έτσι τα χρόνια πέρασαν και η Κατερίνα μεγάλωσε. Θα ήταν πλέον κοντά στα εβδομήντα και όλοι την ήξερα απλά ως την Κατερίνα την τρελή.
۞
Πάντα ήταν όμορφο το Κατερινιώ. Όχι πολύ ψηλή, μα ούτε και κοντή, λίγο αδύνατη, μα γεμάτη στις καμπύλες και με ένα πρόσωπο νεραϊδίσιο. Τα μάτια της ήταν κατάμαυρα, ένα κοινό δηλαδή χρώμα, μα το βλέμμα έκρυβε μέσα του όλα τα ερωτηματικά της μικρής καρδιάς της. Όλοι στο χωριό την ήξεραν και οι άντρες την έβλεπαν σαν ξερολούκουμο. Μα δεν την πλησίαζαν.
Από μικρούλα ήταν λίγο διαφορετική, λίγο αλαφροΐσκιωτη. Λίγο που μιλούσε με τα δέντρα, λίγο που μύριζε στον αέρα τις αλλαγές του καιρού, λίγο που περπατούσε πάντα ξυπόλητη. Και πάντα ρωτούσε. Γιατί το νερό κυλάει; Γιατί τα σύννεφα δεν είναι μωβ; Πώς μιλούν τα σπουργίτια και τι λένε στις μαργαρίτες; Πώς μυρίζει η βροχή; Γιατί η θάλασσα αλλάζει χρώμα; Και πολλές άλλες τέτοιες απορίες που στις μέρες μας θα θεωρούνταν ένδειξη ευφυΐας σε ένα μικρό παιδί, αλλά όχι τότε. Εκείνα τα χρόνια θεωρούταν ενοχλητικό ένα παιδί να ρωτά τόσο συχνά και μάλιστα ερωτήσεις που ένας ενήλικας δεν μπορούσε να απαντήσει. Έτσι συχνά οι ερωτήσεις της ενοχλούσαν τον πατέρα της, που κάπνιζε πολλά τσιγάρα. Από εκείνα τα στριφτά, τα διαφορετικά.
Μια φορά, την είχε ακούσει για τα καλά μάλλον και τότε το Κατερινιώ τον ρώτησε «Μπαμπά, πώς μυρίζουν τα σύννεφα;»
Ο πατέρας της γέλασε δυνατά. «Δεν μυρίζουν βρε τρελοκόριτσο.»
«Μα εμένα μου μυρίζουν διαφορετικά. Το κάθε σύννεφο έχει άλλη μυρωδιά ανάλογα με το αν θα βρέξει, αν έχει έρθει απλά για να φέρει αέρα από το ποτάμι ή το δάσος. Πρέπει να έχουν κάτι διαφορετικό το καθένα…» συνέχισε μονολογώντας το κορίτσι.
«Παράτα με εκεί χάμου, δεν ξέρω εγώ από τέτοια. Και σταμάτα αυτές τις χαζομάρες. Τέτοια όλο ρώταγε και η μάνα σου. Αν ήταν ζωντανή τώρα, ίσως να τα βρίσκατε οι δυο σας. Ίδια μυαλά, ίδιο κεφάλι. Αν θες να σου δείξω κάτι, είναι αυτό εδώ το σύννεφο» είπε και αφού τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά από το τσιγάρο του, το φύσηξε με δύναμη πάνω στο πρόσωπο της Κατερίνας.
Ζαλίστηκε το κορίτσι και έφυγε γρήγορα από κοντά του, πριν αρχίσει πάλι να βρίζει εκείνη και την μάνα της.
۞
Το Κατερινιώ ένιωθε πολύ μόνο. Συχνά σκεφτόταν πως αν η μάνα της ήταν ζωντανή, η ζωή της θα ήταν αλλιώς. Θα είχε σε κάποιον να μιλά. Σε κάποιον που θα την καταλάβαινε. Άσε που δεν είχε και πολλές παρέες. Όχι ότι στο χωριό δεν υπήρχαν άλλα παιδιά στην ηλικία της, μα να, τους βαριόταν. Όλα τα κορίτσια σκέφτονταν πότε θα παντρευτούν και πώς θα φτιάξουν την προίκα και τα αγόρια έκαναν την μία σκανταλιά μετά την άλλη. Άσε που πολλά δούλευαν από μικρά.
Σαν έγινε η Κατερίνα δεκαπέντε χρονών, ήρθε στο χωριό ο Στεφανής. Είχε έρθει με την μαμά του και φαινόταν πολύ μόνοι και φτωχοί. Η μάνα ξεκίνησε να πλένει σπίτια και να μπαλώνει ρούχα και ο Στεφανής ζητούσε μεροκάματα όπου μπορούσε. Κανείς δεν τους ρώτησε για τον πατέρα τους. Είχαν πει απλά πως πέθανε. Εκείνα τα χρόνια ο θάνατος φαινόταν σαν κάτι απλό, γιατί ένα κρυολόγημα, ένα ατύχημα στο χωράφι, εύκολα οδηγούσε στον θάνατο έλλειψει γιατρών, φαρμάκων και περίθαλψης. Της Κατερίνας πολύ εντύπωση της έκανε αυτό το αγόρι. Λιγομίλητο, με σκυφτό κεφάλι, δεν επεδίωκε παρέες ούτε καλημέρες με κανέναν. Έτσι, τον πλησίασε με την έμφυτη περιέργειά της να την φουντώνει.
Ο Στεφανής προσπάθησε να την αποφύγει, δεν απαντούσε όποτε του μιλούσε και κατέβαζε το κεφάλι όταν του γελούσε από μακριά. Μα κάποια στιγμή η Κατερίνα τον αιφνιδίασε. Καθόταν μόνος στον κορμό ενός δέντρου και η κοπέλα πετάχτηκε μπροστά του. Πριν προλάβει να αντιδράσει, έβαλε το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της, τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και του είπε.
«Τα μάτια σου τρέχουν ποτάμια και ας μην τρέχει δάκρυ».
Ο Στεφανής έκανε να σκύψει πάλι το κεφάλι.
«Μην ανησυχείς δεν θα το πω πουθενά» του είπε και χαμογέλασε πλατιά. «Το μυστικό σου είναι καλά κρυμμένο μαζί μου. Θες να πάμε μέχρι το ποτάμι;»
Ο Στεφανής θες επειδή φοβήθηκε μην αποκαλύψει το μυστικό του η περίεργη κοπέλα, θες επειδή ήθελε επιτέλους και έναν φίλο, την ακολούθησε.
Κάθε μέρα, για μισή ώρα έκαναν περιπάτους τριγύρω στο χωριό, αλλά κυρίως στο μικρό πευκόδασος και το ποτάμι. Εκεί η Κατερίνα του διηγούνταν τις ιστορίες της και του παρέθετε τις θεωρίες της για τους λόγους που κάθε στοιχείο της φύσης είχε πνοή και σκέψη. Και ο Στεφανής την άκουγε μαγεμένος. Σπάνια της μιλούσε.
Ήταν μια συνύπαρξη σχεδόν αρμονική. Η Κατερίνα μπορούσε να είναι ο εαυτός της χωρίς να την κοιτά κανείς περίεργα και ο Στεφανής περνούσε όμορφα με την τρυφερή νεραϊδένια κοπέλα. Μια μέρα, σε μία από εκείνες τις αναζητήσεις τους, η Στεφανής της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Ξαφνιάστηκε το Κατερινιώ, μα δεν τραβήχτηκε. Αντίθετα τον κοίταξε στα μάτια και άφησε με την σειρά της ένα δροσερό φιλί στα χείλια. Γέλασαν και οι δύο με συστολή. Κανείς από τους δυο δεν ήξερε τι ήταν αυτό που μόλις έγινε. Το μόνο που ήξεραν ήταν πως ένιωσαν ωραία.
Από εκείνη την μέρα και μετά, είχαν αποφασίσει σιωπηλά να είναι ο ένας προστάτης του άλλου. Όποτε ο Στεφανής άκουγε να λένε για την Κατερίνα άσχημες κουβέντες, αντιδρούσε με ένταση και αντίστοιχα και η Κατερίνα δεν άφηνε κανέναν να πει τον Στεφανή φοβιτσιάρη ή μουγγό. Σιγά σιγά το κορίτσι άρχισε να νιώθει την καρδιά της να χτυπάει διαφορετικά. Πρόσμενε κάθε φορά να τον δει με μια ιδιαίτερη λαχτάρα και στο όνομα Στεφανής ένιωθε το στομάχι να λιγώνεται περίεργα. Είχε αρχίσει να τον ερωτεύεται χωρίς να το καταλάβει. Μα δυστυχώς τα συναισθήματα δεν ήταν αμφίδρομα.
۞
Είχε βραδιάσει νωρίς εκείνο το απόγευμα. Μέσα Δεκέμβρη και αν και δεν έβρεχε, σύννεφα μαύρα είχαν σκεπάσει τον ουρανό, έτσι που από το μεσημέρι κιόλας, να δείχνει σαν να βράδιασε. Η Κατερίνα έψαχνε τον Στεφανή σε όλο το χωριό, μα δεν το έβρισκε. Δεν ήθελε να γυρίσει σπίτι της. Ήξερε πως θα ήταν εκεί ο πατέρας της να καπνίζει και δεν της άρεσε καθόλου όταν γινόταν έτσι. Αποφάσισε να πάει στον στάβλο. Ένα γαϊδούρι και δυο αγελάδες είχαν και η παρέα τους θα ήταν σίγουρα καλύτερη από αυτή του πατέρα της.
Είδε πως ήταν φως μέσα και τρόμαξε πως είχαν μπει τίποτα κλέφτες να τους πάρουν τα ζώα. Μα η περιέργειά της νίκησε τον φόβο της και μισάνοιξε την ξύλινη πόρτα του στάβλου. Στο ημίφως από το τρεμάμενο κερί είδε δυο φιγούρες, περίεργα μπλεγμένες. Στην αρχή δεν μπορούσε να καταλάβει τι γινόταν. Ο Στεφανής σαν να είχε σκύψει να πιάσει κάτι και ο πατέρας της στεκόταν πίσω του. Δεν το χωρούσε το μυαλό της. Ο πατέρας της κάπνιζε, με ανοιχτό το πουκάμισο και κατεβασμένο το παντελόνι. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς γινόταν, μα έβλεπε στα μάτια και των δύο πως ήταν κάτι απαγορευμένο. Φοβήθηκε για τον φίλο της και πισωπάτησε. Μα ένα κλαδί ήταν στα πόδια της, έσπασε και ο θόρυβός του έκανε τους δύο άντρες να πεταχτούν.
«Ποιος είναι εκεί;» μούγκρισε ο πατέρας της.
Ο Στεφανής άρχισε να κλαίει.
«Αν το μάθει η μάνα μου…» μουρμούρισε και έσπρωξε τον άλλο άντρα μακριά του.
Η Κατερίνα είχε αποσβολωθεί. Η καρδιά της χτυπούσε ακανόνιστα. Κρύφτηκε πίσω από το κοντινότερο δέντρο και προσπαθούσε να σκεφτεί τι ήταν αυτό που μόλις είδε. Μα το μυαλό της δεν την βοηθούσε. Έψαχνε να βρει μια λύση.
Τι έπαθε ο φίλος μου και κλαίει; Ο γλυκός ο Στεφανής μου… Τον ενοχλεί ο πατέρας μου; Πρέπει να ζητήσω βοήθεια… Θα φωνάξω την μάνα του. Αυτό πρέπει να κάνω, σκέφτηκε. Μόνο να μην κλαίει η Στεφανής.
Όταν έφτασε στο σπίτι τους, δεν χρειάστηκε να πει τίποτα. Η μάνα του Στεφανή με του που την είδε κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Τι έγινε; Πού είναι ο Στεφανής;» την ταρακούνησε από τους ώμους.
Η Κατερίνα δεν ήξερε τι να πει. Δεν ήξερε τι είχε δει. Μα το μόνο που ήξερε ήταν πως δεν ήθελε να κλαίει ο φίλος της.
«Ο Στεφανής… στον στάβλο… ο πατέρας μου… έκλαιγε… δεν θέλω να κλαίει…» ψέλλισε και ξεκίνησε να κλαίει.
Η μάνα του έφυγε τρέχοντας και με το ζόρι πρόλαβε να την ακολουθήσει η Κατερίνα. Όταν έφτασε στον στάβλο, η μάνα του είχε ήδη μπει μέσα.
«Κτήνος! Τι έκανες στο παιδί μου!» φώναζε σαν αγρίμι. Είδε τα κατεβασμένα παντελόνια του Στεφανή και το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο από θυμό.
«Θα σε σκοτώσω! Τέρας! Σαν τον πατέρα του και εσύ! Θα πεθάνεις από τα ίδια χέρια!» συνέχισε η γυναίκα και ύστερα στράφηκε στην Κατερίνα.
«Πάρε τον γιό μου και εξαφανιστείτε! Τώρα!»
Το τι ακολούθησε, ευτυχώς δεν το είδα τα παιδιά. Άκουσαν μόνο την κραυγή του πατέρα της καθώς έτρεχαν προς το δάσος.
«Στεφανή, αυτό που έγινε…» ξεκίνησε η Κατερίνα.
«Την μάνα μου! Γιατί φώναξες την μάνα μου;» της φώναξε.
«Νόμιζα πως χρειαζόσουν βοήθεια! Έκλαιγες…» εξήγησε η Κατερίνα, μα το πρόσωπο του Στεφανή έδειχνε πως δεν ένιωθε ότι τον βοήθησε.
«Κατερίνα φύγε, δεν θέλω ούτε να σε βλέπω αυτή την στιγμή!» της είπε με έντονη φωνή.
«Μα…» προσπάθησε να του πει σαστισμένη.
«Είπα φύγε!!!»
۞
Οι επόμενες ημέρες κύλησαν πολύ γρήγορα. Οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες και το μυαλό της Κατερίνας δεν τις χωρούσε. Κάποιες στιγμές ξέφευγε και τις έπαιζε περίεργα παιχνίδια. Η μάνα του Στεφανή ήταν ξεκάθαρη.
«Ό,τι είδες και ό,τι άκουσες, θα το ξεχάσεις αμέσως. Ο πατέρας σου και ο Στεφανής έφυγαν για δουλειά στην μεγαλούπολη. Αυτά ξέρεις και αυτά ξέρω.»
Η Κατερίνα κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. Μα δεν μπορούσε να καταλάβει. Πότε έφυγε ο πατέρας της; Γιατί έφυγε και ο Στεφανής; Μήπως εκείνη έφταιγε; Γιατί της μίλησε τόσο απότομα;
«Α και άκου να σου πω. Πού και πού να γράφεις κάνα γράμμα. Όμως όχι σπίτι σου. Να είσαι έξω, να σε βλέπουν και οι άλλοι. Και άμα ρωτάνε, θα το λες. Γράφω στον πατέρα μου που έφυγε για δουλειά την Αθήνα.»
Ξανακούνησε καταφατικά το κεφάλι της και έφυγε…
۞
Ξεκίνησε όντως να του γράφει γράμματα. Έγραφε πάντα έξω, να την βλέπει το χωριό, όπως της είχε ορμηνέψει η μάνα του Στεφανή και πού και πού, για να καταλάβουν όλοι ότι γράφει, ζητούσε και από τους συγχωριανούς της κανένα μολυβάκι.
«Να γράψω στον πατέρα μου…» έλεγε.
Όμως η αλήθεια είναι πως δεν έγραφε σε αυτόν. Έγραφε στον Στεφανή. Στην αρχή δειλά δειλά. Λίγο να του λέει πώς πέρασε την μέρα της. Μετά, τι είδε στο χωριό. Και αργότερα, πολύ αργότερα, το πώς νιώθει. Μα τα γράμματα έμεναν εκεί, να τα κοιτάει και να την κοιτούν. Μια μέρα όμως αποφάσισε να ξαναπάει στην μάνα του.
«Τα γράμματα τα έγραψα. Και τώρα;» της λέει
«Τι και τώρα;» την αγριοκοίταξε.
«Θέλω να του τα στείλεις…» είπε ντροπαλά.
«Άντε ρε Κατερίνα. Δεν σου είπα ότι θα το κάνεις για τα μάτια του κόσμου; Τι χαζά είναι αυτά;» της φώναξε.
«Θέλω να του τα στείλεις!» ξαναείπε αυτή την φορά με πιο έντονο τόνο. Κάτι τα μάτια της που γυάλιζαν, κάτι που φοβόταν μην πει πουθενά το τι είδε, αποφάσισε να της κάνει το χατίρι.
«Εντάξει. Δώσε μου δύο να του τα στείλω.»
«Όλα. Θέλω όλα.» είπε ακόμα πιο θυμωμένα τώρα.
«Εντάξει κορίτσι μου. Δώστα μου και θα στείλω.» είπε στο τέλος.
Πέρασαν οι μέρες, έγιναν μήνες και απάντησε δεν πήρε. Στα γράμματα πέρα από τα νέα της, τον ρωτούσε και γιατί της θύμωσε και πότε θα γυρίσει. Περίμενε απάντηση διακαώς.
۞
Την μέρα που την βρήκε ο ταχυδρόμος, ο ήλιος μεσουρανούσε και μια πεταλούδα είχε σταθεί στο χέρι της.
«Κατερινιώ! Ωρέ Κατερινιώ! Έλα να σου πω!» της φώναξε κάνα δυο φορές μέχρι να τον δει.
«Δες εδώ τι σου ‘χω…»
«Γράμμα;» ρώτησε και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα
«Ναι μωρέ… Μόνο που δεν ξέρω μήτε ποιος το έγραψε, μήτε από πού το στέλνει… Μην είναι από τον πατέρα σου, από την πόλη;» ρώτησε περίεργος.
Όλους τους παραξένεψε που ο πατέρας της είχε φύγει στην Αθήνα. Όλοι τον ήξεραν για την τεμπελιά του και τα τσιγάρα του. Όταν λοιπόν ακούστηκε πως έφυγε για να πάει για δουλειά, κάτι δεν τους άρεσε. Μα και πάλι κανείς δεν ασχολήθηκε παραπάνω.
Η Κατερίνα κοκκίνισε. Μόνο από έναν περίμενε γράμμα. Μα δεν ήθελε να του πει. Άρπαξε τον φάκελο από το χέρι του και άρχισε να τρέχει προς το δάσος.
Όταν έφτασε στις ρίζες του αγαπημένου τους δέντρου, το έσκισε γρήγορα και ξεκίνησε να το διαβάζει με λαχτάρα. Στην αρχή τα μάτια της αγαλλίασαν. Μα όσο προχωρούσε το γράμμα, το βλέμμα της σκοτείνιαζε… Μέχρι που λίγο πριν το τέλος, της έπεσε από τα χέρια και άρχισε να περπατάει σαν χαμένη…
Όταν γύρισε στο χωριό, ο ταχυδρόμος την έπιασε πάλι.
«Τελικά Κατερινάκι από ποιον ήταν;» ρώτησε
Το βλέμμα της ήταν κενό.
«Κατερίνα! Την ταρακούνησε. Σου μιλώ! Το γράμμα λέω, από τον πατέρα σου ήταν;»
Τον κοίταξε, μα τα μάτια της δεν τον έβλεπαν πια.
«Δώσε μου ένα μολυβάκι. Θέλω να του γράψω πίσω…» είπε.
۞
Από εκείνη την μέρα και έπειτα, η Κατερίνα άλλαξε. Στο χωριό την ήξεραν για λίγο διαφορετική, μα όχι και αλλοπρόσαλλη. Από εκείνη την μέρα το σπίτι της δεν την ξαναείδε. Κοιμόταν στο δάσος. Σε ανθρώπους δεν μιλούσε. Μήτε δεχόταν να την φιλέψουν κάτι. Μόνο πού και πού ζητούσε ένα μολυβάκι.
«Να γράψω θέλω. Στον πατέρα μου…»
Με τα χρόνια αυτή η φράση άρχισε να χάνει λέξεις. Έλεγε μόνο «Να γράψω θέλω…» και όσο μεγάλωνε, η επικοινωνία της μειωνόταν κι άλλο. Οι χωριανοί την κοιτούσαν με λύπηση, για τα κουρελιασμένα ρούχα της και το λειψό μυαλό της. Αλλά όλο και κάποιος της έδινε ένα μολυβάκι.
Όταν την βρήκαν ξυλιασμένη από το κρύο στις ρίζες ενός δέντρου, κανείς δεν στεναχωρήθηκε. Μόνο ο δάσκαλος του χωριού λυπήθηκε που την έχασε από την συντροφιά του, καθώς ερχόταν συχνά στο σχολείο για ένα μολυβάκι. Εκείνος ετοίμασε μια λιτή ταφή, με την σκέψη πως, η γερασμένη γυναίκα πια, λυτρώθηκε. Λίγο πριν την νεκρώσιμη ακολουθία, σκέφτηκε να ψάξει στις τσέπες της μήπως βρει τίποτα που να άξιζε να αναφέρει μετά την κηδεία στο χωριό. Κάτι που να εξηγούσε την κατάστασή της. Βρήκε ένα ταλαιπωρημένο, κίτρινο από τον χρόνο χαρτί, που έμοιαζε για γράμμα. Το περιεχόμενό του τον σόκαρε αρχικά, μα αποφάσισε να το κρατήσει κρυφό.
«Ας είναι…” σκέφτηκε “Ίσως καλύτερα να μην μάθουν όλοι τι ήταν αυτό που ταλαιπωρούσε το κουρασμένο της μυαλό…».
۞
Κατερινιώ μου,
Δεν ξέρω πώς να αρχίσω αυτό το γράμμα, πέρα από το να σου ζητήσω συγνώμη. Νόμιζα πως όταν γνωριστήκαμε, όταν κοίταξες μες τα μάτια μου, όντως είδες το μυστικό μου. Τώρα που αναλογίζομαι την μέρα εκείνη, νομίζω πως απλά ήθελα κάποιος να το ξέρει, χωρίς να το ξεστομίσω ποτέ. Έτσι πίστεψα ο χαζός ότι όντως το κατάλαβες. Είμαι άρρωστος Κατερινάκι μου. Όχι στο σώμα, μα στην ψυχή. Άρρωστος και αυτό που ζητάει το σώμα μου δεν είναι η γυναικεία αγκαλιά, μα η αντρική. Δεν ξέρω αν μπορείς να καταλάβεις. Δεν ξέρω και αν χρειάζεται να σου εξηγήσω. Μα να ξέρεις πως όταν σε φιλάω, νιώθω μόνο ότι φιλάω μια φίλη μου, την αδερφή μου, όχι μια γυναίκα. Για αυτό σου λέω είμαι άρρωστος…
Αυτή την αρρώστια την πήρα από τον πατέρα μου. Μου την εξήγησε μια μέρα και από εκείνη την μέρα έγινε για μένα κάτι άλλο από πατέρας. Η μάνα μου το έμαθε. Μας έπιασε δηλαδή. Όπως μας έπιασες εσύ με τον δικό σου πατέρα. Και τον σκότωσε Κατερίνα. Τον σκότωσε με τα ίδια της τα χέρια. Για αυτό φύγαμε από το σπίτι μας. Νόμιζε πως αν φύγω από εκεί, θα γιατρευόμουν. Μα όχι. Γνώρισα τον πατέρα σου. Δεν έφταιγε Κατερίνα. Δεν μου έκανε κακό. Τον αγαπούσα. Όμως εσύ φώναξες την μάνα μου. Και τον σκότωσε και αυτόν. Ο πατέρας σου δεν είναι στην Αθήνα Κατερίνα. Είναι νεκρός, θαμμένος στο δάσος, κοντά στο αγαπημένο μας δέντρο.
Γιατί στα λέω όλα αυτά… Για να φύγεις και εσύ… Φύγε να σωθείς μακριά από την μάνα μου. Και μακριά από εμένα. Η αρρώστια μου μόνο κακό φέρνει σε αυτούς που αγαπάω…
Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις τι είναι αυτά που λέω, μα κράτα μόνο αυτό… Συγνώμη για όλα…
Ο φίλος σου, ο Στεφανής
Άρτεμις Γ.Κ.
